readseasy
Back to the catalogue

Free to read. Free to keep.

Η Φόνισσα (B1)

The Murderess in easy Greek

Alexandros Papadiamantes

B1Greek52,404 words

Read The Murderess (Η Φόνισσα) by Alexandros Papadiamantis in easy Greek: a free CEFR B1 graded reader to download as an EPUB. On the island of Skiathos, old Frangoyannou has spent her whole life serving others: her parents, her husband, her children. Sitting up one night with her sick newborn granddaughter, she comes to believe that poor girls are only a burden and that it is a mercy to free them from life, and she begins to kill. Papadiamantis's complete, dark masterpiece, nothing softened, in simpler modern Greek, together with five of his short stories, with a short glossary after each chapter.

Download free EPUBMarkdown Sign in to saveRead an excerpt

No sign-in or subscription needed. Read on your favourite e-reader.

Read the first pages

Try the B1 edition

Α'.

Η θεια Χαδούλα, που όλοι τη φώναζαν Γιαννού τη Φράγκισσα, ήταν μισοξαπλωμένη κοντά στο τζάκι. Είχε τα μάτια κλειστά. Το κεφάλι της ακουμπούσε στην άκρη του τζακιού, στο λεγόμενο «φουγοπόδαρο». Δεν κοιμόταν όμως. Θυσίαζε τον ύπνο της δίπλα στην κούνια της μικρής, άρρωστης εγγονής της. Η λεχώνα, η μητέρα του άρρωστου μωρού, είχε αποκοιμηθεί λίγο πριν στο χαμηλό, φτωχικό κρεβάτι της.

Το μικρό λυχνάρι κρεμόταν κάτω από τον θόλο του τζακιού και τρεμόσβηνε. Έριχνε περισσότερη σκιά παρά φως στα λίγα φτωχικά έπιπλα. Τη νύχτα τα έπιπλα αυτά φαίνονταν πιο καθαρά και πιο όμορφα. Στο τζάκι ήταν τρία μισοκαμένα ξύλα και ένα μεγάλο όρθιο κούτσουρο. Έβγαζαν πολλή στάχτη, λίγη θράκα και σπάνια μια φλόγα που βούιζε. Η φλόγα αυτή έκανε τη γριά να θυμάται, μέσα στη νύστα της, τη μικρότερη κόρη της, την Κρινιώ, που έλειπε. Αν ήταν τώρα η Κρινιώ στο δωμάτιο, θα ψιθύριζε τραγουδιστά: «Αν είναι φίλος, να χαρεί· αν είναι εχθρός, να σκάσει…»

Η Χαδούλα, που τη λέγανε Φράγκισσα ή Φραγκογιαννού, ήταν μια γυναίκα σχεδόν εξήντα χρονών. Ήταν καλοφτιαγμένη, με έντονα χαρακτηριστικά και αντρίκειο ύφος. Πάνω από τα χείλη της είχε δύο μικρές άκρες από μουστάκι. Στις σκέψεις της έκανε έναν λογαριασμό για όλη της τη ζωή. Έβλεπε ότι ποτέ δεν είχε κάνει τίποτε άλλο παρά να υπηρετεί τους άλλους. Όταν ήταν κοριτσάκι, υπηρετούσε τους γονείς της. Όταν παντρεύτηκε, έγινε σκλάβα του άντρα της. Κι όμως, επειδή εκείνη ήταν δυνατή κι εκείνος αδύναμος, ήταν συγχρόνως και κηδεμόνας του. Όταν έκανε παιδιά, έγινε δούλα των παιδιών της. Όταν τα παιδιά της έκαναν παιδιά, έγινε πάλι υπηρέτρια των εγγονιών της.

Το μωρό είχε γεννηθεί πριν από δύο εβδομάδες. Η μητέρα του είχε περάσει βαριά λεχωσιά. Αυτή ήταν που κοιμόταν στο κρεβάτι: η πρώτη κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιαστεί να βαφτίσουν το μωρό τη δέκατη μέρα, γιατί ήταν πολύ άρρωστο. Είχε κακό βήχα, κοκκίτη, και σχεδόν σπασμούς. Μόλις βαφτίστηκε, το πρώτο βράδυ, φάνηκε να γίνεται λίγο καλύτερα. Ο βήχας σταμάτησε για λίγο. Για πολλές νύχτες η Φραγκογιαννού δεν είχε κλείσει μάτι. Ξαγρυπνούσε δίπλα στο μικρό πλάσμα. Εκείνο δεν φανταζόταν πόσο κόπο έδινε στους άλλους. Ούτε ήξερε πόσα βάσανα θα περνούσε κι αυτό, αν ζούσε. Δεν μπορούσε καν να νιώσει την απορία που είχε κρυφά μέσα της η γιαγιά: «Θεέ μου, γιατί να έρθει στον κόσμο κι αυτό;»

Keep reading

Η γριά το νανούριζε. Θα μπορούσε να πει πάνω από την κούνια του «τα πάθη της τραγούδια». Τις προηγούμενες νύχτες είχε πράγματι «παραλογίσει». Θυμόταν όλα της τα πάθη, όχι με τραγούδι, αλλά με απλά λόγια. Σε εικόνες, σε σκηνές και σε οράματα ξαναπέρασε από το μυαλό της όλη της η ζωή. Ήταν μια ζωή άχρηστη, μάταιη και βαριά.

Ο πατέρας της ήταν οικονόμος, εργατικός και φρόνιμος. Η μάνα της ήταν κακή, βλάσφημη και ζηλιάρα. Ήταν μια από τις στρίγλες της εποχής της. Ήξερε μάγια. Δύο τρεις φορές την είχαν κυνηγήσει οι κλέφτες, τα παλικάρια του Καρατάσου, του Γάτσου και άλλων οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Το έκαναν για να την εκδικηθούν. Γιατί τους είχε κάνει μάγια και γι' αυτό δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές τους. Για τρεις μήνες κάθονταν χωρίς δουλειά. Δεν μπόρεσαν να κάνουν κανένα πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους ούτε από χριστιανούς. Ούτε η Κυβέρνηση της Κορίνθου τούς είχε στείλει καμιά βοήθεια.

Την κυνήγησαν στον κατήφορο, από την κορυφή του Άι-Θανασού ως το οροπέδιο του Προφήτη Ηλία. Εκεί ήταν τεράστια πλατάνια και μια πλούσια βρύση. Από εκεί την κυνήγησαν στο Μεροβίλι, στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στα δάση και στους θάμνους. Εκείνη δοκίμασε να κρυφτεί σε έναν πυκνό θάμνο, αλλά εκείνοι δεν ξεγελάστηκαν. Την πρόδωσε το θρόισμα από τα φύλλα και τα κλαδιά. Την πρόδωσε κι ο ίδιος ο φόβος της, που έκανε τα κλαδιά να τρέμουν. Τότε άκουσε μια άγρια φωνή:

— Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!

Εκείνη πετάχτηκε μέσα από τους θάμνους. Έτρεξε σαν φοβισμένο τρυγόνι, και τα άσπρα φαρδιά μανίκια της φτερούγιζαν. Δεν υπήρχε πια ελπίδα να γλιτώσει. Την πρώτη φορά που την είχαν κυνηγήσει, είχε καταφέρει να κρυφτεί κάτω στο Πυργί. Εκεί το μέρος είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ στο Μεροβίλι δεν υπήρχαν δρομάκια και λαβύρινθοι. Υπήρχαν μόνο συστάδες από δέντρα και πυκνοί θάμνοι, που δεν τους πατούσε κανείς. Η νεαρή τότε Δελχαρώ, η μητέρα της Φραγκογιαννούς, πηδούσε σαν ελάφι από θάμνο σε θάμνο. Ήταν ξυπόλυτη, γιατί από ώρα είχε πετάξει πίσω της τα παπούτσια της. Το ένα το είχε πάρει για λάφυρο ένας από αυτούς που την κυνηγούσαν. Τα αγκάθια χώνονταν στις φτέρνες της. Της έσκιζαν και της μάτωναν τους αστραγάλους και τις πατούσες. Τότε, μέσα στην απελπισία της, της ήρθε μια ιδέα.

Πέρα από το δάσος, στην πλαγιά του βουνού, υπήρχε ένας μόνο καλλιεργημένος ελαιώνας. Τον έλεγαν «ο Πεύκος του Μοραΐτη». Ο γέρο-Μοραΐτης, ο παππούς του ιδιοκτήτη, είχε έρθει σε αυτόν τον τόπο από τον Μιστρά. Είχε έρθει στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, την εποχή της Αικατερίνης και του Ορλόφ. Ο ξακουστός Πεύκος στεκόταν στη μέση από τις ελιές, σαν γίγαντας ανάμεσα σε νάνους. Το δέντρο ήταν χιλίων χρονών. Τον τεράστιο κορμό του δεν μπορούσαν να τον αγκαλιάσουν πέντε άντρες. Κάτω, κοντά στη ρίζα, ο κορμός ήταν σκαμμένος και κούφιος. Τον είχαν σκάψει οι βοσκοί και οι ψαράδες. Του είχαν βγάλει την καρδιά και τα σπλάχνα, για να παίρνουν από εκεί άφθονο δαδί. Κι όμως, με αυτή τη φοβερή πληγή μέσα του, ο πεύκος έζησε άλλα τρία τέταρτα του αιώνα, ως το 1871. Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς έγινε μεγάλος σεισμός. Τον ένιωσαν άνθρωποι που ζούσαν μίλια μακριά, κάτω στην ακρογιαλιά. Εκείνη τη νύχτα ο γίγαντας έπεσε.

Μέσα σε εκείνη την κουφάλα χωρούσαν άνετα δύο άνθρωποι. Εκεί έτρεξε να κρυφτεί η Δελχαρώ, που τότε ήταν νιόπαντρη, η μητέρα της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το κόλπο ήταν απελπισμένο και σχεδόν παιδιάστικο. Εκεί δεν κρυβόταν στ' αλήθεια, παρά μόνο με τη φαντασία της. Ήταν σαν τα παιδιά που παίζουν κρυφτό. Όσοι την κυνηγούσαν σίγουρα θα την έβλεπαν και θα έβρισκαν την κρυψώνα της. Από πίσω δεν φαινόταν, αλλά από μπροστά φαινόταν. Μόλις οι τρεις κλέφτες περνούσαν πέρα από τον πεύκο, θα την έβλεπαν σαν καρφωμένη εκεί.

Οι τρεις άντρες έτρεξαν, πέρασαν το δέντρο και συνέχισαν να τρέχουν. Οι δύο δεν γύρισαν καν να κοιτάξουν πίσω. Νόμιζαν ότι η «τσούπα» έτρεχε μπροστά τους. Μόνο την τελευταία στιγμή ο τρίτος γύρισε πίσω, κάπως ζαλισμένος. Κοίταξε παντού, εκτός από τον κορμό του πεύκου. Έβλεπε τον πεύκο μαζί με όλα τα άλλα πράγματα. Δεν φανταζόταν ότι ο κορμός του ήταν κούφιος και ότι μέσα κρυβόταν άνθρωπος. Ίσως ήξερε την κουφάλα, ίσως όχι. Πάντως εκείνη τη στιγμή δεν του πέρασε από το μυαλό. Κοίταζε μήπως βρει κάπου ένα άνοιγμα της γης, που σίγουρα θα την είχε καταπιεί. Γιατί δεν φαινόταν καμιά πτυχή της γης, όπου θα μπορούσε να κρυφτεί κανείς. Οι δρυάδες, οι νύμφες των δασών, την προστάτεψαν. Ίσως αυτή τις καλούσε στα μάγια της. Τύφλωσαν όσους την κυνηγούσαν. Έριξαν στα μάτια τους μια πράσινη ομίχλη, ένα χλωρό σκοτάδι. Κι έτσι δεν την είδαν.

Words explained in this excerpt (6)
λεχώνα
γυναίκα που μόλις γέννησε (τις πρώτες 40 μέρες).
κοκκίτης
αρρώστια των παιδιών με δυνατό βήχα.
φουγοπόδαρο
η άκρη, το πεζούλι του τζακιού.
κλέφτες
ένοπλοι άντρες των βουνών την εποχή της Τουρκοκρατίας.
κουφάλα
τρύπα μέσα σε κορμό δέντρου.
σκιάς
νταής, τραμπούκος.

Enjoying it? The rest of the book is free, with a glossary after every chapter.

Continue reading: free EPUB