# Η Φόνισσα (επίπεδο B1)

*Alexandros Papadiamantes*

## Α'.

Η θεια Χαδούλα, που όλοι τη φώναζαν Γιαννού τη Φράγκισσα, ήταν μισοξαπλωμένη κοντά στο τζάκι. Είχε τα μάτια κλειστά. Το κεφάλι της ακουμπούσε στην άκρη του τζακιού, στο λεγόμενο «φουγοπόδαρο». Δεν κοιμόταν όμως. Θυσίαζε τον ύπνο της δίπλα στην κούνια της μικρής, άρρωστης εγγονής της. Η λεχώνα, η μητέρα του άρρωστου μωρού, είχε αποκοιμηθεί λίγο πριν στο χαμηλό, φτωχικό κρεβάτι της.

Το μικρό λυχνάρι κρεμόταν κάτω από τον θόλο του τζακιού και τρεμόσβηνε. Έριχνε περισσότερη σκιά παρά φως στα λίγα φτωχικά έπιπλα. Τη νύχτα τα έπιπλα αυτά φαίνονταν πιο καθαρά και πιο όμορφα. Στο τζάκι ήταν τρία μισοκαμένα ξύλα και ένα μεγάλο όρθιο κούτσουρο. Έβγαζαν πολλή στάχτη, λίγη θράκα και σπάνια μια φλόγα που βούιζε. Η φλόγα αυτή έκανε τη γριά να θυμάται, μέσα στη νύστα της, τη μικρότερη κόρη της, την Κρινιώ, που έλειπε. Αν ήταν τώρα η Κρινιώ στο δωμάτιο, θα ψιθύριζε τραγουδιστά: «Αν είναι φίλος, να χαρεί· αν είναι εχθρός, να σκάσει…»

Η Χαδούλα, που τη λέγανε Φράγκισσα ή Φραγκογιαννού, ήταν μια γυναίκα σχεδόν εξήντα χρονών. Ήταν καλοφτιαγμένη, με έντονα χαρακτηριστικά και αντρίκειο ύφος. Πάνω από τα χείλη της είχε δύο μικρές άκρες από μουστάκι. Στις σκέψεις της έκανε έναν λογαριασμό για όλη της τη ζωή. Έβλεπε ότι ποτέ δεν είχε κάνει τίποτε άλλο παρά να υπηρετεί τους άλλους. Όταν ήταν κοριτσάκι, υπηρετούσε τους γονείς της. Όταν παντρεύτηκε, έγινε σκλάβα του άντρα της. Κι όμως, επειδή εκείνη ήταν δυνατή κι εκείνος αδύναμος, ήταν συγχρόνως και κηδεμόνας του. Όταν έκανε παιδιά, έγινε δούλα των παιδιών της. Όταν τα παιδιά της έκαναν παιδιά, έγινε πάλι υπηρέτρια των εγγονιών της.

Το μωρό είχε γεννηθεί πριν από δύο εβδομάδες. Η μητέρα του είχε περάσει βαριά λεχωσιά. Αυτή ήταν που κοιμόταν στο κρεβάτι: η πρώτη κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιαστεί να βαφτίσουν το μωρό τη δέκατη μέρα, γιατί ήταν πολύ άρρωστο. Είχε κακό βήχα, κοκκίτη, και σχεδόν σπασμούς. Μόλις βαφτίστηκε, το πρώτο βράδυ, φάνηκε να γίνεται λίγο καλύτερα. Ο βήχας σταμάτησε για λίγο. Για πολλές νύχτες η Φραγκογιαννού δεν είχε κλείσει μάτι. Ξαγρυπνούσε δίπλα στο μικρό πλάσμα. Εκείνο δεν φανταζόταν πόσο κόπο έδινε στους άλλους. Ούτε ήξερε πόσα βάσανα θα περνούσε κι αυτό, αν ζούσε. Δεν μπορούσε καν να νιώσει την απορία που είχε κρυφά μέσα της η γιαγιά: «Θεέ μου, γιατί να έρθει στον κόσμο κι αυτό;»

Η γριά το νανούριζε. Θα μπορούσε να πει πάνω από την κούνια του «τα πάθη της τραγούδια». Τις προηγούμενες νύχτες είχε πράγματι «παραλογίσει». Θυμόταν όλα της τα πάθη, όχι με τραγούδι, αλλά με απλά λόγια. Σε εικόνες, σε σκηνές και σε οράματα ξαναπέρασε από το μυαλό της όλη της η ζωή. Ήταν μια ζωή άχρηστη, μάταιη και βαριά.

Ο πατέρας της ήταν οικονόμος, εργατικός και φρόνιμος. Η μάνα της ήταν κακή, βλάσφημη και ζηλιάρα. Ήταν μια από τις στρίγλες της εποχής της. Ήξερε μάγια. Δύο τρεις φορές την είχαν κυνηγήσει οι κλέφτες, τα παλικάρια του Καρατάσου, του Γάτσου και άλλων οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Το έκαναν για να την εκδικηθούν. Γιατί τους είχε κάνει μάγια και γι' αυτό δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές τους. Για τρεις μήνες κάθονταν χωρίς δουλειά. Δεν μπόρεσαν να κάνουν κανένα πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους ούτε από χριστιανούς. Ούτε η Κυβέρνηση της Κορίνθου τούς είχε στείλει καμιά βοήθεια.

Την κυνήγησαν στον κατήφορο, από την κορυφή του Άι-Θανασού ως το οροπέδιο του Προφήτη Ηλία. Εκεί ήταν τεράστια πλατάνια και μια πλούσια βρύση. Από εκεί την κυνήγησαν στο Μεροβίλι, στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στα δάση και στους θάμνους. Εκείνη δοκίμασε να κρυφτεί σε έναν πυκνό θάμνο, αλλά εκείνοι δεν ξεγελάστηκαν. Την πρόδωσε το θρόισμα από τα φύλλα και τα κλαδιά. Την πρόδωσε κι ο ίδιος ο φόβος της, που έκανε τα κλαδιά να τρέμουν. Τότε άκουσε μια άγρια φωνή:

— Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!

Εκείνη πετάχτηκε μέσα από τους θάμνους. Έτρεξε σαν φοβισμένο τρυγόνι, και τα άσπρα φαρδιά μανίκια της φτερούγιζαν. Δεν υπήρχε πια ελπίδα να γλιτώσει. Την πρώτη φορά που την είχαν κυνηγήσει, είχε καταφέρει να κρυφτεί κάτω στο Πυργί. Εκεί το μέρος είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ στο Μεροβίλι δεν υπήρχαν δρομάκια και λαβύρινθοι. Υπήρχαν μόνο συστάδες από δέντρα και πυκνοί θάμνοι, που δεν τους πατούσε κανείς. Η νεαρή τότε Δελχαρώ, η μητέρα της Φραγκογιαννούς, πηδούσε σαν ελάφι από θάμνο σε θάμνο. Ήταν ξυπόλυτη, γιατί από ώρα είχε πετάξει πίσω της τα παπούτσια της. Το ένα το είχε πάρει για λάφυρο ένας από αυτούς που την κυνηγούσαν. Τα αγκάθια χώνονταν στις φτέρνες της. Της έσκιζαν και της μάτωναν τους αστραγάλους και τις πατούσες. Τότε, μέσα στην απελπισία της, της ήρθε μια ιδέα.

Πέρα από το δάσος, στην πλαγιά του βουνού, υπήρχε ένας μόνο καλλιεργημένος ελαιώνας. Τον έλεγαν «ο Πεύκος του Μοραΐτη». Ο γέρο-Μοραΐτης, ο παππούς του ιδιοκτήτη, είχε έρθει σε αυτόν τον τόπο από τον Μιστρά. Είχε έρθει στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, την εποχή της Αικατερίνης και του Ορλόφ. Ο ξακουστός Πεύκος στεκόταν στη μέση από τις ελιές, σαν γίγαντας ανάμεσα σε νάνους. Το δέντρο ήταν χιλίων χρονών. Τον τεράστιο κορμό του δεν μπορούσαν να τον αγκαλιάσουν πέντε άντρες. Κάτω, κοντά στη ρίζα, ο κορμός ήταν σκαμμένος και κούφιος. Τον είχαν σκάψει οι βοσκοί και οι ψαράδες. Του είχαν βγάλει την καρδιά και τα σπλάχνα, για να παίρνουν από εκεί άφθονο δαδί. Κι όμως, με αυτή τη φοβερή πληγή μέσα του, ο πεύκος έζησε άλλα τρία τέταρτα του αιώνα, ως το 1871. Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς έγινε μεγάλος σεισμός. Τον ένιωσαν άνθρωποι που ζούσαν μίλια μακριά, κάτω στην ακρογιαλιά. Εκείνη τη νύχτα ο γίγαντας έπεσε.

Μέσα σε εκείνη την κουφάλα χωρούσαν άνετα δύο άνθρωποι. Εκεί έτρεξε να κρυφτεί η Δελχαρώ, που τότε ήταν νιόπαντρη, η μητέρα της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το κόλπο ήταν απελπισμένο και σχεδόν παιδιάστικο. Εκεί δεν κρυβόταν στ' αλήθεια, παρά μόνο με τη φαντασία της. Ήταν σαν τα παιδιά που παίζουν κρυφτό. Όσοι την κυνηγούσαν σίγουρα θα την έβλεπαν και θα έβρισκαν την κρυψώνα της. Από πίσω δεν φαινόταν, αλλά από μπροστά φαινόταν. Μόλις οι τρεις κλέφτες περνούσαν πέρα από τον πεύκο, θα την έβλεπαν σαν καρφωμένη εκεί.

Οι τρεις άντρες έτρεξαν, πέρασαν το δέντρο και συνέχισαν να τρέχουν. Οι δύο δεν γύρισαν καν να κοιτάξουν πίσω. Νόμιζαν ότι η «τσούπα» έτρεχε μπροστά τους. Μόνο την τελευταία στιγμή ο τρίτος γύρισε πίσω, κάπως ζαλισμένος. Κοίταξε παντού, εκτός από τον κορμό του πεύκου. Έβλεπε τον πεύκο μαζί με όλα τα άλλα πράγματα. Δεν φανταζόταν ότι ο κορμός του ήταν κούφιος και ότι μέσα κρυβόταν άνθρωπος. Ίσως ήξερε την κουφάλα, ίσως όχι. Πάντως εκείνη τη στιγμή δεν του πέρασε από το μυαλό. Κοίταζε μήπως βρει κάπου ένα άνοιγμα της γης, που σίγουρα θα την είχε καταπιεί. Γιατί δεν φαινόταν καμιά πτυχή της γης, όπου θα μπορούσε να κρυφτεί κανείς. Οι δρυάδες, οι νύμφες των δασών, την προστάτεψαν. Ίσως αυτή τις καλούσε στα μάγια της. Τύφλωσαν όσους την κυνηγούσαν. Έριξαν στα μάτια τους μια πράσινη ομίχλη, ένα χλωρό σκοτάδι. Κι έτσι δεν την είδαν.

Η νεαρή γυναίκα γλίτωσε από τα νύχια τους. Όλο τον καιρό μετά συνέχισε να κάνει μάγια εναντίον των κλεφτών. Τους έφερνε πολλά «κεσάτια», κι έτσι δεν έβρισκαν πουθενά πια πλιάτσικο. Αυτό κράτησε ώσπου έδωσε ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ χάρισε, όπως λένε, τα «Διαβολονήσια» στην Ελλάδα. Από τότε τα νησιά αυτά έπαψαν να ζουν χωρίς νόμους και φόρους. Στη θέση του πλιάτσικου ήρθαν οι φόροι. Και από τότε όλος ο λαός συνεχίζει να δουλεύει για τη μεγάλη κεντρική κοιλιά, «που δεν έχει αυτιά».

Η Χαδούλα η Φράγκισσα είχε γεννηθεί τότε, αλλά ήταν πολύ μικρή. Θυμόταν όλα αυτά από όσα της διηγιόταν αργότερα η μάνα της. Ύστερα μεγάλωσε κι έγινε δεκαεφτά χρονών. Τα πράγματα είχαν ησυχάσει κάπως. Ήταν τα χρόνια του Κυβερνήτη. Τότε οι γονείς της την πάντρεψαν. Της έδωσαν άντρα τον Γιάννη τον Φράγκο. Αργότερα η γυναίκα του τον ονόμασε «Σκούφο» και «Λογαριασμό».

Τα δύο αυτά παρατσούκλια δεν του τα είχε δώσει χωρίς λόγο η Χαδούλα. «Σκούφο» τον έλεγε πριν ακόμα τον παντρευτεί. Τότε τον πείραζε συχνά, με την πονηριά ενός νέου κοριτσιού. Δεν ήξερε ακόμα ότι αυτός θα ήταν η τύχη της κι ο άντρας της. Τον έλεγε έτσι, γιατί δεν φορούσε φέσι. Φορούσε έναν μακρύ σκούφο, γκριζοκόκκινο, με κοντή φούντα. «Λογαριασμό» τον ονόμασε αργότερα, αφού τον παντρεύτηκε. Ο λόγος ήταν ότι έλεγε συχνά τη φράση «αυτός είν' ο λογαριασμός». Και ακόμα, γιατί δεν μπορούσε να λογαριάσει σωστά ούτε λίγους παράδες ούτε δύο μεροκάματα. Αν δεν ήταν εκείνη, θα τον γελούσαν κάθε μέρα. Ποτέ δεν θα του έδιναν σωστά τα λεφτά για τον κόπο του. Δούλευε μαραγκός ή καλαφάτης στα καράβια, στο καρνάγιο ή στον ταρσανά.

Για πολύ καιρό ήταν μαθητής και κάλφας του πατέρα της, που έκανε την ίδια δουλειά. Ο γέρος τον είδε τόσο απλό, ολιγαρκή και ταπεινό. Τον εκτίμησε κι αποφάσισε να τον κάνει γαμπρό του. Για προίκα του έδωσε ένα έρημο, ετοιμόρροπο σπίτι στο παλιό Κάστρο. Εκεί κατοικούσαν κάποτε οι άνθρωποι, πριν από το '21. Του έδωσε κι ένα κτήμα, που το έλεγαν Μποστάνι. Ήταν ακριβώς έξω από το έρημο Κάστρο, σε μια ακτή με γκρεμούς. Απείχε τρεις ώρες από τη σημερινή μικρή πόλη. Του έδωσε επίσης «ένα πινάκι χωράφι», ένα άγριο χωράφι. Αυτό το διεκδικούσε ο γείτονας για δικό του. Οι άλλοι γείτονες έλεγαν ότι και τα δύο χωράφια, που μάλωναν γι' αυτά οι δύο, ήταν πιασμένα παράνομα. Έλεγαν ότι ήταν «καλογερικά» και ανήκαν σε ένα μοναστήρι που είχε διαλυθεί. Τέτοια προίκα έδωσε ο γέρο-Σταθαρός στην κόρη του. Κι όμως ήταν μοναχοκόρη. Για τον εαυτό του, τη γυναίκα του και τον γιο του κράτησε τα δύο καινούρια σπίτια στη νέα πόλη. Κράτησε και τα δύο αμπέλια κοντά στην πόλη, δύο ελαιώνες, λίγα χωράφια και όσα μετρητά είχε.

Ως εδώ είχαν φτάσει οι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς εκείνη τη νύχτα. Ήταν η ενδέκατη βραδιά από τη γέννα της κόρης της. Το κοριτσάκι είχε ξαναρρωστήσει και υπέφερε πολύ. Είχε έρθει άρρωστο στον κόσμο. Η αρρώστια το ακολουθούσε από την κοιλιά της μάνας του… Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας βήχας με σπασμούς. Τα ξύπνια όνειρα και οι αναμνήσεις σταμάτησαν. Η γριά κουνήθηκε στο φτωχό στρώμα, όπου ήταν ξαπλωμένη. Έσκυψε πάνω από το παιδί και προσπάθησε να το βοηθήσει. Έφερε κοντά στο φως του λυχναριού ένα μικρό μπουκαλάκι. Δοκίμασε να βάλει ένα κουταλάκι στα χείλη του μωρού. Το μωρό δοκίμασε το υγρό και σε μια στιγμή το ξέρασε.

Η λεχώνα κουνήθηκε στο χαμηλό, στενό κρεβάτι. Φαίνεται ότι δεν κοιμόταν καλά. Ήταν μόνο μισοναρκωμένη, με κλειστά τα βλέφαρα. Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε δυο τρία δάχτυλα πάνω από το μαξιλάρι και ρώτησε:

— Πώς πάει, μάνα;

— Πώς να πάει!… είπε αυστηρά η γριά. Ησύχασε τώρα κι εσύ!… Τι θα κάνει!… Δεν θα βήξει;

— Πώς το βλέπεις, μάνα;

— Πώς να το δω;… Μωρό παιδί είναι… Να, που ήρθε στον κόσμο κι αυτό! πρόσθεσε η γριά, με ύφος ξινό και παράξενο.

Σε λίγο η λεχώνα αποκοιμήθηκε πιο ήσυχα. Η γριά μόλις έκλεισε λίγο τα μάτια της τα χαράματα, μετά το τρίτο λάλημα του πετεινού. Ξύπνησε από τη φωνή της κόρης της, της Αμέρσας. Η Αμέρσα ήρθε πολύ πρωί από το μικρό γειτονικό σπιτάκι. Ανυπομονούσε να μάθει πώς ήταν η λεχώνα και το μωρό και πώς πέρασε τη νύχτα η μάνα της.

Η Αμέρσα ήταν η δεύτερη κόρη. Ήταν ανύπαντρη, ήδη γεροντοκόρη, αλλά πολύ προκομμένη, «μορφοδούλα», και ξακουστή υφάντρα. Ήταν μελαχρινή, ψηλή και αντρίκεια. Τα προικιά και τα κεντήματά της τα είχε φτιάξει μόνη της. Ήταν κλεισμένα από πολλά χρόνια σε μια μεγάλη, άχαρη κασέλα. Τα έτρωγε ο σκόρος και το σαράκι.

— Καλημέρα!… Πώς είστε;… Πώς περάσατε;

— Εσύ 'σαι, Αμέρσα; Να, πέρασε κι αυτή η νύχτα.

Η γριά μόλις είχε ξυπνήσει. Έτριβε τα μάτια της και τραύλιζε. Ακούστηκε θόρυβος στο μικρό δωμάτιο δίπλα. Ήταν ο Νταντής ο Τραχήλης, ο άντρας της λεχώνας. Κοιμόταν πίσω από τον λεπτό ξύλινο τοίχο, δίπλα σε ένα άλλο κοριτσάκι κι ένα μικρό αγόρι. Εκείνη τη στιγμή είχε ξυπνήσει. Μάζευε τα εργαλεία του, σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια. Ετοιμαζόταν να πάει στον ταρσανά, να αρχίσει το μεροκάματο.

— Ακούς τι σαματά κάνει! είπε η γριά. Δεν μπορεί να μαζέψει τα σίδερά του χωρίς να ακουστεί. Όποιος τον ακούει, νομίζει πως γίνεται κάτι μεγάλο!…

— «Γύφτικο σπίτι καίγεται», είπε η Αμέρσα και γέλασε ειρωνικά.

Ο Νταντής δεν φαινόταν, γιατί ήταν πίσω από τον ξύλινο τοίχο. Έριχνε τα εργαλεία ένα ένα μέσα στο ζεμπίλι του, σκεπάρνια, πριόνια, τρυπάνια και άλλα. Ο θόρυβος ξύπνησε και τη λεχώνα, τη γυναίκα του.

— Τι είναι, μάνα;

— Τι να είναι!… Ο Κωνσταντής ρίχνει τα σύνεργά του μες στο ζεμπίλι!… είπε η γριά με έναν αναστεναγμό.

— «Και βιο λογαριάζεις;…» συμπλήρωσε την παροιμία η Αμέρσα.

Τότε ακούστηκε η φωνή του Κωνσταντή πίσω από το μικρό χώρισμα.

— Ξυπνήσατε, πεθερά;… έλεγε. Πώς περάσατε;

— Πώς να περάσουμε!… «Σαν την κότα στο μύλο». Έλα να πιεις το ρακί σου.

Ο Νταντής φάνηκε στην πόρτα του χειμωνιάτικου δωματίου. Είχε φαρδύ στήθος και άχαρο κορμί. Ήταν «αΐσκιωτος», όπως έλεγε η πεθερά του, και σχεδόν σπανός. Η γριά έδειξε στην Αμέρσα το μπουκαλάκι με το ρακί, στο μικρό ράφι πάνω από το τζάκι. Της έγνεψε να βάλει στο ποτηράκι, για να πιει ο Κωνσταντής.

— Δεν έχει κανένα σύκο;… ρώτησε εκείνος, μόλις πήρε το ποτηράκι από το χέρι της κουνιάδας του.

— Πού να βρεθεί τέτοιο πράγμα!… είπε η γριά Χαδούλα. «Σαράντα σταχτοκούλουρα» μας χρειάζονται εδώ, πρόσθεσε.

Εννοούσε τα πολλά έξοδα. Αυτά γίνονται και στα πιο φτωχά σπίτια, όταν έρθει ένα τέτοιο «χαρούμενο γεγονός». Ένα τέτοιο γεγονός είναι και η γέννηση ενός κοριτσιού.

— Θέλεις εσύ γαμπρό με μάτια; είπε η κουνιάδα του, η Αμέρσα, που θυμήθηκε μια άλλη παροιμία.

— Του λόγου σου, μην τον θέλεις τον σαστικό σου να 'ναι στραβός; είπε ο Νταντής, χωρίς να θυμώσει… Εβίβα! Καλή σαράντιση!

Κι ήπιε μονορούφι το ποτηράκι.

— Καλό σας βράδυ!

Φορτώθηκε το ζεμπίλι και πήγε στον ταρσανά.

### Β'.

Η φωτιά έσβηνε σιγά σιγά στο τζάκι. Το λυχνάρι τρεμόφεγγε κάτω από τον μικρό θόλο. Η λεχώνα κοιμόταν ελαφριά στο κρεβάτι. Το μωρό έβηχε στην κούνια. Η γριά Φραγκογιαννού, όπως και τις προηγούμενες νύχτες, ξαγρυπνούσε στο στρώμα της.

Ήταν γύρω στο πρώτο λάλημα του πετεινού. Τέτοια ώρα οι αναμνήσεις έρχονται σαν φαντάσματα. Την είχαν παντρέψει και την είχαν «κουκουλώσει». Της είχαν δώσει προίκα το ετοιμόρροπο σπίτι στο παλιό, ακατοίκητο Κάστρο. Της είχαν δώσει και το χέρσο μποστάνι στη μακρινή, άγρια βόρεια άκρη του νησιού. Κι ακόμα, το άγριο χωράφι, που το διεκδικούσαν ο γείτονας και το Μοναστήρι. Η νιόπαντρη πήγε με τον άντρα της να μείνει στο σπίτι της κουνιάδας της, της χήρας. Εκεί άνοιξε νοικοκυριό με λίγα πράγματα. Το προικοσύμφωνό της όμως τα έγραφε όλα με λεπτομέρειες. Έγραφε ότι της είχαν δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα πουκάμισα, τόσες μαξιλαροθήκες. Έγραφε ακόμα δύο χάλκινα σκεύη, ένα τηγάνι, μια πυροστιά και άλλα. Έγραφε ακόμα και μαχαιροπίρουνα και κουτάλια.

Η κουνιάδα, αμέσως τη Δευτέρα μετά τον γάμο, τα έλεγξε όλα. Βρήκε ότι από τον κατάλογο έλειπαν δύο σεντόνια, δύο μαξιλάρια, ένα χάλκινο σκεύος και μια ολόκληρη φορεσιά. Την ίδια μέρα έστειλε μήνυμα στην πεθερά να φέρει όσα έλειπαν. Η συμφεροντολόγα γριά απάντησε: «Όσα έδωσα είναι καλά δοσμένα και είναι αρκετά». Τότε η κουνιάδα έβαλε λόγια στον αδερφό της. Εκείνος παραπονέθηκε στη νιόπαντρη. Κι εκείνη του απάντησε: «Αν καταλάβαινε το συμφέρον του, δεν θα δεχόταν να του γράψουν σπίτι στο Κάστρο. Εκεί κατοικούν μόνο τα Στοιχειά. Και τι τον ωφελούν τα σεντόνια και τα πουκάμισα, αφού δεν ήταν ικανός να πάρει σπίτι κι αμπέλι κι ελαιώνα;»

Τον καιρό του αρραβώνα η Χαδούλα είχε προσπαθήσει πράγματι να ψιθυρίσει κάτι τέτοιο στο αυτί του γαμπρού. Ήταν πολύ νέα. Όμως, από τη φύση της και από τα μαθήματα της μάνας της, είχε γίνει πολύ πονηρή για την ηλικία της. Μερικά μαθήματα η μάνα της τα έδινε με τη θέλησή της, κι άλλα χωρίς να το θέλει. Η μάνα της όμως το μυρίστηκε. Φοβήθηκε μήπως η μικρή «Στριγλίτσα», όπως έλεγε συνήθως την κόρη της, βάλει ιδέες στον γαμπρό. Τότε εκείνος θα γινόταν πονηρός και θα ζητούσε περισσότερα προικιά. Γι' αυτό η μάνα φύλαγε σαν τύραννος την κόρη και τον αρραβωνιαστικό. Δεν τους άφηνε να μιλήσουν οι δυο τους ούτε λίγο. Έλεγε ότι το κάνει για τη σεμνότητα:

— Δεν θέλω… να μου σκαρώσει κανένα πρωιμάδι… αυτή η Στριγλίτσα! είχε πει.

Βλέπετε, το ρήμα το έπαιρνε από τη δουλειά της οικογένειας. («Σκαρώνω καράβι» σημαίνει «φτιάχνω καράβι».) Στην πραγματικότητα όμως το έκανε για να μην αναγκαστεί να δώσει μεγαλύτερη προίκα.

Μια βραδιά, την παραμονή του αρραβώνα, ο γαμπρός και η αδερφή του είχαν έρθει στο σπίτι. Ήθελαν να συζητήσουν για την προίκα. Ο γέρος καραβομαραγκός υπαγόρευε το προικοσύμφωνο στον Αναγνώστη τον Συβία, τον ψάλτη της εκκλησίας. Ο Συβίας είχε βγάλει από τη ζώνη του το χάλκινο καλαμάρι του. Το καλαμάρι έμοιαζε πολύ με πιστόλι. Από τη μακριά θήκη του είχε βγάλει την πένα του, από φτερό χήνας. Είχε βάλει στα γόνατά του το βιβλίο του Αποστόλου και πάνω του ένα κομμάτι χοντρό χαρτί. Είχε γράψει, όπως του έλεγε ο γέρος: «Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος… παντρεύω την κόρη μου Χαδούλα με τον Ιωάννη Φράγκου, και της δίνω, πρώτα την ευχή μου…»

Η Χαδούλα στεκόταν απέναντι από το τζάκι, δίπλα στην τέμπλα. Η τέμπλα ήταν η στοίβα από τα στρώματα, τα παπλώματα και τα μαξιλάρια. Ήταν σκεπασμένη με ένα μεταξωτό σεντόνι, και πάνω της είχε δύο τεράστια μαξιλάρια. Η Χαδούλα στεκόταν ακίνητη και καμάρωνε, ακίνητη σαν την τέμπλα, όπως φαινόταν. Όμως έγνεφε κρυφά και ανυπόμονα, αν και πολύ προσεκτικά. Έγνεφε στον αρραβωνιαστικό της και στην κουνιάδα της. Τους έλεγε με νεύματα να μη δεχτούν για προίκα «σπίτι στο Κάστρο» και «χωράφι στο Στοιβωτό». Ήθελε να ζητήσουν σπίτι στη νέα πόλη, κι αμπέλι κι ελαιώνα γύρω από τη νέα πόλη.

Μάταια. Ούτε ο γαμπρός ούτε η κουνιάδα είδαν τα απελπισμένα νεύματα. Τα είδε μόνο η γριά, η μητέρα της. Εκείνη έπρεπε να γυρίσει την πλάτη στην κόρη της, για να είναι ευγενική με τη συμπεθέρα και τον γαμπρό. Είχε καθίσει όμως έτσι, ώστε μόνο ο ένας της ώμος να είναι γυρισμένος προς την κόρη. Ξαφνικά, σαν να της είπε ένα αόρατο πνεύμα ότι κάτι γινόταν, γύρισε απότομα προς την κόρη της. Και είδε τα απαγορευμένα «καμώματά» της.

Αμέσως της έριξε ένα βλέμμα γεμάτο φοβερή απειλή.

— Ε! μωρή στριγλίτσα! ψιθύρισε μέσα της. Έγνοια σου!… Κι εγώ σε σιάζω.

Αμέσως μετά όμως σκέφτηκε ότι δεν τη συνέφερε να μιλήσει γι' αυτό στην κόρη της. Φοβήθηκε μήπως της δώσει αφορμή να παραπονεθεί στον πατέρα της. Τότε τα πράγματα θα γίνονταν σίγουρα χειρότερα. Ο γέρος ίσως λύγιζε από τα παρακάλια και τα κλάματα της μοναχοκόρης του. Και θα έδινε περισσότερη προίκα. Γι' αυτό σώπασε.

Η Χαδούλα απόρησε. Η μάνα της την είχε δει καθαρά να κάνει εκείνα τα επικίνδυνα νεύματα. Κι όμως, όταν βρέθηκαν μόνες, για πρώτη φορά στη ζωή της δεν της έδωσε ούτε νυχιές, ούτε τσιμπιές, ούτε δαγκωματιές. Αυτά τα έκανε συχνά άλλες φορές.

Σημειωτέον ότι η προίκα ενός σπιτιού στο παλιό, ακατοίκητο χωριό φαινόταν κάπως λογική. Πολλά σπίτια στέκονταν ακόμα στο Κάστρο. Μερικές οικογένειες συνήθιζαν να περνούν εκεί το καλοκαίρι. Στη φαντασία των ανθρώπων το «Παλαιό χωριό» είχε ακόμα μεγάλη θέση. Οι πιο γέροι το νοσταλγούσαν. Δεν είχαν συνηθίσει ακόμα τη νέα τάξη των πραγμάτων. Δεν είχαν συνηθίσει ούτε την ειρηνική ζωή, χωρίς επιδρομές από κλέφτες, πειρατές και τον τουρκικό στόλο. Δεν πίστευαν ότι θα έμεναν για πάντα στη νέα πόλη. Περίμεναν ότι οι άνθρωποι θα βιάζονταν πάλι να γυρίσουν στα παλιά, στα «μαθημένα» τους. Όλοι θυμόνταν το Κάστρο, λυπόνταν γι' αυτό, το ονειρεύονταν και το είχαν στο στόμα τους. Κι όμως δεν σταματούσαν να χτίζουν σπίτια στον νέο οικισμό. Έτσι αποδείχτηκε για χιλιοστή φορά κάτι γνωστό. Οι άνθρωποι συνήθως άλλα σκέφτονται κι άλλα κάνουν. Και μιμούνται ο ένας τον άλλον χωρίς να σκέφτονται.

Έτσι λοιπόν, δύο εβδομάδες μετά τον αρραβώνα, έγινε ο γάμος. Έτσι το ήθελε η πεθερά. Όπως έλεγε, δεν της άρεσε να πηγαινοέρχεται στο σπίτι ένας γαμπρός χωρίς στεφάνι. Κι αυτός είχε ήδη θάρρος από πριν, ως συνάδελφος και βοηθός του άντρα της. Η κουνιάδα ήταν χήρα και μεγάλη στην ηλικία. Είχε ένα έφηβο αγόρι, που δούλευε κι αυτό στο ναυπηγείο, κι ακόμα ένα μικρό παιδί κι ένα κοριτσάκι. Αυτή δέχτηκε στο σπίτι της το νέο ζευγάρι. Ύστερα από έναν χρόνο γεννήθηκε το πρώτο παιδί, ο Στάθης. Δεύτερη ήρθε η Δελχαρώ, ύστερα ο Γιαλής, ύστερα ο Μιχάλης, ύστερα η Αμέρσα. Μετά από αυτήν ήρθε ο Μητράκης, και τελευταία η Κρινιώ. Τα πρώτα χρόνια φαινόταν να υπάρχει ειρήνη στο σπίτι. Ύστερα άρχισαν να μεγαλώνουν τα δύο πρώτα παιδιά της νύφης. Είχαν μεγαλώσει αρκετά και τα δύο μικρότερα παιδιά της κουνιάδας. Τότε άρχισε πόλεμος μέσα στο σπίτι.

Η Φραγκογιαννού είχε γίνει τότε πολύ πιο σοφή, με την ηλικία και την πείρα. Είχε καταφέρει, όπως έλεγε ταπεινά, να αποκτήσει κι αυτή ένα δικό της σπιτάκι. Το απέκτησε χάρη στην εξυπνάδα της και στην οικονομία της. Τον πρώτο χρόνο μπόρεσε να χτίσει μόνο τέσσερις μικρούς, χαμηλούς τοίχους από λάσπη και να βάλει σκεπή. Τον δεύτερο χρόνο κατάφερε να στρώσει πάτωμα στα τρία τέταρτα του σπιτιού. Το πάτωμα ήταν μικρό, με διάφορα σανίδια, ανόμοια, παλιά και καινούρια. Δεν έχασε καιρό. Ανυπομονούσε να «ελευθερωθεί» από την τυραννία της κουνιάδας της. Εκείνη γερνούσε και γινόταν παράξενη. Μετακόμισε αμέσως με τον άντρα της και τα παιδιά της στη «γωνιά» της, στη «φωλιά» της, στην «άκρη» της. Εκείνη τη μέρα, όπως έλεγε η ίδια, ένιωσε τη μεγαλύτερη χαρά της «ζωής» της.

Όλα αυτά τα θυμόταν η Φραγκογιαννού, και ήταν σαν να τα ξαναζούσε. Ήταν οι μεγάλες, άγρυπνες νύχτες του Ιανουαρίου. Έξω ο βοριάς σφύριζε κάθε τόσο. Χτυπούσε τα κεραμίδια κι έκανε τα παράθυρα να τρίζουν. Εκείνη ξαγρυπνούσε δίπλα στην κούνια της μικρής εγγονής της. Ήταν ήδη τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, κι ο πετεινός λάλησε πάλι. Το κοριτσάκι είχε ησυχάσει λίγο πριν. Τώρα άρχισε πάλι να βήχει με πόνο. Είχε έρθει αδύναμο στον κόσμο. Επιπλέον φαίνεται ότι είχε κρυώσει την τρίτη μέρα, στα «κολυμπίδια». Τότε το είχαν λούσει μέσα στη σκάφη, και του είχε κολλήσει κακός βήχας. Η Φραγκογιαννού παραμόνευε με λαχτάρα εδώ και μέρες. Περίμενε να δει σημάδια από σπασμούς στο μικρό, άρρωστο πλάσμα. Γιατί τότε θα ήξερε ότι δεν θα ζούσε. Ευτυχώς όμως δεν έβλεπε κάτι τέτοιο. «Είναι για να βασανίζεται και να μας βασανίζει», είχε ψιθυρίσει μέσα της, χωρίς να την ακούσει κανείς.

Εκείνη τη στιγμή η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά, άγρυπνα μάτια της και κούνησε την κούνια. Ήθελε συγχρόνως να δώσει στο άρρωστο μωρό το συνηθισμένο υγρό.

— Ποιος βήχει; ακούστηκε μια φωνή πίσω από τον τοίχο.

Η γριά δεν απάντησε. Ήταν Σάββατο βράδυ. Ο γαμπρός της είχε πιει ένα ρακί παραπάνω πριν φάει. Μετά το φαγητό είχε πιει κι ένα μεγάλο ποτήρι κρασί λάκκυρο. Ήθελε να ξεκουραστεί από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδας. Επειδή λοιπόν είχε πιει αρκετά, ο Νταντής μιλούσε στον ύπνο του, ή μάλλον παραμιλούσε.

Το μωρό δεν δέχτηκε τη σταγόνα από το υγρό στο στόμα του. Την έσπρωξε έξω με τη γλωσσίτσα του, μέσα στη φόρα του βήχα. Ο βήχας είχε γίνει πολύ πιο δυνατός και πονεμένος.

— Σκασμός!… είπε πάλι ο Κωνσταντής, ο πατέρας του μωρού, μέσα στον ύπνο του.

— Και πλαντασμός!… πρόσθεσε με ειρωνεία η Φραγκογιαννού.

Η λεχώνα ξαφνιάστηκε μέσα στον ύπνο της. Ίσως άκουσε τον βήχα του μωρού. Ίσως άκουσε και τον παράξενο, σύντομο διάλογο μέσα από τον ξύλινο τοίχο. Ήταν ο διάλογος ανάμεσα σε αυτόν που κοιμόταν και σε αυτήν που ξαγρυπνούσε.

— Τι είναι, μάνα; είπε η Δελχαρώ και ανασηκώθηκε. Δεν είναι καλά το παιδί;

Η γριά χαμογέλασε ξινά στο τρεμάμενο φως του μικρού λυχναριού.

— Σαν σ' ακούω, θυγατέρα!…

Αυτό το «σαν σ' ακούω, θυγατέρα» ειπώθηκε με πολύ παράξενο τόνο. Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που η νεαρή μητέρα άκουγε κάτι τέτοιο από τη μάνα της. Θυμόταν ότι είχε γίνει κι άλλοτε. Η γριά καθόταν με γυναίκες και γριούλες της γειτονιάς. Μιλούσαν για τα πάρα πολλά νεαρά κορίτσια και για τη φτώχεια. Μιλούσαν για την ξενιτιά και για όσα πολλά ζητούσαν οι γαμπροί. Μιλούσαν για τα βάσανα μιας χριστιανής, που έπρεπε να αποκαταστήσει «τ' αδύνατα μέρη», δηλαδή τα θηλυκά. Τότε η γριά κουνούσε το κεφάλι με νόημα κι έλεγε παρόμοια πράγματα. Κι όταν άκουγε για αρρώστιες μικρών κοριτσιών, την είχαν ακούσει να λέει, κουνώντας το κεφάλι:

— Σαν σ' ακούω, γειτόνισσα!… «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;»

Συνήθιζε πολύ συχνά να μιλάει με παροιμίες, που έλεγαν πολλά. Άλλες φορές πάλι την άκουσαν να λέει, σαν να ήταν δόγμα, ότι δεν συμφέρει τον άνθρωπο να κάνει πολλά κορίτσια. Και ότι το καλύτερο είναι να μην παντρεύεται κανείς. Η συνηθισμένη ευχή της για τα μικρά κορίτσια ήταν: «Να μη σώσουν!… Να μην πάνε παραπάνω!»

Κι άλλη φορά προχώρησε τόσο, που είπε:

— Τι να σας πω!… Έτσι τού 'ρχεται του ανθρώπου, την ώρα που γεννιούνται, να τα καρυδοπνίγει!…

Ναι, το είπε. Αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να το κάνει… Ούτε κι η ίδια το πίστευε.

### Γ'.

Έτσι είχαν περάσει πολλές νύχτες από τη γέννα της Δελχαρώς, της Τραχήλαινας. Το μωρό βαφτίστηκε και πήρε το όνομα Χαδούλα, από το όνομα της γιαγιάς του. Αυτό έκανε τη γιαγιά να μορφάζει, να κουνάει το κεφάλι και να ψιθυρίζει: «Μην τύχει και χαθεί τ' όνομα!» Η γριά ξαγρυπνούσε πάλι, αν και το μωρό φαινόταν κάπως καλύτερα. Άλλωστε η αγρύπνια ήταν στη φύση της Φραγκογιαννούς. Σκεφτόταν χίλια πράγματα, κι ο ύπνος της ερχόταν δύσκολα. Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις της, θαμπές εικόνες από το παρελθόν, έρχονταν η μία μετά την άλλη σαν κύματα. Έρχονταν μέσα στο μυαλό της, μπροστά στα μάτια της ψυχής της.

Η Χαδούλα λοιπόν είχε κάνει τόσα παιδιά κι είχε χτίσει ένα μικρό σπιτάκι για να μένει. Όσο μεγάλωνε η οικογένεια, τόσο μεγάλωναν και τα «φαρμάκια». Ναι, η Γιαννού είχε αποκτήσει το σπιτάκι από τις δικές της οικονομίες, όχι από ό,τι περίσσευε στον άντρα της. Ο μάστρο-Γιάννης ο Σκούφος, ο «Λογαριασμός», πραγματικά δεν ήξερε να λογαριάζει καλά. Δεν ήξερε πόσα μεροκάματα είχε δουλέψει. Ούτε ήξερε πόσα κάνουν τέσσερα, πέντε ή έξι μεροκάματα της εβδομάδας, προς μία και 75 ή μία και 80. Τόσα έπαιρνε ως μαραγκός τρίτης κατηγορίας. Καμιά φορά πληρωνόταν ως καλαφάτης, προς 2,35 ή 2,40. Πάλι όμως δεν ήξερε να τα λογαριάσει.

Μόνο του άρεσε να τα πίνει σχεδόν όλα την Κυριακή. Ευτυχώς όμως η γυναίκα του είχε πάρει τα μέτρα της. Έπαιρνε εκείνη τα λεφτά στα χέρια της το Σάββατο το βράδυ. Ή τα εισέπραττε κατευθείαν από τον πρωτομάστορα, με καβγά και δυσκολία. Ο πρωτομάστορας δεν ήθελε να της τα δώσει. Προτιμούσε να τα δίνει στον ίδιο τον μάστρο-Γιάννη. Από αυτόν κρατούσε, όπως κι από όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά για τον εαυτό του. Έλεγε: «Έχω κορίτσια, βρε αδερφέ, έχω κορίτσια!» Αλλά τη Φραγκογιαννού πού να την ξεγελάσει! Εκείνη του έδινε τη μόνη λογική και σωστή απάντηση: «Εσύ μονάχα έχεις κορίτσια, μάστορα; Ο άλλος κόσμος δεν έχει;»

Αν δεν κατάφερνε να τα πάρει η ίδια από τον πρωτομάστορα, τότε τα άρπαζε από τα χέρια του άντρα της, «σαν χωρατά, σαν αλήθεια». Πρώτα φρόντιζε να του φτιάξει την καρδιά και να τον φέρει στην κατάλληλη διάθεση. Ή, τέλος, τον άφηνε να κοιμηθεί μισομεθυσμένος. Και τα έκλεβε από τα ρούχα του τη νύχτα του Σαββάτου. Μόνο την Κυριακή το πρωί του έδινε για «χαρτζιλίκι» 40 ή 50 λεπτά.

Είχε λοιπόν χτίσει το σπιτάκι από τις οικονομίες της. Ποια ήταν όμως η πρώτη βάση εκείνου του μικρού κεφαλαίου; Αυτή την ώρα, τη νύχτα της αγρύπνιας, το ομολογούσε για πρώτη φορά στον εαυτό της. Ποτέ δεν το είχε πει ούτε στον πνευματικό της. Σε εκείνον έλεγε πολύ μικρά πράγματα. Έλεγε μόνο τις συνηθισμένες αμαρτίες, που τις ήξερε εκείνος πριν τις πει αυτή: κουτσομπολιό, θυμούς, γυναικείες κατάρες και τέτοια. Ποτέ δεν το είχε ομολογήσει ούτε στη μητέρα της, όσο ζούσε εκείνη. Κι όμως η μάνα της ήταν η μόνη που το υποψιαζόταν και το ήξερε, χωρίς να της το πει. Ναι, είναι αλήθεια ότι σκόπευε να της το πει τις τελευταίες της στιγμές. Δυστυχώς όμως η γριά, πριν πεθάνει, έμεινε βουβή και κουφή. Έμεινε αναίσθητη «σαν πράμα», όπως έλεγε η κόρη της. Κι έτσι δεν βρέθηκε ευκαιρία να της ομολογήσει το φταίξιμό της.

Ακόμα λιγότερο το είχε πει ποτέ στον πατέρα της ή στον άντρα της. Να ποιο ήταν αυτό το μυστικό.

Πριν από τον γάμο της η Χαδούλα είχε αρχίσει να κλέβει λίγα λίγα από τα λεφτά του πατέρα της. Έπαιρνε λίγους παράδες, μισό γρόσι. Ήταν τόσο λίγα, που εκείνος σχεδόν δεν το κατάλαβε ούτε το υποψιάστηκε. Μόνο δύο φορές είχε νιώσει ο ίδιος ότι δεν έβγαινε σωστός ο λογαριασμός του μικρού θησαυρού του. Αυτόν τον θησαυρό τον έβαζε σε μια κρυψώνα. Την κρυψώνα την είχε βρει από καιρό η γριά, κι αργότερα τη βρήκε κι η κόρη. Τότε η Χαδούλα σταμάτησε για λίγο καιρό τις κλοπές, για να μην υποψιαστεί περισσότερο ο πατέρας της. Αργότερα άρχισε πάλι να κλέβει, και περισσότερα. Αλλά οι κλοπές της «δεν έπιαναν χαρτωσιά» μπροστά στις κλοπές της μάνας της.

Η μάνα της είχε κλέψει πολλά, αλλά με τέχνη και μέθοδο. Τα περισσότερα τα έκλεβε από τις άλλες δουλειές του σπιτιού, που τις κανόνιζε σχεδόν όλες εκείνη. Έκλεβε από την πούληση του λαδιού και του κρασιού, που έβγαιναν από τα κτήματα της οικογένειας. Λίγα έκλεβε κι από τα μεροκάματα του γέρου, σχεδόν όσα κι η κόρη τους. Ύστερα από χρόνια άνοιξαν οι δουλειές, κι ο γέρο-Στάθης έγινε ένας μικρός πρωτομάστορας. Έφτιαχνε βάρκες και καΐκια μόνος του, στην αυλή του σπιτιού, με τη βοήθεια του γιου του και του βοηθού του. Τότε η γριά μπόρεσε να κλέψει αρκετά κι από τα κέρδη των καραβιών.

Τελικά, λίγους μήνες πριν από τον γάμο της, η Χαδούλα είχε καταφέρει να βρει την κρυψώνα με το κομπόδεμα της μητέρας της. Ήταν σε μια τρύπα στο κατώι, ανάμεσα στα μισογεμάτα πιθάρια και στα άδεια βαρέλια. Εκεί υπήρχε μια φαρδιά και μακριά λουρίδα από μαύρο μαντίλι. Μέσα σε αυτήν η γριά είχε δεμένα «σαν σκυλιά» εκατόν εβδομήντα τόσα ασημένια τάλιρα. Άλλα ήταν κολονάτα, άλλα ρηγίνες κι άλλα τούρκικα. Όλα ήταν κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και από τα προϊόντα των κτημάτων. Η κόρη μέτρησε τα δεμένα τάλιρα με χαρούμενη έκπληξη και με μια συγκίνηση που την έκανε να τρέμει. Ύστερα τα έβαλε πάλι στην τρύπα τους. Δεν τόλμησε να τα πειράξει.

Όμως την παραμονή του γάμου, το βράδυ, την ώρα που νύχτωνε, έγινε κάτι άλλο. Είχε δει το πείσμα των γονιών της, που δεν ήθελαν να της δώσουν αρκετή προίκα. Είχε δει και πόσο άκαρδη ήταν η μητέρα της. Περίμενε την ώρα που η γριά βγήκε για λίγο από το σπίτι για μια δουλειά. Τότε κατέβηκε κρυφά στο κατώι, με την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Έψαξε, βρήκε το δεμένο κομπόδεμα και το έλυσε. Αυτή τη φορά της φάνηκαν λίγα. Δεν είχε καιρό να τα μετρήσει. Ίσως η γριά είχε πάρει μερικά τάλιρα και τα είχε χρησιμοποιήσει για άγνωστους σκοπούς. Της ήρθε η ιδέα να πάρει όλο το κομπόδεμα, μαζί με τη λουρίδα από το παλιό μαντίλι της μητέρας της. Φοβήθηκε όμως. Στην αρχή πήρε μόνο οχτώ ή εννιά τάλιρα. Νόμιζε ότι, αν έλειπαν τόσα, δεν θα φαινόταν μεγάλη διαφορά. Και ότι η μάνα της δεν θα το καταλάβαινε αμέσως. Ύστερα πήγε να το δέσει. Μετά όμως το άνοιξε πάλι και πήρε άλλα πέντε ή έξι. Όλα μαζί ήταν δεκαπέντε. Ύστερα, ενώ το έδενε, πήγε πάλι να το λύσει, για να πάρει άλλα δύο ή τρία. Τότε ξαφνικά άκουσε έξω το βήμα της μητέρας της. Έδεσε βιαστικά το κομπόδεμα και το έβαλε στη θέση του.

Λίγες μέρες μετά τον γάμο η γριά ανακάλυψε την κλοπή. Δεν θέλησε όμως να πει τίποτα στην κόρη της.

Έμεινε ευχαριστημένη, γιατί εκείνη δεν τα πήρε όλα. «Στραβομάρα είχε!» είπε μέσα από τα δόντια της.

Τα λεφτά που είχε κλέψει η Χαδούλα κατά καιρούς από τους γονείς της ήταν περίπου τετρακόσια γρόσια. Το γρόσι ήταν το νόμισμα εκείνης της εποχής. Αυτά τα έκρυβε προσεκτικά για τόσα χρόνια. Για να χτίσει όμως το σπίτι, τα αύξησε με την ικανότητά της. Ήταν σίγουρα εργατική και επιδέξια. Όσο της το επέτρεπαν οι φροντίδες για τόσα παιδιά, το ένα μετά το άλλο, δούλευε και για τους άλλους. Στους μικρούς τόπους όμως «δεν υπάρχουν ειδικοί, αλλά άνθρωποι που κάνουν πολλές δουλειές». Ο μπακάλης μιας μικρής πόλης είναι συγχρόνως και έμπορος για ψιλικά, και φαρμακοποιός, και τοκογλύφος. Έτσι και μια καλή υφάντρα, όπως η Φραγκογιαννού, μπορούσε να είναι συγχρόνως μαμή ή ψευτογιάτρισσα. Μπορούσε να κάνει κι άλλες δουλειές, φτάνει να ήταν επιτήδεια. Και η Φραγκογιαννού ήταν η πιο επιτήδεια από όλες τις γυναίκες.

Έδινε βότανα κι έφτιαχνε αλοιφές με κερί. Έκανε τρίψιμο με τα χέρια και γιάτρευε το μάτιασμα. Ετοίμαζε φάρμακα για άρρωστες γυναίκες, για χλωμά και αναιμικά κορίτσια. Ετοίμαζε φάρμακα για τις έγκυες και τις λεχώνες, και για όσες πονούσαν στη μήτρα. Έβαζε το καλάθι στον αγκώνα του αριστερού της χεριού και ξεκινούσε. Την ακολουθούσαν τα δύο τελευταία παιδιά της, ο Δημητράκης, οχτώ χρονών, και η Κρινιώ, έξι χρονών. Έβγαινε στα χωράφια κι ανέβαινε στα βουνά. Γύριζε σε φαράγγια, σε κοιλάδες και σε ρέματα. Έψαχνε να βρει τα βότανα που ήξερε: την αγριοκρεμμύδα, τη δρακοντιά, το τρίμερο κι άλλα ακόμα. Τα έκοβε ή τα ξερίζωνε, γέμιζε το καλάθι της και γύριζε το βράδυ στο σπίτι.

Με αυτά τα βότανα έφτιαχνε διάφορα μαντζούνια. Τα έλεγε σίγουρα γιατρικά για τους χρόνιους πόνους, στο στήθος, στην κοιλιά, στα έντερα και αλλού. Με όλα αυτά τα μέσα κέρδιζε λίγα, αλλά ήταν οικονόμα. Έτσι κατάφερε με τον καιρό να χτίσει τη μικρή φωλιά της. Αλλά τα πουλάκια είχαν αρχίσει ήδη να πετούν, να φεύγουν στα ξένα!

Εκείνη την εποχή ο πρώτος της γιος, ο Σταθαρός, ήταν ήδη είκοσι χρονών. Είχε ξενιτευτεί στην Αμερική. Έστειλε ένα ή δύο γράμματα κι ύστερα σώπασε. Από τότε δεν είχε δώσει σημάδι ζωής. Τρία χρόνια μετά μεγάλωσε κι ο δεύτερος γιος της, ο Γιαλής, και μπάρκαρε κι αυτός σε καράβι.

Και οι δύο, όταν ήταν μικροί, είχαν δοκιμάσει τη δουλειά του πατέρα τους. Αλλά κανένας από τους δύο δεν πρόκοψε πολύ σε αυτήν, ούτε τους ικανοποίησε. Ο Γιαλής, σαν καλός γιος και αδερφός, έγραψε στη μητέρα του από τη Μασσαλία. Είχε πάει εκεί με ένα καράβι από τον τόπο του. Έγραφε ότι αποφάσισε να πάει κι αυτός στην Αμερική. Ήθελε να δει τι γίνεται ο μεγάλος του αδερφός και ίσως να τον βρει κάπου. Πέρασαν όμως καιροί και χρόνια από τότε. Και δεν ακούστηκε πια τίποτα ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον.

Τότε η μητέρα τους θυμήθηκε ένα από τα πιο αστεία παραμύθια του λαού. Σε αυτό γίνεται λόγος για ένα στρώμα από μέλι. Η Γριά έστειλε πρώτα τον έναν γιο της να μαζέψει το μέλι και να το φέρει, κι εκείνος κόλλησε. Έστειλε τον δεύτερο γιο να ξεκολλήσει τον πρώτο, και κόλλησε κι αυτός. Έστειλε τον τρίτο να φέρει πίσω τους δύο, και κόλλησε κι εκείνος. Ύστερα πήγε ο Γέρος να δει τι γίνονται οι γιοι του, και κόλλησε κι αυτός. Στο τέλος αποφάσισε να πάει η ίδια η Γριά. Ήθελε να δει τι έγιναν ο Γέρος και τα παιδιά και γιατί δεν γύρισαν από τη δουλειά που τους έστειλε. Επειδή όμως ήταν γριά και πολύ πονηρή, κοίταξε από μακριά. Έτσι γλίτωσε και δεν κόλλησε. Τότε γύρισε στους τέσσερις κολλημένους και τους είπε: «Α! αυτό σας μέλει; εμένα δεν με μέλει!»

Στο μεταξύ ο Σταθαρός κι ο Γιαλής είχαν ξενιτευτεί στην Αμερική. Ήταν σαν να είχαν φάει τον λωτό ή να είχαν πιει από τη Λήθη, και ξέχασαν το σπίτι τους. Η Δελχαρώ, η μεγαλύτερη μετά τα δύο ξενιτεμένα αδέρφια της, μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Κι η Αμέρσα, σχεδόν τέσσερα χρόνια μικρότερη, μεγάλωνε κι αυτή, σαν να συναγωνιζόταν τη Δελχαρώ. «Έριχνε μπόι» και γινόταν αντρίκεια, μελαχρινή και ζωηρή. Οι γειτόνισσες την έλεγαν «το σερνικοθήλυκο». Κι εκείνη η μικρή, το Κρινάκι, δεν είχε, δυστυχώς, το χρώμα του κρίνου. Ήταν από τη φύση της αδύνατη, αλλά έδειχνε ήδη ότι άρχιζε να μεγαλώνει.

«Πώς μεγαλώνουν, Θεέ μου!» σκεφτόταν η Φραγκογιαννού. «Ποιος κήπος, ποιο λιβάδι, ποια άνοιξη βγάζει αυτό το φυτό! Και πώς βλασταίνει, ανθίζει, βγάζει φύλλα και φουντώνει! Κι όλα αυτά τα βλαστάρια, όλα τα καινούρια φυτά, θα γίνουν μια μέρα πρασιές, θάμνοι και κήποι; Κι έτσι θα συνεχίζεται;» Κάθε οικογένεια στη γειτονιά, στη συνοικία και στην πόλη είχε από δύο ως τρία κορίτσια. Μερικές είχαν τέσσερα, άλλες πέντε. Μια μητέρα είχε έξι κόρες και κανέναν γιο. Μια άλλη είχε εφτά κόρες κι έναν γιο, που φαινόταν γραφτό του να βγει άχρηστος.

Όλοι αυτοί λοιπόν οι γονείς, όλα τα ζευγάρια, όλες οι χήρες, είχαν μια μεγάλη ανάγκη κι ένα χρέος που δεν γλιτώνει κανείς. Έπρεπε να παντρέψουν όλες αυτές τις κόρες, και τις πέντε, και τις έξι, και τις εφτά! Και να δώσουν σε όλες προίκα. Ας πάρουμε κάθε φτωχή οικογένεια, κάθε χήρα μητέρα. Έχει δύο στρέμματα χωράφι κι ένα φτωχικό σπιτάκι. Ταλαιπωρείται και δουλεύει για τους άλλους. Μπορεί να είναι κολλήγισσα στα κτήματα πλουσιότερων οικογενειών, στις συκιές και στις μουριές. Μαζεύει φύλλα και βγάζει λίγο μετάξι. Ή τρέφει δύο τρεις κατσίκες ή αρνάδες. Τα χαλάει με όλους τους γείτονες. Πληρώνει πρόστιμα για μικρές ζημιές. Πληρώνει φόρους χωρίς λύπηση. Τρώει κριθαρένιο ψωμί, ποτισμένο με αλμυρό ιδρώτα. Κι όμως έπρεπε οπωσδήποτε «ν' αποκαταστήσει» όλα αυτά τα θηλυκά. Έπρεπε να δώσει πέντε, έξι ή εφτά προίκες! Ω Θεέ μου!

Και τι προίκες, σύμφωνα με τα έθιμα του νησιού! «Σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά, ελαιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στα Στροφλιά». Αλλά τα τελευταία χρόνια, γύρω στα μέσα του αιώνα, είχε κολλήσει κι άλλη ψώρα. Ήταν το «μέτρημα», που στην Κωνσταντινούπολη το έλεγαν «τράχωμα». Αν δεν κάνω λάθος, η Μεγάλη Εκκλησία είχε αφορίσει αυτή τη συνήθεια. Ο καθένας έπρεπε να δώσει και προίκα σε μετρητά. Δύο χιλιάδες, χίλια, πεντακόσια, δεν είχε σημασία. Αλλιώς ας κρατούσε τις κόρες του να τις καμαρώνει. Ας τις έβαζε στο ράφι. Ας τις έκλεινε στο ντουλάπι. Ας τις έστελνε στο Μουσείο.

### Δ'.

Ως εδώ είχαν φτάσει οι αναμνήσεις και οι σκέψεις της άγρυπνης γριάς. Ο πετεινός λάλησε για δεύτερη φορά. Θα ήταν περίπου δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ο μήνας ήταν Ιανουάριος. Η νύχτα κρατούσε σαν ένας χρόνος. Φυσούσε βοριάς. Η φωτιά στο τζάκι έσβηνε. Η Φραγκογιαννού ένιωσε ρίγος στην πλάτη, και τα πόδια της ήταν παγωμένα. Ήθελε να σηκωθεί να φέρει λίγα ξύλα από τον προθάλαμο. Θα τα έριχνε στο τζάκι, για να ανάψει πάλι η φωτιά. Αλλά αργούσε και ένιωθε ένα μικρό μούδιασμα. Ίσως ήταν το πρώτο σημάδι του ύπνου που ερχόταν.

Εκείνη τη στιγμή, τόσο αργά τη νύχτα, ενώ είχε κλειστά τα μάτια, κάποιος χτύπησε παράξενα την πόρτα απ' έξω. Η γριά ξαφνιάστηκε. Δεν ήθελε να φωνάξει «ποιος είναι», για να μην ξυπνήσει τη λεχώνα. Τίναξε από πάνω της το μούδιασμα, που το είχε κόψει απότομα ο χτύπος της πόρτας. Σηκώθηκε σιγά και βγήκε από το δωμάτιο. Πριν φτάσει στην εξώπορτα, άκουσε μια σιγανή φωνή, σαν ψίθυρο:

— Μάνα!

Γνώρισε τη φωνή της Αμέρσας, της δεύτερης κόρης της.

— Τι έπαθες, μωρή;… Τι σου ήρθε τέτοια ώρα;

Κι άνοιξε την πόρτα.

— Μάνα, ξαναείπε η Αμέρσα λαχανιασμένη. Τι κάνει το κορίτσι;… Μην πέθανε;

— Όχι… Κοιμάται. Τώρα ησύχασε, είπε η γριά. Πώς σου ήρθε;

— Είδα στον ύπνο μου πως πέθανε, είπε η ψηλή γεροντοκόρη. Η φωνή της έτρεμε ακόμα.

— Αμ σαν είχε πεθάνει, τάχα τι; είπε κυνικά η γριά… Κι εσηκώθηκες… κι ήρθες να δεις;

Το σπίτι της Γιαννούς ήταν λίγες δεκάδες βήματα πιο βόρεια. Εκεί έμενε συνήθως με τις δύο ανύπαντρες κόρες της. Τώρα όμως, για λίγο καιρό, περνούσε τις νύχτες δίπλα στη λεχώνα. Αυτό εδώ το σπίτι το είχε δώσει για προίκα στη Δελχαρώ. Ήταν το παλιό σπίτι, που το είχε χτίσει η Χαδούλα με τις οικονομίες της. Το είχε χτίσει και με τα πρώτα λεφτά που είχε πάρει από το κομπόδεμα των μακαρίτων γονιών της. Αργότερα, λίγα χρόνια μετά τον γάμο της Δελχαρώς, η μητέρα της είχε καταφέρει να αποκτήσει και δεύτερη φωλιά. Ήταν πιο μικρή και πιο φτωχική από την πρώτη, στην ίδια γειτονιά. Δύο ή τρία σπίτια χώριζαν το δεύτερο σπίτι από το πρώτο.

Από εκείνο λοιπόν το καινούριο σπίτι είχε έρθει τέτοια ώρα η Αμέρσα. Εκείνη δεν φοβόταν τα στοιχειά τη νύχτα. Ήταν τολμηρή και αποφασιστική κοπέλα.

— Κι εσηκώθηκες;… Κι ήρθες να δεις;

— Ξαφνιάστηκα μες στον ύπνο μου, μανούλα. Είδα πως πέθανε το κορίτσι, και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου.

— Μαύρο σημάδι;

— Ήθελες, τάχα, να σαβανώσεις το κορίτσι. Και την ώρα που το σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου… Κι έβαλες τάχα το χέρι σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίσει.

— Μπα! αλαφροΐσκιωτη! είπε η γριά Χαδούλα… Κι έκανες κουτουράδα κι ήρθες τέτοια ώρα…

— Δεν μπορούσα να ησυχάσω, μάνα.

— Και δεν σε κατάλαβε το Κρινιώ που έφυγες;

— Όχι· κοιμάται.

— Κι αν ξυπνήσει και δει ότι λείπεις από κοντά της, πώς θα της φανεί;… Δεν θα βάλει τις φωνές;… Θα τρελαθεί το κορίτσι!

Οι δύο αδερφές κοιμούνταν πράγματι μόνες στο μικρό σπίτι. Η Αμέρσα ήταν άφοβη κι έδινε σιγουριά, σαν να ήταν άντρας. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει από καιρό. Οι γιοι που ζούσαν ακόμα έλειπαν πάντα στα ξένα.

— Πάω πίσω, μάνα, είπε η Αμέρσα… Αλήθεια, δεν το σκέφτηκα ότι μπορεί να ξυπνήσει το Κρινιώ αυτή την ώρα και να τρομάξει, αφού θα λείπω.

— Μπορούσες να μείνεις κι εδώ, είπε η μητέρα. Μόνο μην ξυπνήσει ξαφνικά το Κρινιώ και πάρει φόβο.

Η Αμέρσα στάθηκε για μια στιγμή.

— Μάνα, είπε, θέλεις να κάτσω εγώ εδώ και να πας εσύ στο σπίτι;… Για να ξεκουραστείς, να ησυχάσεις.

Η γριά σκέφτηκε για μια στιγμή.

— Όχι, είπε. Τώρα πέρασε κι αυτή η νύχτα. Αύριο βράδυ πηγαίνω εγώ στο σπίτι, και κάθεσαι εσύ εδώ. Μόνο τώρα πήγαινε. Καλό ξημέρωμα!

Όλη αυτή η κουβέντα γινόταν σε έναν μικρό, στενό προθάλαμο, μπροστά στο δωματιάκι. Από εκεί ακούγονταν δυνατά, με πολλούς ήχους, τα ροχαλητά του Κωνσταντή. Η Αμέρσα είχε έρθει ξυπόλυτη, με πολύ ελαφρύ βήμα, χωρίς θόρυβο. Βγήκε έξω, κι η μητέρα της κλείδωσε την πόρτα από μέσα.

Η Αμέρσα έφυγε τρέχοντας. Αυτή να φοβηθεί τα στοιχειά; Αυτή δεν είχε φοβηθεί ούτε τον αδερφό της, τον Μήτρο! Όλοι τον έλεγαν Μώρο ή Μούρο ή Μούτρο. Ήταν εκείνος ο σκιάς, ο τρίτος γιος της μάνας της. Η μάνα του τον έλεγε συνήθως «το σκυλί τ' Αγαρηνό!» Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από την Αμέρσα. Την είχε μαχαιρώσει ήδη μία φορά. Εκείνη όμως τον είχε σώσει, γιατί δεν ήθελε να τον παραδώσει στην εξουσία. Και σίγουρα θα τη μαχαίρωνε και δεύτερη φορά, αν είχε μείνει ελεύθερος από τότε. Ευτυχώς, στο μεταξύ, είχε δείξει αλλού τη μανία του να σκοτώνει. Και τον είχαν κλείσει έγκαιρα στις βενετσιάνικες φυλακές του παλιού κάστρου, στη Χαλκίδα.

Να πώς έγινε το πράγμα. Ο Μώρος ή Μούρος ήταν από τη φύση του ορμητικός και ξεσπούσε εύκολα. Είχε όμως πολύ επιδέξιο μυαλό, «θηλυκό μυαλό», όπως έλεγε η μάνα του, «μυαλό που γεννούσε». Από παιδί μπορούσε να φτιάχνει μόνος του, χωρίς δάσκαλο, πολλά όμορφα μικρά πράγματα. Έφτιαχνε καραβάκια, μάσκες, αγαλματάκια, κούκλες κι άλλα ακόμα. Ήταν ο νταής της γειτονιάς, ο αρχηγός όλων των μάγκων. Είχε στις διαταγές του όλα τα αλάνια, όλα τα ξυπόλυτα του δρόμου. Νωρίς είχε συνηθίσει το μεθύσι και την ασωτία. Έκανε με τους μικρούς φίλους του θορυβώδη παιχνίδια, πορείες και φασαρίες. Άρχιζε καβγάδες στον δρόμο. Πετούσε πέτρες σε όσους γέρους και γριές συναντούσε, σε όσους φτωχούς και αδύναμους. Σχεδόν κανέναν άνθρωπο δεν άφηνε απείραχτο.

Είχε κλέψει με το μάτι την τέχνη ενός μαχαιρά που περνούσε από τον τόπο. Προσπαθούσε να φτιάχνει μαχαίρια, όχι πολύ καλά. Είχε έναν μεγάλο τροχό στην αυλή, κάτω από το μεγάλο χαγιάτι. Το κατώι του σπιτιού το είχε κάνει σχεδόν εργαστήριο. Τρόχιζε όλα τα μαχαίρια και τα ξυράφια των αλανιών. Κι όταν δεν είχε άλλα να τροχίσει, τρόχιζε το δικό του. Φιλοτιμούνταν να το κάνει δίκοπο, αν και δεν ήταν φτιαγμένο έτσι από την αρχή. Επίσης δοκίμαζε να φτιάχνει κουμπούρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια κι άλλα όπλα που σκοτώνουν. Κέρδιζε λεφτά από τις κούκλες, τα αγαλματάκια και τις μάσκες. Όσα δεν τα έπινε, τα έδινε για μπαρούτι. Είχε δοκιμάσει να φτιάξει και μόνος του μπαρούτι. Τις μέρες του Πάσχα, και δύο εβδομάδες ακόμα μετά, υπήρχε φόβος και τρόμος. Κανείς δεν τολμούσε να περάσει από τη γειτονιά, όπου βασίλευε με τον τρόμο ο Μούτρος. Οι πιστολιές έπεφταν χωρίς σταματημό.

Μια Κυριακή ο Μούρος, μεθυσμένος, είχε κάνει πάρα πολλές αταξίες στον δρόμο. Δύο χωροφύλακες άκουσαν τα παράπονα πολλών ανθρώπων. Τον κυνήγησαν για να τον πιάσουν και να τον βάλουν «μέσα», «στην Καζάρμα». Αλλά ο Μώρος ήταν πολύ σβέλτος και τους ξέφυγε. Γύρισε και τους κορόιδεψε από μακριά. Ύστερα το έβαλε πάλι στα πόδια και κρύφτηκε σε ένα μέρος όπου δεν μπορούσαν να φτάσουν. Κρύφτηκε στο εσωτερικό ενός σκεπαστού ταρσανά, που ανήκε σε έναν καραβομαραγκό, ξάδερφό του. Ύστερα, επειδή οι δύο άντρες σταμάτησαν να τον κυνηγούν, πήρε θάρρος και βγήκε στον δρόμο.

Εκείνη τη μέρα ο Μώρος δεν είχε ξεμεθύσει ακόμα. Έφτασε στο σημείο να κυνηγήσει στον δρόμο και την ίδια του τη μητέρα. Φοβέριζε ότι θα τη σφάξει. Παραπονιόταν ότι η γριά τού είχε κλέψει λεφτά από την τσέπη. Τη βρήκε στην αυλή του σπιτιού, όπου έτρεχε να κρυφτεί. Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε στο χώμα του δρόμου, πενήντα βήματα.

Εκείνη έβαλε τις φωνές, και βγήκαν έξω οι γείτονες. Ήταν ώρα του εσπερινού, λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. Στις φωνές των γειτόνων έφτασαν οι δύο χωροφύλακες. Αυτοί έψαχναν από πριν τον Μούρο. Είχαν σταματήσει το κυνηγητό μόνο φαινομενικά. Αντίθετα, ήταν πολύ θυμωμένοι με τον ταραξία. Μόλις τους είδε ο Μούρος, άφησε τη μητέρα του και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε να κρυφτεί στο σπίτι, από ανάγκη, γιατί βρέθηκε «στα στενά». Δεν έβλεπε άλλο καταφύγιο, πιο μακρινό αλλά πιο σίγουρο.

Η γριά σηκώθηκε, γεμάτη μελανιές και σκόνη. Είδε τους χωροφύλακες κι άρχισε να τους παρακαλάει.

— Αφήστε τον, παιδιά! Παλαβός είναι, δεν είναι τίποτα. Μην τον σκοτώνετε, παιδιά, με το καμουτσί!

Αυτό το είπε, γιατί είδε τον έναν χωροφύλακα αγριεμένο. Κρατούσε στο χέρι του ένα φοβερό μαστίγιο. Οι δύο άντρες δεν πρόσεξαν τα παρακάλια της. Συνέχισαν να τρέχουν πίσω από τον Μώρο. Μπήκαν με τη βία στο καταφύγιό του, στο κατώι του σπιτιού, όπου είχε το εργαστήριό του. Εκεί είχε τρέξει να κρυφτεί, και μόλις πρόλαβε να μανταλώσει την πόρτα. Αλλά το σανίδι ήταν σάπιο και δεν έκλεινε καλά. Κι ο Μώρος δεν αγαπούσε τις ειρηνικές τέχνες, για να φροντίσει να το φτιάξει. Εκείνοι έσπασαν τον μικρό σύρτη και μπήκαν. Ο Μούρος, γρήγορος σαν γάτος, σκαρφάλωσε στην κλαβανή, πάνω στο πάτωμα. Η κλαβανή ήταν κοντά στον βόρειο τοίχο. Ο βόρειος τοίχος ήταν χτισμένος εν μέρει πάνω στον βράχο. Ο βράχος έβγαινε έξω κι έδινε πάτημα στα γρήγορα πόδια του Μώρου. Κι άλλες γούβες στον τοίχο είχε σκάψει ο ίδιος κατά καιρούς, μόνο με τα πόδια του. Φαίνεται ότι έκανε πολύ συχνά αυτό το είδος της γυμναστικής.

Η σανίδα της καταπακτής ήταν κλειστή. Ο Μώρος την άνοιξε με ένα χτύπημα του κεφαλιού του και με μια σπρωξιά του αριστερού του χεριού. Ύστερα πήδηξε πάνω στο πάτωμα, σαν κολυμβητής που βγαίνει από το κύμα. Έκλεισε την κλαβανή με κρότο. Φάνηκε ότι έβαλε πάνω στη σανίδα ένα βάρος, ίσως μια μικρή κασέλα.

Οι δύο χωροφύλακες, θυμωμένοι και με πολλές βλαστήμιες, άρχισαν να ψάχνουν στο ισόγειο. Κατάσχεσαν όσα μαχαίρια και κουμπούρια βρήκαν εκεί. Πήραν και τον τροχό και δύο άλλες μικρές ακόνες. Ετοιμάζονταν να βγουν, ίσως για να φύγουν, ίσως για να ανέβουν πάνω στο σπίτι.

Ο Μούτρος ή Μούρτος, πάνω στο πάτωμα, ήταν γεμάτος οργή, ακόμα μεθυσμένος, κι έβγαζε αφρούς. Φυσούσε από μανία και λύσσα. Εκεί πάνω βρισκόταν μόνη η αδερφή του, η Αμέρσα. Ήταν τότε κοπέλα δεκαεφτά χρονών. Τρόμαξε μόλις τον είδε να σκαρφαλώνει από την κλαβανή με τόσο παράξενο τρόπο. Είχε ακούσει από κάτω τα βήματα και τις βλαστήμιες των δύο χωροφυλάκων. Έσκυψε σε μια μικρή χαραμάδα ανάμεσα σε δύο σανίδες του πατώματος, που δεν ταίριαζαν καλά. Ή ίσως έσκυψε σε έναν ρόζο σανίδας, που είχε πέσει κι άφηνε μια τρύπα. Κι είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της εξουσίας. Τους έβλεπε στο φως που έμπαινε από την πόρτα του κατωγιού, που την είχαν ανοίξει εκείνοι.

— Μωρή! Σε έφαγα… Τώρα θα πιω το αίμα σου! φώναζε ο Μούτρος.

Δεν είχε πού αλλού να ξεσπάσει, κι απειλούσε χωρίς λόγο την αδερφή του.

— Σώπα!… Σώπα! ψιθύρισε η Αμέρσα. Πω πω, Θεέ μου! Δύο «ταχτικοί»! Κάτω στο κατώι… ψάχνουν… ψάχνουν… Τι γυρεύουν;

Έβλεπε τους δύο χωροφύλακες να παίρνουν τα μικρά, άγαρμπα όπλα, τα έργα του αδερφού της, μαζί με τον τροχό και τις ακόνες. Ύστερα ξαφνικά τους είδε να στρίβουν προς τη γωνία όπου ήταν ο αργαλειός της μητέρας της. Είδε τον έναν χωροφύλακα να παίρνει στα χέρια του τη σαΐτα, την κερκίδα. Ίσως του φάνηκε κι αυτή όπλο, αφού μάλιστα τη λένε και σαΐτα. Ο άλλος δοκίμασε να βγάλει από τον αργαλειό το αντί. Ήταν το μεγάλο στρογγυλό ξύλο, όπου τυλίγεται το καινούριο υφαντό. Ίσως δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του τέτοιο πράγμα. Ίσως φανταζόταν ότι κι αυτό θα ήταν καλό για όπλο.

Η Αμέρσα, όταν το είδε, έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Ήθελε να φωνάξει να αφήσουν το αντί και τη σαΐτα. Αλλά ο ήχος έσβησε στο στόμα της.

— Σκάσε, μωρή! γρύλισε ο Μούρτος. Τι λογιάζεις; Τι βλέπεις και γελάς;

Ο Μούρτος, μέσα στο μεθύσι του, είχε νομίσει για γέλιο εκείνη την άναρθρη κραυγή της αδερφής του.

Σε λίγα λεπτά οι δύο χωροφύλακες έριξαν μια τελευταία ματιά στην κλαβανή. Την είχαν δει να κλείνει ακριβώς τη στιγμή που έμπαιναν στο ισόγειο. Ύστερα βγήκαν έξω. Η Αμέρσα σηκώθηκε. Της φάνηκε ότι άκουσε ένα τρίξιμο στο κάτω σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας. Η σκάλα ήταν ξύλινη και σκεπαζόταν από το φαρδύ χαγιάτι. Έτρεξε προς την πόρτα.

Φαντάστηκε ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους έλεγε, ανέβαιναν τη σκάλα. Ίσως θα έσπαγαν και την πόρτα του σπιτιού. Έσκυψε στην κλειδαρότρυπα και προσπάθησε να δει και να καταλάβει τι γινόταν. Το μόνο παράθυρο της πρόσοψης ήταν κλειστό, και δεν είχε άλλο τρόπο να δει.

Ο Μούρος είδε την Αμέρσα να τρέχει προς την πόρτα. Μέσα στην τρέλα του μεθυσιού του, φαντάστηκε ότι η αδερφή του ήθελε να ανοίξει την πόρτα. Νόμισε ότι θα τον παρέδινε στους χωροφύλακες. Τότε, τυφλός από μανία, τράβηξε από πίσω, από τη μέση του, ένα τροχισμένο μαχαίρι. Όρμησε και χτύπησε την αδερφή του στο πλευρό, πίσω από τη δεξιά μασχάλη.

Η Αμέρσα ένιωσε το κρύο σίδερο κι έβγαλε μια σπαραχτική κραυγή.

Οι δύο χωροφύλακες δεν είχαν απομακρυνθεί ακόμα. Είχαν σταθεί έξω από την πόρτα του ισογείου, σαν να συζητούσαν τι να κάνουν. Άκουσαν εκείνη την κραυγή τρόμου, κοίταξαν πάνω κι έτρεξαν.

Ανέβηκαν με θόρυβο τη σκάλα κι έφτασαν στο χαγιάτι. Τράνταξαν με βία την πόρτα.

— Στο όνομα του Νόμου! Ανοίξτε!

Εκείνη τη στιγμή ο ένας χωροφύλακας υποψιάστηκε κάτι. Ο ένοχος ίσως μπορούσε να ξεφύγει από την καταπακτή και από το ισόγειο. Γύρισε στον δεύτερο χωροφύλακα και του είπε:

— Έχε τον νου σου, συ! Μη μας το στρίψει από κάτω, από το καταχυτό, από την καταρρήχωση!… Κι ύστερα πού να τον χαλεύουμε;

— Τι κρένεις; είπε ο δεύτερος, που δεν κατάλαβε αμέσως.

— Αυτό που σου κρένω! επέμεινε ο πρώτος… Κάνε εκείνο που σε χουγιάζουν!

Ο δεύτερος χωροφύλακας ήταν λίγο αργός. Κι όμως έτρεξε κάτω όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήθελε να κλείσει την πόρτα του ισογείου ή να περιμένει εκεί. Αλλά ήταν πια αργά. Ο Μούρος στο μεταξύ είχε τραβήξει τη μικρή κασέλα από πάνω. Είχε ανοίξει την κλαβανή κι είχε πηδήξει κάτω. Το ύψος ήταν πάνω από δύο μέτρα. Αλλά ο Μούρος ήταν ελαφρύς και σβέλτος. Κάτω το χώμα ήταν στρωμένο με ροκανίδια και πριονίδια. Έτσι έφτασε κάτω όρθιος και χωρίς να πάθει τίποτα.

Έτρεχε σαν άνεμος. Έριξε κάτω τον χωροφύλακα, που έπεσε βαριά μπροστά στην εξωτερική σκάλα. Κι ο Μούρτος έφυγε σαν αστραπή. Έτρεξε πάνω στα Κοτρώνια, εκεί όπου ζούσαν οι κουκουβάγιες. Ήταν ένας βραχώδης λόφος, που υψωνόταν πίσω από το σπίτι. Ο Μούρτος ήξερε εκεί όλα τα «κατατόπια». Και κανένας χωροφύλακας ή άλλος δεν κατάφερε ποτέ να τον πιάσει.

Την ώρα που πηδούσε ο Μούτρος από την καταπακτή, θυμήθηκε παράξενα κάτι. Ίσως είχε ξεμεθύσει πια από όσα έγιναν, ή είχε «ξεμουστώσει», όπως θα έλεγε ο ίδιος. Θυμήθηκε λοιπόν ότι, αφού μαχαίρωσε την αδερφή του, το μαχαίρι τού έπεσε από το χέρι. Και ήταν πεσμένο στο πάτωμα. Αυτό έγινε ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή ένιωσε τύψεις και φόβο. Γι' αυτό και με τη λεπίδα είχε αγγίξει μόνο επιφανειακά τη σάρκα της αδερφής του.

Του ήρθε η ιδέα να φύγει κι έτρεξε να ανοίξει την κλαβανή. Είχε καταλάβει πια ότι οι χωροφύλακες ανέβαιναν στο πάνω πάτωμα. Δεν είχε καιρό να γυρίσει προς την πόρτα, να σκύψει και να πάρει το μαχαίρι. Έτοιμος να πηδήξει κάτω, φώναξε στην αδερφή του:

— Το «χαμπέρ», μωρή!… Κοίταξε να κρύψεις κείνο το «χαμπέρι»!

Προτίμησε αυτή τη λέξη, που ομοιοκαταληκτεί με το «μαχαίρι». Έτσι οι χωροφύλακες δεν θα άκουγαν τη λέξη «μαχαίρι». Εκείνη τη φοβερή στιγμή, φταίχτης κι ένοχος, ζητούσε από την αγάπη της αδερφής του να τον σώσει. Είχε εμπιστοσύνη σε αυτήν. Το μαχαίρι θα ήταν ματωμένο, κι όσοι τον κυνηγούσαν θα έβλεπαν το αίμα. Της έλεγε να κρύψει το όπλο, κι έτσι ήλπιζε να κρυφτεί και το έγκλημα.

Πράγματι η Αμέρσα έκανε ό,τι της είπε. Το αίμα έτρεχε ήδη από την πληγή της. Έβλεπε ότι σίγουρα θα έσπαγαν την πόρτα. Η πόρτα ήταν από ένα παλιό, λεπτό σανίδι, με σκουριασμένους σύρτες και μάνταλα. Σχεδόν λιποθυμούσε ήδη. Έσκυψε όμως και πήρε το μαχαίρι. Ύστερα σύρθηκε ως τη γωνία όπου ήταν μια μικρή τέμπλα, ένας σωρός από διπλωμένα σεντόνια, μαξιλάρια και στρώματα.

Έκρυψε το ματωμένο μαχαίρι κάτω από όλον αυτόν τον σωρό με τα ρούχα του σπιτιού. Τυλίχτηκε με ένα παλιό, μπαλωμένο αλλά καθαρό πάπλωμα. Και κάθισε πάνω στον χαμηλό σωρό, που βούλιαξε ακόμα πιο χαμηλά. Έβαλε το αριστερό της χέρι στη μασχάλη της και προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα. Παράξενο, αλλά δεν είχε δειλιάσει όταν είδε το αίμα. Κι όμως ήταν η πρώτη φορά που της συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όλο αυτό της φαινόταν σαν όνειρο. Μόνο έσφιγγε τα δόντια της κι απορούσε πώς δεν ένιωθε ακόμα πόνο. Αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε έναν οξύ πόνο.

Την ίδια στιγμή η πόρτα υποχώρησε προς τα μέσα. Ο ένας χωροφύλακας πήδηξε μέσα με θόρυβο.

Η Αμέρσα δεν σήκωσε το κεφάλι. Ήταν σκυμμένη και τυλιγμένη στο πάπλωμα ως τη μύτη.

— Πού είναι αυτός, ο σκιάς; φώναξε απειλητικά ο χωροφύλακας.

Η Αμέρσα δεν απάντησε.

Ο χωροφύλακας δεν είχε καταλάβει ούτε το φευγιό του Μούρου ούτε ότι ο σύντροφός του είχε πέσει κάτω. Ίσως γιατί εκείνη η στιγμή έπεσε ακριβώς πάνω στο σπάσιμο της πόρτας. Ο ένας θόρυβος έπνιξε τον άλλον. Έψαξε όλο τον προθάλαμο, όπου βρισκόταν η Αμέρσα. Ύστερα πήγε τρέχοντας στο χειμωνιάτικο δωμάτιο και ύστερα στο μικρό δωμάτιο. Δεν βρήκε κανέναν. Μόνο η κλαβανή ήταν ανοιχτή.

Σε μια στιγμή ανέβαινε κι ο δεύτερος, ο σύντροφός του.

— Τό 'στριψε;

— Τό 'δωσε από την καταρρήχωση χάμω…

— Και τον εχούγιαξες;… Δεν τον πρόλαβες;

— Έφαγα κατραπακιά!… Α! μα φευγάλα… Εφτά μίλια την ώρα!…

— Αχ! έκανε ο πρώτος χωροφύλακας.

Λύγισε τον δείκτη του δεξιού του χεριού και τον έφερε στο στόμα, σαν να ήθελε να τον δαγκώσει. Κούνησε με πείσμα το κεφάλι.

— Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε.

Ο δεύτερος χωροφύλακας ήθελε να κάνει τον αυστηρό. Μίλησε στην κοπέλα.

— Για πού το 'βαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπε.

Η Αμέρσα δεν απάντησε. Μέσα της όμως, παρά τον φοβερό πόνο και την αγωνία, ίσως ψιθύρισε με ειρωνεία, χωρίς να το θέλει: «Εσύ ξέρεις».

— Τι κάθεσαι αυτού, κορίτσι μου; είπε πιο ήπια ο πρώτος χωροφύλακας. Μη σε χτύπησε τίποτα;

Η Αμέρσα κούνησε το κεφάλι της για να πει «όχι».

— Τι είχε και σε χάλευε;… Γύρευε να σε μαχαιρώσει;

— Γιατί φώναξες! πρόσθεσε ο δεύτερος.

Η Αμέρσα απάντησε στην ερώτηση του πρώτου χωροφύλακα.

— Όχι!

— Αλήθεια, μη σε μαχαίρωσε; επέμενε ο άνθρωπος.

Η Αμέρσα φώναξε, σαν να ήταν κάτι πολύ φυσικό:

— Ο αδερφός μου, να με μαχαιρώσει; Ποτέ!

— Γιατί κάθεσαι αυτού, τι έχεις; Είσαι άρρωστη;

— Έχω θέρμη!

Η Αμέρσα δεν είχε σκεφτεί ότι το πάτωμα ή η ψάθα θα είχαν ίσως λεκιαστεί με αίμα. Ο ήλιος είχε πια βασιλέψει, και μέσα στο σπίτι ήταν μισοσκόταδο. Επίσης, το μέρος όπου είχε πέσει το ματωμένο μαχαίρι ήταν τώρα στη σκιά. Ήταν πίσω από την πόρτα, που είχε ένα φύλλο και ήταν ανοιχτή κατά τα δύο τρίτα. Η πόρτα έφτανε ως τον τοίχο. Έτσι οι δύο άντρες δεν είδαν τους κόκκινους λεκέδες.

— Γιατί είχες βάλει μια φωνή; επέμενε ο πρώτος χωροφύλακας.

— Είχα πόνο και ζάλη, είπε η Αμέρσα.

Και την ίδια στιγμή, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ο λόγος της, λιποθύμησε πραγματικά. Έκανε «ωχ!», έσφιξε τα δόντια κι έσκυψε κάτω. Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας συγκινήθηκαν. Κοιτάχτηκαν, κι ο πρώτος είπε:

— Μα πού είναι η μάνα της;

Σαν να άκουσε αυτό το κάλεσμα, έφτασε τρέχοντας η Φραγκογιαννού.

— Να εκείνη η γριά, που την τράβηξε από τα μαλλιά ο γιος της μες στο σοκάκι! είπε ο δεύτερος χωροφύλακας.

Ύστερα πρόσθεσε:

— Δε μου κρένεις, γερόντισσα, πού είναι ο γιόκας σου;

Η Φραγκογιαννού δεν απάντησε κι έτρεξε κοντά στην Αμέρσα. Ήταν επιδέξια γιάτρισσα και μπορούσε να φροντίσει την κόρη της.

Όλα αυτά τα θυμόταν συχνά η Αμέρσα. Της ξανάρχονταν και στις μεγάλες ώρες της νύχτας, το βράδυ και τα χαράματα. Τότε έχανε τον ύπνο της στο σπιτάκι, δίπλα στη μικρή της αδερφή, την Κρινιώ, που κοιμόταν. Η μητέρα τους έλειπε εκείνες τις ώρες. Ξαγρυπνούσε εδώ και νύχτες στο δωμάτιο της λεχώνας, στο σπίτι της άλλης, της μεγάλης κόρης της. Απόψε η Αμέρσα, «αλαφροΐσκιωτη» όπως ήταν, είχε βγει τη νύχτα εξαιτίας εκείνου του ονείρου. Όταν γύρισε στο σπιτάκι, είδε στο θαμπό φως του καντηλιού ότι η Κρινιώ κοιμόταν ακόμα. Το καντήλι έκαιγε μπροστά στη μικρή, παλιά και μαυρισμένη εικόνα της Παναγίας. Η Κρινιώ δεν φαινόταν να είχε κουνηθεί από τη θέση της. Μόνο, μόλις μπήκε η Αμέρσα, σαν να άκουσε αμυδρά τον μικρό θόρυβο μέσα στον ύπνο της, κουνήθηκε ήρεμα. Αναστέναξε και γύρισε στο άλλο πλευρό, χωρίς όμως να ξυπνήσει.

Αλαφροΐσκιωτη, πράγματι! Η λέξη που είχε πει λίγο πριν η μητέρα της τής ξανάρθε στο μυαλό. Της ξανάρθε την ώρα που γύρισε στο σπίτι, με το τρίτο λάλημα του πετεινού, δίπλα στη μικρή αδερφή της που κοιμόταν. Ήταν λοιπόν πράγματι «αλαφροΐσκιωτη»; Πολλές φορές τα όνειρά της, οι πλάνες και οι παραισθήσεις της σήμαιναν κάτι. Ή φανέρωναν κάτι, ή άφηναν μια παράξενη εντύπωση. Ακόμα και τα ψέματα που έλεγε γίνονταν αλήθειες, χωρίς να το θέλει. Για παράδειγμα, μετά το μαχαίρωμα από τον αδερφό της, απαντούσε στις ερωτήσεις του χωροφύλακα. Έλεγε: «Είχα πόνο και ζάλη!» Και την ίδια στιγμή, μόλις το είπε, της ήρθε αληθινή λιποθυμία. Ήταν σαν να ήθελε μια ανώτερη, δαιμονική θέληση να σκεπάσει το ψέμα της.

Η Αμέρσα ξάπλωσε πάλι δίπλα στην αδερφή της, αλλά δεν κοιμήθηκε. Οι αναμνήσεις συνέχιζαν να της έρχονται ορμητικές. Ήταν όμως λιγότερο τυραννικές και λιγότερο μαύρες από όσο ήταν για τη μητέρα της. Και σε εκείνες τις μεγάλες ώρες δεν σταμάτησε να σκέφτεται μέσα της την τύχη του αδερφού της, του Μούρου. Εκείνος βρισκόταν τώρα στη φυλακή της Χαλκίδας.

### Γλωσσάρι

- **λεχώνα**: γυναίκα που μόλις γέννησε (τις πρώτες 40 μέρες).
- **κοκκίτης**: αρρώστια των παιδιών με δυνατό βήχα.
- **φουγοπόδαρο**: η άκρη, το πεζούλι του τζακιού.
- **κλέφτες**: ένοπλοι άντρες των βουνών την εποχή της Τουρκοκρατίας.
- **κουφάλα**: τρύπα μέσα σε κορμό δέντρου.
- **κεσάτια**: κακή τύχη, όταν δεν έχεις καθόλου κέρδος.
- **ταρσανάς / καρνάγιο**: τόπος όπου φτιάχνουν και επισκευάζουν καΐκια.
- **καλαφάτης**: τεχνίτης που κλείνει τις χαραμάδες του πλοίου.
- **ζεμπίλι**: ψάθινο καλάθι για εργαλεία.
- **αΐσκιωτος**: (λαϊκό) άνθρωπος χωρίς χάρη, χωρίς «ίσκιο».
- **σαράντιση**: οι 40 μέρες μετά τη γέννα.
- **του λόγου σου**: (λαϊκό) εσύ ο ίδιος.
- **προικοσύμφωνο**: χαρτί που γράφει τι προίκα παίρνει η νύφη.
- **τέμπλα**: στοίβα από στρώματα, παπλώματα και μαξιλάρια στη γωνία.
- **«δεν έπιαναν χαρτωσιά»**: δεν ήταν τίποτα μπροστά σε κάτι άλλο.
- **κομπόδεμα**: χρήματα δεμένα και κρυμμένα σε πανί.
- **τάλιρο / γρόσι**: παλιά νομίσματα.
- **κατώι**: το ισόγειο κάτω από το σπίτι, αποθήκη.
- **ψευτογιάτρισσα**: γυναίκα που γιατρεύει με βότανα χωρίς σπουδές.
- **μαντζούνι**: φάρμακο από βότανα και μέλι.
- **κλαβανή / καταπακτή**: πόρτα στο πάτωμα.
- **χαγιάτι**: σκεπαστό μπαλκόνι ή διάδρομος μπροστά στο σπίτι.
- **ταχτικοί**: οι χωροφύλακες.
- **σκιάς**: νταής, τραμπούκος.
- **αργαλειός / σαΐτα**: το μηχάνημα για τα υφαντά· το ξύλο που περνά την κλωστή.
- **σαβανώνω**: τυλίγω τον νεκρό στο πανί του.
- **αλαφροΐσκιωτη**: που βλέπει όνειρα και οράματα που σημαίνουν κάτι.
- **κρένω, χαλεύω, χουγιάζω**: (λόγια των χωροφυλάκων) λέω, γυρεύω, φωνάζω.

## Ε'.

Μόλις έφυγε η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού ζάρωσε στη γωνία, ανάμεσα στο τζάκι και στην κούνια. Έχασε πάλι τον ύπνο της. Άρχισε να συνεχίζει τις πικρές σκέψεις της, που την πήγαιναν πολύ μακριά. Όταν λοιπόν ξενιτεύτηκαν στην Αμερική οι δύο μεγάλοι γιοι και μεγάλωσε η Δελχαρώ, τότε έπρεπε η μητέρα να φροντίσει να την αποκαταστήσει. Γιατί ο γέρος, ο «Λογαριασμός», δεν ήταν και πολύ δραστήριος. Όλος ο κόσμος ξέρει τι σημαίνει να είναι μια μητέρα και πατέρας μαζί για τις κόρες της. Κι ας μην είναι καν χήρα! Πρέπει η ίδια να τις παντρέψει και να τις προικίσει. Πρέπει να γίνει και προξενήτρα και να τρέχει για συνοικέσια. Σαν άντρας πρέπει να δώσει σπίτι, αμπέλι, χωράφι, ελαιώνα. Πρέπει να δανειστεί μετρητά, να τρέξει στον συμβολαιογράφο, να βάλει υποθήκη. Σαν γυναίκα πρέπει να φτιάξει ή να αγοράσει την «προίκα». Αυτή ήταν σεντόνια, κεντητά πουκάμισα, μεταξωτά φορέματα με χρυσοΰφαντους ποδόγυρους. Σαν προξενήτρα πρέπει να βρει τα ίχνη ενός γαμπρού. Να τον κυνηγήσει, να τον ψαρέψει, να τον πιάσει ζωντανό. Και τι γαμπρό!

Έναν σαν τον Κωνσταντή, που ροχάλιζε τώρα πίσω από τον τοίχο, στο μικρό δωμάτιο δίπλα. Έναν άνθρωπο σπανό, «αΐσκιωτο», άγαρμπο. Κι ένας τέτοιος να έχει «καπρίτσια», απαιτήσεις και πείσματα! Σήμερα να ζητάει αυτό κι αύριο εκείνο. Τη μια μέρα να ζητάει τόσα και την άλλη περισσότερα. Και συχνά «να τον βάζουν στα λόγια» άλλοι, συμφεροντολόγοι ή ζηλιάρηδες. Να ακούει από εδώ κι από εκεί συκοφαντίες, μηχανορραφίες, «μαναφούκια». Και να μη θέλει «να ταιριάξει». Και μετά τον αρραβώνα να εγκατασταθεί στο σπίτι της πεθεράς. Και να «σκαρώσει» ξαφνικά «πρωιμάδι». Κι όλο τον καιρό «κότα-πίτα».

Κι αυτόν τον γαμπρό, με χίλιους κόπους και με βάσανα που δεν λέγονται, μόλις ύστερα από πολύ καιρό να τον πείσει κανείς να στεφανωθεί επιτέλους. Κι η νύφη να καμαρώνει με ακριβά στολίδια. Αυτά ήταν καρπός από πολλή νηστεία και οικονομία. Κι η νύφη να μην έχει πια μέση, για να φαίνεται το λυγερό κορμί που είχε κάποτε.

Και τρεις μήνες μετά τον γάμο να γεννάει κόρη. Ύστερα από τρία χρόνια ακόμα, έναν γιο. Ύστερα από δύο χρόνια, πάλι κόρη. Αυτήν εδώ τη νεογέννητη, που για χάρη της ξαγρυπνούσε τώρα τόσες νύχτες η γριά γιαγιά.

Και για όλα αυτά τα κοριτσάκια θα υπέφερε η μητέρα τους τόσα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα. Θα υπέφερε περισσότερα από όσα είχε υποφέρει η δική της μάνα γι' αυτήν.

Η καημένη η Αμέρσα, το αντροκόριτσο, έμεινε ανύπαντρη (ας έχει την ευχή της). Είδε τη «γλύκα» του γάμου. Ήταν πραγματικά φρόνιμη κοπέλα. Τι θα κέρδιζε από τα βάσανα του κόσμου; Και δεν ζήλευε καθόλου! Τι να ζηλέψει; Έβλεπε τη μεγάλη της αδερφή και τη λυπόταν. Πονούσε η καρδιά της γι' αυτήν.

Όσο για τη μικρή, την Κρινιώ, μακάρι να τη φωτίσει κι αυτήν ο Θεός! Όπως κι αν έχει, η μάνα της δεν έχει σκοπό να υποφέρει πάλι για να την παντρέψει. Δεν αντέχει πια. Δεν θα υποφέρει ούτε ένα μικρό κομμάτι από όσα υπέφερε για τη μεγάλη της αδερφή. Αλλά σας ρωτώ: έπρεπε πραγματικά να γεννιούνται τόσα κορίτσια; Κι αν γεννιούνται, αξίζει τον κόπο να τα μεγαλώνει κανείς; Δεν είναι, έλεγε η Φραγκογιαννού, «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος»; Καλύτερα «να μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σαν σ' ακούω, γειτόνισσα!»

Η γυναίκα αυτή, που είχε πάθει τόσα, ένιωθε μεγάλη και ιερή ανακούφιση σε μια περίσταση. Αυτό γινόταν όταν πήγαινε πίσω από τη μικρή πομπή του παπά, με τον Σταυρό μπροστά. Κρατούσε η ίδια στα χέρια της το μικρό φέρετρο, που έμοιαζε με κούνια. Το έκανε γιατί ήταν σπλαχνική και συμπονετική. Συνόδευε ως τον τάφο το κοριτσάκι μιας γειτόνισσας ή μιας μακρινής συγγένισσας. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι μουρμούριζε ο παπάς, που μασούσε τις λέξεις με τα δόντια του. Ο ύμνος έλεγε: «Ουδέν εστί πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστί μητρός αθλιώτερον…» Κανείς δεν έχει πιο πολλή συμπόνια από τον πατέρα, κανείς δεν είναι πιο δυστυχισμένος από τη μητέρα. Πολλές φορές οι μανάδες χτυπούν το στήθος τους μπροστά στο μνήμα και λένε: «Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον… Γιε μου, παιδί μου γλυκό, δεν ακούς τι σου λέει η μάνα σου; Να η κοιλιά που σε βάσταξε. Γιατί δεν μιλάς, όπως μας μιλούσες; Αλληλούια!» Κι ακόμα: «Ω τέκνον, τις ποτέ μη θρηνήσει…» Ποιος δεν θα κλάψει, παιδί μου, όταν βλέπει το πρόσωπό σου μαραμένο, που πριν ήταν όμορφο σαν τριαντάφυλλο;

Μεγάλη όμως ήταν η χαρά της όταν η μικρή πομπή, ύστερα από δέκα λεπτά δρόμο, έφτανε στα «Μνημούρια». Ήταν μια όμορφη εξοχή, με παντοτινή άνοιξη. Είχε πράσινα φυτά κι αγριολούλουδα, και μύριζε σαν κήπος. Να ο τόπος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος άνοιγε τις πόρτες του από αυτόν κιόλας τον κόσμο. Τις άνοιγε για να δεχτεί το μικρό, αθώο πλάσμα. Εκείνο είχε την τύχη να λυτρώσει τους γονείς του από τόσα βάσανα. «Χαρείτε, αγγελούδια, που πετάτε γύρω γύρω με τα χρυσόασπρα φτερά σας! Κι εσείς, ψυχές των Αγίων, υποδεχτείτε το!»

Ύστερα η γριά Χαδούλα γύριζε στο σπίτι του πένθους. Πήγαινε για να είναι εκεί το βράδυ, στην «παρηγοριά». Δεν έβρισκε όμως κανένα λόγο παρηγοριάς να πει. Μόνο ήταν ολόχαρη και καλοτύχιζε το αθώο μωρό και τους γονείς του. Η λύπη ήταν χαρά, ο θάνατος ήταν ζωή, κι όλα ήταν αλλιώς από ό,τι φαίνονταν.

Α! Να… Κανένα πράγμα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Είναι κάτι άλλο, μάλλον το αντίθετο.

Αφού η λύπη είναι χαρά, κι ο θάνατος είναι ζωή και ανάσταση, τότε κι η συμφορά είναι ευτυχία, κι η αρρώστια υγεία. Υπάρχουν οι μάστιγες που θερίζουν τα μωρά πριν από την ώρα τους. Είναι η ευλογιά, η οστρακιά, η διφθερίτιδα κι άλλες αρρώστιες. Φαίνονται τόσο άσχημες. Μα δεν είναι μάλλον ευτυχίες; Δεν είναι χάδια και χτυπήματα από τα φτερά των μικρών αγγέλων; Οι άγγελοι χαίρονται στους ουρανούς, όταν υποδέχονται τις ψυχές των μωρών. Κι εμείς οι άνθρωποι, στην τύφλα μας, τα νομίζουμε δυστυχίες, πληγές, κακό πράγμα.

Και χάνουν το μυαλό τους οι δύστυχοι γονείς. Πληρώνουν τόσο ακριβά τους μισοαπατεώνες γιατρούς και τα φάρμακα της πεντάρας, για να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποψιάζονται ότι, όταν νομίζουν πως το «σώζουν», στ' αλήθεια το «χάνουν». Κι ο Χριστός είπε κάτι, όπως είχε ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγεί ο πνευματικός της. Είπε ότι όποιος αγαπά την ψυχή του θα τη χάσει. Κι όποιος μισεί την ψυχή του θα τη φυλάξει για ζωή αιώνια.

Δεν έπρεπε στ' αλήθεια οι άνθρωποι, αν δεν ήταν τυφλοί, να βοηθούν τη μάστιγα; Αυτή χτυπά με τα φτερά των Αγγέλων. Δεν έπρεπε να τη βοηθούν, αντί να ζητούν να τη διώξουν με ξόρκια; Αλλά να, τα Αγγελούδια δεν κάνουν διακρίσεις ούτε χαρίζονται σε κανέναν. Παίρνουν στον Παράδεισο χωρίς διάκριση αγόρια και κορίτσια. Μάλιστα πεθαίνουν νωρίς περισσότερα αγόρια, πόσα χαϊδεμένα και μοναχογιοί! Τα κορίτσια είναι εφτάψυχα, πίστευε η γριά. Δύσκολα αρρωσταίνουν και σπάνια πεθαίνουν. Δεν έπρεπε εμείς, σαν καλοί χριστιανοί, να βοηθούμε το έργο των Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, κι αρχοντόπουλα μάλιστα, φεύγουν πριν από την ώρα τους! Ακόμα και τα αρχοντοκόριτσα, αν και είναι τόσο σπάνια, πεθαίνουν πιο εύκολα από τα αμέτρητα κορίτσια της φτωχολογιάς. Τα κορίτσια των φτωχών είναι τα μόνα εφτάψυχα! Μοιάζουν σαν να πληθαίνουν επίτηδες, για να τιμωρούν τους γονείς τους από αυτόν κιόλας τον κόσμο. Α! όσο το σκέφτεται κανείς, «ψηλώνει ο νους του!»

### Γλωσσάρι

- **προίκα**: σπίτι, χωράφια, χρήματα και ρούχα που έδιναν οι γονείς στην κόρη όταν παντρευόταν.
- **προξενήτρα**: γυναίκα που βρίσκει γαμπρό για μια κοπέλα.
- **υποθήκη**: όταν δίνεις το σπίτι ή το χωράφι σου σαν εγγύηση για ένα δάνειο.
- **σπανός**: άντρας χωρίς γένια.
- **μαναφούκια**: (λαϊκό) κουτσομπολιά και κρυφά σχέδια.
- **«σκαρώνει πρωιμάδι»**: (σαν να φτιάχνει καράβι) αφήνει τη νύφη έγκυο πριν από τον γάμο.
- **«κότα-πίτα»**: (φράση) να θέλει όλο καλό φαγητό, κότα και πίτα.
- **«Ουδέν εστί πατρός συμπαθέστερον…»**: παλιός ύμνος στην κηδεία των παιδιών.
- **Μνημούρια**: το νεκροταφείο.
- **μάστιγα**: μεγάλο κακό, αρρώστια που χτυπά πολλούς.
- **εφτάψυχα**: που δεν πεθαίνουν εύκολα, σαν να έχουν εφτά ψυχές.
- **«ψηλώνει ο νους»**: ανεβαίνει το μυαλό σε πολύ μεγάλες σκέψεις και χάνει τη λογική.

## Ε'. (συνέχεια)

Εκείνη τη στιγμή το κοριτσάκι άρχισε να βήχει και να κλαψουρίζει. Η γριά είχε σκεφτεί όλα όσα είπαμε πιο πάνω. Είχε ανάψει από τα κύματα των αναμνήσεων. Κι όμως ένιωσε ξαφνικά ζάλη, σαν από τη θαλασσοταραχή και τη ναυτία της ζωής της. Άρχισε να μουδιάζει, και νύσταζε χωρίς να μπορεί να κρατηθεί.

Το μικρό κοριτσάκι έβηχε, έκλαιγε κι έκανε θόρυβο «σαν να ήταν μεγάλος άνθρωπος». Η γιαγιά του τινάχτηκε, γύρισε κι έχασε πάλι τον ύπνο της.

Η λεχώνα κοιμόταν βαθιά. Δεν άκουσε ούτε τον βήχα ούτε τα κλάματα.

Η γριά άνοιξε άγρια τα μάτια της κι έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας και απειλής.

— Ε! θα σκάσεις; είπε.

Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνει ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επιτέλους. Ήταν φυσικό, γιατί είχε ανέβει σε ανώτερα ζητήματα. Έσκυψε πάνω από την κούνια. Έχωσε τα δύο μακριά, σκληρά δάχτυλά της μέσα στο στόμα του μωρού, για να «το σκάσει».

Ήξερε ότι δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδιά. Αλλά είχε πια «παραλογίσει». Δεν καταλάβαινε καλά τι έκανε. Και δεν ομολογούσε στον εαυτό της τι ήθελε να κάνει.

Κράτησε το «σκάσιμο» για πολλή ώρα. Ύστερα έβγαλε τα δάχτυλά της από το μικρό στόμα, που η ανάσα του είχε κοπεί. Έπιασε απ' έξω τον λαιμό του μωρού και τον έσφιξε για λίγα δευτερόλεπτα.

Αυτό ήταν όλο.

Η Φραγκογιαννού δεν είχε θυμηθεί εκείνη τη στιγμή το όνειρο της Αμέρσας. Η Αμέρσα είχε έρθει πριν από μία ώρα, ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο λάλημα του πετεινού, και της το είχε διηγηθεί!

Είχε «ψηλώσει» ο νους της!

### Γλωσσάρι

- **κλαψουρίζω**: κλαίω σιγά και παραπονεμένα.
- **ναυτία**: η ζάλη και η αναγούλα που έχει κανείς στη θάλασσα.
- **λεχώνα**: γυναίκα που μόλις γέννησε (τις πρώτες 40 μέρες).
- **«να ψηλώνει ο νους»**: ανεβαίνει το μυαλό σε πολύ μεγάλες σκέψεις και χάνει τη λογική.
- **παραλογίζω**: χάνω τη λογική μου.
- **«θα σκάσεις;» / «να το σκάσει»**: εδώ έχει δύο νοήματα: να σωπάσει, αλλά και να πνιγεί.
- **λάλημα του πετεινού**: η φωνή του πετεινού· με αυτήν μετρούσαν τις ώρες της νύχτας.
- **ομολογώ**: παραδέχομαι, λέω την αλήθεια.

## ΣΤ'.

Η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνο της. Όταν γύρισε από το σπίτι της λεχώνας, ξάπλωσε πάλι δίπλα στη μικρή της αδερφή, αλλά δεν κοιμήθηκε. Για πολλή ώρα σκεφτόταν ξανά τον αδερφό της, εκείνον τον δυστυχισμένο και ένοχο άνθρωπο. Από τη μέρα που πήδηξε από την κλαβανή και έφυγε, δεν τον είχε ξαναδεί. Οι χωροφύλακες τον έψαχναν για μέρες, αλλά δεν τον βρήκαν πουθενά.

Τότε, αμέσως μετά τις ερωτήσεις των χωροφυλάκων, η Αμέρσα είχε απαντήσει όπως απάντησε. Η μητέρα της έφτασε στο σπίτι και τη βρήκε τυλιγμένη στο πάπλωμα, με το κεφάλι σκυμμένο. Ήταν πολύ χλωμή, γιατί είχε λιποθυμήσει από το αίμα που έχανε.

Ο ένας χωροφύλακας, εκείνος που είχε ρίξει κάτω ο Μούρος όταν έφευγε, την είχε ρωτήσει: «Γερόντισσα, πού είναι ο γιόκας σου;» Η Φραγκογιαννού δεν του είχε απαντήσει. Ο άλλος όμως φαινόταν πιο ανθρώπινος. Είπε με ήρεμη φωνή:

— Κοίταξε, κυρά, τι έχει η κόρη σου. Μας λέει πως είναι άρρωστη.

— Άρρωστη είναι! Πώς να μην είναι! απάντησε γρήγορα η Φραγκογιαννού. Πήρε φρίξη από τα καμώματα εκείνου του προκομμένου του γιου μου… Κοιτάξτε, παιδιά!… Αν τον πιάσετε, να μην τον τυραννήσετε πολύ…

— Τον είδες πουθενά να τρέχει; Προς τα πού πήγε;

— Τον είδα από μακριά!… Πήγε προς τα Πηγάδια, πέρα στ' Αλώνια.

Η Φραγκογιαννού έλεγε διπλό ψέμα. Δεν είχε δει τον Μούρο. Ήταν όμως σίγουρη ότι εκείνος θα είχε πάει από την αντίθετη μεριά από αυτή που έλεγε. Θα είχε πάει στα Κοτρώνια, πάνω από το σπίτι, προς την ανατολή. Εκεί είχε συνηθίσει από μικρό παιδί να κυνηγά τις κουκουβάγιες.

Οι δύο άντρες έφυγαν τρέχοντας. Ο ένας, καθώς έφευγε, έριξε ένα τελευταίο καχύποπτο βλέμμα πίσω, από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Η Χαδούλα έκλεισε την πόρτα. Την ίδια ώρα άνοιξε το παράθυρο.

— Με μαχαίρωσε, μάνα! βόγκηξε με πόνο η Αμέρσα.

Είχε νιώσει τον αέρα που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, κοντά της, και είχε συνέλθει από τη λιποθυμία. Την ίδια στιγμή πέταξε από πάνω της το πάπλωμα. Φάνηκε η φανέλα που φορούσε πάνω από το πουκάμισο, γεμάτη αίματα.

— Ω! αχ! ο φονιάς!… Ο Θεός κι η γη να τον βρει! καταράστηκε η μάνα της, όταν είδε το αίμα.

Άρχισε να πιάνει την κόρη της. Προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα και να δέσει την πληγή. Της έβγαλε τη φανέλα και τράβηξε το μανίκι του πουκάμισου. Φάνηκε το δεξί χέρι της Αμέρσας: λεπτό και χλωμό, αλλά καλοφτιαγμένο και νευρώδες.

Η πληγή ήταν μάλλον επιφανειακή, αλλά το αίμα έτρεχε. Η Χαδούλα χρησιμοποίησε ό,τι ήξερε για να σταματά το αίμα, ίσως τον «αιμοστάτη», αν είχε. Έδεσε την πληγή. Σε λίγο το αίμα σταμάτησε.

Η Αμέρσα είχε αδυνατίσει κάπως, αλλά ήταν δυνατή και θαρραλέα και δεν φοβόταν. Πράγματι, σε λίγες μέρες η πληγή έκλεισε, χάρη στις φροντίδες της μητέρας της.

Η Φραγκογιαννού ποτέ δεν θα φώναζε τον γιατρό. Δεν ήθελε να μαθευτεί ότι ο γιος της είχε μαχαιρώσει την αδερφή του. Πολλές γειτόνισσες ήθελαν να μάθουν και τη ρωτούσαν. Σε όλες εκείνη το αρνιόταν ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρη της. Πότε έκανε πως θύμωνε, πότε γελούσε με το ζόρι. Πάνω απ' όλα την ένοιαζε να μάθει αν ο Μήτρος θα γλίτωνε από τα χέρια των χωροφυλάκων. Κι ύστερα ας πήγαινε στο έλεος του Θεού!

Πράγματι, σε λίγες μέρες έγινε σίγουρο ότι ο γιος της είχε μπαρκάρει κρυφά τη νύχτα σε ένα πλοίο. Μπήκε ναύτης και έφυγε από το νησί. Ο γραμματέας του Λιμεναρχείου ήταν βολικός και καλόβολος άνθρωπος. Δεν δίστασε να τον γράψει ναύτη. Ο Μούρος τότε ήταν σχεδόν είκοσι χρονών. Η Αμέρσα ήταν μόλις δεκαεφτά.

Πέρασε καιρός ώσπου η οικογένεια να μάθει νέα για τον φυγά. Τελικά, ύστερα από έναν χρόνο και κάτι, ακούστηκε μια αόριστη φήμη. Έλεγαν ότι ο Μώρος είχε κάνει φόνο μέσα στο πλοίο όπου ταξίδευε. Όταν το άκουσαν οι αδερφές του, είπαν στον κόσμο ότι δεν ήξεραν τίποτα. Και εύχονταν με όλη τους την ψυχή να ήταν ψέμα η φήμη. Η μητέρα όμως, βαθιά μέσα της, πίστευε ότι το νέο ήταν αληθινό.

Λίγες μέρες αργότερα πήραν ένα γράμμα με τη σφραγίδα του ταχυδρομείου της Χαλκίδας. Ο Μώρος έγραφε από τις φυλακές εκείνης της πόλης. Τα έγραφε όλα ανάποδα. Πρώτα περιέγραφε με μεγάλα λόγια τα βάσανα και τα πάθια του στα μπουντρούμια του βενετσιάνικου φρουρίου. Ύστερα, με συντριβή στην καρδιά, ομολογούσε κάτι. Τα λόγια του όμως είχαν διπλό νόημα, και έπρεπε κανείς να καταλάβει τι έλεγε ανάμεσα στις γραμμές. Ομολογούσε ότι ίσως πράγματι σκότωσε τον άνθρωπο, τον γέρο-Πορταΐτη, τον λοστρόμο του πλοίου. Το έκανε όμως χωρίς να το καταλάβει καλά και χωρίς να το θέλει. (Και αλήθεια, δεν θα ήθελε να τον είχε σκοτώσει.) Ο εχθρός τον έβαλε, έγραφε· αυτός δεν έφταιγε σε τίποτα· ο φόνος έγινε πάνω στον καβγά. Ήταν «σε βρασμό ψυχής». Μάλιστα αποδείχτηκε ότι το μαχαίρι ήταν «του παθόντος». Ίσως να είχε τραβήξει το μαχαίρι από τη μέση του θύματος, αλλά δεν θυμόταν πώς. Πίστευε μάλλον ότι του το είχε αρπάξει από το χέρι.

Ύστερα γύριζε ξανά στα βάσανα που περνούσε δύο μήνες τώρα στη φυλακή. Μετά παρακαλούσε τη μητέρα του στο όνομα της αγάπης της γι' αυτόν. Την όρκιζε «να σηκωθεί, οπωσδήποτε, να πάει να βρει την Πορταΐταινα», τη χήρα του σκοτωμένου, και την κόρη του. Να τις παρακαλέσει με δάκρυα, «να κάνει νόμο-τρόπο», να τις πείσει να ζητήσουν οι ίδιες να αθωωθεί ο φονιάς!

«Να σηκωθείς, μάνα, να μπαρκάρεις, να πας απέναντι, στην Πλατάνα. Να παρακαλέσεις την Πορταΐταινα και την κόρη της, την Καρίκλεια. Να τις πείσεις να ζητήσουν να βγω αθώος. Κι εγώ θα γίνω παιδί τους. Θα πάρω την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς προίκα, και θα ζήσουμε όλοι καλά κι αγαπημένα… Και θα δουν πώς θα την αγαπώ, την Καρίκλεια, και πώς θα φροντίζω την πεθερά μου. Θα δουλεύω σαν σκλάβος να τη θρέφω, με πολλά καλά. Γιατί εγώ είμαι ικανός και μπορώ να βγάλω λεφτά…»

Στο τέλος ο φονιάς γύριζε για τρίτη φορά στα βάσανά του. Υποσχόταν ότι, μόλις βγει από τη φυλακή, θα φέρει πολλά ωραία πράγματα και στολίδια για την προίκα των δύο αδερφών του. Θα έφερνε ακόμα κούκλες και παιχνίδια για τα μικρά κοριτσάκια της μεγάλης του αδερφής, της Δελχαρώς.

Λοιπόν, δεν είναι παράξενο που η Φραγκογιαννού δεν δίστασε. Δανείστηκε λίγα χρήματα. Για να τα πάρει, άφησε ενέχυρο ό,τι ασημικό είχε. Μπάρκαρε και πέρασε απέναντι, στο άλλο νησί, στο χωριό Πλατάνα. Πήγε να βρει την Πορταΐταινα.

Το παράξενο όμως είναι τι κατάφερε εκεί. Είχε λόγια γεμάτα πάθος, γυναικεία φλυαρία και χίλια ψέματα που ήξερε. Ήταν τότε η Φραγκογιαννού πενήντα πέντε χρονών, αλλά γυναίκα γερή και με ζωηρά χαρακτηριστικά. Κατάφερε λοιπόν να πείσει τη γριά, τη χήρα του σκοτωμένου. (Σημειώστε ότι η μάνα και η κόρη φιλοξένησαν κιόλας τη μάνα του φονιά.) Την έπεισε, λέω, να πάνε μαζί στη Χαλκίδα. Τα έξοδα του ταξιδιού τα πλήρωνε η ίδια η Φραγκογιαννού. Σκοπός τους ήταν να δουλέψουν μαζί κοντά στον εισαγγελέα, στο δικαστήριο και στους ενόρκους, για να απαλλαγεί ή να αθωωθεί ο κατηγορούμενος.

Όσο για την κόρη, «την Καρίκλεια», εκείνη είπε ότι δεν ζητά εκδίκηση, γιατί «ο πατέρας της δεν γυρίζει πίσω». Μόνο που ποτέ δεν θα ήθελε τον φονιά για άντρα της. Προτιμούσε να μείνει ανύπαντρη για πάντα.

Πήγαν μαζί οι δύο γριές και έμειναν στη Χαλκίδα τρεις μήνες. Ζούσαν σε μια τρώγλη, σε ένα τουρκόσπιτο κοντά στα Εβραίικα, δίπλα στην Άνω Πύλη του φρουρίου. Κάθε μέρα η Χαδούλα πήγαινε στη φυλακή τις πρωινές ώρες, όταν έβγαιναν έξω οι φυλακισμένοι. Συνήθως πήγαινε μαζί της και η Πορταΐταινα. Εκείνη όμως καθόταν απέναντι από τη φυλακή και περίμενε. Δεν ήθελε να δει τον φονιά κατάματα.

Περνούσαν έξω από τη μεγάλη και άχαρη παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και έκαναν τον σταυρό τους. Η μάνα έφερνε στον φυλακισμένο σιμίτια, σύκα, σαρδέλες και καπνό για την πίπα του. Και μέσα στη βαθιά τσέπη του φουστανιού της είχε κρυμμένο ένα μικρό μπουκαλάκι με ρούμι ή ρακί, για να παρηγορηθεί ο φυλακισμένος.

Δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα έβγαιναν από την Άνω Πύλη του φρουρίου. Εκεί, στη σκοτεινή καμάρα της πύλης, έβλεπαν κρεμασμένο το πόδι του «Έλληνα γίγαντα» και το «τσαρούχι του», πελώριο. Είχαν κρατήσει στον νου τους ότι, όταν θα γύριζαν με το καλό στον τόπο τους, θα το διηγούνταν κι οι δύο στα εγγόνια τους. Ύστερα πήγαιναν στη συνοικία Σουβάλα ή στον Άγιο Δημήτριο. Επισκέπτονταν τον εισαγγελέα, που τις έδιωχνε με τον γραφιά του. Επισκέπτονταν και τους δικαστές, που καμιά φορά καταδέχονταν να γελάσουν μαζί τους.

Τέλος, όταν ορίστηκε η δίκη, προσπάθησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους. Αυτοί είχαν έρθει από διάφορα μέρη: άλλοι φουστανελάδες από τα ορεινά χωριά, άλλοι βρακάδες από τα νησιά και τα παραθαλάσσια μέρη. Η Φραγκογιαννού υποσχόταν σε όλους χιλιών λογιών δώρα. Και θα ήταν ικανή να τα δώσει, αν είχε. Υποσχόταν μοσχάτα κρασιά, ωραία λάδια σαν «κεχριμπάρι», ουρές αστακών, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξερά χταπόδια, διαλεχτά σύκα και ό,τι άλλο μπορούσε να βγάλει το νησί της.

Ένας από τους ενόρκους ήταν κίτρινος και έβηχε, και φαινόταν άρρωστος. Σε αυτόν η Φραγκογιαννού υποσχέθηκε να τον γιατρέψει με ένα μαντζούνι που ήξερε. Όλα αυτά δεν έπιασαν. Ο φονιάς καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλακή. Ναυάγησαν όλα τα σχέδια, και μαζί το συμπεθεριό ανάμεσα στη μάνα του φονιά και στη χήρα του θύματος.

Τώρα έπρεπε να γυρίσουν στον τόπο τους. Τα λίγα τους χρήματα όμως είχαν τελειώσει. Είχαν τελειώσει και όσα είχαν φέρει μαζί τους και όσα τους είχε στείλει στο μεταξύ η Αμέρσα. Εκείνη στο νησί δούλευε σε ξένα σπίτια και ύφαινε.

Η Φραγκογιαννού παρακάλεσε όσα πλοία έβλεπε να ετοιμάζονται για τον Μαλιακό κόλπο ή για την Ιστιαία. Τους ζητούσε να πάρουν τουλάχιστον την Πορταΐταινα, γιατί ήταν πιο γριά και πιο αδύναμη. Για τον εαυτό της είχε άλλο σχέδιο. Αλλά παρακαλούσε άδικα. Οι καπετάνιοι ζητούσαν όχι μόνο το ναύλο. Ήθελαν η επιβάτισσα να έχει και δικά της τρόφιμα. Και αν την άφηναν στη Στυλίδα ή στους Ωρεούς, ας έβρισκε μόνη της πλοίο για τον τόπο της. Όταν το είδε αυτό η Φραγκογιαννού, είπε κρυφά το σχέδιό της στην Πορταΐταινα.

— Εγώ, είπε, είμαι ικανή να πάω από τη στεριά, με τα πόδια μου, από δω ως την Αγία Άννα. Λένε πως είναι δύο μέρες δρόμος. Κι εκεί θα βρούμε το ταχύπλοο, το δικό μας. Θα μας γνωρίσει ο καπετάν Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος, και θα μας πάρει. Τα έξοδά μου στον δρόμο θα τα βγάλω μαζεύοντας βότανα, χόρτα κι αγριολάχανα. Κι όποια χριστιανή βρω που έχει άρρωστο το παιδί της ή τον άντρα της, θα της κάνω ψευτογιατρικά. Θα βοηθήσω τον άνθρωπό της, για να μου χρωστάει χάρη… Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου;

— Τι να κάνω; Μπορώ, δεν μπορώ, απάντησε η Πορταΐταινα. Καλύτερα να πάμε μαζί, όπως ήρθαμε.

Και ξεκίνησαν. Η Χαδούλα έκανε όπως είπε. Μόνο που άργησαν περισσότερο στον δρόμο, γιατί η Πορταΐταινα περπατούσε αργά. Και μάλιστα τα κατάφερε καλύτερα απ' όσο έλπιζε. Όταν έφτασε στον τόπο της, ύστερα από μία εβδομάδα, είχε και κέρδος από αυτή τη δουλειά. Έφερε στο σπίτι της όσα της έδιναν για να την πληρώσουν για τις υπηρεσίες της: ένα σακί σιτάρι, περίπου μία οκά τυρί, δύο κότες, ένα μάλλινο χράμι που της το χάρισαν, και λίγες δραχμές σε μετρητά. Από αυτά πλήρωσε με γενναιοδωρία και τον ναύλο της Πορταΐταινας, για να γυρίσει κι εκείνη στο σπίτι της.

Όλα αυτά η Αμέρσα τα θυμόταν καλά, γιατί η μάνα της δεν είχε σταματήσει να τα διηγείται από τότε. Τώρα είχαν περάσει δώδεκα χρόνια. Ο αδερφός της ήταν ακόμα στη φυλακή. Ο πατέρας της είχε πεθάνει από καιρό. Ο Στάθαρος κι ο Γιαλής δεν γύρισαν ποτέ από την Αμερική. Ο μικρός ο Γιωργάκης κι αυτός είχε φύγει στα μεγάλα πελάγη. Η Κρινιώ είχε μεγαλώσει κι αυτή. Η Δελχαρώ είχε γεννήσει πάλι κόρη. Κι η ίδια, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη.

### Γλωσσάρι

- **κλαβανή**: πόρτα στο πάτωμα, καταπακτή.
- **φρίξη**: ρίγος, ανατριχίλα (από φόβο ή από πυρετό).
- **αιμοστάτης**: βότανο ή φάρμακο που σταματά το αίμα.
- **μπαρκάρω**: μπαίνω σε πλοίο για να ταξιδέψω ή να δουλέψω.
- **λοστρόμος**: ναύτης που έχει την ευθύνη για τους άλλους ναύτες και τη δουλειά πάνω στο πλοίο.
- **σε βρασμό ψυχής**: σε μεγάλο θυμό, χωρίς να ξέρει κανείς τι κάνει.
- **να κάνει νόμο-τρόπο**: να βρει με κάθε τρόπο μια λύση.
- **ενέχυρο**: πράγμα που δίνεις σε κάποιον μέχρι να του επιστρέψεις τα χρήματα που σου δάνεισε.
- **ένορκοι**: απλοί πολίτες που κάθονται στο δικαστήριο και αποφασίζουν αν ο κατηγορούμενος είναι ένοχος.
- **τσαρούχι**: παλιό δερμάτινο παπούτσι.
- **οκά**: παλιό μέτρο βάρους, περίπου 1,3 κιλά.
- **χράμι**: χοντρό μάλλινο υφαντό σκέπασμα.
- **γεροντοκόρη**: γυναίκα που έμεινε ανύπαντρη.

## Ζ'.

Ύστερα από τον τελευταίο βήχα και το κλαψούρισμα του κοριτσιού, που κόπηκαν τόσο απότομα, απόλυτη σιωπή και ησυχία απλώθηκε στη σκοτεινή κάμαρα. Η Φραγκογιαννού είχε σκύψει το πρόσωπό της. Είχε στηρίξει το μέτωπο στα δυο της χέρια και είχε σταματήσει να σκέφτεται. Της φαινόταν πως δεν ζούσε πια. Ούτε η ανάσα της δεν ακουγόταν. Κάθε θόρυβος είχε σταματήσει. Στο τζάκι ούτε φλόγα έτριζε ούτε βουητό ακουγόταν. Το μισοκαμένο φιτίλι του λυχναριού έφεγγε θλιμμένα. Το μικρό καντήλι στο εικονοστάσι είχε σβήσει από ώρα, και οι μορφές των αγίων δεν φαίνονταν πια.

Ξαφνικά, μέσα σε αυτή την απόλυτη ησυχία, η λεχώνα ξύπνησε τινάζοντας το σώμα της.

— Τι είναι, μάνα; είπε.

Η μητέρα της την κοίταξε στο φως του λυχναριού με άγριο βλέμμα, σαν να έβλεπε κάτι που δεν υπήρχε.

— Τι είναι! είπε. Τίποτα. Ξύπνησες;

— Μου φάνηκε πως κάτι είπες… πως με φώναξες, μέσα στον ύπνο μου.

— Εγώ;… Όχι. Τ' αυτιά σου σε γέλασαν.

— Τι ώρα να είναι, μάνα;

— Τι ώρα; Ξέρω 'γώ;… Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε ο πετεινός.

— Κι εσύ δεν κοιμήθηκες, μάνα;

— Χόρτασα τον ύπνο καλά… Τρύπησε το πλευρό μου από το πολύ ξάπλωμα, είπε η Φραγκογιαννού. Στην αλήθεια δεν είχε κλείσει μάτι. Όπου να 'ναι θα φέξει.

Η λεχώνα χασμουρήθηκε και έκανε τον σταυρό της πάνω στο στόμα της. Την ίδια ώρα σήκωσε τα μάτια της προς το μικρό εικονοστάσι, που ήταν απέναντί της.

— Έχει σβήσει το καντήλι, μάνα. Δεν το άναβες;

— Δεν το κατάλαβα, θυγατέρα, είπε η γριά. Κοιμόμουν βαθιά.

— Και το παιδί κοιμάται ήσυχα, βλέπω. Πώς έτσι;

— Ησύχασε κι αυτό τώρα πια, είπε η γριά.

— Κι εμένα με πονάει το στήθος μου, είπε η λεχώνα. Άρχισε τώρα να κατεβάζει πολύ γάλα. Ήθελα να ήταν ξύπνιο, να το θήλαζα.

— Ε! τι να γίνει… Θα βρούμε κανένα παιδί, είπε η γριά.

— Τι λες, μάνα;

Η γριά δεν απάντησε. Ήθελε να πει κάτι. Δεν ήξερε τι να πει.

— Δεν κάνεις τον κόπο να ανάψεις το καντήλι, μάνα;

— Αν θέλεις, σήκω εσύ κι άναψέ το. Δεν έχω χέρια…

— Πώς!

— Πιάστηκε πια το χεράκι μου.

— Τι λες; Σε καλό σου, μάνα! Εγώ, που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει να ανάψω το καντήλι;

Εκείνη τη στιγμή, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», ήρθε για πρώτη φορά στον νου της γριάς το όνειρο της Αμέρσας.

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Ένας βαθύς λυγμός πνίγηκε μέσα στο στήθος της.

— Τι έχεις, μάνα;

Και η λεχώνα πήδηξε κάτω από το χαμηλό κρεβάτι.

— Δεν είναι καλά το παιδί;

Ακούστηκαν φωνές, σπαραγμός και κλάματα. Η μητέρα έβρισκε το κοριτσάκι της νεκρό μέσα στην κούνια.

Από τον θόρυβο ξύπνησε ο Κωνσταντής, στο διπλανό χώρισμα. Εκείνος είχε χορτάσει καλά τον ύπνο.

— Τι είναι; φώναξε, τρίβοντας τα μάτια του.

Χασμουρήθηκε, τεντώθηκε, τινάχτηκε και έτρεξε στην πόρτα της κάμαρας.

— Βρε! Τι κάνετε εσείς;… Θα σηκώσετε τον κόσμο στο πόδι… Δεν μας αφήνετε, τουλάχιστον, να πάρουμε έναν ύπνο από τις φωνές σας;

Κανείς δεν απάντησε στα παράπονα του Κωνσταντή.

Η γυναίκα του ήταν σκυμμένη πάνω στην κούνια και έπνιγε τους λυγμούς της. Η πεθερά του καθόταν με τα χέρια ενωμένα. Ήταν σαν αίνιγμα. Έσφιγγε τα δόντια της και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο σε ένα σημείο. Ύστερα από τον πρώτο λυγμό, που της ξέφυγε χωρίς να το θέλει, δεν είχε βγάλει άλλη φωνή.

— Τι!… Πέθανε το παιδί;… Βρε!… έκανε ο Κωνσταντής, και έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

Ύστερα πρόσθεσε:

— Γι' αυτό έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε!…

Η Δελχαρώ σήκωσε για μια στιγμή το κεφάλι από την κούνια. Κρατούσε τους λυγμούς της και είπε:

— Μάνα, δεν θα φέρεις τα ρουχάκια του, να το αλλάξουμε;… Πού είναι η Αμέρσα;

Η Φραγκογιαννού δεν απάντησε.

— Πού είναι η Αμέρσα, μάνα; ξαναρώτησε η Δελχαρώ, και άγγιξε τον αγκώνα της μητέρας της.

Η Φραγκογιαννού τινάχτηκε, σαν να την τσίμπησε αγκάθι ή κεντρί.

— Η Αμέρσα, πού είναι; Στο σπίτι μας!… απάντησε.

— Δεν είχε έρθει εδώ η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της μέσα στον ύπνο μου, είπε η λεχώνα.

— Ας πάει να τη φωνάξει, είπε η γριά, και έγνεψε με την άκρη του ματιού της προς τον γαμπρό της.

— Κωσταντή, πας να φωνάξεις την Αμέρσα; είπε η λεχώνα στον άντρα της.

— Πάω. Ακούς, λέει!… Ωχ! Κρίμα, ζάβαλε! Καλά που το βαφτίσαμε κιόλας.

Ο Νταντής έσκυψε στο πάτωμα του μικρού διαδρόμου, μέσα στο σκοτάδι. Ψαχούλευε να βρει τα παλιοπάπουτσά του, να τα φορέσει. Έκανε λίγο θόρυβο, γιατί χτυπούσε διάφορα ζευγάρια παλιά τσόκαρα το ένα με το άλλο και πάνω στις σανίδες του πατώματος.

— Πού είναι τα παλιοκατσάρια μου; είπε.

Τελικά φόρεσε ένα ζευγάρι πατημένες γυναικείες παντόφλες που βρήκε. Αυτές σκέπαζαν μόνο τα δάχτυλα και λίγο από το πόδι του, και άφηναν όλη τη φτέρνα έξω. Έκανε κι άλλο θόρυβο για να ανοίξει την πόρτα, γιατί στο σκοτάδι δεν έβρισκε ούτε τον σύρτη ούτε το μάνταλο. Όταν άνοιξε την πόρτα, γύρισε ξαφνικά πίσω.

— Άκου, Δελχαρώ, είπε. Μόνο της Αμέρσας να πω να έρθει, ή να έρθει και η Κρινιώ μαζί; Τι λες εσύ, πεθερά;

Και η Φραγκογιαννού είπε ανυπόμονα:

— Πήγαινε τώρα! Τι γυροφέρνεις; Ας έρθει όποια έρθει!

Η Δελχαρώ έκλαιγε σιγανά, σκυμμένη πάνω στην κούνια. Ο Νταντής, πριν βγει, έριξε μια ματιά στην κούνια και στη γυναίκα του.

— Αχ! Κρίμα, ζάβαλε! είπε… Κι έβλεπα κάτι όνειρα!… Βρε παιδιά!

Και βγήκε τρέχοντας.

### Γλωσσάρι

- **λεχώνα**: γυναίκα που μόλις γέννησε (τις πρώτες 40 μέρες).
- **εικονοστάσι**: μικρό ράφι ή ντουλάπι στο σπίτι με τις εικόνες των αγίων.
- **καντήλι**: μικρό λυχνάρι με λάδι μπροστά στις εικόνες.
- **παίρνω ευχή**: η ευλογία που παίρνει η λεχώνα στην εκκλησία 40 μέρες μετά τη γέννα· πριν από αυτήν δεν ανάβει το καντήλι.
- **πιάστηκε το χέρι μου**: το χέρι μου πονάει και δεν κινείται εύκολα.
- **ζάβαλε**: (επιφώνημα) δυστυχώς, κρίμα.
- **τσόκαρα**: παλιά ξύλινα παπούτσια.
- **παλιοκατσάρια**: παλιά, χαλασμένα παπούτσια.
- **σύρτης / μάνταλο**: μεταλλικό ή ξύλινο κομμάτι που κλείνει καλά την πόρτα.

## Η'.

Την εβδομάδα των Βαΐων, ένα πρωί, η Φραγκογιαννού βγήκε ολομόναχη στην εξοχή, προς της Μαμούς το ρέμα. Ήθελε να επισκεφτεί τον μικρό της ελαιώνα. Τον είχε πάρει «ψυχομοίρι» από μια κουμπάρα της, κάπως πλούσια, που πέθανε χωρίς παιδιά. Η Φραγκογιαννού την είχε υπηρετήσει πολλές φορές. Τον μισό ελαιώνα τον είχε δώσει προίκα στη Δελχαρώ. Τον άλλο μισό τον είχε ακόμα η γριά.

Είχαν περάσει λίγες εβδομάδες από όσα διηγηθήκαμε. Για το μικρό κοριτσάκι της Δελχαρώς της Τραχήλαινας δεν είχε γίνει μεγάλη φασαρία. Το έθαψαν την ίδια μέρα. Η μητέρα του μωρού είχε δει κάτι μαύρα σημάδια γύρω από τον λαιμό του. Όμως δεν θα τολμούσε ποτέ να μιλήσει γι' αυτό. Και κανείς άλλος δεν θα πίστευε το έγκλημα της μητέρας της. Φανερά το παιδί είχε πεθάνει από τον κοκκίτη.

Ο μόνος γιατρός που υπήρχε εδώ και χρόνια στο χωριό ήταν ο φιλάνθρωπος Βαυαρός Β. Αυτός έτυχε να λείπει. Είχε ακουστεί πάλι χολέρα στην Αίγυπτο. Το υπουργείο των Εσωτερικών συνήθιζε τότε να διαλέγει αυτόν τον γιατρό και να τον στέλνει να διευθύνει το λοιμοκαθαρτήριο της Δήλου.

Στη θέση του η κυβέρνηση είχε στείλει για λίγο καιρό, ως γιατρό της υγείας του νησιού, έναν γέρο γιατρό, τον κ. Μ. Αυτός όμως δεν είχε φτάσει ακόμα. Στο μεταξύ έμενε στο νησί ένας απόφοιτος της ιατρικής. Η δημοτική αστυνομία τον φώναξε να βεβαιώσει τον θάνατο. Εκείνος κοίταξε βιαστικά το πρόσωπο του νεκρού μωρού. Παραπονέθηκε γιατί δεν τον φώναξαν όσο ζούσε το παιδί. Και έδωσε το χαρτί για την ταφή, όπου έγραψε: «εκ σπασμώδους βηχός».

Από εκείνη τη μέρα η γριά Χαδούλα ζούσε με τύψεις και ανησυχία. Κρατούσε το κεφάλι της λίγο σκυμμένο και ακίνητο, σαν να είχε στάχτη πάνω στα γκρίζα μαλλιά της. Φορούσε τη μακριά μαύρη μαντήλα της σαν σάκο μετάνοιας. Όταν μπήκε η Μεγάλη Σαρακοστή, άρχισε να πηγαίνει συχνά στην εκκλησία. Έκανε πολλές και βαθιές μετάνοιες. Σκεφτόταν να εξομολογηθεί, αλλά το ανέβαλλε. Νήστευε χωρίς λάδι και έτρωγε μόνο ξηροφαγία πέντε μέρες κάθε εβδομάδα. Είχε κρατήσει και «τριήμερο» την πρώτη εβδομάδα και στη μέση της Σαρακοστής. Ντρεπόταν να βλέπει την κόρη της, τη Δελχαρώ, και απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια.

Εκείνη λοιπόν τη μέρα, την εβδομάδα των Βαΐων, η Φραγκογιαννού έφτασε πολύ πρωί στην κορυφή του ψηλού πετρώδη λόφου, που βρίσκεται δυτικά από την πολίχνη. Από εκεί το βλέμμα πέφτει μελαγχολικά στο μικρό νεκροταφείο. Αυτό απλώνεται κάτω, πάνω σε μια ψηλή λωρίδα γης που τη χτυπάει η θάλασσα, με τα άσπρα μνήματα. Αμέσως όμως το βλέμμα φεύγει από εκεί και ζητά χαρά και ζωή. Τη βρίσκει στα γαλανά κύματα, στο πλατύ τριπλό λιμάνι και στα πράσινα, όμορφα νησάκια που το κλείνουν από την ανατολή και από τον νότο. Πάνω στην κορυφή εκείνη στεκόταν το εξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου. Ήταν ερημικό, φαινόταν από μακριά και έλαμπε την ημέρα σαν φάρος. Η Φραγκογιαννού πέρασε απ' έξω και έκανε τον σταυρό της. Είχε σκοπό να μπει μέσα, αλλά την τελευταία στιγμή δίστασε και συνέχισε τον δρόμο της. «Δεν είμαι άξια, είπε μέσα της, να μπω σε ένα εξωκλήσι που λειτουργιέται τόσο συχνά… Ας πάω καλύτερα στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό».

Ύστερα έφτασε στον ελαιώνα. Εξέτασε ένα ένα όλα τα λιόδεντρα, για να δει αν είχαν φουσκώσει πια τα μάτια τους. Ήταν ήδη στα μέσα του Απριλίου, και το Πάσχα ερχόταν αργά εκείνη τη χρονιά. Παρακαλούσε μέσα της τον Χριστό «να δώσει λαδάκι, για να ανασάνει η φτώχεια». Πράγματι, εδώ και δύο χρόνια οι ελιές δεν είχαν κάνει καρπό. Είχε φανεί και μια ύπουλη αρρώστια, που χάλαγε τον καρπό και μαύριζε τα κλαδιά των δέντρων.

Έμεινε λίγη ώρα στον ελαιώνα. Ύστερα σηκώθηκε και έφυγε. Γύριζε πολλές φορές το κεφάλι πίσω, σαν να αποχαιρετούσε τα λιόδεντρα. Κατέβηκε στο ρέμα και άρχισε να ανεβαίνει δίπλα του, όπως το συνήθιζε συχνά. Είχε το καλάθι της κάτω από τον αριστερό αγκώνα και κρατούσε το μαχαιράκι της στο δεξί χέρι. Έσκυβε παντού, σε όσα μέρη ήξερε. Έψαχνε να βρει καυκαλήθρες, ζοχάρια, μυρώνια και άνηθο, για να γεμίσει το καλαθάκι της. Ήθελε να κάνει πίτα το Σάββατο του Λαζάρου. Να φάει αυτή και οι κόρες της, αλλά να δώσει και στις γειτόνισσες. Από αυτές δεν έβγαινε ποτέ χαμένη.

Εκτός από αυτά τα αγριολάχανα, που όλες οι γυναίκες ήξεραν να τα μαζεύουν, η Χαδούλα ήξερε κι άλλα βότανα. Αυτά ήταν χρήσιμα ως φάρμακα για τους αρρώστους: το τρίμερο, τη δρακοντιά και την αγριοκρεμμύδα. Τα έβρισκε ανάμεσα στις κουμαριές και στις φτέρες, κοντά στις ρίζες των άγριων δέντρων, ανάμεσα στα μανιτάρια, στα αγκάθια και στις τσουκνίδες. Μάζευε και το πολυτρίχι στους μικρούς καταρράχτες του ρέματος. Λένε ότι αυτό είναι φάρμακο για τις λεχώνες που έχουν πυρετό.

Μάζεψε αρκετά βότανα από αυτά τα γιατρικά και τα τύλιξε σε ένα χωριστό μαντήλι μέσα στο καλάθι. Η ώρα είχε πάει πια προς το απόγευμα. Ο ήλιος πλησίαζε την κορυφή του βουνού. Μέσα στο ρέμα η σκιά ήταν βαθιά. Το θρόισμα από τα βήματά της αντηχούσε σαν σκληρός χτύπος βαθιά μέσα στην ψυχή της.

Η γριά ανέβαινε τώρα πιο ψηλά, προς την απότομη κορυφή του ρέματος. Κάτω χαραζόταν βαθιά το ποτάμι, τ' Αχειλά το ρέμα. Το νερό διέτρεχε όλη τη βαθιά κοιλάδα και μουρμούριζε ήσυχα. Φαινόταν ακίνητο, σαν λίμνη, αλλά στην αλήθεια κινιόταν πάντα, κάτω από τα ψηλά πλατάνια με τα πυκνά φύλλα. Ανάμεσα σε βρύα, θάμνους και φτέρες, το νερό ψιθύριζε μυστικά. Φιλούσε τους κορμούς των δέντρων. Σερνόταν σαν φίδι σε όλο το μήκος της κοιλάδας. Ήταν πρασινωπό από τις πράσινες ανταύγειες. Φιλούσε και συγχρόνως δάγκωνε τους βράχους και τις ρίζες. Ήταν νερό που μουρμούριζε, καθαρό, γεμάτο μικρά καβουράκια. Αυτά έτρεχαν να κρυφτούν στη θολή άμμο, όταν κάποιο βοσκόπουλο ερχόταν να σκύψει στο ρέμα. Το βοσκόπουλο άφηνε τις λίγες προβατίνες του να βόσκουν στο δροσερό χορτάρι και σήκωνε καμιά πέτρα για να τα κυνηγήσει.

Το κελάηδημα των κοτσυφιών, που δεν σταματούσε ποτέ, αντηχούσε αρμονικά στο δάσος. Το δάσος στεφάνωνε όλη τη δυτική πλαγιά και ανέβαινε ως την κορυφή του Ανάγυρου, ως την Αετοφωλιά επάνω. Εκεί έλεγαν ότι ένας θαλασσαετός είχε κατοικήσει για τρεις γενιές ανθρώπων. Στο τέλος χάθηκε, χωρίς να αφήσει αετόπουλα. Στην έρημη φωλιά του βρέθηκε ένα ολόκληρο μουσείο από πελώρια κόκαλα: κόκαλα από θαλασσινά φίδια, φώκιες, καρχαρίες και άλλα θηρία της θάλασσας. Αυτά τα είχε φάει κατά καιρούς το μεγάλο και δυνατό πουλί των θαλασσών, με το γαμψό γαλαζωπό ράμφος του και με τα γκρίζα, μεγαλόπρεπα φτερά του.

Πάνω στην κορυφή του ρέματος, σε ένα σημείο ανάμεσα σε δύο βουνά, ανάμεσα στου Κονόμου τα ρόγγια και στον Μικρό Ανάγυρο, βρισκόταν από τα παλιά χρόνια το αρχαίο, έρημο μοναστηράκι, ο Άι-Γιάννης ο Κρυφός. Ήταν πράγματι κρυφός. Βρισκόταν πίσω από τον μικρό αυχένα του βουνού. Τον έκρυβαν τα δύο βουνά και ένα πυκνό δασάκι. Κάποιος μπορούσε να έρθει από τη βόρεια μεριά, όπως τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμα. Ή μπορούσε να έρθει από τη νότια μεριά, από το μέρος που το λένε του Κονόμου τα ρόγγια. Ακόμα κι αν περνούσε πολύ κοντά από το παλιό ιερό, ήταν αδύνατο να φανταστεί ότι υπάρχει, αν δεν ήξερε καλά τα μέρη, όπως τα ήξερε η Φραγκογιαννού.

Ο περίβολος και τα λίγα κελιά ήταν ερείπια από πολύ καιρό. Η μικρή εκκλησία στεκόταν ακόμα όρθια, αλλά ήταν έρημη και δεν γινόταν πια λειτουργία εκεί. Η κυρίως εκκλησία είχε ακόμα στέγη. Στο ιερό όμως η στέγη είχε πέσει προς τα βόρεια. Οι πλάκες της στέγης και τα συντρίμμια είχαν σκεπάσει την Αγία Τράπεζα. Υπήρχε ένα ξύλινο τέμπλο, που κάποτε ήταν σκαλιστό και χρυσωμένο. Τώρα ήταν φθαρμένο, και δύσκολα καταλάβαινες τι ήταν. Οι εικόνες έλειπαν. Οι λίγες τοιχογραφίες είχαν χαλάσει από την υγρασία, και τα πρόσωπα των αγίων δεν ξεχώριζαν πια.

Μόνο δεξιά από τον χορό της εκκλησίας υπήρχε μια τοιχογραφία. Έδειχνε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο να δείχνει τον Χριστό στον κόσμο: «Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Το πρόσωπο του Βαπτιστή και το χέρι του, απλωμένο να δείχνει, ξεχώριζαν αρκετά καλά. Το πρόσωπο του Σωτήρα φαινόταν πολύ αμυδρά πάνω στον υγρό τοίχο.

Τα παλιά χρόνια, όλοι όσοι είχαν «κρυφό πόνο» ή κρυφή αμαρτία παρακαλούσαν τον Άι-Γιάννη τον Κρυφό. Η γριά Χαδούλα ήξερε αυτή την πίστη και αυτό το έθιμο. Γι' αυτό σκέφτηκε να έρθει σήμερα στην παλιά, έρημη εκκλησούλα, να κάνει τις προσευχές της. Προτίμησε την εκκλησία όπου δεν γινόταν λειτουργία. Γιατί και στην εκκλησία της ενορίας, όπου πήγαινε όλη τη Σαρακοστή, τολμούσε να μπει μόνο ως τον νάρθηκα. Στεκόταν πίσω από το ένα φύλλο της πόρτας των γυναικών, που ήταν κλεισμένο με τον σύρτη. Ήταν σαν να ένιωθε ότι έπρεπε να είναι έτοιμη να φύγει, αν την έδιωχνε κάποιος!

Και δεν φοβόταν τόσο μήπως τη διώξει ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός παπάς της ενορίας. Ούτε φοβόταν τόσο τον κυρ Δημητρό, τον επίτροπο. Αυτός γκρίνιαζε πάντα και ήταν απότομος με τις γριές. Οι γριές δεν ήθελαν να ανεβαίνουν στον γυναικωνίτη. Επέμεναν να έχουν πάντα μια μικρή γωνιά δική τους, στη βορειοδυτική άκρη της εκκλησίας, περιφραγμένη με σειρές από στασίδια. Η Χαδούλα όμως φοβόταν τον Αρχάγγελο, τον άγριο, που ήταν ζωγραφισμένος μεγάλος πάνω στη βόρεια πόρτα της εκκλησίας, με το φλογερό του σπαθί στο χέρι.

Μπήκε στην έρημη εκκλησούλα. Άναψε ένα κερί, που το είχε στο καλάθι της μαζί με λίγα σπίρτα. Έκανε τρεις μεγάλες μετάνοιες, ως το πάτωμα, μπροστά στη μισοχαλασμένη τοιχογραφία. Ύστερα γύριζε στον νου της την ίδια ιδέα, που της είχε κολλήσει και δεν την άφηνε. Δεν τη φώναξε δυνατά. Την είπε όμως με φωνή που θα μπορούσε να την ακούσει κάποιος, αν ήταν εκεί μάρτυρας: «Αν έκανα καλά, Άι-Γιάννη μου, να μου δώσεις σημάδι σήμερα… να κάνω μια καλή πράξη, ένα ψυχικό, για να γαληνέψει η ψυχή μου κι η καρδούλα μου!…»

### Γλωσσάρι

- **ψυχομοίρι**: περιουσία που αφήνει κάποιος πριν πεθάνει σε άλλον, «για την ψυχή του».
- **κοκκίτης**: αρρώστια των παιδιών με δυνατό βήχα.
- **λοιμοκαθαρτήριο**: μέρος όπου κρατούσαν χωριστά τους ανθρώπους που ίσως είχαν κολλήσει επικίνδυνη αρρώστια.
- **«εκ σπασμώδους βηχός»**: (παλιά γλώσσα) «από βήχα με σπασμούς».
- **μετάνοια**: όταν σκύβει κανείς ως το πάτωμα μπροστά στις εικόνες, για προσευχή.
- **τριήμερο**: αυστηρή νηστεία τριών ημερών χωρίς φαγητό.
- **καυκαλήθρες, ζοχάρια, μυρώνια**: άγρια χόρτα που τρώγονται.
- **τρίμερο, δρακοντιά, αγριοκρεμμύδα, πολυτρίχι**: άγρια βότανα που τα έκαναν φάρμακα.
- **εξωκλήσι**: μικρή εκκλησία έξω από το χωριό.
- **τέμπλο**: ο τοίχος με τις εικόνες μπροστά στο ιερό της εκκλησίας.
- **«Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου»**: «Να το Αρνί του Θεού, που παίρνει πάνω του την αμαρτία του κόσμου».
- **γυναικωνίτης**: το πάνω μέρος της εκκλησίας, όπου στέκονταν οι γυναίκες.
- **ψυχικό**: καλή πράξη για τη σωτηρία της ψυχής.

## Θ'.

Το καλάθι της είχε γεμίσει και ο ήλιος είχε κατέβει πολύ χαμηλά. Η γριά Χαδούλα βγήκε από την έρημη εκκλησούλα και ξεκίνησε να γυρίσει στην πολίχνη. Κατέβηκε πάλι πίσω, δίπλα δίπλα στο ρέμα. Έστριψε δεξιά και άρχισε να ανεβαίνει προς τον λόφο του Αγίου Αντωνίου, από εκεί που είχε έρθει. Πριν φτάσει όμως στην κορυφή του λόφου, όπου βρίσκεται το εξωκλήσι και απ' όπου φαίνεται όλο το λιμάνι και η πόλη, κοίταξε δεξιά της. Εκεί χαμηλά, στο βάθος μιας μικρής κοιλάδας, βρισκόταν της Μάμους το ρέμα. Αυτή η κοιλάδα συναντά με ανοιχτή γωνία την άλλη, τη βαθιά κοιλάδα του Αχειλά. Εκεί είδε τον μεγάλο και καλά καλλιεργημένο κήπο του Γιάννη του Περιβολά. Και είπε μέσα της:

«Ας πάω στον μπαξέ του Γιάννη, να του ζητήσω κανένα μάτσο κρεμμύδια ή κανένα μαρούλι, να μου κάνει δώρο… Τι θα χάσω;»

Την ίδια στιγμή θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει πριν από μέρες: ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήταν άρρωστη. Δεν ήξερε αν αυτή βρισκόταν τώρα στην καλύβα μέσα στον κήπο, κοντά στην είσοδο, ή αν ήταν άρρωστη στην πόλη. Ο κηπουρός όμως σίγουρα θα ήταν εδώ. Αυτό το συμπέρανε, γιατί έβλεπε από μακριά ανοιχτή την πόρτα του περιβολιού. Σκέφτηκε λοιπόν να του πουλήσει μια εξυπηρέτηση με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της. Θα του υποσχόταν «μαντζούνια», για να γιατρευτεί η γυναίκα του. Αμέσως όμως είπε πάλι μέσα της:

«Τι εξυπηρέτηση να κάνει κανείς στη φτώχεια!… Η μεγαλύτερη καλοσύνη που θα μπορούσε να τους κάνει κανείς θα ήταν να είχε στερφοβότανο να τους δώσει. (Θεέ μου, συγχώρεσέ με!) Ή ας ήταν και παλικαροβότανο! πρόσθεσε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια κι αυτή η φτωχιά!… Νομίζω πως έχει πέντε έξι ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχει πεθάνει κανένα… απ' αυτά τα εφτάψυχα!»

Πράγματι, για πολλά χρόνια είχε ψάξει στα βουνά και στα φαράγγια να βρει «παλικαροβότανο» για την κόρη της. Αλλά εκείνο που της είχε δώσει δεν έπιασε. Αντίθετα, δούλεψε μάλλον σαν «κοριτσοβότανο». Κι όμως, σε αυτήν την ίδια, άλλοτε, όταν της το έδωσε η κουνιάδα της, είχε πιάσει. Γιατί έκανε τέσσερις γιους και μόνο τρεις κόρες. Όσο για το «στερφοβότανο», ο πνευματικός της της είχε πει πριν από χρόνια ότι είναι μεγάλη αμαρτία.

Κατέβαινε το μονοπάτι της πλαγιάς. Πριν φτάσει στην πόρτα του κήπου, είδε ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ήταν μέσα στον κήπο. Ήταν εκείνη την ώρα στο διπλανό χωράφι. Φαίνεται πως το είχε νοικιάσει ως κολίγας από τον γείτονα. Το χωράφι ήταν σπαρμένο κριθάρι. Το κριθάρι ήταν πολύ πράσινο και είχε ψηλώσει ήδη μια σπιθαμή. Το χωράφι ήταν πιο χαμηλά από τον κήπο, όσο είναι το ύψος του γονάτου. Ο Γιάννης ήταν σκυμμένος σε μια άκρη του χωραφιού και, όπως φαινόταν, βοτάνιζε. Δηλαδή ξερίζωνε τα άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα στο σπαρτό, όσο υπήρχε ακόμα φως, γιατί ο ήλιος βασίλευε ήδη. Ήταν πέρα από την άλλη άκρη του κήπου. Όταν η Γιαννού πλησίασε στην πόρτα του περιβολιού, δεν τον έβλεπε πια. Τον έκρυβε ο πυκνός φράχτης, και ήταν αρκετά μακριά. Έτσι δεν μπόρεσε να του φωνάξει από μακριά καλησπέρα. Κι εκείνος, σκυμμένος και απορροφημένος στη δουλειά του, ούτε την είδε.

Η γριά Χαδούλα μπήκε μέσα. Κοντά στην πόρτα ήταν η καλύβα. Ήταν κάπως άσπρη, αλλά απ' έξω όχι πολύ περιποιημένη ούτε καθαρή. Φαινόταν ότι είχε πολύ καιρό να ασπριστεί. Αυτό έδειχνε την αρρώστια της νοικοκυράς. Μπροστά στην καλύβα υπήρχαν εργαλεία, χόρτα και δεμάτια, όλα ανακατωμένα. Η πόρτα ήταν κλειστή. Τα δύο παράθυρα κλειστά. Ψηλά υπήρχε μόνο ένας φεγγίτης με τζάμι. Για να φτάσει ως εκεί η Φραγκογιαννού, να σηκωθεί στις μύτες και να δει αν ήταν άνθρωπος μέσα, έπρεπε να ανέβει δύο ή τρία σκαλιά. Έπρεπε να φτάσει στο μικρό σανιδένιο πάτωμα χωρίς κάγκελα, που το λένε «χαγιάτι».

Δίσταζε. Έπρεπε να το κάνει αυτό; Ή μήπως να ανέβει απλώς στο χαγιάτι και να χτυπήσει την πόρτα; Τότε άκουσε φωνές από μικρά κοριτσάκια. Λίγο πιο πέρα ήταν το πηγάδι με το μάγγανο, και δίπλα η στέρνα. Η στέρνα ήταν χαμηλή και βαθιά, και τα χείλη της μόλις σηκώνονταν πάνω από το έδαφος. Πάνω σε αυτό το χτιστό χείλος, στην άκρη της στέρνας, κάθονταν δύο μικρά κοριτσάκια. Το ένα ήταν περίπου πέντε χρονών, το άλλο περίπου τριών. Έπαιζαν με ένα καλάμι, που είχε δεμένο στην άκρη έναν σπάγκο και ένα καρφί. Έκαναν πως ψάρευαν μέσα στη στέρνα.

— Να!… Μου έδωσε το σημάδι ο Άι-Γιάννης, είπε μέσα της η Φραγκογιαννού, σχεδόν χωρίς να το θέλει, μόλις είδε τα δυο κοριτσάκια… Τι λευτεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, αν ίσως έπεφταν μέσα στη στέρνα και κολυμπούσαν!… Για να δούμε, έχει νερό;

Πλησίασε, έσκυψε και είδε ότι η στέρνα ήταν σχεδόν γεμάτη. Είχε νερό περίπου δύο τρίτα της οργυιάς.

— Γιατί τα αφήνει εδώ εκείνος ο πατέρας τους, τόσο μικρά κορίτσια; είπε πάλι η Φραγκογιαννού. Δεν μπορούν να πέσουν και μόνα τους μέσα;…

Έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα στην καλύβα. Όμως η καλύβα φαινόταν σαν να μην ήταν άνθρωπος μέσα.

Κοίταξε με περιέργεια τα δυο κοριτσάκια. Το μεγαλύτερο ήταν όμορφο και ξανθό. Αν και ήταν σχεδόν άπλυτο, σου έκανε ωραία εντύπωση. Το μικρότερο ήταν χλωμό και κακοντυμένο. Φαινόταν μάλλον να έχει «ζούρα», δηλαδή μαρασμό των μικρών παιδιών.

— Κοριτσάκια, είπε η Φραγκογιαννού, τι κάνετε εδώ;… Πού είναι η μάνα σας;

Το μεγαλύτερο κοριτσάκι απάντησε:

— Πίτι.

— Στο σπίτι, εξήγησε η γριά. Μα σε ποιο σπίτι; Εδώ ή στο χωριό;

— Ζεν είναι ζω, είπε πάλι η μικρή.

Φαίνεται ότι έκανε ό,τι της είχε πει ο πατέρας της. Εκείνος δεν ήθελε να ενοχλούν οι περαστικοί την άρρωστη. Αυτή, στην πραγματικότητα, βρισκόταν μέσα στην καλύβα. Τα παράθυρα ήταν κλειστά, ίσως για να μην της κάνει κακό ο βραδινός αέρας του ρέματος. Φαίνεται ότι ο άντρας της είχε κατέβει μόλις πριν από λίγο στο διπλανό χωράφι, για να τελειώσει μια μικρή δουλειά. Και βαρέθηκε, ή νόμισε πως δεν χρειαζόταν, να κλείσει και την πόρτα του περιβολιού.

Η γριά Χαδούλα ρώτησε πάλι:

— Κι είναι στο χωριό η μάνα σας; Κι εσείς πώς είστε εδώ μοναχά σας;

— Είναι πατέλας ζω, είπε η μικρή.

— Πού;

— Εκεί κάτω, έδειξε η μικρή.

— Και τι κάνει;

Το κοριτσάκι σήκωσε τους ώμους. Δεν ήξερε τι να πει. Στο τέλος είπε:

— Έχει ζ' λειά (έχει δουλειά).

— Πώς σε λένε, κορίτσι μου;

— Εμένα; Μ' σούδα (Μυρσούδα).

— Και την αδερφή σου;

— Τούλα (Αρετούλα).

Η Φραγκογιαννού σκέφτηκε: «Θα φωνάξουν άραγε;… Θα ακουστεί; Πού να ακουστεί!… Πρέπει να κάνω γρήγορα», πρόσθεσε μέσα της. «Αυτός, όπου να 'ναι, θα έρθει εδώ σε λίγο, γιατί θα σουρουπώσει και δεν θα βλέπει να δουλεύει εκεί κάτω… Και πρέπει να φύγω όσο πιο γρήγορα μπορώ, χωρίς να με δει, όπως δεν με είδε ως τώρα».

Δίστασε για μια στιγμή. Ένιωσε μέσα της μια φοβερή πάλη.

Ύστερα είπε, σχεδόν δυνατά: «Καρδιά!… Αυτό είναι μια απόφαση».

Και άρπαξε με τα δυο της χέρια τα δυο κοριτσάκια και τα έσπρωξε με μεγάλη δύναμη.

Ακούστηκε ένα δυνατό πλατς.

Τα δυο πλασματάκια επέπλεαν στο νερό της στέρνας.

Το μεγαλύτερο κοριτσάκι έβγαλε μια διαπεραστική φωνή, που αντήχησε στη μοναξιά του βραδιού:

— Μα…!

Από ένστικτο η Φραγκογιαννού γύρισε το πρόσωπό της προς την άσπρη καλύβα. Ως τότε της είχε γυρισμένη την πλάτη.

Ετοιμαζόταν να φύγει. Ταυτόχρονα κοίταζε με την άκρη του ματιού της τη στέρνα, για να δει αν κρατούσε ακόμα η αγωνία.

Σήκωσε το καλάθι της, που το είχε αφήσει κάτω, και απομακρύνθηκε δύο βήματα.

Τα δυο πλασματάκια σπαρταρούσαν μέσα στο νερό. Η μικρή είχε βουλιάξει ήδη. Η μεγάλη πάλευε.

Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, η γριά άκουσε πίσω της τον θόρυβο μιας πόρτας που άνοιγε, και μια αδύναμη φωνή.

Γύρισε. Η πόρτα της καλύβας είχε ανοίξει. Η άρρωστη γυναίκα, η μητέρα των δύο κοριτσιών, στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Ήταν χλωμή και τυλιγμένη σε ένα μάλλινο σεντόνι, και έμοιαζε με φάντασμα.

— Τι είναι; είπε με τρόμο η άρρωστη γυναίκα.

Τότε η Φραγκογιαννού έδειξε μεγάλη ετοιμότητα. Στεκόταν όρθια, δύο βήματα από τη στέρνα. Πέταξε κάτω το καλάθι της, που μόλις το είχε σηκώσει, και άρχισε να τρέχει, να πηδά και να φωνάζει:

— Τα κορίτσια!… Τα κορίτσια!… Πέσανε μέσα!… Κοίτα!… Δεν έχετε τον νου σας, χριστιανοί;… Πώς έγινε;… Και τα αφήνετε μοναχά τους κοντά στη στέρνα, που είναι γεμάτη νερό!… Καλά που βρέθηκα!… Να, τώρα πέρασα κι εγώ… Ο Θεός μ' έστειλε!

Και αμέσως έσκυψε και έβγαλε στη στιγμή τη φούστα της. Έμεινε με τη λεγόμενη «μαλλίνα», ένα μάλλινο μεσοφόρι. Πέταξε τις χοντρές πατημένες παντόφλες της και έμεινε με τις κάλτσες, που ήταν τρύπιες στη φτέρνα. Και ρίχτηκε βαριά, με θόρυβο, μέσα στο νερό της στέρνας.

Η άρρωστη γυναίκα είχε βγάλει μια βραχνή φωνή. Έτρεξε να κατέβει τα δύο τρία πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου. Παραπατούσε και μόλις μπορούσε να περπατήσει από την αδυναμία.

Πριν φτάσει εκείνη κοντά στη στέρνα, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερο κοριτσάκι. Της φαινόταν μάλλον πνιγμένο ήδη. Το τράβηξε σιγά σιγά προς τα έξω, με το κεφάλι πάντα μπρούμυτα μέσα στο νερό. Ύστερα σήκωσε το μικρό σώμα και το άφησε πάνω στο πέτρινο χείλος. Μετά έπιασε το άλλο κοριτσάκι, το μεγαλύτερο. Το άρπαξε από την άκρη του φορέματος και από το ένα πόδι. Τραβούσε το σώμα προς τα πάνω, αλλά το κεφάλι έμενε κάτω, μέσα στο νερό, όσο πιο πολλή ώρα γινόταν.

Τελικά η μητέρα έφτασε κοντά, και η Φραγκογιαννού τράβηξε αποφασιστικά το σώμα έξω. Το άφησε δίπλα στο άλλο σώμα.

Τα δυο πλασματάκια φαίνονταν αναίσθητα.

Η Φραγκογιαννού έψαξε με κόπο με τα πόδια της μέσα στο νερό. Στη νότια πλευρά της στέρνας βρήκε την τρύπα όπου έβγαινε το νερό. Ήταν βουλωμένη με μια πλατιά σανίδα, που είχε ένα ψηλό χερούλι σαν κοντάρι. Πάτησε το ένα πόδι πάνω σε εκείνη την εσοχή του τοίχου και ανέβηκε με κόπο στο χείλος, στάζοντας ολόκληρη.

— Είδες! Δεν το σκέφτηκα! φώναξε η Φραγκογιαννού, για να την ακούσουν. Δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο προς τα πάνω, να ξεβουλώσω το στόμιο, για να αδειάσει μονομιάς η στέρνα, πριν πνιγούν τα κοριτσάκια, τα καημένα!

Ήταν αλήθεια, άλλωστε, ότι δεν το είχε σκεφτεί. Υπάρχει όμως υποκρισία ακόμα και μέσα στην ειλικρίνεια.

Η Φραγκογιαννού τίναξε τις άκρες από τα βρεγμένα ρούχα της. Έριξε μια ματιά στα δυο αναίσθητα σώματα και άρχισε να λέει βιαστικά:

— Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε… Χτύπημα με το καλάμι, για να ξεράσουν βέβαια!… Καλά που είναι γλυκό το νερό… Πού είναι ο άντρας σου, χριστιανή μου;… Έτσι τα αφήνουν τα μικρά κορίτσια, μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας; Καλά που ήρθα! Ο Θεός μ' έστειλε… Από τον Ανάγυρο έρχομαι, από τον ελαιώνα… Καλά που ήταν η πόρτα του μπαξέ ανοιχτή!…

»Πού είναι ο άντρας σου; Πού 'ναι; Μόλις μπήκα από την πόρτα, ακούω μπλουμ! Τρέχω… Τι να δω! Δεν πρόφτασα… Ούτε ήξερα πως είσαι εδώ. Νόμιζα πως βρίσκεσαι στο χωριό… Είχα μάθει πως ήσουν άρρωστη… Την τρομάρα που πήρα!… Τώρα θέλουν κρέμασμα ανάποδα, και γρήγορα… Δεν πιστεύω να είναι πνιγμένα για τα καλά… Πού 'ναι ο άντρας σου; Πού 'ναι;

Και άρπαξε με δύναμη το ένα σώμα, το μικρότερο. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι ήταν νεκρό ήδη. Το πήγε κοντά σε ένα δέντρο, για να το κρεμάσει ανάποδα, όπως έλεγε.

— Πού είναι ένα σκοινάκι;… Να, βλέπω έναν σπάγκο με καλάμι! Καλά, θα χρειαστεί.

Έκανε ανυπόμονα νόημα στην άρρωστη γυναίκα να της φέρει κοντά το καλάμι, με το οποίο έπαιζαν πριν από λίγο τα δυο κοριτσάκια.

Η γυναίκα ήταν ζαλισμένη και σαν χαμένη. Έσφιγγε τα χέρια της από απορία, από τρόμο και από αγωνία. Είπε με αδύναμη φωνή:

— Μα πού είναι ο πατέρας τους;

— Εμένα ρωτάς; είπε η Γιαννού.

— Δεν φωνάζεις;… Εγώ δεν μπορώ να φωνάξω, δεν έχω δύναμη στην καρδιά, χριστιανή μου… Ίσως να είναι από κάτω, στο χωράφι.

Η Φραγκογιαννού άφησε για λίγο κάτω το μικρό σώμα. Έτρεξε δύο βήματα και πήρε το καλάμι με τον σπάγκο. Προσπαθούσε να λύσει ή να κόψει τον σπάγκο, για να δέσει με αυτόν τα πόδια της μικρής πνιγμένης σε ένα κλαδί της κερασιάς και να κρεμάσει το σώμα με το κεφάλι προς τα κάτω.

Την ίδια ώρα, για να απαντήσει στο παρακάλι της γυναίκας, φώναξε με άγρια, παράξενη φωνή:

— Γιάννη!… Γιάννη!…

Η φωνή αντήχησε σε όλη την κοιλάδα. Ο Γιάννης όμως δεν φαινόταν. Η Γιαννού έδεσε τα πόδια της μικρής και προσπαθούσε να την κρεμάσει. Συγχρόνως ξαναφώναξε:

— Γιάννη!… Πού είσαι;… Έλα!… Τα κορίτσια έπεσαν μέσα στη στέρνα!…

«Καλύτερα που αργεί», έλεγε μέσα της.

— Δεν ακούει, λέω, αυτός ο χριστιανός; Τόση λαιμαργία για δουλειά! Τώρα νύχτωσε πια… Γιάννη! Γιάννη!…

Την ίδια ώρα κατάλαβε ότι σχεδόν πρόδιδε τον εαυτό της. Γιατί η γυναίκα δεν της είχε πει καθαρά ότι ο Γιάννης δούλευε στο χωράφι. Μόνο η ίδια τον είχε δει. Κι αν της το είπε κάποιος, της το είπε το κοριτσάκι που πνίγηκε. Γι' αυτό πρόσθεσε:

— Μα πού είναι;… Στο χωράφι, είπες; Και τι κάνει;… Ποιος να τρέξει ως εκεί, χριστιανή μου;… Εσύ είσαι άρρωστη γυναίκα… Γιάννη!… Πού είσαι, Γιάννη;

Τελικά ακούστηκε μια φωνή πέρα από τον τελευταίο φράχτη, από την άκρη του κτήματος:

— Τι είναι;… Ποιος φωνάζει;

— Τρέξε, Γιάννη!… Τα κορίτσια πνιγήκανε! φώναξε με μεγάλο κόπο η άρρωστη γυναίκα.

Ύστερα από ένα λεπτό έφτασε τρέχοντας ο Γιάννης.

Η Φραγκογιαννού στο μεταξύ είχε κρεμάσει το μικρό σώμα. Ύστερα σήκωσε και το άλλο σώμα, του μεγαλύτερου κοριτσιού. Το ψαχούλευε με τα δυο της χέρια, για να βεβαιωθεί αν ήταν ήδη νεκρό. Και συγχρόνως έριχνε ένα λοξό, ύπουλο βλέμμα στη δύστυχη μητέρα. Εκείνη ήταν χλωμή και έτρεμε κάτω από το άσπρο μάλλινο σεντόνι της. Η Φραγκογιαννού κούνησε το κεφάλι της· χωρίς να το θέλει, λυπόταν εκείνη τη γυναίκα.

Όταν είδε από μακριά τον πατέρα, τον κηπουρό, να τρέχει προς τα εδώ, γύρισε το σώμα με το κεφάλι προς τα κάτω. Και το κρατούσε έτσι για λίγο, διστακτική και τρομαγμένη.

— Τι είναι;… Τι συμβαίνει; φώναξε ο Γιάννης, που δεν καταλάβαινε τίποτα.

— Να! Καλά που βρέθηκα! του φώναξε η Φραγκογιαννού… Ερχόμουν από τον Ανάγυρο με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα βότανο απ' αυτά που μάζεψα σήμερα στο ρέμα, για να κάνετε μαντζούνι για τη γυναίκα σου!… Γιατί είχα μάθει πως ήταν άρρωστη… Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή!… Μπαίνω μέσα… Ακούω μπλουμ! Την τρομάρα που πήρα! Τα δυο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με το καλάμι, έπεσαν στη στέρνα… Όπως φαίνεται, όσο μπόρεσα να καταλάβω, είχαν πιάσει καβγά ποια θα κρατά το καλάμι, για να βγάλει τάχα τα ψάρια… Η μικρή ήθελε να αρπάξει το καλάμι από τη μεγάλη… Η μεγάλη έσπρωξε τη μικρή και την έριξε μέσα στο νερό. Κι η μικρή, όπως φαίνεται, έπιασε τη μεγάλη και την τράβηξε μαζί της μέσα στη στέρνα.

(Η Φραγκογιαννού είχε σκεφτεί αυτή την εξήγηση εκείνη τη στιγμή, από έμπνευση.)

— Αχ! Την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλουμ! Καλά που βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε… Μα έτσι αφήνουν, χριστιανοί μου, τα μικρά κορίτσια να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα, που είναι γεμάτη νερό!…

Ο Γιάννης είδε τα δυο αναίσθητα σώματα στο χλωμό φως του σούρουπου. Τραβούσε τα μαλλιά του και δάγκωνε τις κλειδώσεις των δαχτύλων του. Απάντησε:

— Ω!… Τι αμαρτίες!… Έχεις δίκιο, χριστιανή μου! Αχ!… Και τι ήταν αυτό!… Κι εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι κι έβγαζα τα χορτάρια… Και δεν μπορούσα να ησυχάσω, το έρμο!… Ένα σαράκι μ' έτρωγε μέσα μου!… Και δεν σκέφτηκα πως η στέρνα ήταν γεμάτη. Κι είχα έναν φόβο, μια υποψία… Έλεγα να αφήσω το βοτάνισμα, να έρθω, να τρέξω πίσω στον μπαξέ… Κι έλεγα, ο διάβολος κάτι μου ετοιμάζει, κάτι μου μαγειρεύει… Και δεν μου έκανε καρδιά να αφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! Δίκιο έχεις, ό,τι κι αν πεις, χριστιανή μου. Αχ! αχ! Τι αμαρτίες!

Και με μεγάλη αγωνία ο κηπουρός βοήθησε στα γιατρικά για τον πνιγμό που του έλεγε να κάνουν η έμπειρη Φραγκογιαννού.

### Γλωσσάρι

- **μπαξές**: μεγάλος κήπος με λαχανικά και δέντρα.
- **μαντζούνι**: φάρμακο από βότανα και μέλι.
- **στερφοβότανο**: βότανο που κάνει τη γυναίκα να μην κάνει παιδιά.
- **παλικαροβότανο / κοριτσοβότανο**: βότανο που, όπως πίστευαν, κάνει τη γυναίκα να γεννά αγόρια / κορίτσια.
- **εφτάψυχα**: που δεν πεθαίνουν εύκολα, σαν να έχουν εφτά ψυχές.
- **κολίγας**: αγρότης που καλλιεργεί ξένο χωράφι και δίνει μέρος από τη σοδειά στον ιδιοκτήτη.
- **χαγιάτι**: σκεπαστό μπαλκόνι ή διάδρομος μπροστά στο σπίτι.
- **μάγγανο**: μηχανή για να βγάζουν νερό από το πηγάδι.
- **στέρνα**: δεξαμενή για νερό.
- **οργυιά**: μέτρο μήκους, περίπου 1,80 μ. (όσο ανοίγουν τα χέρια).
- **ζούρα**: αρρώστια των μωρών, που αδυνατίζουν και μαραζώνουν.
- **μεσοφόρι**: ρούχο που φορούν οι γυναίκες κάτω από τη φούστα.
- **σαράκι**: μικρό σκουλήκι που τρώει το ξύλο· εδώ: μεγάλη ανησυχία μέσα στην ψυχή.
- **το έρμο**: (λαϊκό) το καημένο, το δύστυχο.

## Θ'. (συνέχεια)

Η γριά Χαδούλα αναγκάστηκε να μείνει όλη εκείνη τη νύχτα στην καλύβα. Εκεί δοκίμασε όλα τα σπάνια συναισθήματα, που δεν περιγράφονται με λόγια, μιας φόνισσας που ξαφνικά γίνεται γιάτρισσα των ίδιων της των θυμάτων. Έκανε πολλά κρεμάσματα ανάποδα και πολλές τρίψεις. Παρ' όλα αυτά, τα δυο κοριτσάκια πέθαναν.

Το πρωί ο Γιάννης έτρεξε στην πολίχνη, για να ειδοποιήσει τις αρχές. Η Φραγκογιαννού έμεινε πίσω και κρατούσε συντροφιά στην άρρωστη μητέρα, που έκλαιγε και θρηνούσε. Έτσι έκανε και τη δουλειά της παρηγορήτρας, δίπλα στη δουλειά της γιάτρισσας.

Ο ειρηνοδίκης και ο πάρεδρος, «που εκτελεί τα καθήκοντα της αστυνομίας», ήρθαν στον τόπο. Ανέκριναν τη Φραγκογιαννού. Εκείνη διηγήθηκε τη χθεσινή της εκδρομή και πώς πέρασε τυχαία από τον λαχανόκηπο. Ύστερα επανέλαβε σχεδόν λέξη προς λέξη όσα είχε πει στον πατέρα των δύο κοριτσιών:

«Η μικρότερη ήθελε να αρπάξει το καλάμι από τη μεγαλύτερη. Η μεγάλη έσπρωξε τη μικρή και την έριξε μέσα στο νερό. Κι η μικρή, όπως φαίνεται, έπιασε τη μεγάλη και την τράβηξε μαζί της μέσα στη στέρνα».

Αυτά τα έλεγε μάλλον σαν δικά της συμπεράσματα. Γιατί, όπως έλεγε, μόλις πάτησε το κατώφλι της πόρτας, άκουσε ένα **μπλουμ**! Δεν πρόφτασε να εμποδίσει το κακό. Μόνο πήρε «μεγάλη τρομάρα».

Ήρθε και ο γιατρός που βρισκόταν προσωρινά στο νησί, ο κ. Μ. Είδε τα πτώματα και έγραψε την έκθεσή του. Αποφάσισε ότι τα δύο κοριτσάκια πνίγηκαν επειδή έπεσαν στο νερό.

Καμία υποψία δεν υπήρχε για τη Φραγκογιαννού. Ένας ιερέας ήρθε και διάβασε τα δυο πλασματάκια στο εξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου. Και τα έθαψαν εκεί έξω, ανάμεσα σε σχίνα και θάμνους, κοντά στη βόρεια πλευρά της εκκλησούλας.

### Γλωσσάρι

- **φόνισσα**: γυναίκα που σκότωσε άνθρωπο.
- **γιάτρισσα**: γυναίκα που γιατρεύει αρρώστους.
- **τρίψεις**: όταν τρίβει κανείς δυνατά το σώμα ενός αρρώστου για να συνέλθει.
- **ειρηνοδίκης**: δικαστής για μικρές υποθέσεις στο νησί.
- **πάρεδρος**: δημοτικός υπάλληλος που εδώ κάνει και τη δουλειά της αστυνομίας.
- **ανακρίνω**: κάνω ερωτήσεις σε κάποιον για να μάθω την αλήθεια για ένα έγκλημα.
- **έκθεση**: γραπτή αναφορά για ό,τι είδε κανείς.
- **διαβάζω (τον νεκρό)**: ο παπάς λέει τις προσευχές της κηδείας.
- **σχίνα**: θάμνοι με πυκνά, πράσινα φύλλα που φυτρώνουν κοντά στη θάλασσα.

## Ι'.

Πέρασαν οι γιορτές του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γριά Χαδούλα έπλενε ρούχα στη μεγάλη αυλή του κυρ Αλέξανδρου του Ροσμαή. Τη βοηθούσε η μικρή της κόρη, η Κρινιώ. Ο κυρ Αλέξανδρος ήταν γέρος και από τους πρώτους ανθρώπους του τόπου. Ήταν σύντεκνός της και της είχε βαφτίσει σχεδόν όλα τα παιδιά.

Ένα μέρος της αυλής ήταν σκεπαστό και το έλεγαν Λαδαρειό. Εκεί βρισκόταν μια πελώρια ξύλινη καρούτα, που έμοιαζε πολύ με την Κιβωτό του Νώε, όπως τη ζωγραφίζουν. Κοντά ήταν το πηγάδι. Εκεί μια τεράστια μουριά, που ξανάνθιζε, άπλωνε τα μεγάλα κατάπρασινα κλαδιά της. Ήταν σαν ευλογία σε σχήμα σταυρού, που δινόταν σε άξιους και ανάξιους. Ο μικρός κήπος, φραγμένος με ξύλινο φράχτη, άνοιγε πολύχρωμα λουλούδια που μεθούσαν με τη μυρωδιά τους. Έδιναν δροσιά, γλύκα και χαρά στα μάτια όλων των πλασμάτων του Θεού. Δίπλα ήταν το μικρό καμίνι με τη χτιστή στέρνα για τα στέμφυλα.

Εκεί είχε η Φραγκογιαννού τη μεγάλη, βαθιά σκάφη της. Δίπλα σε αυτήν είχε άλλη σκάφη η Κρινιώ. Εδώ και δύο μέρες οι δυο τους δούλευαν ακούραστα. Έπλεναν, έκαναν μπουγάδα, ξέβγαζαν, άπλωναν, στέγνωναν, μάζευαν. Και ακόμα δεν είχαν τελειώσει την καλή τους δουλειά.

Τη δεύτερη μέρα η Φραγκογιαννού είχε ενοχληθεί πολύ από ένα σμάρι μικρά αγόρια και κορίτσια. Έτρεχαν, έκαναν θόρυβο και σκανταλιές μέσα στην αυλή. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε, έμπαιναν ορμητικά στην αυλή. Έτρεχαν εδώ κι εκεί, χοροπηδούσαν και κυνηγιούνταν γύρω γύρω από την καρούτα. Έπαιζαν κρυφτό. Έσκυβαν στο πηγάδι σαν Νάρκισσοι, για να δουν τη σκιά τους στο νερό, και κινδύνευαν να πέσουν μέσα. Έβγαζαν μεγάλες φωνές χωρίς λόγια, σαν Ηχώ. Τα κοριτσάκια κρύβονταν πίσω από την καρούτα, στα σκοτεινά στενά μέρη, γιατί τους άρεσε ο φόβος του παιχνιδιού. Και όλα αυτά τα έκαναν με μεγάλη παιδική αδιακρισία και ενόχληση. Δεν άφηναν την εργατική γριά και την κόρη της να κάνουν ήσυχες τη δουλειά τους.

Η μεγάλη αυλή είχε δύο αυλόπορτες, τη μεγάλη και τη μικρή. Η Γιαννού τις είχε κλείσει πολλές φορές και τις δύο, με τον σύρτη ή με το μάνταλο, γιατί ήθελε να βρει ησυχία. Κάθε φορά όμως, σε λίγο, ήταν πάλι ανοιχτές. Αυτό γινόταν γιατί και όσοι έμεναν στο σπίτι έπρεπε συχνά να μπουν ή να βγουν. Έρχονταν και άλλοι απ' έξω, εκτός από τα παιδιά: συγγενείς ή φίλοι του σπιτιού. Η Γιαννού παραπονέθηκε στη σεβάσμια γερόντισσα, τη νοικοκυρά. Εκείνη μάλωσε τα παιδιά πολλές φορές, αλλά δεν ωφέλησε σε τίποτα. Παραπονέθηκε και σε δύο γειτόνισσες, που ήταν μητέρες μερικών από τα παιδιά. Αυτές της απάντησαν να «κοιτάζει τη δουλειά της και να μην κάνει κουμάντο σε ξένο βιος».

Κοντά στο μεσημέρι η Γιαννού έστειλε την Κρινιώ στο σπίτι, να φέρει ψωμί και φάβα για να φάνε. Είχε πει ότι τη φάβα θα την έβραζε η Αμέρσα. Η Αμέρσα είχε πάντα τον αργαλειό της στο σπίτι και δεν συνήθιζε να βοηθά στο πλύσιμο και σε άλλες δουλειές έξω από το σπίτι.

Η Φραγκογιαννού έμεινε για λίγη ώρα μόνη και συνέχιζε να πλένει. Εκείνη την ώρα ήταν στην αυλή μόνο δύο ή τρία κοριτσάκια. Αυτά δεν έκαναν λιγότερο θόρυβο από τα αγόρια. Μάλιστα, από τότε που άνοιξε στο χωριό σχολείο θηλέων, τα κορίτσια είχαν ξυπνήσει πολύ. Η κυρά δασκάλα δεν τους μάθαινε πολλά γράμματα, και ακόμα λιγότερα εργόχειρα. Τους μάθαινε μόνο «να πάρουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν φοβισμένα» και σαν «βουνίσια». Και κήρυττε ότι ήταν πια καιρός να «χειραφετηθούν».

Η Φραγκογιαννού τα μάλωσε πολλές φορές, αλλά αυτά δεν άκουγαν. Ένα κοριτσάκι μάλιστα, μόλις εφτά χρονών, η Ξενούλα, κόρη της γειτόνισσας της Προπαντίνας, άρχισε να κοροϊδεύει τη γριά. Της έκανε γκριμάτσες με τα χέρια και με το στόμα.

Κάποια στιγμή τα άλλα δύο κοριτσάκια έτρεξαν έξω από την αυλή. Η Ξενούλα έμεινε και έσκυβε στο πηγάδι. Προσπαθούσε με μια βέργα να φτάσει το νερό και να το ταράξει. Έσκυβε επίμονα, αλλά η βέργα ήταν πολύ κοντή και δεν έφτανε.

— Ε, Θεέ μου, και να έπεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε η Φραγκογιαννού με ένα παράξενο γέλιο. Τι λευτεριά θα έκανες της μάνας σου!

— Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα! έκανε η Ξενούλα, και την κορόιδευε αλλάζοντας τη φωνή της. Τσι λελυγιά τσάκαλες τσης μπάμιας σου!

Είχε ανασηκωθεί λίγο, και ξανάσκυψε, πιο βαθιά από πριν.

Το στόμιο του πηγαδιού ήταν τετράγωνο. Ήταν φραγμένο με σανίδες που δεν είχαν το ίδιο πλάτος, κι έτσι οι πλευρές δεν είχαν το ίδιο ύψος. Η μικρή σανίδα, όπου έσκυβε η Ξενούλα, ήταν πιο χαμηλή από τις άλλες τρεις. Ήταν φθαρμένη και γλιστερή. Την είχε φάει το σκοινί του κουβά, με τον οποίο έβγαζαν νερό. Τα καρφιά της ήταν σκουριασμένα, η ίδια ήταν σάπια και κουνιόταν. Καθώς έσκυψε το κοριτσάκι, στηρίχτηκε ολόκληρο, με όλο το βάρος του σώματος, στο αριστερό του χέρι, πάνω σε αυτή τη σανίδα. Γλίστρησε. Η σανίδα υποχώρησε και ξεκόλλησε από τη μία άκρη. Και η Ξενούλα έπεσε με το κεφάλι μέσα στο ανοιχτό στόμα του πηγαδιού. Ακούστηκε μια πνιγμένη φωνή, ένα χτύπημα, και ύστερα ένα δυνατό πλατς στο νερό.

Η επιφάνεια του νερού ήταν μιάμιση οργυιά κάτω από το στόμιο. Το βάθος του νερού πρέπει να ήταν μία οργυιά.

Από ένστικτο η Φραγκογιαννού θέλησε να φωνάξει και να τρέξει να βοηθήσει. Όμως την κραυγή της την έπνιξε η ίδια στον λαιμό της, πριν τη βγάλει. Οι κινήσεις της παρέλυσαν και το σώμα της πάγωσε. Μια παράξενη σκέψη ήρθε στον νου της. Να, μόλις είχε πει, σχεδόν για αστείο, την ευχή να πέσει το κοριτσάκι μέσα στο πηγάδι. Και να, έγινε! Άρα ο Θεός (τολμούσε να το σκεφτεί;) είχε ακούσει την ευχή της. Δεν χρειαζόταν πια να βάλει χέρι. Έφτανε μόνο να ευχηθεί, και η ευχή της εισακουγόταν.

Ύστερα από μια στιγμή αποφάσισε να πάει ως το στόμιο του πηγαδιού, να σκύψει και να δει στο βάθος. Είδε την αγωνία του μικρού κοριτσιού, που σπαρταρούσε μέσα στο νερό. Είπε μέσα της ότι, κι αν ήθελε, δεν θα μπορούσε να το σώσει. Αλλά βέβαια, αν πνιγόταν… αυτήν θα κατηγορούσαν! Να φωνάξει τώρα για βοήθεια ήταν αργά. Ίσως ήταν αργά για να σωθεί η μικρή. Μάλλον όμως δεν θα ήταν αργά για να δείξει εκείνη την αθωότητά της. Κι όμως, δεν αποφάσισε να φωνάξει. Καλύτερα θα ήταν, αν το είχε κάνει αμέσως. Αλλά τι κακή τύχη! Πώς την τιμωρούσε η αμαρτία! Αν ήταν τώρα η Κρινιώ εδώ, πόσο καλό θα ήταν! Εκείνη σίγουρα θα μπορούσε να κατέβει ξυπόλυτη ως το νερό. Γιατί το πηγάδι, όπως συμβαίνει συνήθως, είχε πατήματα στους εσωτερικούς τοίχους, εσοχές ανάμεσα στις πέτρες. Ήταν όμως ίσως πολύ επικίνδυνα και γλιστερά. Και ίσως η Κρινιώ να κατάφερνε να σώσει το μικρό κοριτσάκι. Τώρα όμως υπήρχε μόνο απελπισία και θάνατος!

Εκείνες τις στιγμές η Φραγκογιαννού είχε ξεχάσει την πρώτη της ιδέα: ότι ο Θεός θέλησε να ακούσει την ευχή της και να πνιγεί το κοριτσάκι. Ύστερα, αμέσως, αυτή η σκέψη ξαναήρθε στον νου της. Και χωρίς να το θέλει, γέλασε ένα πικρό γέλιο.

Στη στιγμή αποφάσισε τι έπρεπε να κάνει.

«Ας πάω στο σπίτι, είπε μέσα της. Θα βρω μια πρόφαση. Θα πω ότι, επειδή η Κρινιώ αργούσε να έρθει, και ίσως να μην ήταν έτοιμο το φαγητό, πείνασα τάχα πολύ. Και προτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να γλιτώσω και την Κρινιώ από τον κόπο να κουβαλά».

Και αμέσως έβαλε τη σκάφη, με όσα ρούχα ήταν ακόμα μισοπλυμένα, πίσω από την καρούτα, μέσα σε ένα μεγάλο ξύλινο αμπάρι. Το κλείδωσε και έβαλε το κλειδί στην τσέπη της. Βγήκε τρέχοντας από την αυλή, από τη μικρή αυλόπορτα. Την έκλεισε απ' έξω με το μάνταλο και έφυγε.

### Γλωσσάρι

- **σύντεκνος**: ο κουμπάρος, αυτός που βάφτισε τα παιδιά κάποιου.
- **καρούτα**: πολύ μεγάλο ξύλινο βαρέλι για λάδι ή κρασί.
- **στέμφυλα**: ό,τι μένει από τα σταφύλια όταν τα πατήσουν για κρασί.
- **σκάφη**: μεγάλο ξύλινο σκεύος για πλύσιμο ρούχων.
- **μπουγάδα**: πλύσιμο ρούχων με ζεστό νερό και στάχτη.
- **Νάρκισσος / Ηχώ**: πρόσωπα από τους αρχαίους μύθους: ο Νάρκισσος κοίταζε την εικόνα του στο νερό· η Ηχώ επαναλάμβανε τις φωνές των άλλων.
- **κάνω κουμάντο σε ξένο βιος**: δίνω διαταγές για πράγματα που δεν είναι δικά μου.
- **αργαλειός**: μηχανή από ξύλο για το ύφασμα.
- **χειραφετούμαι**: γίνομαι ελεύθερος, δεν εξαρτώμαι από άλλους.
- **«Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα!…»**: η Ξενούλα κοροϊδεύει τα λόγια της γριάς με μωρουδίστικη φωνή: «Ε, Θεέ μου, και να έπεφτες μέσα! Τι λευτεριά θα έκανες της μάνας σου!»
- **οργυιά**: μέτρο μήκους, περίπου 1,80 μ. (όσο ανοίγουν τα χέρια).
- **αμπάρι**: μεγάλο ξύλινο κιβώτιο για να φυλάνε πράγματα.

## ΙΑ'.

Έβγαλαν το σώμα της Ξενούλας από το πηγάδι, πνιγμένο και νεκρό. Από τότε η γριά Χαδούλα δεν ήταν πια ήσυχη. Ένας κρύος φόβος άρχισε να τη βασανίζει… Έλεγε ότι τώρα, αν και δεν έφταιγε, δεν θα γλίτωνε πια.

Πράγματι, οι αρχές είχαν αρχίσει να υποψιάζονται. Η γριά αυτή είχε βρεθεί και στον πνιγμό των δύο κοριτσιών του Γιάννη του Περιβολά, στης Μαμούς το ρέμα. Από εκείνη την υπόθεση δεν βγήκαν αποδείξεις ενοχής, ούτε καν σημάδια για υποψία. Όλη όμως η υπόθεση είχε κάτι παράξενο και αλλόκοτο. Και τώρα η ίδια γριά βρισκόταν στην αυλή του γέρου Ροσμαή, περίπου τις ώρες που πνιγόταν στο πηγάδι η μικρή Ξενούλα, η κόρη του Προπαντή. Αυτή η σύμπτωση έβαλε κάποιες υποψίες στον ειρηνοδίκη. Εκείνος το είπε στον Πάρεδρο, «που εκτελεί τα καθήκοντα της αστυνομίας».

Ο πάρεδρος, ως δημόσιος κατήγορος, έλεγε μόνο ένα πράγμα στις συνεδριάσεις για τα ποινικά: «Κατά τις μαρτυρίες που είπαν οι μάρτυρες, φαίνεται να έκανε ή φαίνεται να μην έκανε την πράξη». Τον άλλο καιρό δεν είχε ευκαιρία να δείξει τη δραστηριότητά του ή να ακονίσει τη γλώσσα του. Τώρα απλώς απάντησε: «Αφού έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα είναι, κι έτσι μου φαίνεται». Και τότε οι δυο τους αποφάσισαν να ανακρίνουν πιο αυστηρά τη Χαδούλα, χήρα του Ιωάννη Φράγκου. Και αν χρειαζόταν, να την κρατήσουν.

Η πρώτη ανάκριση είχε γίνει βιαστικά, επί τόπου. Τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν είχαν ακόμα καθαρές υποψίες. Ή, αν είχαν, δεν τις είχαν πει ο ένας στον άλλον. (Όταν ο ένας συμφωνεί με το κεφάλι, η βεβαιότητα του άλλου γίνεται δέκα φορές μεγαλύτερη· αυτό συμβαίνει πάντα.) Στην ανάκριση εκείνη η Φραγκογιαννού είχε πει με ηρεμία τα γεγονότα που ήδη ξέρουμε. Δεν είπε όμως τι γινόταν μέσα στην ψυχή της.

Είπε λοιπόν ότι έπλενε εκεί. «Όταν πέρασε το μεσημέρι, πείνασε. Η κόρη της η Κρινιώ είχε πάει στο σπίτι να φέρει το φαγητό, και αργούσε. Κι εκείνη είχε πεινάσει πολύ. Την είχαν ζαλίσει και τα πολλά αγόρια και κορίτσια, που χαλούσαν τον κόσμο με τα παιχνίδια και τις αταξίες τους μέσα στην αυλή, γύρω γύρω στο Λαδαρειό, γύρω γύρω στην καρούτα και κοντά στο πηγάδι. Όταν τους έδινε φρόνιμες συμβουλές, εκείνα, κακομαθημένα, την κορόιδευαν και την πείραζαν. Την έκαναν να χάσει την υπομονή της.» Όλα αυτά τα βεβαίωσε και η Κρινιώ, η κόρη της.

«Τότε εκείνη, ζαλισμένη, και επειδή δεν στεκόταν στα πόδια της από την πείνα, αποφάσισε να πάει στο σπίτι. Εκεί θα έτρωγαν όλοι μαζί. Έτσι θα γλίτωνε και την Κρινιώ από τον κόπο να κουβαλήσει το φαγητό. Κι η ίδια θα ησύχαζε λίγο και θα ξεκουραζόταν. Βγήκε λοιπόν από την αυλή και έκλεισε την πόρτα με το μάνταλο. Μετά το φαγητό, περίπου μία ώρα αργότερα, γύρισαν στην αυλή μαζί με την Κρινιώ. Στην αρχή δεν υποψιάστηκαν τίποτα και ξανάπιασαν τη δουλειά τους. Ο θόρυβος των παιδιών είχε σταματήσει για λίγο τότε. Σε λίγο όμως χρειάστηκε να βγάλουν νερό από το πηγάδι. Τότε το "γιουρδέλι", ο κουβάς της Κρινιώς, χτύπησε σε κάτι στερεό μέσα στο νερό. Εκείνη, με έκπληξη και φόβο, φώναξε τη μητέρα της. Τότε οι δυο μαζί βρήκαν το σώμα του μικρού κοριτσιού να επιπλέει, ή μάλλον βουλιαγμένο ήδη μέσα στο νερό».

Η Κρινιώ ήταν εντελώς ειλικρινής, όταν βεβαίωνε όλα αυτά. Ο ειρηνοδίκης άκουσε με καλοσύνη τη μαρτυρία της. Στη μητέρα της όμως έκανε μια γκριμάτσα. Εκείνη η γκριμάτσα, εκείνα τα «μούτρα» του ειρηνοδίκη, δεν άρεσαν στη Φραγκογιαννού. Εκείνη είχε μεγάλη πείρα, και τότε την έπιασε μεγάλη αγωνία.

Λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, βρισκόταν στο σπίτι της κόρης της, της Τραχήλαινας. Δεν σταματούσε να κοιτάζει ανήσυχη από το παράθυρο. Κοίταζε προς το δικό της μικρό σπίτι. Αυτό δεν ήταν ακριβώς απέναντι, αλλά πλάγια. Φαινόταν όμως, γιατί έβγαινε δύο τρεις πήχες προς τον δρόμο, πιο έξω από τα λίγα σπίτια που ήταν ανάμεσα. Η Γιαννού κοίταζε συχνά, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

Η κόρη της η Δελχαρώ είδε την ανησυχία της και άρχισε να κοιτάζει κι αυτή, όπως η μητέρα της. Την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, ξαφνικά, με κρυφό φόβο, τη φώναξε:

— Μάνα! Μάνα!

— Τι είναι;

— Έλα να δεις!

— Τι;

— Δυο ταχτικοί στέκονται και κοιτάζουν έξω από την αυλή, στο σπίτι σας…

Η γριά Χαδούλα σηκώθηκε και είδε αυτό που φοβόταν. Δύο «ταχτικοί», δηλαδή χωροφύλακες, όπως στα χρόνια του γιου της, του Μώρου. Τότε, πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου, εκείνος είχε σύρει τη μητέρα του από τα μαλλιά πάνω στο λιθόστρωτο του δρόμου και είχε μαχαιρώσει την αδερφή του. Τώρα οι δύο χωροφύλακες στέκονταν και παραφύλαγαν. Κοίταζαν με λαχτάρα προς το σπίτι.

Η Φραγκογιαννού είδε και πείστηκε ότι την απειλούσε μεγάλος κίνδυνος, που ήταν πολύ κοντά.

— Πρέπει να πάρω τα βουνά, θυγατέρα! είπε ξαφνικά. Αν προφτάσω!

— Γιατί, μάνα; είπε με αγωνία η Δελχαρώ.

— Γιατί… με γυρεύουν για να με βάλουν φυλακή.

— Αλήθεια;… Εσύ το έριξες, μάνα, το κορίτσι στο πηγάδι;!

— Όχι, μάρτυράς μου ο Θεός!… Αυτό δεν το έκανα, είπε η Φραγκογιαννού.

— Τότε;…

— Σώπα!

— Η αμαρτία σε κυνηγά, μάνα, είπε δειλά η Δελχαρώ.

— Σώπα! Μουρλάθηκες; είπε άγρια η μάνα της. Υποψιάστηκε ότι η κόρη της υπονοούσε κάτι, από τον τόνο της φωνής της.

— Τι να πω κι εγώ, η καημένη! είπε η Δελχαρώ, και έσφιγγε τα χέρια της, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.

— Α! Αυτό μην το λες! Όχι! Δεν κάνει να το λες!

Και φοβερή στην όψη, κατέβηκε τη σκάλα για να φύγει.

— Πού πας, μάνα;

— Στα βουνά, σου είπα!… Δώσε μου λίγο παξιμάδι.

Η Δελχαρώ έτρεξε να ανοίξει το ντουλάπι και πήρε από εκεί λίγα παξιμάδια.

— Δώσε μου και το καλάθι μου… κι ένα μαχαιράκι, ξαναείπε πολύ βιαστικά η Φραγκογιαννού… Βάλε μου κι ένα χράμι μάλλινο μέσα… και τη μαντήλα μου… τα παλιοτσόκαρά μου… Δώσε μου και το ραβδί μου… ψάξε να το βρεις!

Η Δελχαρώ, σε απόλυτη σιωπή και με υπομονή, προσπαθούσε να τα ετοιμάσει όλα αυτά.

— Πού θα πας, μάνα; ξαναρώτησε κλαίγοντας. Ω! Καίγεται η καρδιά μου!

— Μην κλαις!… Κάπου θα κρυφτώ, σε καμιά τρύπα… Ησυχία εσείς, φρόνιμα! Ώσπου να περάσει η οργή του Κυρίου!

Πήρε το καλάθι και το ραβδί της και κατέβηκε σιγά. Έκανε τον σταυρό της.

Ξαφνικά στάθηκε στο τρίτο σκαλί της σκάλας. Γύρισε προς τη Δελχαρώ και της είπε:

— Ξέρεις τι να κάνεις;… Θα πάω από τον πάνω δρόμο, για να γλιτώσω, να μη με δουν τα σκυλιά… Κι εσύ, αυτή τη στιγμή, να τρέξεις στο σπίτι… Να κάνεις πως δεν τους βλέπεις, τους ταχτικούς… Και να φωνάξεις στην Αμέρσα από κάτω, από τον δρόμο: «Αμέρσα, είναι πάνω η μάνα;»…

»…Όχι, μη λες "είναι πάνω η μάνα"… Μόνο να πεις: "Αμέρσα, πώς είναι η μάνα; Είναι καλύτερα; Έχει σηκωθεί;… Στο στρώμα είναι ακόμα;" Για να πιστέψουν πως βρίσκομαι πάνω στο σπίτι και πως είμαι άρρωστη… Για να μην υποψιαστούν τίποτα και με κυνηγήσουν τα σκυλιά!… Τρέξε, γρήγορα!

Ύστερα πρόσθεσε:

— Έχετε γεια… και καλή αντάμωση!

Αμέσως μετά βγήκε και η Δελχαρώ. Έτρεξε με ελαφρύ βήμα προς το σπίτι της μητέρας της, για να κάνει ό,τι της είπε.

Η Φραγκογιαννού πήρε τον πάνω δρόμο, προς τα Κοτρώνια, με γρήγορο βήμα. Της είχε ευχηθεί «καλή αντάμωση». Και όταν έσβησε η ηχώ από αυτή την ευχή, χωρίς να το θέλει, πρόσθεσε μέσα της με πικρή ειρωνεία: «Ή εσάς θα ανταμώσω εδώ, ή τον αδερφό σας θα πάω να ανταμώσω στη φυλακή, ή στον άλλο κόσμο θα ανταμώσω τον πατέρα σας… Κι αυτό είναι από τα τρία το πιο σίγουρο!»

Καθώς ανέβαινε λαχανιασμένη τον πετρώδη λόφο, έλεγε μέσα της: «Έλα, Παναγία μου, ας είμαι κι αμαρτωλή». Ύστερα, βαθιά μέσα στην ψυχή της, είπε: «Δεν το έκανα για κακό».

Είχε προχωρήσει μόλις λίγα βήματα. Ήταν στα τελευταία σκόρπια σπιτάκια της πολίχνης, πάνω στους βράχους, και κατηφόριζε για να φτάσει στην ακρογιαλιά. Τότε βλέπει τον Κυριάκο, τον κλητήρα της αστυνομίας. Φορούσε το φέσι του με την κοντή φούντα, τη «γαλίπα», όπως την έλεγαν. Είχε καστανό στριφτό μουστάκι και κρατούσε στο χέρι το κοντό ρόπαλό του. Γύρω γύρω στο ρόπαλο φαινόταν γραμμένο: «Ισχύς του Νόμου». Μαζί του ήταν ένας γέρος απόμαχος με στρατιωτική στολή. Έρχονταν από ένα πλάγιο δρομάκι, που άνοιγε προς την ακρογιαλιά. Εκεί κατέβαινε και η Φραγκογιαννού. Σε λίγο σίγουρα θα την έφταναν ή θα έρχονταν από πίσω της.

Ίσως ο Κυριάκος να βρισκόταν εκεί με τον απόμαχο κατά τύχη. Αλλά η ένοχη γυναίκα, μόλις τους είδε, ταράχτηκε και έκανε πιο γρήγορο το βήμα της. Της φάνηκε ότι κι εκείνοι έκαναν το ίδιο.

Τότε η Γιαννού έφτασε στην ακρογιαλιά. Από καλή σύμπτωση, είδε ξαφνικά μπροστά της ανοιχτή την πόρτα ενός σπιτιού που το ήξερε πολύ καλά. Δεν δίστασε ούτε στιγμή να περάσει το κατώφλι. Μόλις μπήκε, ταραγμένη, έβαλε το μάνταλο και τον σύρτη.

— Μαρουσώ, είσαι πάνω; φώναξε με σιγανή αλλά σφυριχτή φωνή, καθώς ανέβαινε τη σκάλα.

Μια κοντούλα, ροδοκόκκινη γυναίκα βγήκε από την πόρτα μιας κάμαρας. Χαμογελούσε, αλλά το βλέμμα της ήταν ανήσυχο.

— Πού σε αυτόν τον κόσμο, θεια Χαδούλα; ρώτησε.

— Μην τα ρωτάς, παιδί μου… Μεγάλη συμφορά μου έπεσε, άρχισε να λέει η Γιαννού.

Ύστερα ρώτησε ανήσυχη:

— Μην είναι εδώ ο κυρ Αναγνώστης;

— Όχι, δεν είναι εδώ. Τόσο νωρίς δεν έρχεται, είναι στο καφενείο… Αχ! θεια Χαδούλα, κι εγώ σκεφτόμουν πώς να κάνω να έρθω στο σπίτι σου, να σου πω τα νέα…

— Έμαθες τίποτα;

— Τα έλεγαν τώρα το απόγευμα ο αφέντης μου με τον κουμπάρο μας, τον Αϊμερίτη. Ήρθε να καπνίσει ένα τσιμπούκι και να κουβεντιάσουν, όπως συνηθίζουν.

— Και τι έλεγαν;

— Ο ειρηνοδίκης μαζί με τον αστυνόμο θέλουν να σε συλλάβουν… Έλεγαν να στείλουν τους χωροφύλακες… Σε έχουν ύποπτη για το κοριτσάκι που πνίγηκε χθες μέσα στο πηγάδι.

— Ω! Τρομάρα μου…

— Κι έλεγα να έρθω να σου το πω, για να κρυφτείς, αν μπορέσεις… Μα πώς βρέθηκες εδώ;

Η Φραγκογιαννού της διηγήθηκε τι έγινε. Μετά τη χθεσινή ανάκριση κατάλαβε ότι ο ειρηνοδίκης άρχισε να την έχει «στην μπούκα του τουφεκιού». Φοβήθηκε λοιπόν μήπως πάθει κακό άδικα. Σήμερα το απόγευμα έτυχε να είναι στο σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς. Από εκεί είχε δει τους χωροφύλακες να παρακολουθούν το δικό της σπίτι. Αποφάσισε να φύγει στα βουνά. Καθώς έτρεχε εδώ κάτω, στην ακρογιαλιά, είχε σκοπό να πάρει το κρυφό μονοπάτι του βουνού, πίσω από τα Κοτρώνια. Τότε είδε τον Κυριάκο τον κλητήρα μαζί με έναν γέρο ταχτικό να έρχονται πίσω της. Αλλά με θεϊκό νεύμα βρέθηκε κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς. Και φρόντισε να προσθέσει ότι η Μαρουσώ ξέρει καλά, από παλιά, «τα πάθια της». Είδε την πόρτα ανοιχτή και έσπευσε να μπει, για να βρει καταφύγιο.

— Έχω κλειδώσει την πόρτα από μέσα, παιδάκι μου… Από το σάστισμά μου, τι να κάνω! Μου ήταν γραφτό να πάθω, και τα 'παθα.

»Έτσι να 'χεις πολύ καλό, Μαρουσώ μου… Δεν κοιτάζεις κρυφά κρυφά από εκείνο το παντζούρι;… Να δεις αν είναι ο Κυριάκος κάτω ή αν έχει φύγει;

Η Μαρουσώ πήγε στο παράθυρο που της έδειξε και κοίταξε προς τον δρόμο. Ύστερα γύρισε και είπε:

— Είναι παραπέρα, εκεί… Στέκονται στον δρόμο μαζί με έναν γέρο απόμαχο… Έχουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονά μας τον ψαρά, τον Φραγκούλη.

— Και κοιτάζουν κατά δω;

— Κοιτάζουν στην αμμουδιά, πέρα.

Η γριά ήταν τρομαγμένη. Έφερε τα χέρια γύρω από το πρόσωπό της, σαν να ήθελε να τραβήξει τα μαλλιά της ή να σκίσει τα μάγουλά της.

Η Μαρούσα τη λυπήθηκε.

— Δεν κάθεσαι, θεια Χαδούλα;… Μη φοβάσαι… Ό,τι κι αν είναι, θα περάσει… Κάτσε να σου κάνω ένα καφεδάκι να πιεις.

Η Γιαννού, με δισταγμό, έπεσε πάνω σε ένα χαμηλό σκαμνί, στην πόρτα της κουζίνας, εκεί που μιλούσαν.

Το σπίτι φαινόταν σπίτι πλούσιας οικογένειας. Είχε πολλά δωμάτια και καλά, σωστά έπιπλα.

— Δεν θυμάσαι τα δικά μου, θεια Χαδούλα;… είπε μυστηριωδώς η Μαρούσα, και το πρόσωπό της, κόκκινο όπως ήταν, έγινε ακόμα πιο κόκκινο… Θυμήσου τι τρομάρες, τι βάσανα πέρασα τότε κι εγώ! Να 'σαι καλά, πόσο με βοήθησες! Έτσι θα περάσουν και τα δικά σου.

— Γι' αυτό είπα εγώ πως εσύ ξέρεις τα πάθια μου! ξαναείπε η Φραγκογιαννού με μετριοφροσύνη.

— Εκείνα που λες ήταν πάθια δικά μου, διόρθωσε η Μαρουσώ, που έλεγε την αλήθεια.

Έψησε τον καφέ και τον σέρβιρε.

— Ο αφέντης μου, όπου να 'ναι, θα έρθει… Πιες τον καφέ σου. Βούτηξε και το ψωμάκι, πρόσθεσε, και έκοψε μια μεγάλη φέτα ψωμί.

Η γριά άρχισε να βουτά το ψωμί και να το μασά χωρίς όρεξη.

— Πολύ καλό να 'χεις, έλεγε. Δεν κατεβαίνει, παιδί μου… Από τον χολοσκασμό που έχω… Φαρμάκι βγάζει ο ουρανίσκος μου.

Ύστερα πρόσθεσε:

— Δεν κάνεις τον κόπο να κοιτάξεις πάλι έξω από το παραθυράκι;… Είναι ακόμα ο Κυριάκος κάτω;

Η Μαρούσα υπάκουσε.

— Εκεί είναι, θεια Χαδούλα… Έπιασαν μεγάλη κουβέντα με τον Φραγκούλη.

— Και τώρα πού να πάω;… Όταν έρθει ο πατέρας σου;… Βασίλεψε ο ήλιος… σουρούπωσε… θα νυχτώσει.

Η Μαρούσα σκέφτηκε για μια στιγμή. Ύστερα είπε:

— Εγώ σου χρωστάω μεγάλη χάρη, θεια Χαδούλα… Πώς να το ξεχάσω!

— Θυμάσαι; είπε η γριά, και χαμογέλασε χωρίς να το θέλει.

— Και μπορώ να το ξεχάσω;… Ό,τι μπορέσω να κάνω, θα το κάνω για σένα.

— Να 'σαι καλά.

— Μου φαίνεται πως το καλύτερο είναι να σε κρύψω εδώ τη νύχτα, τώρα, πριν έρθει ο αφέντης μου.

— Πού;

— Κάτω, στο μικρό κατωγάκι, στον σοφά… Ξέρεις;

— Α! είπε η Φραγκογιαννού, σαν να της ήρθε μια ανάμνηση.

— Και τα μεσάνυχτα, όταν λαλήσει ο πετεινός…

— Ε;

— Κοντά να φέξει, όποια ώρα νιώσεις…

— Καλά!

— Αν θέλεις, σηκώνεσαι και πας στο καλό, όπου σε φωτίσει ο Θεός.

— Ας είναι! είπε η γριά και αναστέναξε.

— Την άλλη νύχτα πάλι, αν δεν βρεις άλλο καταφύγιο, σε μέρος πιο κρυφό και πιο σίγουρο, έρχεσαι και μου ρίχνεις ένα πετραδάκι σε αυτό το παράθυρο, ή στο μικρό μπαλκονάκι προς τη θάλασσα. Κατεβαίνω, σου ανοίγω και σε κρύβω πάλι στο κατωγάκι.

— Καλά!… Μα για κοίτα, έφυγε ο Κυριάκος;

Η Μαρούσα πήγε πέρα από τον μεσότοιχο, στο παράθυρο προς τον δρόμο. Άργησε λίγο, ίσως γιατί είχε σκοτεινιάσει πια και δεν έβλεπε καλά έξω. Και γύρισε.

— Δεν έφυγαν… Εκεί είναι κι οι τρεις.

— Τώρα ένα πράγμα δεν ξέρω, είπε σκεφτική η Φραγκογιαννού. Δεν ξέρω αν με είδε ο Κυριάκος να μπαίνω εδώ ή όχι…

»Αν δεν μ' έχει δει και δεν μου στήνει καρτέρι, καλύτερα να φύγω, να σας σηκώσω το βάρος από τώρα.

Το έλεγε ειλικρινά. Στενοχωριόταν εκεί μέσα. Λαχταρούσε τον αέρα του βουνού. Εκεί ένιωθε ότι θα έβρισκε ανακούφιση. Ήλπιζε ότι θα έβρισκε και ασφάλεια.

— Ό,τι κι αν είναι, δεν πρέπει να φύγεις απόψε, είπε η Μαρούσα, πιο πρόθυμη τώρα, γιατί η ανάμνηση τη ζέσταινε. Κάτσε απόψε, θεια Χαδούλα, στο κατωγάκι, για να με κάνεις να θυμηθώ τα παλιά μου βάσανα. Θα μου έρθουν τάχα σαν όνειρο στον ύπνο μου;

— Έτσι τα θυμάται πια κανείς, παιδάκι μου, είπε η γριά με πονηρή αφέλεια. Αχ! Κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.

— Αλήθεια!… Και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συμπλήρωσε μελαγχολικά η Μαρουσώ.

Το σπίτι ήταν διπλό. Εκτός από το κυρίως κτίριο, είχε ένα μικρό κομμάτι χτισμένο δίπλα, προς τον βορρά. Εκεί ήταν η κουζίνα, και κάτω από την κουζίνα βρισκόταν «το μικρό κατωγάκι». Εκεί οδήγησε η Μαρούσα την ξένη της, από την καταπακτή και μια μικρή σκάλα, πριν έρθει ο κυρ Αναγνώστης, ο νοικοκύρης. Της έφερε ψωμί, ένα κομμάτι κρύο βραστό κρέας, που είχε περισσέψει από το φαγητό, τυρί, νερό και ένα ποτήρι κρασί. Την έβαλε να καθίσει πάνω στον σοφά του μικρού κατωγιού, που ήταν αποθήκη για διάφορα πράγματα του σπιτιού. Της έστρωσε ένα παλιό κιλίμι, μια τριμμένη τσέργα κι ένα μικρό σεντόνι. Της έβαλε ένα σκληρό μαξιλάρι, γεμισμένο με άχρηστα κομμάτια από λινάρι. Και της ευχήθηκε καληνύχτα και «ύπνο ελαφρύ».

Ελαφρύς ή βαρύς, ο ύπνος της Φραγκογιαννούς δεν μπορούσε να είναι εύκολος ούτε ευχάριστος. Ήταν σε τόσο μεγάλη ταραχή και σε τόσο μεγάλο τρόμο. Αλλά το μέρος την έκανε για λίγο να ξεχνά σχεδόν το παρόν και τη φοβερή της θέση, και να θυμάται τα περασμένα. Η Γιαννού, από μετριοφροσύνη, τα είχε ονομάσει δύο φορές «τα πάθια της». Η Μαρούσα όμως, ειλικρινά, τα είχε αναγνωρίσει μάλλον ως δικά της «πάθια» και «βάσανα». Αυτά είχαν γίνει πριν από οκτώ ή δέκα χρόνια.

Ο κυρ Αναγνώστης Μπενίδης δεν είχε παιδιά. Είχε πάρει τη Μαρούσα ψυχοκόρη. Η γυναίκα του την είχε μεγαλώσει όσο πιο αυστηρά μπορούσε. Αυτή είχε πεθάνει πριν από δεκαπέντε χρόνια.

Ο κ. Μπενίδης ήταν στον καιρό του ο πιο σημαντικός άνθρωπος του τόπου του. Πριν από τον Αγώνα ήταν δημογέροντας. Ήταν πληρεξούσιος στις πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, της Τροιζήνας, της Πρόνοιας, του Άργους και άλλες. Πριν από το Σύνταγμα ήταν δήμαρχος. Ύστερα, μετά το Σύνταγμα, δούλεψε ως ανώτερος υπάλληλος σε πολλά μέρη. Τη Μαρούσα, μια Εβραιοπούλα, ή κατά άλλους Τουρκοπούλα, την είχε πάρει σχεδόν μωρό και την είχε βαφτίσει.

Τα τελευταία χρόνια βγήκε στη σύνταξη και γύρισε στον τόπο του. Τότε την πάντρεψε με έναν ανιψιό του. Της έδωσε προίκα αυτό το μικρό σπιτάκι, το κολλητό. Στο ισόγειό του βρισκόταν τώρα η Φραγκογιαννού. Της έδωσε επίσης αρκετά χωράφια και λίγα μετρητά. Της υποσχέθηκε να της αφήσει κληρονομιά και το κυρίως σπίτι, και ό,τι άλλο θα είχε όταν πέθαινε.

Ο άντρας της, αφού έκαναν ένα παιδί, έλειπε όλον τον καιρό. Ταξίδευε λοστρόμος με τα καράβια. Ήταν ξακουστός ναυτικός, αλλά σπάταλος και ξένοιαστος. Τελευταία είχε να έρθει στον τόπο του τρία χρόνια. Στο μεταξύ ο γέρος κυρ Αναγνώστης είχε χηρέψει. Και η ψυχοκόρη, όσο έλειπε ο άντρας της, υπηρετούσε συνέχεια στο σπίτι τον θετό πατέρα της, όπως είχε συνηθίσει από παιδί. Ο άντρας της έγραφε πού και πού γράμματα. Υποσχόταν ότι θα έρθει, αλλά δεν ερχόταν. Το κοριτσάκι της Μαρούσας ήταν ήδη τεσσάρων χρονών. Ούτε ο πατέρας είχε δει ποτέ το παιδί, ούτε το παιδί ήξερε το πρόσωπο του πατέρα του.

Εκείνον τον καιρό αναπτύσσονταν το εμπόριο και η συγκοινωνία. Μαζί άρχισαν να χαλαρώνουν κάπως και τα ήθη στον μικρό, απόμακρο τόπο. Έρχονταν ξένοι από τα άλλα μέρη της Ελλάδας, τα «πιο πολιτισμένα». Ήταν υπάλληλοι της κυβέρνησης ή έμποροι. Αυτοί έφερναν νέες, ελεύθερες ιδέες για όλα τα πράγματα. Τη σεμνότητα και τη ντροπή τις έλεγαν βλακεία. Την εγκράτεια και τη σωφροσύνη τις έλεγαν αφέλεια. Τη διαφθορά και τη λαγνεία τις έλεγαν «φυσικά πράγματα». Η δύστυχη Μαρούσα δεν είχε γεννηθεί στον τόπο. Από την αρχή δεν ήταν πολύ αυστηρή ούτε πολύ σεμνή. Είχε και λίγη ελαφρότητα.

Εκείνον τον καιρό βρίσκονταν στο νησί κάποιοι άντρες. Ένας γραμματέας του ειρηνοδικείου, ανύπαντρος, φουστανελάς. Ένας γραμματέας του Λιμεναρχείου, βρακάς, αξιωματικός του οικονομικού Ν. κλάδου, γεροντοπαλίκαρο. Ένας ενωμοτάρχης φιλάρεσκος, με λεπτή μέση και μουστάκι γυριστό σαν αγκίστρι. Ένας τελωνοφύλακας, που είχε τριπλάσιο εισόδημα από τον μισθό του. Και δύο τρεις αντιπρόσωποι ξένων εμπορικών σπιτιών ή άλλοι ξένοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί. Όλοι αυτοί έκαναν πάντα παρέα με δύο τρεις άλλους νεαρούς εμπόρους. Αυτοί ήταν φιλάρεσκοι, μιλούσαν με πολλές «ελληνικούρες» και έλεγαν πολλά κομπλιμέντα. Με αυτούς τους τελευταίους αναγκάζονταν να έρχονται συχνά σε επαφή πολλές γυναίκες του τόπου, ακόμα και φρόνιμες. Πήγαιναν για τα ψώνια τους, που δεν τελείωναν ποτέ, και από τα οποία ο γυναικείος κόσμος δεν μπορεί ποτέ να γλιτώσει.

Όλοι αυτοί οι κυνηγοί της είχαν ρίξει πολλές παγίδες στον δρόμο της. Της είχαν στήσει πολλές πολιορκητικές μηχανές γύρω από τα τείχη της. Η Μαρούσα δεν μπόρεσε να γλιτώσει. Και σε λίγο καιρό, ενώ έλειπε ο άντρας της, βρέθηκε έγκυος. Το κατάλαβε όταν ήταν ήδη δύο μηνών. Αλλά πριν το καταλάβει αυτή, όλη η γειτονιά, όπως ήταν φυσικό, το ήξερε. Ίσως το ήξερε και πριν γίνει το πράγμα. Μόνο ο κυρ Αναγνώστης δεν ήξερε τίποτα. «Ο κόσμος», όπως είπε τότε η πονηρή Κοκκίτσα, μια γειτόνισσα, «τό 'χε τούμπανο, κι αυτός κρυφό καμάρι».

Υπήρξαν και κακές γλώσσες. Αυτές είπαν, χωρίς να είναι καθόλου πιθανό, ότι ο κυρ Αναγνώστης έκανε ό,τι έκανε παλιά ο βασιλιάς Δαβίδ. Δηλαδή ότι ζητούσε να «ξανανιώσει» με τη ζεστή ανάσα του νεανικού αίματος. Αλλά η Κοκκίτσα και δυο τρεις άλλες γειτόνισσες τα έλεγαν αλλιώς. Τα ψιθύριζαν και γελούσαν σφυριχτά μεταξύ τους. Έλεγαν ότι τάχα «από το παιδί έχουν πολλοί μερτικό». Το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματέα, του φουστανελά με το τεράστιο φέσι και την πολύ μακριά φούντα. Η μέση θα είναι βέβαια του ενωμοτάρχη, του σεβνταλή. Το ένα πόδι (στον λάκκο!) του γέρου του καταραμένου, του βρακά. Το ένα χέρι (μακρύ χέρι!) του τελωνοφύλακα. Και το άλλο χέρι (καθαρό χέρι!) του ψιλικατζή με τις «'λληνικούρες».

Πρώτη η Μαρούσα κάλεσε κρυφά την Κοκκίτσα, για να της πει το μυστικό. (Σημειωτέον ότι η Μαρούσα, όσο αθώα κι αν φαινόταν, είχε καταλάβει ότι η Κοκκίτσα την υποψιαζόταν από καιρό. Γι' αυτό έκανε πως της είχε κι αυτή εμπιστοσύνη, μια φτηνή, αναγκαστική εμπιστοσύνη, για να την κολακέψει. Ήλπιζε ότι, και με δώρα, θα την έπειθε να μη μιλήσει.) Η Μαρούσα της είπε «να γίνει αδερφή της, από τον Θεό και στα χέρια της». Έπεσε στον λαιμό της και την ικέτευε. Της ζητούσε να κάνει έλεος, αν ήξερε κανένα ψευτογιατρικό, για να εξαφανιστεί, αν γινόταν, ο καρπός της αμαρτίας. Κι ο Θεός ας τη συγχωρούσε! Γιατί αλλιώς, τι την ήθελε τέτοια ζωή; Θα έπεφτε σίγουρα στη θάλασσα να πνιγεί. Η θάλασσα, μάλιστα, ήταν και κοντά, κάτω από το σπίτι. Η Κοκκίτσα την ησύχασε με λόγια παρηγοριάς. Άρχισε να της βάζει διάφορες αλοιφές και έμπλαστρα, που δεν έπιαναν καθόλου.

Δεύτερη κλήθηκε η Σταματώ, μια φτωχή χήρα, και η Κονδύλω, η αδερφή της. Μιλούσαν και οι δύο αρβανίτικα και κατάγονταν από ένα νησί του Σαρωνικού. Αυτές έκαναν τρίψεις στο σώμα της δυστυχισμένης γυναίκας. Και τις τρεις τις πλήρωνε η Μαρούσα με ό,τι έκλεβε από τις οικονομίες του κυρ Αναγνώστη. Κι εκείνες μάκραιναν τις αλοιφές και τράβαγαν σε μάκρος τις τρίψεις, πάντα χωρίς αποτέλεσμα.

Το βράδυ οι τρεις ανέβαιναν στην αυλή της κυρά-Θωμαής, λίγα σπίτια πιο μέσα. Εκεί έρχονταν και η γριά Χιόνα και η θεια Κυράννω. Όλες τους είχαν έρθει πρόσφυγες από τη Μακεδονία το 1821. Εκεί τα έλεγαν μεταξύ τους. Οι τρεις πρώτες έδιναν κάθε βράδυ τακτική αναφορά στην κυρά-Θωμαή και στις δύο άλλες γριές. Και όλες μαζί γελούσαν με ανοιχτό το στόμα.

Γελούσαν ακόμα πιο πολύ με τα σπασμένα ελληνικά της Σταματώς, που τα είχε μάθει αργά. Έτσι περιέγραφε την κατάσταση της έγκυας: «Αυτή όλη κοντό είναι· και τα πόδια της κοντή το έχει!… Θα μην το ρίχνει, τάχατες!…» Και στις αναφορές της Σταματώς η γριά Κυράννω πρόσθετε τα σχόλιά της, στη μακεδονίτικη διάλεκτό της:

— Αυτές, σι λέου, είναι παλιοφοράδες!… Αχηλώνης, μωρή… Στα χωριά, τι θα κάνεις; Αν το κάνει καμιά αυτό, θα τη βγάλουν, σι λέου, στο γουμαρουπάζαρο!…

Τελευταία απ' όλες κλήθηκε να βοηθήσει η Φραγκογιαννού, γιατί ήταν πιο σοφή από όλες τις άλλες. Η Μαρούσα είχε αρχίσει να απελπίζεται με τις τρεις πρώτες «ψευτομαμμές». Κατέφυγε λοιπόν σε αυτήν, σαν στην τελευταία της ελπίδα. Πράγματι, η γριά Χαδούλα τα κατάφερε. Χρησιμοποίησε τα φάρμακά της, τα μαντζούνια της, τα ζεστά ή κρύα ποτά που έδινε να πιει η άρρωστη. Βοήθησαν και οι τρίψεις, που τις έκανε με πολύ μεγαλύτερη επιδεξιότητα από τις άλλες. Μέσα σε λίγες μέρες έφερε την έκτρωση. Ο κυρ Αναγνώστης δεν έμαθε ποτέ τίποτα.

Αυτή ήταν η παλιά εξυπηρέτηση. Και αυτή ήταν η ευγνωμοσύνη που είχαν υπονοήσει σήμερα οι δυο τους. Αυτά ήταν της Φραγκογιαννούς «τα παλιά τα πάθια της». Κι αυτά ήταν της Μαρούσας «τα βάσανά της».

Η ανάμνηση γέμιζε τον νου της Φραγκογιαννούς όλη την ώρα, ενώ ήταν ξαπλωμένη στον σοφά, στο σκοτάδι. Γιατί η Μαρούσα δεν της είχε φέρει λυχνάρι. Της είχε αφήσει μόνο ένα κεράκι και λίγα σπίρτα. Όλη αυτή την παλιά ιστορία ξανασκεφτόταν, και ο ύπνος δεν της ερχόταν καθόλου. Έψαχνε τη συνείδησή της. Ένα πράγμα έβρισκε: ότι και τότε και τώρα το είχε κάνει για καλό. Κουλουριαζόταν κάτω από το μάλλινο σκέπασμα, ξαπλωμένη στο δεξί της πλευρό. Έσκυβε το κεφάλι στο στήθος της. Προσπαθούσε να ζαλιστεί, να ναρκωθεί, να της έρθει λήθαργος. Τότε, ύστερα από χρόνια, θυμήθηκε και τη σύντομη προσευχή που της είχε πει κάποτε ένας γέρος πνευματικός να τη λέει συχνά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Η προσευχή, που την έλεγε ξανά και ξανά, έπιασε. Η Χαδούλα ναρκώθηκε για λίγα λεπτά και αποκοιμήθηκε. Όμως αμέσως, στον ύπνο της ή ξύπνια (δεν ήξερε καλά), της φάνηκε ότι άκουγε μέσα, στο βάθος της ψυχής της, φωνή μωρού. Ήταν κλάμα, ένα θρηνητικό κλαψούρισμα. Έμοιαζε με τη φωνή της μικρής της εγγονής, που πριν από λίγους μήνες… τελείωσε από το δικό της χέρι.

Η γριά ξύπνησε τρομαγμένη και τινάχτηκε ολόκληρη. Σηκώθηκε. Ένιωθε μεγάλο σπαραγμό, αλλά συγχρόνως και καλύτερη ξεκούραση στο σώμα. Ο σύντομος εκείνος ύπνος της είχε διώξει τη νευρικότητα και την ανησυχία. Ψαχούλεψε, βρήκε τα σπίρτα και άναψε το κερί. Πήρε το ραβδί της και το καλάθι της. Έβαλε μέσα στο καλάθι και τις παντόφλες της. Και ξυπόλυτη, με τις κάλτσες, ξεκίνησε να φύγει.

### Γλωσσάρι

- **ειρηνοδίκης**: δικαστής για μικρές υποθέσεις στο νησί.
- **πάρεδρος**: δημοτικός υπάλληλος που εδώ κάνει και τη δουλειά της αστυνομίας.
- **γιουρδέλι**: ο κουβάς για να βγάζουν νερό από το πηγάδι.
- **ταχτικοί**: οι χωροφύλακες.
- **κλητήρας**: υπάλληλος που φέρνει μηνύματα της αστυνομίας ή του δικαστηρίου.
- **απόμαχος**: γέρος στρατιώτης που δεν πολεμά πια.
- **«στην μπούκα του τουφεκιού»**: τον σημαδεύω· τον έχω στόχο μου.
- **κατώι / κατωγάκι**: το ισόγειο κάτω από το σπίτι, αποθήκη.
- **σοφάς**: χαμηλός καναπές ή πεζούλι για να κάθεται ή να κοιμάται κανείς.
- **ψυχοκόρη**: κορίτσι που το παίρνει μια οικογένεια και το μεγαλώνει σαν παιδί της.
- **δημογέροντας**: άρχοντας του τόπου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
- **λοστρόμος**: ναύτης που έχει την ευθύνη για τους άλλους ναύτες.
- **«ελληνικούρες»**: λόγια ψεύτικα «καθαρά» και επίσημα, για να φαίνεται κανείς μορφωμένος.
- **σεβνταλής**: ερωτιάρης.
- **«τό 'χε ο κόσμος τούμπανο, κι αυτός κρυφό καμάρι»**: όλοι το ήξεραν, μόνο αυτός νόμιζε πως ήταν μυστικό.
- **«Αυτή όλη κοντό είναι…»**: σπασμένα ελληνικά της Σταματώς: «Αυτή είναι όλη κοντή· έχει και κοντά πόδια!… Δεν θα το ρίξει, βέβαια!»
- **«Αυτές, σι λέου, είναι παλιοφοράδες!… στο γουμαρουπάζαρο!»**: μακεδονίτικη προφορά: «Αυτές, σου λέω, είναι παλιοφοράδες!… Αν το κάνει καμιά αυτό, θα τη βγάλουν στο γαϊδουροπάζαρο!»
- **Αχηλώνης**: λέξη της διαλέκτου της Κυράννως· η σημασία της δεν είναι σίγουρη (ίσως «χελώνες»).
- **ψευτομαμμή**: γυναίκα που κάνει τη μαμή χωρίς να ξέρει καλά.
- **έκτρωση**: όταν σταματούν μια εγκυμοσύνη και το παιδί δεν γεννιέται.
- **«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»**: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Γιε του Θεού, λυπήσου με».

## ΙΒ'.

Η Μαρουσώ της είχε δώσει το κλειδί του μικρού κατωγιού. Της είπε να βγει από τη δική του πόρτα, που έβγαζε στον δρόμο, να κλειδώσει απ' έξω και να πάρει το κλειδί μαζί της. Έτσι θα το χρησιμοποιούσε πάλι την άλλη νύχτα, αν θα ξαναερχόταν. Όσο για την ίδια, αν χρειαζόταν να κατέβει στο κατωγάκι, θα κατέβαινε από τον δρόμο απ' όπου είχε φέρει εκεί την ξένη της: από την εσωτερική σκάλα και την πόρτα του μεσότοιχου.

Πράγματι, η Φραγκογιαννού ένιωθε πια μεγάλη ανυπομονησία. Το στενό κατωγάκι με τον υγρό του αέρα την έπνιγε. Ήταν καιρός να αναπνεύσει πια τον αέρα του βουνού. Πριν οι χωροφύλακες που την κυνηγούσαν την κλείσουν, ίσως για όλη της τη ζωή, στα υγρά και ανήλιαγα υπόγεια της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Βγήκε. Κάτω, στα βάθη της ψυχής της, κλαψούριζε ακόμα η θρηνητική φωνή του μωρού, του μικρού κοριτσιού που πέθανε άδικα. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Κοίταξε προσεκτικά έξω: δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω στον δρόμο. Δεν υπήρχε ούτε ψυχή ούτε σκιά. Έβαλε φτερά στα πόδια της.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μέσα στην ψυχή της εκείνο το πένθιμο κλάμα του μωρού. Η ψυχή της είχε μέσα μια σκοτεινή ηχώ, σαν σπηλιά. Νόμιζε ότι έφευγε από τον κίνδυνο και τη συμφορά, αλλά την πληγή την κουβαλούσε μαζί της. Φανταζόταν ότι έφευγε από το υπόγειο και τη φυλακή, αλλά η φυλακή και η Κόλαση ήταν μέσα της.

Η ώρα ήταν περίπου δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ήταν νύχτα χωρίς φεγγάρι, με πολλά αστέρια. Ήταν αρχές του Μάη, η δεύτερη εβδομάδα μετά από ένα αργό Πάσχα. Η εξοχή μύριζε όμορφα, το αεράκι ήταν γεμάτο αρώματα. Λίγα πουλάκια, που δεν κοιμούνταν, τραγουδούσαν το πρωινό τους τραγούδι πάνω στα κλαδιά. Η Φραγκογιαννού πήρε το στενό μονοπάτι, που το ήξερε πολύ καλά. Αυτό στριφογύριζε πίσω από τους κήπους και κάτω από τους βράχους. Το μονοπάτι μόλις φαινόταν στο φως των αστεριών. Το έκρυβαν εν μέρει τα κλαριά από τους θάμνους και τις βατομουριές, που έβγαιναν από τους φράχτες των κήπων. Η γριά ήταν ευκίνητη. Πατούσε πάνω σε χόρτα και χαμομήλια και σε χλωρά αγκάθια. Ανέβαινε το ανηφορικό μονοπάτι με βήμα κοπέλας, σαν νεαρή βοσκοπούλα του βουνού.

Είχε τελειώσει η μακριά σειρά από κήπους και περιβόλια στα δεξιά της. Αριστερά της απλωνόταν ακόμα ο μικρός βραχώδης λόφος, τα Κοτρώνια. Είχε τρεις όμορφες κορυφές, τη μία πίσω από την άλλη. Πάνω τους υπήρχαν ανεμόμυλοι και μικρές άσπρες καλύβες και σπιτάκια σκορπισμένα γύρω τους. Τώρα πια είχε φτάσει σε ένα μέρος όπου άρχιζαν αμπέλια και χωράφια με οπωροφόρα δέντρα, όσο ο ανήφορος ήταν ακόμα πλαγιαστός. Πιο πάνω, όπου ο ανήφορος γινόταν πιο απότομος, υπήρχαν ελαιώνες και χωράφια με ψηλά στάχυα, που κουνιούνταν στο νυχτερινό αεράκι. Η Φραγκογιαννού, λαχανιασμένη λίγο, έτρεχε, έτρεχε. Στο πρόσωπό της τη χτυπούσε το πρωινό αεράκι της στεριάς, που φυσούσε αντίθετα, «του Βοριά το χαϊδεμένο αυγινό παιδί».

Βιαζόταν να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν ξημερώσει, στα μέρη που ήξερε. Στις βόρειες ακτές του νησιού υπήρχαν πολλοί κλεφτότοποι. Ήταν μέρη απάτητα, σπηλιές και βράχοι. Εκεί φύτρωναν άγρια βότανα, κάπαρη, κρίταμο και αρμυρήθρα. Και τα λίγα μονοπάτια τα χαλούσαν κάθε μέρα τα κοπάδια με τα κατσίκια και τις γίδες. Εκεί θα ήταν το καταφύγιό της, εκεί όπου ήταν οι αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας. Σε εκείνες τις βόρειες ακτές, κοντά στο άγριο και γαλανό πέλαγος, ήταν το παλιό Κάστρο. Ήταν χτισμένο πάνω σε έναν γιγάντιο βράχο, που τον χτυπούσε η θάλασσα. Εκεί είχε γεννηθεί η Χαδούλα, κι εκεί είχε μεγαλώσει ως δέκα χρονών κορίτσι.

Ύστερα, όταν ειρήνεψαν τα πράγματα και χτίστηκε η νέα πολίχνη στο νότιο λιμάνι, η μάνα της την ξανάφερνε συχνά σε εκείνα τα μέρη. Η μάνα της ήταν η μάγισσα, που την είχαν κυνηγήσει πολύ οι κλέφτες και οι λιάπηδες. Της είχε δείξει όλους τους κλεφτότοπους, τους απάτητους βράχους και τις σπηλιές. Για κάθε έναν από εκείνους τους τόπους της είχε διηγηθεί μια ιστορία, φανταστική ή αληθινή. Σε εκείνα τα μέρη, όταν την πάντρεψαν και την «κουκούλωσαν» και την «νεκροβλόγησαν», όπως έλεγε συνήθως η μάνα της, της είχαν δώσει και την προίκα της. Το σπίτι στο έρημο Κάστρο, και το χωράφι στο Μποστάνι, στον απάτητο γκρεμό. Αργότερα έγινε νοικοκυρά, έμαθε πολλά και προόδευσε στη γυναικεία σοφία. Συνήθισε να κυνηγά τα βότανα, τα τριφύλλια και τις δρακοντιές στα δάση και στα βουνά. Τότε είχε επισκεφτεί πολύ συχνά εκείνα τα μέρη, για να ψάχνει.

Εκεί λοιπόν πήγαινε και τώρα, αν θα της έδινε ο Θεός να φτάσει με ασφάλεια. Αλλά σε τι φοβερή περίσταση! Και ποια θα ήταν άραγε η τύχη της από δω και πέρα; Μόνο ο Θεός το ήξερε.

Πριν φτάσει στο μέρος όπου ο δρόμος ανέβαινε απότομα, πέρασε έξω από ένα περιβόλι. Ήταν φραγμένο με πυκνές βατομουριές και ψηλούς θάμνους, και σε ένα μέρος με τοίχο. Μέσα είχε πολλών ειδών οπωροφόρα δέντρα. Εκεί η Φραγκογιαννού σκόνταψε κατά τύχη στον δρόμο. Έπεσε ελαφρά πάνω σε έναν θάμνο και έκανε λίγο θόρυβο. Της ξέφυγε μια μικρή φωνή, σαν αναστεναγμός.

Την ίδια στιγμή άκουσε πολύ κοντά της, μέσα από τον φράχτη, ένα σκυλί να γαβγίζει δυνατά. Σηκώθηκε και συνέχισε τον δρόμο της με πιο γρήγορο βήμα.

«Ποιος να είναι;» είπε μέσα της.

Ακούστηκε τότε μια φωνή βραχνή και νυσταγμένη, αλλά απότομη:

— Ε! Βάρδα από τα περιβόλια! Ανοιχτά!… Ανοιχτά!

Γνώρισε τη φωνή του Ταμπουρά, του δραγάτη. Κατάλαβε τότε τι συνέβαινε. Το περιβόλι, όπου είχε σκοντάψει απ' έξω, ήταν του δημάρχου του τόπου εκείνη την εποχή. Μέσα, κοντά στα άλλα δέντρα, υπήρχαν και λίγες κερασιές. Είχαν καρπούς σχεδόν ώριμους, που είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν. Στο φως των αστεριών φαίνονταν σκούροι, ανάμεσα στα μαυροπράσινα φύλλα. Ο Ταμπουράς δεν είχε τίποτε άλλο να φυλάξει, γιατί δεν ήταν ακόμα η εποχή των φρούτων. Κοιμόταν λοιπόν στο περιβόλι του δημάρχου, σε μια μικρή καλύβα με το σκυλί του. Φύλαγε τα κεράσια, μην τα κλέψουν οι δημότες του άρχοντα.

Καθώς έφευγε, άκουγε ακόμα το γάβγισμα του σκυλιού. Τέντωσε και τα αυτιά της, και της φάνηκε ότι άκουγε ανθρώπινα βήματα. Αλλά γελάστηκε. Ίσως ήταν μάλλον η ηχώ από τα δικά της βήματα. Φαίνεται ότι ο αγροφύλακας μόλις είχε μισοξυπνήσει. Και σαν υπνοβάτης είχε βγάλει μηχανικά τη συνηθισμένη του φωνή. Ύστερα αμέσως ξανακοιμήθηκε.

Η Χαδούλα χάθηκε στην κορυφή του λόφου, πίσω από τα δέντρα. Εκεί στάθηκε μια στιγμή και τέντωσε το αυτί της. Δεν άκουγε τίποτα, εκτός από το κελάηδημα ενός πουλιού, το τρίξιμο ενός νυχτερινού εντόμου και το φύσημα του αέρα. Τότε θυμήθηκε τα κεράσια. Τα είχε δει αμυδρά να γυαλίζουν σε ένα κρεμασμένο κλαδί. Το κλαδί έβγαινε λίγο έξω από τον φράχτη του περιβολιού του δημάρχου, κοντά εκεί όπου είχε σκοντάψει. Και είπε:

— Αχ! Και δεν έκανα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου, που είναι φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταγόνα νερό πριν φύγω… Ας φτάσω μια φορά στη βρύση!

Τότε μόνο θυμήθηκε ότι δεν είχε πιει νερό πριν βγει από το κατωγάκι. Εκεί είχε περάσει λίγες ώρες, αλλά τόσο μακριές και γεμάτες αγωνία. Η Χαδούλα σκέφτηκε με πίκρα ότι όλα, ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, της έρχονταν ανάποδα σε αυτόν τον κόσμο. Αν είχε σκεφτεί από πριν να κλέψει λίγα κεράσια από την κερασιά του δημάρχου, θα πατούσε με προσοχή. Θα πλησίαζε προσεκτικά. Και τότε μάλλον ούτε ο δραγάτης θα ξυπνούσε, ούτε το σκυλί ίσως θα γάβγιζε. Αλλά επειδή ήταν απρόσεκτη και αφηρημένη, δεν κοίταξε καλά πού βρισκόταν. Παραπάτησε και έκανε λίγο θόρυβο. Έφτανε αυτό για να ξυπνήσει το σκυλί και τον άνθρωπο. Όλα έτσι της έρχονταν!

Άλλωστε, η δίψα της είχε μεγαλώσει τώρα με τον ανήφορο. Έκοψε φύλλα από τις ελιές και τα έβαλε στο στόμα της.

Περπάτησε μία ώρα ακόμα. Ήταν πια χαραυγή. Έφτασε στην κορυφή του λόφου και κατέβηκε πάλι στο ρέμα. Ήταν στους πρόποδες του βουνού με τις πολλές πλαγιές, που το έλεγαν η Βίγλες. Ποιος ξέρει ποιοι παλιοί κλέφτες φύλαγαν εκεί καραούλι χωρίς να κοιμούνται, και από αυτό είχε πάρει το όνομά του. Έφτασε στη μικρή βρύση, στη ρίζα του βουνού. Έφεγγε πια. Ήπιε νερό, δροσίστηκε και έφυγε αμέσως. Σε εκείνο το μέρος περνούσαν συχνά πολλοί άνθρωποι, βοσκοί, ξωμερίτες και άλλοι. Η Γιαννού ήθελε όσο μπορούσε να μείνει αόρατη. Κατηφόρισε ακόμα και μπήκε στο βαθύ ρέμα από κάτω, που κατεβαίνει προς τη θάλασσα και το λένε Λεχούνι.

Εκεί έφτασε λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος. Υπήρχαν εκεί δύο τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλιοί και άχρηστοι. Μόνο ο ένας δούλευε, και αυτός σπάνια. Όλα έδειχναν ερημιά. Δεν φαινόταν ίχνος ανθρώπου εκεί. Η Φραγκογιαννού, από πολλή προφύλαξη, δεν θέλησε να πλησιάσει. Απέφυγε εκείνο το μέρος και περπάτησε πίσω από ένα πυκνό δασάκι. Έφτασε σε μια βαθιά γούρνα με καθαρό νερό, που την ήξεραν λίγοι. Ήταν μέρος κρυφό και απάτητο. Εκεί σχηματιζόταν κάτι σαν σπηλιά, από χλόη, κορμούς δέντρων και κισσό. Ήταν σαν σπηλιά νύμφης, μιας Δρυάδας ή μιας Ναϊάδας των παλιών χρόνων, που ίσως είχε βρει καταφύγιο εκεί.

Για να κατέβει κανείς σε εκείνη τη μικρή πτυχή της γης, όπου ήταν η γούρνα με το νερό, έπρεπε να έχει την τύχη της Φραγκογιαννούς, που την κυνηγούσαν. Και έπρεπε να έχει τα πόδια της: ξυπόλυτα, σκισμένα και ματωμένα από τις τσουκνίδες και τα αγκάθια. Εκεί κάθισε να ξεκουραστεί. Έβγαλε από το καλάθι της το ψωμί, το τυρί και λίγο κρέας, που της είχε δώσει η Μαρούσα. Γιατί το βράδυ δεν είχε μπορέσει να φάει τίποτα, μετά τον καφέ που είχε πιει στο μαγειρείο. Φύλαξε μόνο τα δίπυρα, που είχε πάρει από το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς. Έφαγε, ήπιε δροσερό νερό και ένιωσε λίγη ανακούφιση.

Εκείνη τη στιγμή ανέτελλε ο ήλιος. Ο δίσκος του φάνηκε να βγαίνει από τα κύματα, απέναντι, στο μακρινό πέλαγος. Από την κρυψώνα της η Χαδούλα έβλεπε μια λωρίδα από αυτό. Τα όρνια του βουνού, του πετρώδους, που αντηχούσε και που υψωνόταν πίσω της, έβγαλαν μακριές κραυγές. Και τα πουλάκια της κοιλάδας, του πυκνού θαμνότοπου και του μικρού δάσους άφησαν χαρούμενες μελωδίες.

Μια ζεστή αχτίδα ήρθε από μακριά, από το πέλαγος που έλαμπε σαν φωτιά. Πέρασε μέσα από τα πυκνά φύλλα και τον κισσό, που σκέπαζαν το καταφύγιο της ταλαίπωρης γριάς. Έκανε την πρωινή δροσιά να λάμπει σαν πλήθος μαργαριτάρια πάνω στο πλούσιο σμαραγδένιο πέπλο των φύλλων. Έδιωξε όλη την ανατριχίλα της υγρασίας και όλο το κρύο του χλωμού φόβου. Έφερε για λίγο ελπίδα και ζεστασιά.

Η Γιαννού έβγαλε από το καλάθι της το μάλλινο χράμι, που ήταν διπλωμένο πολλές φορές. Το ξεδίπλωσε και τυλίχτηκε με αυτό. Έγειρε το κεφάλι της προς τη ρίζα του γέρικου πλατάνου. Αποκοιμήθηκε.

Είδε στον ύπνο της ότι ήταν ακόμα νέα. Ο πατέρας της και η μάνα της την πάντρευαν, όπως την είχαν παντρέψει και την είχαν «νεκροβλογήσει» εκείνον τον καιρό. Της έδιναν προίκα και τον πατρικό κήπο. Εκεί, όταν ήταν μικρή, σκάλιζε και πότιζε τα κουκιά και τα λάχανα. Και ο πατέρας της τάχα της έκανε δώρο για τον κόπο της. Της έδινε «τέσσερα κεφάλια», κεφάλια από λάχανα. Η Χαδούλα πήρε με χαρά τα τέσσερα φυτά στα χέρια της. Όταν όμως τα κοίταξε, είδε, ω φρίκη! ότι ήταν τέσσερα μικρά ανθρώπινα κεφάλια, νεκρά…

Ταράχτηκε, τινάχτηκε, είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ!…» Ξανακοιμήθηκε.

Ονειρεύτηκε ότι η μητέρα της την έπιανε επ' αυτοφώρω, την ώρα που έψαχνε να βρει το κομπόδεμα. Ήταν κάτω, στο ισόγειο, ανάμεσα στα βαρέλια, στα πιθάρια και στον σωρό με τα καυσόξυλα. Όταν η μητέρα της την είδε, χαμογέλασε πικρά, με το συνηθισμένο της χαμόγελο. Και για να τη γλιτώσει τάχα από τον κόπο, πήρε μόνη της το κομπόδεμα. Από τα τόσα τάλιρα, που ήταν δεμένα «σαν σκυλιά», έβγαλε και της χάρισε τρία γερμανικά τάλιρα. Ήταν τρεις ρηγίνες, από εκείνες που είχαν πάνω την εικόνα της Παναγίας με τα λόγια «Patrona Bavariae». Η Φραγκογιαννού πήρε τα τρία νομίσματα από τα χέρια της μητέρας της με χαρά ανακατεμένη με ντροπή. Όταν όμως τα κοίταξε, είδε ότι τα τρία νομίσματα, με τα πρόσωπα που είχαν πάνω, ήταν τρία προσωπάκια. Ήταν μικρά, χλωμά, με σβησμένα ματάκια… Ω! Τρόμος! Προσωπάκια μικρών κοριτσιών!

Ξύπνησε κατατρομαγμένη, δυστυχισμένη, σαν τρελή. Ήταν πια μεσημέρι. Ο ήλιος έκαιγε πάνω από το κεφάλι της, πάνω από την κορυφή του δροσερού πλατάνου. Παρ' όλη τη ζέστη του ήλιου και τη χαρά της μέρας του Μάη, η εντύπωση του ονείρου έμεινε για πολλή ώρα στον νου της. Της φαινόταν μάλιστα παράξενο που είδε αυτά τα όνειρα την ημέρα. Όποτε στη ζωή της είχε κοιμηθεί την ημέρα, δεν θυμόταν ποτέ να είχε δει όνειρο.

Έβρεξε δύο δίπυρα στη γούρνα. Τα άφησε πάνω σε μια πλακωτή πέτρα, στην άκρη του λάκκου, και τα ξέχασε εκεί για πολλή ώρα. Έμειναν ώσπου έλιωσαν από το βρέξιμο και σάπισαν. Ύστερα από ώρα γέμισε τη χούφτα της με τα ψίχουλα και τα έφαγε.

Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από την κορυφή του βραχώδους βουνού. Η κοιλάδα σκίασε, και ήταν πια απόγευμα. Τότε η γριά στενοχωρήθηκε και έβγαλε το κεφάλι της έξω από την κρυψώνα. Κοίταξε πάνω και κάτω, στην κοιλάδα που ήταν γεμάτη ελαιώνες. Αλλά ψυχή δεν φαινόταν. Τότε σκέφτηκε να πάρει το καλάθι της και το ραβδί της και να βγει από τη μικρή κόγχη. Να ανέβει πάνω στο πυκνό δασάκι και να πάρει σιγά σιγά το ρέμα. Να αρχίσει πάλι την παλιά της τέχνη, να ψάχνει να βρει βότανα. Δεν ήξερε πια σε τι θα της χρησίμευαν. Γιατί δεν είχε πια στον κόσμο άλλο καταφύγιο, μόνο τη φυλακή.

Είχε όμως μια αόριστη ελπίδα. Ίσως θα έβρισκε φιλοξενία σε κανένα μαντρί ή σε καμιά καλύβα βοσκού. Τότε θα πρόσφερε τα βότανα στη γυναίκα αυτού που θα τη φιλοξενούσε, σαν ένα μικρό αντάλλαγμα. Πιο πολύ όμως θα το έκανε για να περάσει η βαριά ανία, που βασάνιζε την ψυχή της.

Εκείνη την ώρα άκουσε από μακριά κουδουνάκια να χτυπούν. Συγχρόνως είδε μακριά ένα κοπάδι να κατεβαίνει. Αμέσως σκέφτηκε ότι, αν δεν πρόφταινε να βγει αμέσως από τη μικρή χαράδρα, σε λίγο σίγουρα θα την ανακάλυπταν στην κρυψώνα της. Τα περισσότερα αρνιά ή κατσίκια θα σκορπίζονταν και θα πήγαιναν να πιουν στο μεγάλο ρέμα. Αυτό έτρεχε πάνω ως τη στέρνα και ύστερα κάτω από τον νερόμυλο. Αλλά μερικά σίγουρα θα κατέβαιναν στο μικρό ρέμα, δίπλα στη γούρνα. Τότε τα ζώα θα φοβούνταν, θα ξαφνιάζονταν και θα πηδούσαν πίσω. Και ο βοσκός, όποιος κι αν ήταν, θα την ανακάλυπτε. Θα του φαινόταν παράξενο, και ίσως θα υποψιαζόταν.

Το καλύτερο λοιπόν θα ήταν να αντιμετωπίσει τον βοσκό. Θα έκανε αναγκαστικά πως δεν συμβαίνει τίποτα, με το ψέμα στα χείλη. Άλλωστε ήταν πολύ πιθανό εκείνος ο άνθρωπος της εξοχής να μην είχε νέα από την πόλη εδώ και μέρες. Και να μην ήξερε τίποτα για το κυνηγητό που περνούσε η Φραγκογιαννού.

### Γλωσσάρι

- **κατώι / κατωγάκι**: το ισόγειο κάτω από το σπίτι, αποθήκη.
- **κλεφτότοποι**: κρυφά μέρη στα βουνά, όπου κρύβονταν παλιά οι κλέφτες.
- **κρίταμο / αρμυρήθρα**: φυτά που φυτρώνουν στους βράχους δίπλα στη θάλασσα και τρώγονται.
- **λιάπηδες**: ένοπλοι Αρβανίτες που λήστευαν τον κόσμο τα παλιά χρόνια.
- **κουκουλώνω / νεκροβλογώ**: (πικρά λόγια της μάνας της) παντρεύω μια κόρη.
- **δραγάτης / αγροφύλακας**: φύλακας των χωραφιών.
- **«Βάρδα!»**: «Πρόσεχε!»
- **ξωμερίτες**: άνθρωποι που ζουν έξω από το χωριό, στην εξοχή.
- **γούρνα**: λάκκος με νερό.
- **Δρυάδα / Ναϊάδα**: νύμφες των αρχαίων μύθων· η μία ζει στα δάση, η άλλη στα νερά.
- **δίπυρα / παξιμάδια**: ψωμί ψημένο δύο φορές.
- **χράμι**: χοντρό μάλλινο υφαντό σκέπασμα.
- **κομπόδεμα**: χρήματα δεμένα και κρυμμένα σε πανί.
- **ρηγίνα / τάλιρο**: παλιό ασημένιο νόμισμα.
- **«Patrona Bavariae»**: λατινικά: «Προστάτισσα της Βαυαρίας» (η Παναγία).

## ΙΓ'.

Πράγματι, σε λίγο η Γιαννού βγήκε από την κρυψώνα της. Περπατούσε δίπλα στο ρέμα και έσκυβε εδώ κι εκεί και έψαχνε βότανα. Το κοπάδι πλησίασε. Ήταν πρόβατα ανακατεμένα με μερικές γίδες. Και φάνηκε ο βοσκός. Η Γιαννού τον γνώρισε αμέσως. Ήταν αυτός που τον έλεγαν Γιάννη Λυρίγκο.

Μόλις είδε τη γριά, άρχισε να φωνάζει από μακριά:

— Και πού σε αυτόν τον κόσμο, θεια Γαρουφαλιά;

(Ο Λυρίγκος γνώρισε το πρόσωπο, αλλά, όπως φαίνεται, δεν θυμόταν καλά το όνομα.)

— Καλά που σε βρήκα!… Ο Θεός σε έστειλε!

«Τι να τρέχει;» είπε μέσα της η Φραγκογιαννού. «Κάτι θέλει να μου πει. Βέβαια ο άνθρωπος δεν θα έχει ακούσει τίποτα για τα δικά μου πάθια.»

— Ξέρεις τίποτα, θεια Γαρουφαλιά; ξαναρώτησε ο Λυρίγκος, καθώς ερχόταν πιο κοντά.

— Τι να ξέρω, γιε μου; είπε η Φραγκογιαννού, και έκανε την ανήξερη.

Δεν τον διόρθωσε για το βαφτιστικό της όνομα. Ύστερα πρόσθεσε:

— Από χθες λείπω από το χωριό. Ήρθα να μαζέψω βότανα στα ρέματα.

— Άκουσε, θεια Γαρουφαλιά, ξαναείπε απλά ο άνθρωπος. Απόψε γεννήσαμε, στο καλύβι.

— Γεννήσατε;

— Σπαργανίσαμε! Είναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντε χρόνια… Όλο κοριτσούδια, το έρμο!

— Να σας ζήσει! είπε η γριά. Καλή σαράντιση στη γυναίκα σου!

— Όμως το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρωστο. Όλο κλαίει, και δεν πιάνει το στήθος. Κι η μάνα του, η καημένη, δεν είναι και τόσο καλά… Όλο πυρετός και στενοχώρια, το έρμο!

— Αλήθεια;

— Δεν θα ήθελες να μας κάνεις τη χάρη να περάσεις από το καλύβι, να κάνεις κανένα ψευτογιατρικό, θεια Γαρουφαλιά;… Εκείνη η πεθερά μου δεν βοηθάει σε τίποτα. Τι να σου κάνει;

— Μα τώρα κοντεύει να νυχτώσει… είπε υποκριτικά η Φραγκογιαννού.

Και μέσα της έλεγε: «Αυτό είναι πια το ριζικό μου! Ωχ, Θεέ μου!»

— Ας νυχτώσει… Αν θέλεις, κοιμάσαι στο καλύβι.

Η Φραγκογιαννού στάθηκε σαν να δίσταζε. Αλλά ήταν έτοιμη να δεχτεί. Την ίδια στιγμή, η τελευταία αχτίδα του ήλιου χρύσωνε την κορυφή του ανατολικού λόφου με τους πολλούς ελαιώνες. Έκανε να λάμπουν τα φύλλα των ελιών. Τότε φάνηκαν δύο άνθρωποι να κατεβαίνουν τρέχοντας από ένα μονοπάτι, ανάμεσα σε δύο ελαιώνες.

Η Φραγκογιαννού τους είδε πρώτη και τρόμαξε. Ο ήλιος, που έλαμπε πάνω στα φύλλα, έκανε να γυαλίζουν και τα κουμπιά της στολής τους. Αυτά είχαν πολύ καιρό να γυαλιστούν. Ήταν οι χωροφύλακες.

Αμέσως η Φραγκογιαννού γύρισε την πλάτη στον Γιάννη τον Λυρίγκο. Έτρεξε προς τη ρίζα του πετρώδους βουνού, προς τη δύση.

Ο βοσκός φώναξε έκπληκτος:

— Πού πας, θεια Γαρουφαλιά;

— Σώπα, παιδί μου, του σφύριξε τρομαγμένη η γυναίκα, αν αγαπάς τον Χριστό! Έρχονται ταχτικοί!… Να μην πεις πως με είδες!

— Ταχτικοί;

— Να μη με μαρτυρήσεις, παιδί μου, χάνομαι! Ησύχασε! Αν γλιτώσω τώρα, τη νύχτα θα έρθω στο καλύβι σας…

Είχε φορέσει τις παντοφλίτσες της όταν βγήκε από τη γούρνα. Τώρα τις έβγαλε και τις πέταξε μέσα στο καλάθι. Και άρχισε να σκαρφαλώνει με ελαφρύ πάτημα, ξυπόλυτη. Είχε το καλάθι της στον αριστερό αγκώνα και το ραβδί της στο δεξί χέρι. Ανέβαινε τον απότομο γκρεμό, όπου μόνο τα λίγα κατσίκια του Λυρίγκου, ανάμεσα στα πρόβατα, θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν.

Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα είχε ανέβει λίγες οργυιές ψηλά. Κρύφτηκε πίσω από τον πρώτο βράχο που προεξείχε και χάθηκε.

Αμέσως μετά έφτασαν κοντά στον Λυρίγκο οι δύο χωροφύλακες. Για να φτάσουν ως το μέρος όπου ήταν ο βοσκός, έπρεπε να κατέβουν και να περάσουν το ρέμα, μέσα από τους πυκνούς θάμνους. Από αυτό είχε επωφεληθεί η Φραγκογιαννού για να φύγει. Ο βοσκός στο μεταξύ κοίταζε τα γιδοπρόβατά του και τα φώναζε: «Τίβι! Τίβι!… Όι! Όι!» Προσπαθούσε να τα μαζέψει και να τα φέρει προς τον ανήφορο, για να τα οδηγήσει στη νότια ράχη, όπου ήταν η στάνη του.

Οι δύο άντρες χαιρέτησαν τον Λυρίγκο. Ύστερα τον ρώτησαν αν είδε «εκείνη την παλιογυναίκα, πώς τη λένε, τη Φραγκογιαννού».

Ο Λυρίγκος είπε όχι.

Ο ένας από τους χωροφύλακες έβρισε τον βοσκό:

— Ψέματα λες! Εγώ την είδα!…

Αυτός επέμενε ότι είχε δει τον ίσκιο της γριάς, τον «διακαμό» ή το «διάνεμα», όπως έλεγε, να σκαρφαλώνει σαν γάτα ψηλά στον γκρεμό. Ο άλλος δεν είχε δει τίποτα και δεν έλεγε τίποτα.

Ο πρώτος, με τα τσαρούχια του, δοκίμασε να σκαρφαλώσει στον βράχο. Αλλά ύστερα από τρία βήματα γκρεμίστηκε και έπεσε. Χτύπησε ελαφρά στο γόνατο.

Εκεί όπου είχε ανέβει η Φραγκογιαννού ήταν το βουνό του Κουρούπη. Ήταν στον βορρά, βραχώδες και απάτητο. Τα πόδια του τα φιλούσε και τα χτυπούσε το κύμα του πελάγους. Η θέα άνοιγε προς την ακτή της Μακεδονίας, τη Χαλκιδική και τον μεγάλο Άθω.

Το μέρος όπου έφτασε η κυνηγημένη γυναίκα το έλεγαν Κοχύλι. Ανθρώπινο πόδι σπάνια πατούσε εκεί. Μόνο όταν χανόταν ή «βραχωνόταν» καμιά γίδα, τότε κάποιος βοσκός ριψοκινδύνευε να ανέβει σε εκείνο το απάτητο ύψωμα. Η Φραγκογιαννού βρήκε μια μικρή σπηλιά, ολάνοιχτη προς τη θάλασσα. Αυτή ήταν το κυρίως Κοχύλι. Κάθισε άνετα σε εκείνη την κουφάλα του βράχου. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι αυτοί που την κυνηγούσαν δεν θα την έφταναν εκεί. Κι αν τύχαινε κανείς τους να είναι τόσο «μάνας γιος», ώστε να αποφασίσει και να καταφέρει να σκαρφαλώσει στον βράχο, εκείνη είχε έτοιμο και τον δρόμο για να υποχωρήσει. Ήξερε ένα άλλο μονοπάτι, μέσα από τη διπλή κορυφή του πετρώδους βουνού. Αυτό χώριζε στα δύο τις συστάδες των βράχων. Το ήξεραν μόνο οι γιδοβοσκοί αυτών των μερών, και έβγαζε κατευθείαν στα μαντριά και στα σπίτια τους.

Κάθισε στην κόγχη του βράχου. Κάτω από τα πόδια της άκουγε τη βοή και τη μελωδία των κυμάτων. Πάνω από το κεφάλι της άκουγε τις κραυγές των αετών και του γερακιού. Καθώς απλώθηκε η νύχτα, ο απέραντος ουρανός γέμισε λαμπερά αστέρια. Και ο αέρας ήταν τόσο μυρωδάτος, που θα μπορούσε να βάλει βάλσαμο ακόμα και στα «πάθια» αυτής της γυναίκας. Η σπηλιά σαν κοχύλι ήταν μόνο περίπου τρία μπόγια πάνω από το κύμα. Αλλά ο βράχος ως κάτω ήταν τόσο κάθετος, που κανένας «θνητός άνθρωπος» δεν μπορούσε να ανέβει ή να κατέβει. Ήταν καλή θέση μόνο για να πέσει κανείς στη θάλασσα και να πνιγεί, αν το είχε αποφασίσει.

Η γριά έβγαλε από το καλάθι της τα λίγα παξιμάδια που της είχαν μείνει, ελιές και τυρί, και έφαγε το βραδινό της. Ευτυχώς το φλασκί της ήταν γεμάτο νερό, γιατί το απόγευμα το είχε γεμίσει από τη γούρνα.

Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να νανουρίζει μόνη τον εαυτό της. Ψιθύριζε ένα τραγούδι που έμοιαζε με μοιρολόι. Αλλά ύπνος δεν της ερχόταν. Ξαναγύρισαν οι φόβοι και τα φαντάσματα και την πολιορκούσαν. Εκείνο το κλαψούρισμα του μωρού το άκουγε συχνά μέσα της, βαθιά στα σωθικά της. Με το παραπονετικό και ονειροπόλο τραγούδι που ψιθύριζε, προσπαθούσε άδικα να κάνει να σωπάσει αυτό το μυστηριώδες κλάμα.

*Μανούλα μου, ήθελα να πάω, πάω να φύγω να μισέψω,*
*του ριζικού μου από μακριά την πόρτα να αγναντέψω.*
*Στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,*
*κι εκεί να βρω τη Μοίρα μου, και να την ερωτήσω…*

Της ήρθε στον νου ότι ίσως οι «ταχτικοί» την κυνηγούσαν και τη νύχτα ακόμα. Κι αν ανέβαιναν πάνω, στα μαντριά των βοσκών, και έμεναν εκεί να περάσουν τη νύχτα;… Μήπως δεν είχαν οι βοσκοί φρέσκια μυζήθρα; Μήπως δεν είχαν γάλα και στρογγυλιάτα; Ή ακόμα και κότες, για να τους στρίψουν τον λαιμό και να τις ψήσουν σε μια πρόχειρη ξύλινη σούβλα; Κι αν κάποιος από τους βοσκούς γελιόταν και έδειχνε στους χωροφύλακες το μονοπάτι από μέσα; Τότε δεν θα της έκοβαν τον δρόμο της υποχώρησης; Και ήταν πολύ, πάρα πολύ πιο δύσκολο να κατέβει από εκεί που ανέβηκε. Εκτός αν έβγαζε φτερά στα πόδια και πετούσε…

Την ενδιέφερε πολύ να μάθαινε τι είπαν οι δύο «ταχτικοί» στον Λυρίγκο, και τι τους είπε αυτός. Το καλύβι του Λυρίγκου το ήξερε. Ήταν πάνω στη ράχη, πίσω από το βουνό, περίπου είκοσι λεπτά μακριά. Τώρα βέβαια ο Λυρίγκος θα είχε μάθει γιατί την κυνηγούσαν να τη συλλάβουν και για ποια πράξη την κατηγορούσαν. Και με τι μούτρα να παρουσιαστεί τότε η ίδια στο καλύβι; Αλλά ίσως ο ίδιος να μην κοιμόταν στο καλύβι. Ίσως κοιμόταν μάλλον στο μαντρί του κοπαδιού του, που θα ήταν κάπου εκεί, όχι πολύ μακριά. Τότε εκείνη θα έβρισκε τις δύο γυναίκες, τη λεχώνα και τη μητέρα της. Θα τις ξάφνιαζε… Τι να κάνει; Τι απόφαση να πάρει;

Νάρκωσε. Δεν κοιμόταν εντελώς, αλλά έβλεπε όνειρο. Της φάνηκε ότι βρισκόταν αλλού, σε άλλο τόπο. Ξαφνικά βρέθηκε κοντά στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό, εκείνον τον άγιο που γιάτρευε τους κρυφούς πόνους και άκουγε την εξομολόγηση των κρυφών αμαρτιών. Είχε απέναντί της τον κήπο του Περιβολά, με την άρρωστη γυναίκα κλεισμένη στην καλύβα. Έβλεπε την πόρτα του φραγμένου κήπου, το πηγάδι, τη στέρνα, το μάγγανο. Άκουσε καθαρά να βγαίνει από τη στέρνα μια βαθιά, πολύ βαθιά, παράξενη βοή. Το νερό της στέρνας ταραζόταν και πλατάγιζε σαν σε φουρτούνα. Φώναζε, και σχεδόν μιλούσε σαν άνθρωπος. Εκείνη ξεχώριζε καθαρά τη λέξη που έλεγε εκείνο το νερό που μιλούσε: «Φόνισσα!… Φόνισσα!…»

Τινάχτηκε ανατριχιάζοντας και ξύπνησε. Και, σαν να παραμιλούσε από πυρετό, έκανε στον εαυτό της μια παράξενη ερώτηση: «Άραγε το αίμα το πνιγμένο φωνάζει, όπως και το αίμα που χύθηκε;»

Ύστερα αμέσως συνήλθε. Δοκίμασε πάλι να πει τα λόγια της προσευχής, που την ησύχαζαν: «Κύριε Ιησού…» Την ίδια στιγμή θυμήθηκε τα ξεχασμένα λόγια ενός ύμνου. Τον είχε ακούσει πολλές φορές στα νιάτα της να τον ψέλνει ένας γέρος παπάς: «Ιησού γλυκύτατε Χριστέ… Ιησού μακρόθυμε!»

Τότε αμέσως της ήρθε πάλι ο ύπνος, βαθύς και πιο μακρύς. Και τότε ονειρεύτηκε ότι ξανάζησε όλη τη ζωή της που πέρασε. Και παράξενα, μέσα στον ύπνο της, έβλεπε τη συνέχεια από τα όνειρα της μέρας που πέρασε. Δεν έβλεπε πια ότι την πάντρευαν ή ότι της έδιναν προίκα. Έβλεπε ότι γεννούσε. Και της φάνηκε ότι είχε και τις τρεις κόρες της μαζί: τη Δελχαρώ, την Αμέρσα και την Κρινιώ. Ήταν μικρές, σχεδόν συνομήλικες, σαν να ήταν τρίδυμες. Και οι τρεις στέκονταν μπροστά της πιασμένες από τα χέρια. Της ζητούσαν χάδια, φιλιά και λιχουδιές. Ξαφνικά τα πρόσωπά τους άλλαξαν. Δεν έμοιαζαν πια με τις τρεις κόρες της. Πήραν όλα τα χαρακτηριστικά των τριών εκείνων κοριτσιών, των πνιγμένων. Και ξαφνικά κρεμάστηκαν από τον λαιμό της σαν κομπολόι.

— Εγώ είμαι η Ματούλα, έλεγε η μία.

— Κι εγώ η Μυλσούδα, η μικλή, ψέλλιζε η άλλη.

— Κι εγώ είμαι η Ξενούλα, έλεγε η τρίτη.

— Φίλησέ μας!

— Πάρε μας!

— Εμείς είμαστε τα κορίτσια σου!

— Εσύ μας γέννησες, εσύ μας έκανες!

— Μας γέννησε… στον άλλο κόσμο, πρόσθεσε η Ξενούλα με σαρκασμό.

— Χόρεψέ μας!

— Δώσε μας μαμ!

— Κάνε μας νάνι!

— Τραγούδα μας!

— Καμάρωσέ μας!

Ω! Αλήθεια, της φαινόταν τόσο φυσικό το πράγμα! Αυτά τα τρία μικρά κοριτσάκια ήταν τα παιδιά της! Τι αρμαθιά ήταν αυτή, ζωντανή, ανθρώπινη!… Νεκρή, βαριά από το νερό, γεμάτη αφρούς!… Πώς θα άντεχε η γριά Χαδούλα να κουβαλά για πάντα όλη αυτή τη φρικτή αρμαθιά, κρεμασμένη από τον λαιμό της!

Ξύπνησε σαν τρελή, ανατριχιάζοντας. Σηκώθηκε, πήρε το ραβδί της και το καλάθι της και αποφάσισε να φύγει από εκεί. Εδώ, στην κουφάλα του βράχου, μέσα στη βοή της έρημης ακρογιαλιάς, υπήρχαν πολλά φαντάσματα. Ο τόπος ήταν στοιχειωμένος. «Ας φύγω κι από δω!»

Αμέσως ξαναγύρισαν στον νου της οι άλλες σκέψεις της, οι πιο πρακτικές. Αν τύχαινε οι δύο χωροφύλακες να είχαν ανακαλύψει το κρυφό μονοπάτι, το καλύτερο ήταν να τρέξει πριν φτάσει ο κίνδυνος. Κι αν τους συναντούσε στον δρόμο, ίσως θα έβρισκε διέξοδο πίσω από τους βράχους. Χειρότερα θα ήταν αν την έκλειναν εδώ, σε αυτό το στενό μέρος, στο Κοχύλι.

Έτρεξε στο ανηφορικό μονοπάτι, στο φως των αστεριών, ανάμεσα στους βράχους. Ύστερα από μισή ώρα έφτασε λαχανιασμένη στο σπιτάκι του Λυρίγκου. Στάθηκε για να πάρει ανάσα. Ύστερα χτύπησε την πόρτα.

Για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρη: οι δύο «ταχτικοί» ήταν οπουδήποτε αλλού, εκτός από αυτό το καλύβι, όπου ήταν μια λεχώνα με τη μητέρα της για συντροφιά. Αν έμεναν τη νύχτα στο βουνό, θα ήταν σε κάποιο από τα μαντριά των κοπαδιών.

Η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν κοιμόταν, όπως δεν κοιμόταν και η Φραγκογιαννού πριν από μέρες, όταν κρατούσε συντροφιά στη λεχώνα, την κόρη της. Σηκώθηκε και ρώτησε:

— Ποιος είναι;

— Με έστειλε ο Γιάννης, για να κάνω γιατρικά στη λεχώνα, απάντησε η Χαδούλα, έξω από την κλειστή πόρτα, χωρίς να πει το όνομά της.

— Τέτοια ώρα;

— Δεν μπόρεσα να έρθω νωρίτερα.

— Πού τον βρήκες;

— Κάτω στο Λεχούνι, στο ρέμα.

Η γριά τράβηξε τον σύρτη και άνοιξε την πόρτα.

«Αυτοί δεν ξέρουν τίποτα», σκέφτηκε μέσα της η Φραγκογιαννού. «Σε αυτές περνάει ακόμα η μπογιά μου.»

Μόλις πάτησε το πόδι της μέσα, άρχισε να φέρεται σαν νοικοκυρά. Υπήρχε ένα καντήλι που έκαιγε μπροστά σε μια παλιά εικόνα, τρίπτυχη. Στη μέση είχε τον Χριστό και στα δύο φύλλα διάφορους αγίους. Στο φως του καντηλιού πήγε κατευθείαν στο τζάκι, κοντά στο στρώμα της λεχώνας, που ήταν στο πάτωμα. Δοκίμασε τη φωτιά και είδε ότι ήταν μισοσβησμένη. Πήρε ξυλαράκια και κλαδάκια από έναν σωρό στη γωνία. Έριξε λίγα στο τζάκι, φύσηξε και ξανάναψε τη φλόγα. Πήρε ένα μπρίκι που ήταν στο τζάκι και το γέμισε νερό. Έψαξε στο καλάθι της, πήρε δυο τρία κλαδάκια από βότανα, τα έριξε μέσα και έβαλε το μπρίκι στη φωτιά.

Ύστερα έγνεψε προς το μέρος της λεχώνας και είπε σιγά στη γριά:

— Μην την ξυπνάς… Όταν ξυπνήσει, ύστερα, να το πιει αυτό.

Η γυναίκα απάντησε με ένα νεύμα. Η Φραγκογιαννού συνέχιζε να φυσά τη φωτιά. Η γριά, αμήχανη, ήθελε να τη ρωτήσει πάλι πώς βρέθηκε εκεί τέτοια ώρα, αλλά δεν τολμούσε. Η κόρη της είχε περάσει δύσκολη λεχωσιά. Και φοβόταν μήπως ξυπνήσει ξαφνικά και ταραχτεί.

Το κοριτσάκι ήταν ένα μικρό κουρέλι, δύο ημερών ζωή. Είχε έρθει κι αυτό στον κόσμο για αμαρτίες και βάσανα. Κοιμόταν στο κρεβατάκι του, αλλά ανέπνεε δύσκολα, και η ανάσα του ακουγόταν μέσα στη σιωπή. Πού και πού η ανάσα του γινόταν κάπως πιο δυνατή, και το μωρό φαινόταν έτοιμο να ξυπνήσει και να φωνάξει. Τότε η γιαγιά το νανούριζε με μία μόνο συλλαβή: «Κοι, κοι, κοι, κοι!» Αυτή η συλλαβή φαίνεται να είναι η πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!» ή η ρίζα του «κείμαι». Και πράγματι, καθώς την επαναλάμβανε πολλές φορές, φαινόταν να έχει μια παράξενη δύναμη και γοητεία, σαν μάγια.

Η ώρα περνούσε. Είχαν λαλήσει ήδη δύο φορές οι πετεινοί. Η Πούλια είχε περάσει από πολλή ώρα το μέσο του ουρανού. Από την απέναντι κορυφή της ράχης, όπου ήταν άλλα καλύβια με οικογένειες βοσκών, ακούστηκαν μακρινά λαλήματα. Σε αυτά απάντησε αμέσως ο πετεινός από το κοτέτσι του καλυβιού του Λυρίγκου.

Η λεχώνα ξύπνησε. Η μάνα της της έδωσε να πιει το φάρμακο που είχε ετοιμάσει η Φραγκογιαννού.

— Κουράγιο, κοπέλα μου, είπε αυτή με ήρεμη φωνή.

— Πού βρέθηκες εδώ; είπε η λεχώνα.

Την κοίταζε με απορία και δύσκολα τη γνώριζε.

— Ο Θεός με έστειλε, είπε με σιγουριά η Γιαννού.

— Καλά που ήρθες, είπε τότε και η γριά.

Πράγματι, στην αρχή της είχε φανεί παράξενο. Ύστερα όμως σκέφτηκε και κατάλαβε ότι η Γιαννού, με το να είναι εκεί, ήταν μια παρηγοριά στη μοναξιά τους.

### Γλωσσάρι

- **σπαργανίζω**: (εδώ) γεννώ· τα σπάργανα είναι τα πανιά του μωρού.
- **το έρμο**: (λαϊκό) το καημένο, το δύστυχο.
- **σαράντιση**: οι σαράντα μέρες μετά τη γέννα.
- **ψευτογιατρικά**: γιατρικά με βότανα, χωρίς σπουδές γιατρού.
- **ταχτικοί**: οι χωροφύλακες.
- **στάνη / μαντρί**: τόπος όπου κλείνουν τα πρόβατα.
- **διακαμός / διάνεμα**: (λαϊκό) σκιά, θολή μορφή που περνά γρήγορα.
- **τσαρούχια**: παλιά δερμάτινα παπούτσια.
- **βραχώνομαι**: (για γίδα) ανεβαίνω σε βράχο και δεν μπορώ να κατέβω.
- **«μάνας γιος»**: πολύ γενναίος, παλικάρι.
- **μπόι**: ύψος ανθρώπου.
- **μοιρολόι**: θρηνητικό τραγούδι για τους νεκρούς.
- **μισεύω**: φεύγω μακριά, ξενιτεύομαι.
- **«περνάει η μπογιά μου»**: με πιστεύουν, έχω ακόμα κύρος.
- **η Πούλια**: ομάδα από αστέρια στον ουρανό.

## ΙΔ'.

Με τα πρώτα γλυκοχαράματα το μωρό είχε ξυπνήσει και άρχισε να κλαψουρίζει. Η Φραγκογιαννού έκανε πάλι «κουμάντο». Συμβούλεψε τη λεχώνα να βάλει το παιδί στο στήθος, για να δοκιμάσει αν θα κατέβει το γάλα. Την ίδια ώρα ακούστηκε θόρυβος απ' έξω, και αμέσως μετά μια φωνή:

— Γριά!… Γριά!… Κοιμάστε;

Ήταν ο Λυρίγκος και φώναζε την πεθερά του.

Η γριά γνώρισε τη φωνή. Σηκώθηκε και έτρεξε στην πόρτα.

— Έλα να μου δώσεις ένα χέρι, φώναξε ο Λυρίγκος. Ο παραγιός λείπει κι είμαι μονάχος.

Ο Γιάννης, όπως φαίνεται, δεν σκέφτηκε καν να ρωτήσει πώς ήταν η λεχώνα, η γυναίκα του, και το παιδί του. Ένιωθε μόνο μια βιαστική ανάγκη. Φώναζε την πεθερά του να τον βοηθήσει στις πρωινές δουλειές του βοσκού, ίσως να βγάλουν τα ζώα από το μαντρί και τα λοιπά.

— Δεν μπορεί κανείς μοναχός του, το έρμο!…

— Πρέπει να έχει τέσσερα χέρια! πρόσθεσε, σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί.

Η γριά βγήκε τρέχοντας. Η Φραγκογιαννού έμεινε μόνη με τη λεχώνα και το μωρό.

Η νεαρή γυναίκα είχε λαγοκοιμηθεί πάλι και δεν είχε καταλάβει καλά ότι η μητέρα της έλειπε. Ύστερα από λίγες στιγμές ξύπνησε και είπε:

— Πού πάει η μάνα, λέω;

Η Φραγκογιαννού πίστευε ότι το καλύτερο ήταν να κοιμάται η λεχώνα, για να ησυχάζει. Ήξερε επίσης ότι, όταν απαντάς σε όσους έχουν πυρετό ή παραμιλούν σαν υπνοβάτες, τους κάνεις μάλλον κακό παρά καλό. Γι' αυτό δεν απάντησε τίποτα. Η λεχώνα αμέσως αποκοιμήθηκε πάλι.

Το κοριτσάκι άρχισε ξανά να κλαψουρίζει. Κλαψούριζε πολύ τρυφερά και παραπονετικά, τόσο που γινόταν ενοχλητικό. Η Φραγκογιαννού είχε ξεχάσει όλες τις τύψεις που είχε νιώσει με πόνο κάτω από τα μαύρα φτερά των ονείρων της. Τώρα την ξέσκιζαν πάλι τα νύχια της πραγματικότητας. Άρχισε να σκέφτεται μέσα της:

«Αχ! Δίκιο έχει ο καημένος ο Λυρίγκος… "Όλο κοριτσούδια, το έρμο, όλο κοριτσούδια!"… Και τι ξαλάφρωμα θα ήταν τώρα γι' αυτόν και για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του το έπαιρνε τώρα ο Μεγαλοδύναμος!… Αυτό τουλάχιστον, που είναι μικρό και δεν θα αφήσει μεγάλο καημό πίσω του!»

Εκείνη τη στιγμή της ήρθε στον νου μια μικρή απορία: πού ήταν τα άλλα κορίτσια του Λυρίγκου, τα μεγαλύτερα. Τότε θυμήθηκε κάτι. Πριν ανέβει στο καλύβι όπου βρισκόταν τώρα, που ήταν ένα χαμηλό ανώγι, είχε περάσει έξω από την πόρτα ενός άλλου, μικρότερου καλυβιού. Αυτό ήταν ισόγειο και ήταν χτισμένο δίπλα, κολλητά με το πρώτο. Ήταν το μικρό καλυβάκι της γριάς, της πεθεράς του Λυρίγκου. Εκεί μέσα της είχε φανεί ότι άκουγε ανάσες ανθρώπων που κοιμούνται και ροχαλητά. Εκεί σίγουρα θα κοιμούνταν τα άλλα κορίτσια του Λυρίγκου, μαζί με τη μικρή ανύπαντρη θεία τους.

Σαν να είχε χάσει τα λογικά της και σαν να ονειρευόταν, άπλωσε το χέρι της προς το λίκνο, όπου έκλαιγε το μωρό… Έκανε μια κίνηση σαν να έκανε τα δάχτυλά της τσιμπίδα, νύχι, θηλιά για να πνίξει.

Εκείνη τη στιγμή ένιωθε μια άγρια χαρά να πνίξει το μικρό κοριτσάκι… Της ήρθε στον νου ότι ήταν αβάφτιστο. Αν το έπνιγε, θα είχε διπλή αμαρτία… Αυτή η σκέψη τη σταμάτησε για μια στιγμή. Αλλά αποφάσισε να πηδήσει πάνω από αυτό το εμπόδιο… Ένα δάχτυλο έλειπε, και το χέρι της θα άγγιζε τον λαιμό του μικρού πλάσματος…

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε φωνή, βήμα, θόρυβος στο μικρό χαγιάτι απ' έξω. Η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου, όταν έφυγε, δεν είχε κλείσει την πόρτα με το μάνταλο. Την είχε μόνο γείρει. Τώρα κάποιος την έσπρωξε απ' έξω, και η πόρτα άνοιξε διάπλατα.

— Εδώ είναι; ρώτησε ο άνθρωπος που φάνηκε. Εδώ είναι το σπίτι του Λυρίγκου, του τσοπάνη;

Ήταν ένας χωροφύλακας. Το χιτώνιό του ήταν μισοκουμπωμένο και φούσκωνε στο στήθος. Το πηλήκιό του ήταν στραβά. Είχε στριφτό μουστάκι και την κάπα του διπλωμένη στο μάκρος πάνω στον αριστερό του ώμο.

Μέσα στο καλύβι το καντήλι τρεμόσβηνε μπροστά στις εικόνες. Η φωτιά είχε σκεπαστεί πάλι από τη στάχτη. Το λυχνάρι κρεμόταν σβηστό από το μικρό ράφι του τζακιού. Ήταν σκοτάδι. Έξω είχε ξημερώσει, και σε δύο λεπτά θα ανέτελλε ο ήλιος.

Ο άνθρωπος έβλεπε μέσα μόνο αμυδρές σκιές. Έβλεπε τη λεχώνα στο στρώμα της, σαν σκοτεινό όγκο ξαπλωμένο. Έβλεπε το μωρό, που κουνιόταν και ανάσαινε μέσα στη σκάφη, που χρησίμευε για λίκνο… Και έβλεπε τη Φραγκογιαννού καθισμένη σαν φάντασμα, με το χέρι απλωμένο προς το λίκνο.

Η Φραγκογιαννού έμεινε με το χέρι απλωμένο. Την έπιασε φρίκη, τρόμος, ζάλη. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο συνήλθε και είδε τον φοβερό κίνδυνο.

Ακριβώς πίσω της ήταν ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε προς τον βορρά. Ήταν σαπισμένο, υγρό και κακοκλεισμένο. Σαν να την είχε τινάξει μια έκρηξη, γύρισε μηχανικά, άνοιξε το παράθυρο και πήδηξε έξω. Έπεσε πάνω σε χόρτα και άχυρα, και ο γδούπος της πτώσης της ούτε ακούστηκε. Το χαμηλό παράθυρο ήταν μόλις μισή οργυιά πάνω από το έδαφος.

Μόνο που είχε ξεχάσει να πάρει μαζί της το ραβδί της και το καλάθι της. Κι όμως αυτά ήταν δίπλα της, στο πάτωμα. Ήταν να απορεί κανείς πώς είχε σαστίσει τόσο. Τα θυμήθηκε ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να τρέχει, μετά το πήδημα. Και της ερχόταν, αν υπήρχε τρόπος, να γυρίσει πίσω να τα πάρει, και να τυφλωθούν όσοι την κυνηγούσαν, να μην τη δουν.

Παρ' όλα αυτά έτρεχε, έτρεχε… Είχε μπει μέσα στο δάσος, που τα διάφορα μονοπάτια του τα ήξερε πολύ καλά. Δεν γύριζε να κοιτάξει πίσω της… Ήταν σίγουρη ότι οι δύο «ταχτικοί» θα αργούσαν να καταλάβουν τι έγινε και να αρχίσουν να την κυνηγούν.

Πράγματι, οι δύο εκείνοι άντρες, υπηρέτες του κράτους, δεν κατάλαβαν στην αρχή τι είχε συμβεί. Τους είχε στείλει πίσω, «κατεπείγον», ο ειρηνοδίκης. Το αποφάσισε μαζί με τον πάρεδρο, τον αστυνόμο, που σε ό,τι έλεγε εκείνος ο εμπνευσμένος υπηρέτης της δικαιοσύνης έλεγε πάντα ναι. Και μαζί με τον ενωμοτάρχη, που δεν έλεγε ποτέ όχι. Τους είχε στείλει να πάνε στο σπίτι του Ιωάννη Λυρίγκου στην εξοχή. Να τον καλέσουν να παρουσιαστεί μπροστά στις αρχές, και αν χρειαζόταν, να τον φέρουν με τη βία. Γιατί το προηγούμενο βράδυ, στην πολίχνη, οι δύο χωροφύλακες είχαν διηγηθεί όσα έγιναν. Και από αυτά οι «φωστήρες» εκείνοι υποψιάστηκαν ότι ο Λυρίγκος είχε ανακατευτεί στη φυγή της γυναίκας «Χαδούλας, χήρας του Ιωάννη Φράγκου, χριστιανής, που κάνει τις δουλειές του σπιτιού». Οι δύο στρατιωτικοί έλεγαν ότι την είχαν δει να σκαρφαλώνει στον γκρεμό του πετρώδους βουνού.

Γι' αυτό αμέσως, βαθιά χαράματα, οι δύο χωροφύλακες ξεκίνησαν. Είχαν κοιμηθεί δύο τρεις ώρες με όλη τους τη στολή, στο ισόγειο του δημαρχείου, που χρησίμευε για καζάρμα. Ήταν γεμάτο κατσαρίδες, σαρανταποδαρούσες και σαμιαμίθια. (Αυτή η καζάρμα ήταν ο τρόμος των αλητόπαιδων του δρόμου, καθώς και όλων όσοι χρωστούσαν στο δημόσιο.) Με ένα σφύριγμα του ενωμοτάρχη σηκώθηκαν, πήραν τις κάπες τους και πήραν τον δρόμο για το βουνό.

Τους έστελναν κυρίως για να φέρουν τον Λυρίγκο. Και κάθε άλλον βοσκό που θα τον εξέταζαν οι ίδιοι και θα έλεγε «μπερδεμένα λόγια», φρόντισε να προσθέσει ο ειρηνοδίκης. Πάνω απ' όλα όμως τους έστελναν για να μυρίσουν τα ίχνη της Φραγκογιαννούς και να καταφέρουν να τη βρουν. Γι' αυτό είχαν την άδεια να ψάξουν όλα τα μαντριά και τις στάνες και να ρωτήσουν όλους τους βοσκούς του βουνού. Γι' αυτό, για καλό και για κακό, πήραν μαζί τους και τις κάπες τους.

Ο πρώτος χωροφύλακας έσπρωξε την πόρτα του σπιτιού. Είδε σκοτάδι και σκιά μέσα. Άκουσε τον θόρυβο του βόρειου παραθύρου που άνοιγε. Είδε από εκεί να μπαίνουν αχτίδες φωτός. Και αμέσως είδε ένα μαύρο σώμα να κρύβει αυτές τις αχτίδες: σκυφτό, μαζεμένο, χωρίς σχήμα. Και άκουσε τον αδύναμο γδούπο της πτώσης. Ύστερα το παράθυρο έμεινε ανοιχτό. Στις δύο δέσμες φωτός, από την πόρτα και από το παράθυρο, που διασταυρώνονταν, είδε καθαρά τη λεχώνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.

— Τι τρέχει εδώ; φώναξε έκπληκτος ο άνθρωπος.

Η λεχώνα ξύπνησε και είπε με αδύναμη φωνή:

— Μάνα, εσύ είσαι;… Ήρθες;

### Γλωσσάρι

- **λεχώνα**: γυναίκα που μόλις γέννησε (τις πρώτες 40 μέρες).
- **παραγιός**: ο βοηθός του βοσκού.
- **το έρμο**: (λαϊκό) το καημένο, το δύστυχο.
- **λαγοκοιμάμαι**: κοιμάμαι ελαφριά, σαν τον λαγό.
- **ανώγι**: το πάνω πάτωμα ενός σπιτιού.
- **λίκνο**: το κρεβατάκι του μωρού.
- **αβάφτιστο**: που δεν έχει βαφτιστεί ακόμα.
- **χαγιάτι**: σκεπαστό μπαλκόνι ή διάδρομος μπροστά στο σπίτι.
- **κάπα**: χοντρό μάλλινο πανωφόρι χωρίς μανίκια.
- **οργυιά**: μέτρο μήκους, περίπου 1,80 μ.
- **ενωμοτάρχης**: αρχηγός μικρής ομάδας χωροφυλάκων.
- **καζάρμα**: κτίριο όπου μένουν στρατιώτες ή χωροφύλακες.
- **σαμιαμίθι**: μικρή σαύρα που ζει στους τοίχους των σπιτιών.
- **φωστήρας**: (ειρωνικά) πολύ έξυπνος, μορφωμένος άνθρωπος.

## ΙΕ'.

Η Φραγκογιαννού έφτασε πάνω, στα Καμπιά, στο ψηλό οροπέδιο, λαχανιασμένη, με τη γλώσσα έξω. Στάθηκε και γύρισε προς τον κατήφορο, από όπου είχε έρθει. Κοίταξε μήπως δει ή ακούσει σκιά ή βήμα από χωροφύλακα, που τρέχει σαν λαγωνικό. Δεν φαινόταν τίποτα. Όμως δεν ένιωθε ασφαλής.

Στάθηκε σαν αφηρημένη και σκεφτόταν. Έκανε κάτι σαν μαθηματικό λογαριασμό. Λογάριαζε πόσος χρόνος θα χρειαζόταν, περίπου, για να συνέλθουν από την έκπληξη οι δύο ταχτικοί. (Τον δεύτερο δεν τον είδε, αλλά τον μάντευε.) Πόσος χρόνος για να καταλάβουν τι έγινε. Ίσως θα ζητούσαν πληροφορίες. (Η λεχώνα θα τρόμαζε άδικα και δεν θα ήξερε να τους πει τίποτα. Αλλά τότε ίσως θα έτρεχαν προς τη στάνη, όπου ήταν ο Λυρίγκος και η πεθερά του. Έτσι θα αργούσαν ακόμα περισσότερο.) Ύστερα θα πετούσαν κάτω τις κάπες τους και θα έτρεχαν να την κυνηγήσουν.

Αλλά άραγε είδαν ακριβώς, ή κατάλαβαν, ή ήξεραν το μονοπάτι που είχε πάρει αυτή; Και μήπως εκείνη είχε τρέξει όλη την ώρα στον ίδιο δρόμο; Στην αρχή είχε στρίψει δεξιά, σαν να ήθελε να πάρει τον κατήφορο. Ύστερα έστριψε αριστερά και έτρεξε στον ανήφορο. Κι ας είχε ο ανήφορος το μειονέκτημα ότι σε κάνει να λαχανιάζεις, όταν σε κυνηγούν και βιάζεσαι να τρέξεις. Αλλά αν λαχάνιαζε αυτή, μήπως δεν λαχάνιαζαν κι εκείνοι, αν και ήταν νέοι; Μάλιστα η Χαδούλα ήξερε, κατά σύμπτωση, ότι ο ένας από τους δύο νέους είχε άσθμα… Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αυτός είχε παρακαλέσει τον γαμπρό της να πει στη γριά να του φτιάξει ένα μαντζούνι γι' αυτή την αρρώστια.

Αλλά παρ' όλη αυτή την εξυπηρέτηση, η Γιαννού ήξερε ότι δεν έπρεπε να περιμένει έλεος από τον χωροφύλακα. Ο άνθρωπος έκανε το καθήκον του. Και καλύτερα να μη σκεφτεί τις «περιποιήσεις» που θα της έκαναν, αν έπεφτε στα χέρια τους! Και θα την έλεγαν και «σταυρομάνα»! Είχε προσέξει άλλοτε, στις περιπέτειες και στα βάσανα που είχε περάσει εξαιτίας του γιου της, του Μούρτου, κάτι για αυτό το είδος των ανθρώπων. Θυμώνουν πιο πολύ όταν αυτός που ψάχνουν αντιστέκεται, όταν αυθαδιάζει. Και πολύ περισσότερο όταν φεύγει, και αναγκάζονται να τον κυνηγούν, ώσπου να τους βγει η ψυχή ανάποδα… Ω! Βέβαια έχουν δίκιο τότε να σκληραίνουν και να γίνονται άγρια θηρία. Γι' αυτό και η Φραγκογιαννού, που έφευγε και τους ανάγκαζε να τρέχουν, δεν περίμενε έλεος από αυτούς.

Εκεί που στεκόταν σκεφτική, ακούει βήματα πίσω της, από την αντίθετη μεριά από εκεί που ήρθε. Γυρίζει και βλέπει έναν άνθρωπο, έναν βοσκό. Η Φραγκογιαννού τον γνώρισε. Ήταν αυτός που τον έλεγαν Καμπαναχμάκη. Ερχόταν με στραβά πατήματα. Τον ακολουθούσε το σκυλί του, που γρύλισε μόλις είδε τη γυναίκα. Αλλά ο αφέντης του το μάλωσε.

Είδε τη Φραγκογιαννού και στάθηκε. Ερχόταν από το καλύβι και πήγαινε στο μαντρί του. Ήταν ψηλός, μελαψός, λιγνός, με φαρδύ στήθος. Τα μαλλιά και τα γένια του είχαν το χρώμα από καψαλισμένο άχυρο. Κρατούσε τη στραβή του ράβδο, που ήταν ψηλή όσο το μπόι του. Στάθηκε μπροστά στη Φραγκογιαννού. Ο άνθρωπος φαινόταν να είναι σε μεγάλη λύπη και ανησυχία.

— Α! Από πού μας ήρθε αυτό το καλό! είπε με τη φωνή του, που ήταν τραχιά και δύσκολα την καταλάβαινες. Έσφιγγε τα δόντια του όταν μιλούσε. Μόλις σε άκουσα, αμέσως σε γνώρισα, κυρά Γιαννού… Ο Γεραμπής σε στέλνει!

— Τι λες, γιε μου; είπε η Χαδούλα, και έκανε την ανήξερη.

— Καλά που σε συνάντησα! Είπα: αυτή είναι εκείνη η καλή γυναίκα από κάτω, από τη χώρα, που ξέρει τα γιατρικά και διώχνει κάθε γρουσουζιά μακριά! Μόλις σε είδα, αμέσως σε γνώρισα!… Μα δεν ξέρεις τίποτα, κυρά Γιαννού μου!

— Τι τρέχει, παιδί μου;

— Μεγάλο ζαράρι με βρήκε, με το συμπάθιο, θεια Γιαννού! Μεγάλο, άτυχο ντέρτι! Η γυναίκα μου, μακριά από σένα, βγήκε τη νύχτα για την ανάγκη της, έξω από το καλύβι, κυρά Γιαννού μου. Και γύρισε πίσω κακά και άσχημα… Ντούρμα βγήκε και γύρισε αμέσως πίσω χτυπημένη, ξεγλωσσιασμένη, χωρίς να καταλαβαίνει… Τη χτύπησε κάτι, μακριά από σένα… Η γλώσσα της κρέμεται έξω από το σαγόνι της. Έχασε τη μιλιά της. Την έπιασε κακός πυρετός, κρυάδα και σπασμοί… Είναι ξαπλωμένη στο στρώμα μισοπεθαμένη!

— Αλήθεια;… Ω, αμαρτίες!… Και πότε έγινε αυτό;

— Προχθές το βράδυ, τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, θεια Γιαννού! Μακριά από σένα, με το συμπάθιο… Ντούρμα βγήκε έξω από το καλύβι και γύρισε πίσω χτυπημένη, παλαβωμένη… Δεν έρχεσαι μπάριμ ως το καλύβι, τώρα που σε συνάντησα, κυρά Γιαννού μου; Μόνο να τη δεις, να καταλάβεις σε τι χάλι βρίσκεται… Ελμπέτ θα της κάνεις καλό. Με τα γιατρικά σου θα διώξεις κάθε κακό, ένα ένα.

— Και πώς της ήρθε αυτό; είπε η Φραγκογιαννού.

— Ποιος ξέρει τι αμαρτίες, κυρά Γιαννού μου. Ο Γεραμπής το ξέρει.

Η Χαδούλα σκέφτηκε για μια στιγμή. Ύστερα είπε:

— Καλά. Θα πάω από κει, τώρα αμέσως.

— Να έχεις πολλή ζωή και καλή ψυχή, θεια Γιαννού! είπε ο Καμπαναχμάκης. Ο Γεραμπής σε έστειλε.

Ο Καμπαναχμάκης έφυγε. Τότε η Φραγκογιαννού σκέφτηκε ότι θα είχε καταφύγιο τουλάχιστον για την επόμενη νύχτα. Και ότι το καλύτερο θα ήταν να κρυφτεί την ημέρα σε κανένα πυκνό δασάκι ή σε καμιά σπηλιά, όπου οι χωροφύλακες δεν θα μπορούσαν να τη βρουν.

Πήρε τον κατήφορο και κατέβηκε στης Αγαλλιανούς το ρέμα. Στάθηκε να πιει νερό σε μια βρύση. Εκεί συνάντησε έναν γέρο μοναχό, τον πάτερ Ιωάσαφ. Ήταν ο κηπουρός του μοναστηριού του Ευαγγελισμού. Το μοναστήρι φαινόταν ψηλά, στην κορυφή του ρέματος, με το ταπεινό του σχήμα.

Η Φραγκογιαννού είχε καθίσει κοντά στη δροσερή πηγή για να ξεκουραστεί. Στήριξε το κεφάλι στο χέρι της και φαινόταν βυθισμένη σε σκέψεις. Συγχρόνως όμως είχε τα αυτιά της τεντωμένα. Κάθε στιγμή φανταζόταν ότι άκουγε τα βήματα των χωροφυλάκων.

Ο πάτερ Ιωάσαφ ήρθε να γεμίσει ένα σταμνί νερό. Είδε τη Φραγκογιαννού και την καλημέρισε.

— Πού βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Κάπως σκεφτική σε βλέπω…

— Αχ! Γιε μου!… είπε η Φραγκογιαννού. Έχω βάσανα και πάθια…

— Τα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα… Όσο κι αν κάνει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να τα αποφύγει…

— Αχ! Πάτερ-Γιάσαφε, είπε η Φραγκογιαννού, και άνοιξε λυπημένα την καρδιά της. Να ήμουν πουλί να πετούσα!!!

— «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπε ο Ιωάσαφ, γιατί θυμήθηκε τον ψαλμό.

— Ήθελα να έφευγα από τον κόσμο, γέροντά μου… Δεν μπορώ να υποφέρω πια!

— «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω», είπε πάλι ο γέρος μοναχός.

— Μεγάλη φουρτούνα με βρήκε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγοψυχιά με κόλλησε.

— Ο Θεός να σε γλιτώσει, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος», πρόσθεσε ο Ιωάσαφ, και συνέχιζε τον ψαλμό.

— Από την κακία, από την κακογλωσσιά, από τον φθόνο δεν μπορεί να γλιτώσει ένας άνθρωπος.

— «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», τελείωσε ο πάτερ Ιωάσαφ.

Ύστερα γέμισε το σταμνί του και είπε:

— Αν περάσεις από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σου δώσω κανένα μαρούλι και λίγα κουκιά.

Και έφυγε.

Το βράδυ η Φραγκογιαννού βρισκόταν στην Πέρα-Ράχη, στο καλύβι του Καμπαναχμάκη. Η γυναίκα του βοσκού ήταν πάνω από τριάντα χρονών και μητέρα πέντε παιδιών. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, σε άθλια κατάσταση. Το πρόσωπό της είχε στραβώσει από την προσβολή στα νεύρα. Η γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, και έβγαζε φωνές χωρίς λόγια.

— Πώς σου ήρθε αυτό; τη ρώτησε η Φραγκογιαννού, πιο πολύ με νεύματα παρά με τη φωνή.

Η άρρωστη απάντησε με ένα γρύλισμα, που δεν είχε τίποτα ανθρώπινο.

Η Φραγκογιαννού κάθισε κοντά στο τζάκι και έβραζε βότανα για την άρρωστη. Δεν είχε πια το καλάθι της. Είχε όμως γεμίσει τον κόρφο της με διάφορα μικρά χόρτα, που τα είχε μαζέψει την ημέρα κάτω, στα ρέματα των κοιλάδων.

Τα δύο μικρά κοριτσάκια της άρρωστης κάθισαν κοντά στα γόνατα της Φραγκογιαννούς. Ήταν γλυκά και ζητούσαν χάδια. Η Γιαννού χάιδεψε τα σαγόνια τους και τους λαιμούς τους τόσο δυνατά, που πόνεσαν. Και το ένα φώναξε:

— Μάνα!

Αλλά η μάνα ήταν γι' αυτά σαν να μην υπήρχε. Και τα δυστυχισμένα πλασματάκια δεν ήταν σε ηλικία ούτε να νιώσουν ότι τους λείπει, ούτε τουλάχιστον να μπορούν να την αντικαταστήσουν. Το μικρό αγόρι φαινόταν συνομήλικο με το ένα κοριτσάκι, σαν να ήταν δίδυμα. Έκλαιγε και ζητούσε «να σηκωθεί η μάνα του να του κάνει γριά στο τηγάνι».

— Τώρα, γιε μου, εγώ θα σου κάνω γριά, είπε η Φραγκογιαννού, χωρίς να το πολυσκεφτεί.

— Δεν έχουμε αλεύρι, θεια, είπε το μεγαλύτερο από τα δύο κοριτσάκια.

— Καλά. Να έρθει ο πατέρας, να φέρει αλεύρι, είπε η Φραγκογιαννού στο παιδί, κι εγώ θα σου κάνω «γριά»! Ησύχασε τώρα.

Αλλά το αγόρι δεν τα άκουγε αυτά.

— Γριά θέλω, και να 'ναι ζαρωμένη γριά! Να έχει και πετιμέζι!

— Πού να βρεθεί το πετιμέζι, γιε μου; είπε η Φραγκογιαννού. Μεθαύριο θα μαυρίσουν τα σταφύλια στο αμπέλι. Θα τα τρυγήσουμε, θα κόψουμε τα ξεκούδουνα από τα κλήματα, θα κάνουμε πολύ πολύ πετιμέζι, να φάει το καλό παιδί. Πώς σε λένε;

— Γιώργη τον λέμε, θεια, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι.

— Εσένα;

— Δαφνώ.

— Κι εσένα; ρώτησε η Γιαννού το μικρότερο κοριτσάκι.

— Ανθή.

— Να ζήσετε!

— Και πότε θα κόψουμε, θεια, τα σταφύλια; φώναξε το αγόρι. Δεν πάμε τώρα στο αμπέλι να τα κόψουμε;

— Όχι τώρα, γιε μου. Αύριο.

— Αύριο το πρωί; είπε ο Γεώργης.

— Ναι, γιόκα μου. Απόψε θα δέσουν οι ρώγες, θα γλυκάνουν και θα μαυρίσουν. Κι αύριο το πρωί θα πάρουμε τους τρυγητές και θα τρέξουμε στο αμπέλι να τρυγήσουμε. Θα κάνουμε τα σταφύλια σωρούς σωρούς, τα ξεκούδουνα, θα τα πατήσουμε, θα τα λιώσουμε. Και θα κάνουμε μουστόπιτες και πετιμέζια και χιλιών λογιών καλά… Και τότε θα σου κάνω εγώ μια γριά, ζαρωμένη, μεγάλη ίσα με το τηγάνι!

— Θέλω να 'ναι πολύ, πολύ μεγάλη! είπε ο μικρός.

— Μεγάλη γριά, ίσα με εμένα, είπε η Φραγκογιαννού.

Στο μεταξύ το μικρότερο από τα δύο κοριτσάκια, το Δαφνώ, κοίταζε πότε το λυχνάρι και πότε τη Φραγκογιαννού, με βλέμμα σαστισμένο. Σαν να το είχε υπνωτίσει το μάτι της γριάς, νύσταξε, έγειρε το κεφαλάκι του προς το τζάκι και αποκοιμήθηκε. Η Γιαννού το χάιδευε επίμονα κάτω από το σαγόνι. Πού και πού το χέρι της γλιστρούσε προς τον λαιμό. Και ίσως είχε την τάση να σφίξει κάπως πιο δυνατά τον λαιμό του κοριτσιού. Αλλά την ίδια στιγμή ακούστηκαν βήματα που έτρεχαν απ' έξω. Η πόρτα άνοιξε, και μπήκε ο Καμπαναχμάκης.

— Εδώ είσαι, κυρά Γιαννού! είπε πολύ ταραγμένος. Σήκω! Να φύγεις! Να κρυφτείς!

— Τι τρέχει; είπε η γριά, και προσπαθούσε να φανεί ήρεμη.

— Οι ταχτικοί σε γυρεύουν; Τι ζαράρι έκανες, χριστιανή; Τρέχουν οι ταχτικοί και σε ψάχνουν. Σήκω, τρέχα! Να κρυφτείς κάπου, μπάριμ! Σε λυπάμαι, καημένη! Τι κρίμα έκανες;

— Εγώ; Κρίματα πολλά… Μα δεν ξέρω γιατί να με γυρεύουν οι ταχτικοί που μου λες.

— Τρέχα, κατά δω έρχονται τώρα. Δεν ξέρω αν έμαθαν πως πήρες τον δρόμο προς τα εδώ, αλλά θα έρθουν τώρα να ψάξουν. Όπου να 'ναι, έφτασαν! Άκου: κάτω, στη Σκοτεινή Σπηλιά, στο Κακόρρεμα, εκεί να πάρεις ανάσα! Στο Κλήμα, στο Μονοπάτι, στου Πουλιού τη Βρύση, εκεί, κι αν σε κυνηγήσουν από κοντά, δεν μπορούν να σε πιάσουν! Από κει μπορείς να κατεβείς στον Γέροντα, στο Ερημητήριο, να εξομολογηθείς τα κρίματά σου, καημένη. Τρέχα!…

Έτρεξε η δύστυχη, αλλά δεν ένιωθε πια δύναμη. Η αϋπνία των περασμένων νυχτών, η κακουχία και οι συγκινήσεις την είχαν εξαντλήσει. Τα μέρη που είχε πει ο Καμπαναχμάκης ήταν πολύ μακριά. Δεν μπορούσε να περπατήσει ως εκεί μέσα στη νύχτα χωρίς φεγγάρι.

Καθώς έτρεχε, είχε κάθε στιγμή τεντωμένα τα αυτιά της. Ξαφνιαζόταν και νόμιζε ότι άκουγε βήματα παντού, στο μονοπάτι, ανάμεσα στα δέντρα και στους θάμνους. Τότε άκουσε αληθινά βήματα. Έρχονταν από διακόσια βήματα μακριά, από τον κεντρικό δρόμο. Κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους. Της φάνηκε ότι ήταν πράγματι οι χωροφύλακες. Πήγαιναν προς την καλύβα του Καμπαναχμάκη, προς το μέρος από όπου ερχόταν αυτή. Αν ήταν έτσι, η θέση της ήταν πιο ασφαλής για την ώρα. Γιατί δεν φοβόταν πια μήπως τους συναντήσει, για εκείνη τη νύχτα.

Προχώρησε προς το μέρος από όπου είχε έρθει το πρωί. Έφτασε στο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, στο νεκροταφείο των καλογήρων, στ' Αλώνι του Μοναστηριού. Πέρασε έξω από το βουρδουναριό, απέναντι από τη σιδερένια πόρτα του Κοινοβίου, που ήταν κατάκλειστη. Άλλωστε γυναίκες δεν έμπαιναν ποτέ στον ιερό περίβολο. Κατέβηκε στους κήπους, όπου είχε συναντήσει το πρωί τον καλόγερο, τον κηπουρό. Εκείνος της είχε πει διάφορα λόγια από το Ψαλτήρι. Αυτή δεν τα καταλάβαινε, αλλά υποψιαζόταν αόριστα ότι ταίριαζαν κάπως με τη θέση της. Και πράγματι της είχαν αφήσει σαν ένα βουητό στα αυτιά της: «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;… Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος…»

Καθώς ανέβαινε τη ράχη απέναντι, πέρα από τους κήπους, πάνω από το ρέμα, άκουσε τη μικρή καμπάνα του μοναστηριού. Χτυπούσε γλυκά, ταπεινά και μονότονα. Ξυπνούσε τις ηχώ του βουνού και έκανε να τρέμει το απαλό αεράκι. Ήταν λοιπόν μεσάνυχτα, η ώρα του Μεσονυκτικού, η ώρα του Όρθρου! Πόσο ευτυχισμένοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι! Από τη νεαρή τους ηλικία, σαν από θεία έμπνευση, είχαν νιώσει ποιο ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν: να μη φέρουν δηλαδή στον κόσμο άλλους δυστυχισμένους!… Και ύστερα από αυτό, όλα ήταν δεύτερα. Τη φιλοσοφία την είχαν πάρει σαν κληρονομιά. Δεν σκότισαν τον νου τους με την «αναζήτηση της αλήθειας», που δεν τη βρίσκει κανείς ποτέ.

Ανέβηκε πιο ψηλά τη ράχη, χωρίς σκοπό και χωρίς να έχει αποφασίσει πού πήγαινε. Και έξω από τον δρόμο, λίγα βήματα μακριά, είδε μια στάνη. Τη γνώρισε: ήταν του Γιάννη του Λυρίγκου. Το σκυλί κατάλαβε από μακριά ότι ήταν εκεί και άρχισε να γαβγίζει.

Είχε έρθει λοιπόν κοντά στο καταφύγιο της προηγούμενης νύχτας, χωρίς να το σκεφτεί! Και μόλις τώρα άρχισε να το σκέφτεται. Ως εκείνη τη στιγμή την είχε οδηγήσει το ένστικτο. Αλλά τώρα η σκέψη της γινόταν καθαρή: «Πού αλλού θα είμαι πιο ασφαλής, για την ώρα, παρά εδώ; Οι ταχτικοί ποτέ δεν θα πιστέψουν ότι ξαναήρθα στο ίδιο μέρος, όπου με είχαν βρει χθες και με κυνήγησαν. Ο Γιάννης κοιμάται στο μαντρί του. Στο καλύβι θα είναι η λεχώνα κι η γριά. Χθες τη νύχτα, από το σάστισμα και τη βιασύνη μου, ξέχασα εκεί το καλαθάκι μου. Δεν θα είναι καλύτερα να πάω να χτυπήσω την πόρτα; Να τους πουλήσω πάλι εξυπηρέτηση με κανένα ψευτογιατρικό, να πάρω και το καλαθάκι μου. Κι όταν φέξει, να πάω να κρυφτώ κάτω στο Κακόρρεμα, εκεί που λέει ο Καμπαναχμάκης;…»

Βέβαια η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου, κάτι θα είχε ακούσει εναντίον της από τους χωροφύλακες ή από άλλους. Αλλά τι μ' αυτό;

Δεν θα είχε τόση κακία ούτε τόσο θάρρος, ώστε να την προδώσει. Άλλωστε, η ίδια θα έλεγε, σαν κύρια πρόφαση για να μπει, ότι ήρθε να ζητήσει το ξεχασμένο καλάθι της.

Κρύωνε πολύ από τον αέρα του βουνού και είχε ανάγκη να βρει κάπου στέγη για λίγη ώρα. Δεν δίστασε πια. Πέρασε το σημείο που ένωνε τις δύο ράχες. Στη νοτιότερη ράχη ήταν το μαντρί, και στη βορειότερη το σπίτι του Λυρίγκου. Και έφτασε στο καλύβι.

Χτύπησε την πόρτα. Η γριά κοιμόταν, αλλά δεν άργησε να ξυπνήσει. Ήρθε και άνοιξε την πόρτα, χωρίς αυτή τη φορά να ρωτήσει ποιος είναι. Ίσως γιατί ήταν μισοκοιμισμένη και ενεργούσε μηχανικά, σαν υπνοβάτισσα. Ή ίσως νόμιζε ότι δεν μπορούσε να είναι κανείς άλλος, εκτός από τον γαμπρό της. Η Φραγκογιαννού βιάστηκε να μπει.

— Το κοφίνι μου πια, το ξέχασα χθες από τη βιασύνη μου, είπε. Το είδες; Είναι κάπου; Πού το έχεις;

Η γριά χωριάτισσα στάθηκε και την κοίταξε. Μόλις τώρα φάνηκε να ξύπνησε εντελώς. Τη γνώρισε και είπε:

— Πού βρέθηκες εδώ;

— Μη ρωτάς, είπε η Γιαννού. Με είχε βρει η νύχτα σε ένα άλλο καλύβι, αλλά δεν είχα ύπνο. Όταν θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα. Πώς είστε; Τι κάνει η λεχώνα;

— Τι να κάνει; Τα ίδια… Μα δεν μου λες, είπε η γριά ύστερα από λίγο δισταγμό, γιατί σε γύρευαν εκείνοι οι ταχτικοί;

— Φθόνος του κόσμου, απάντησε γρήγορα η Φραγκογιαννού. Ένα κορίτσι είχε πνιγεί μέσα στο πηγάδι.

— Ε;

— Και δεν ξέρω ποιος εχθρός είπε πως έφταιγα εγώ… Μα, έτσι να έχουμε καλή ψυχή, μπορείς να το πιστέψεις; Δεν μπορούσε δηλαδή να πνιγεί μόνο του το κορίτσι; Ήταν ανάγκη να βάλω χέρι εγώ;

— Μα βέβαια!… έκανε η γριά.

Η Φραγκογιαννού βολεύτηκε, όπως και την προηγούμενη νύχτα, κοντά στη γωνιά του τζακιού. Εκεί βρήκε και το καλάθι της. Ξανάναψε τη φωτιά, έβαλε νερό στο μπρίκι και έπιασε να βράζει βότανα, που τα έβγαλε από τον κόρφο της.

Η λεχώνα κοιμόταν. Του μικρού κοριτσιού ακουγόταν η ανάσα μέσα στη σκάφη που χρησίμευε για λίκνο. Πάνω από τη σκάφη ήταν ένα στεφάνι από βαρέλι, που κρατούσε ψηλά ένα λεπτό πανί. Πού και πού το μωρό κλαψούριζε. «Κοι, κοι, κοι!» έλεγε η γριά, η γιαγιά. Είχε κλείσει το ένα μάτι. Με το άλλο, στο αδύναμο φως του καντηλιού και στις λάμψεις του τζακιού, που άναβαν και έσβηναν, δεν σταματούσε να κοιτάζει τη Φραγκογιαννού. Στο τέλος, ύστερα από ώρα, η γριά, αν και φαινόταν αποφασισμένη να μην κοιμηθεί, έπεσε στα χέρια του προδότη ύπνου. Ίσως ακριβώς επειδή κοίταζε πολύ επίμονα την ύποπτη γυναίκα. Και αποκοιμήθηκε με το τρίτο λάλημα του πετεινού.

Το μωρό κλαψούριζε ακόμα. Η γιαγιά δεν ήταν πια ξύπνια για να λέει το μονότονο «Κοι, κοι, κοι!»

«Όλο κοριτσούδια, το έρμο!» Το παράπονο του Γιάννη του Λυρίγκου βούιζε στα αυτιά της Φραγκογιαννούς.

Η λεχώνα δεν είχε ξυπνήσει. Η γριά Χαδούλα κουνήθηκε λίγο, τεντώθηκε πάνω στα γόνατά της και έφτασε στο λίκνο. Παραμέρισε το άσπρο πανί από το κεφάλι της κούνιας. Άπλωσε το χέρι, σαν να ήθελε να χαϊδέψει το μωρό, ενώ αυτό κλαψούριζε. Έκλεισε με το χέρι της το μικρό στόμα, για να μη φωνάζει. Κοίταξε προς το μέρος της λεχώνας, ύστερα προς το στρώμα όπου ήταν κουλουριασμένη η γριά.

Η φωνή του μωρού πνίγηκε. Μία κίνηση ακόμα χρειαζόταν να κάνει η Φραγκογιαννού. Με το άλλο χέρι του έσφιξε δυνατά τον λαιμό… Ύστερα μάζεψε το λεπτό πανί, για να το ρίξει πάλι πάνω στο στεφάνι. Το χέρι της χτύπησε στη σανίδα και έκανε λίγο θόρυβο. Η γριά, που δεν κοιμόταν βαθιά, ξύπνησε. Τινάχτηκε, πετάχτηκε. Είδε τη Φραγκογιαννού να τραβά το χέρι της και να γυρίζει πίσω στη θέση της, πάνω στα γόνατα.

— Τι κάνεις; φώναξε τρομαγμένη η γριά.

Η λεχώνα πετάχτηκε επάνω.

— Τι είναι, μάνα;

Η Φραγκογιαννού σηκώθηκε και πήρε το καλάθι της.

— Τίποτα. Ήθελα να το κάνω να λουφάξει, να μην κλαίει, απάντησε.

Η γιαγιά έσκυψε πάνω από την κούνια.

— Πηγαίνω τώρα, έφεξε, είπε η Φραγκογιαννού… Δώσε στη λεχώνα να πιει το γιατρικό που έβρασα!

Και αμέσως βγήκε. Έτρεξε με γρήγορο βήμα, για να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πήρε τον πάνω δρόμο, προς το δάσος, για να μην περάσει από την απέναντι ράχη, όπου ήταν η στάνη.

Ήταν γλυκιά αυγή του Μάη. Η γαλάζια και ρόδινη λάμψη του ουρανού έβαφε τα χόρτα και τους θάμνους με χρώμα σαν μέλι. Ακουγόταν το κελάηδημα των αηδονιών στο δάσος. Και τα αμέτρητα μικρά πουλιά έκαναν με όλη τους την καρδιά, με λαχτάρα, τη συναυλία τους, που δεν περιγράφεται με λόγια.

Η Φραγκογιαννού είχε απομακρυνθεί πολλά βήματα. Τότε άκουσε πίσω της μια βραχνή κραυγή. Ήταν η γριά, η μητέρα της λεχώνας. Είχε τρέξει έξω από την καλύβα σαν τρελή, τραβούσε τα μαλλιά της και φώναζε:

— Πιάστε την!… Πιάστε την! Μας έκανε φονικό!

Η Φραγκογιαννού έτρεχε, έτρεχε. Ήλπιζε να χωθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν στο δάσος. Εκεί, κι αν έτρεχαν πίσω της, τα ίχνη της θα χάνονταν γρήγορα.

Αλλά, χωρίς να το περιμένει, ύστερα από λίγα λεπτά βρέθηκε μπροστά στον Γιάννη τον Λυρίγκο. Αυτός περπατούσε προς το σπίτι του. Είχε ξυπνήσει τη συνηθισμένη ώρα και πήγαινε στο καλύβι, ίσως για να φωνάξει την πεθερά του να τον βοηθήσει, όπως και το προηγούμενο πρωί. Είδε όμως την πεθερά του να φωνάζει και να κάνει χειρονομίες. Ήταν τόσο μακριά, που δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγε. Ακολούθησε μόνο την κατεύθυνση που έδειχναν τα χέρια της και είδε τη Φραγκογιαννού να φεύγει προς το δάσος. Τότε έτρεξε προς τα εκεί και φώναξε δυνατά στη Φραγκογιαννού:

— Τι είναι;… Τι τρέχει;

Τότε η Χαδούλα στάθηκε και φώναξε από μακριά στον Γιάννη τον Λυρίγκο:

— Φεύγω!… Πάω να…

Ο Γιάννης ο Λυρίγκος είχε τρέξει λίγα βήματα ακόμα και είχε έρθει πιο κοντά στη Φραγκογιαννού. Τότε κι αυτή, αποφασιστικά, έκανε δύο τρία βήματα πιο κοντά του.

Η Φραγκογιαννού κάλεσε σε βοήθεια όλη της την ετοιμότητα. Αυτοσχεδίασε.

— Γιάννη! Η γυναίκα σου έχει τους πόνους! Είναι άσχημα.

— Έχει τους πόνους!… φώναξε ο άνθρωπος, που δεν καταλάβαινε τίποτα. Τι λες, χριστιανή μου;

— Έχει κι άλλο παιδί στην κοιλιά της! είπε με τόλμη η Φραγκογιαννού.

— Άλλο παιδί στην κοιλιά της!

— Ναι, αυτό που σου λέω. Μόνο τρέχα στο χωριό να φωνάξεις τη μαμή!… Να πεις και στον γιατρό να έρθει!

Ο Λυρίγκος στάθηκε. Πέρα, στο μικρό οροπέδιο μπροστά στο σπίτι, η πεθερά του έβγαζε ακόμα βραχνές φωνές. Ο άνεμος τις έπαιρνε μακριά, και ο Γιάννης δεν άκουγε τι έλεγε. Η Φραγκογιαννού μιλούσε με θάρρος και φαινόταν ότι ήξερε τι έλεγε.

— Πώς γίνεται αυτό ποτέ; φώναξε ο Γιάννης. Είσαι καλά, χριστιανή μου;

— Αυτό γίνεται, επέμενε η Φραγκογιαννού. Δεν πέφτουν όλες τις φορές τα δίδυμα μαζί από την κοιλιά. Το ένα, το πιο αδύνατο από τα δύο, αργεί και ώρες και μέρες να πέσει.

— Αλήθεια! Το έχω ακουστά, είπε ο Γιάννης.

— Όπως φαίνεται, κατέληξε πολύ σοβαρά η Φραγκογιαννού, αυτή τη φορά το ένα παιδί θα πιάστηκε ύστερα από το άλλο.

— Αυτό είναι, λοιπόν; είπε ο Λυρίγκος με λύπη.

— Τρέχα όσο πιο γρήγορα μπορείς! Να πας να φέρεις τον γιατρό!…

— Εσύ πού πας; ρώτησε ο Λυρίγκος.

— Εγώ πάω στον Άι-Χαράλαμπο… Πάω να φωνάξω τον παπα-Μακάριο να έρθει να της κάνει μια παράκληση, της γυναίκας!

— Καλά! Τρέξε!

Και η Φραγκογιαννού έτρεξε.

### Γλωσσάρι

- **ταχτικοί**: οι χωροφύλακες.
- **σταυρομάνα**: βαριά βρισιά για γυναίκα.
- **μαντζούνι**: φάρμακο από βότανα και μέλι.
- **Γεραμπής**: (τουρκική λέξη του βοσκού) ο Θεός.
- **ζαράρι**: (τουρκική λέξη) ζημιά, κακό.
- **ντέρτι**: (τουρκική λέξη) καημός, μεγάλη λύπη.
- **μπάριμ / ελμπέτ**: (τουρκικές λέξεις) τουλάχιστον / σίγουρα.
- **ντούρμα**: (τουρκική λέξη του βοσκού) μάλλον «αμέσως, χωρίς να σταθεί».
- **«μακριά από σένα»**: ευχή που λένε όταν μιλούν για κακό, για να μην πάει το κακό σε εκείνον που ακούει.
- **«Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;»**: (ψαλμός) «Ποιος θα μου δώσει φτερά σαν του περιστεριού;»
- **«Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω»**: «Έφυγες μακριά και έμεινες στην έρημο».
- **«από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος»**: «από τη λιγοψυχία και από τη φουρτούνα».
- **«Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών…»**: «Κύριε, βύθισέ τους και μπέρδεψε τις γλώσσες τους, γιατί είδα αδικία και καβγάδες στην πόλη».
- **γριά (φαγητό)**: τηγανίτα από αλεύρι, ζαρωμένη, που τη τρώνε με πετιμέζι.
- **πετιμέζι**: σιρόπι από μούστο.
- **ξεκούδουνα**: (λαϊκή λέξη του νησιού) τα σταφύλια που κόβουν από τα κλήματα στον τρύγο.
- **βουρδουναριό**: στάβλος για τα μουλάρια και τα άλογα του μοναστηριού.
- **Μεσονυκτικό / Όρθρος**: ακολουθίες της εκκλησίας που γίνονται τα μεσάνυχτα και πριν ξημερώσει.
- **παράκληση**: προσευχή στην εκκλησία για να βοηθήσει ο Θεός ή η Παναγία έναν άρρωστο.

## ΙΖ'.

Κάτω στο Κακόρρεμα, χαμηλά στο βάθος, κοντά στη Σκοτεινή Σπηλιά, οι πέτρες χόρευαν τη νύχτα έναν χορό δαιμονικό. Σηκώνονταν σαν να ήταν ζωντανές. Κυνηγούσαν τη Φραγκογιαννού και τη χτυπούσαν. Ήταν σαν να τις πετούσαν με σφεντόνα αόρατα χέρια, που ήθελαν να την τιμωρήσουν.

Είχαν περάσει τρεις μέρες από την τελευταία της φυγή από την καλύβα του Λυρίγκου. Η ένοχη γυναίκα είχε κρυφτεί εκεί, στο Κακόρρεμα. Ήλπιζε ότι για λίγο καιρό θα ξέφευγε από τα νύχια όσων την κυνηγούσαν. Είχε ζήσει με τα λίγα δίπυρα που είχαν μείνει στο καλάθι της. Έτρωγε και καυκαλήθρες, άνηθο και μυρώνια, όσα μάζευε. Έπινε το γλυφό νερό της Σκοτεινής Σπηλιάς. Το μέρος ήταν σχεδόν απάτητο. Από τη δύση το Κακόρρεμα το έκλεινε ένας βράχος που κανείς δεν τον πατούσε. Από την ανατολή το έκλεινε ένας γκρεμός, μια σάρα που γλιστρούσε. Κάτω στο βάθος έβγαινε το Γλυφονέρι. Δεξιά κι αριστερά άνοιγαν δύο σπηλιές με πολύ στενό στόμιο. Εκεί κοιμόταν τη νύχτα. Την ημέρα κατέβαινε στη Σκοτεινή Σπηλιά. Για να ανέβει και να κατέβει, δεν υπήρχε ούτε δρομάκι ούτε μονοπάτι. Πατούσε πάνω στη σάρα, στη βάση του γκρεμού. Τότε η σάρα ταραζόταν, σαν να θύμωνε. Οι πέτρες που μετακινούσε με τα πόδια της ήταν σαν θεμέλιο. Πάνω τους στηριζόταν όλος ο ατέλειωτος σωρός από πέτρες, που απλωνόταν στην πλαγιά του γκρεμού. Μόλις έφευγαν οι πρώτες πέτρες, έρχονταν άλλες να πάρουν τη θέση τους, κι ύστερα κι άλλες. Έτσι όλη η πλαγιά κατέβαινε πάνω της σαν παλίρροια. Οι πέτρες έπεφταν στις κνήμες και στα πόδια της, στα χέρια και στο στήθος της. Μερικές φορές κατέβαιναν πέτρες από ψηλά. Έπεφταν με ορμή και κακία πάνω στο πρόσωπό της. Αυτές τις τελευταίες πραγματικά έμοιαζε να τις πετά με σφεντόνα ένα αόρατο χέρι, κατευθείαν στο κεφάλι της.

Στο τέλος, ύστερα από τόσο πετροβόλημα, έφτασε στη Σκοτεινή Σπηλιά την πρώτη μέρα. Κάθισε κι αγνάντευε το πέλαγος. Η Σπηλιά, που τη χτυπά η θάλασσα, έχει δύο εισόδους, μία από τη στεριά και μία από τη θάλασσα. Προς τη θάλασσα το στόμιό της είναι χαμηλό και στενό. Χωράει να περάσει μόνο μια μικρή βάρκα ψαρά. Η Φραγκογιαννού δεν φαινόταν από τη στεριά. Άκουγε το βαθύ, επίμονο πλατάγισμα του κύματος στο στόμιο της σπηλιάς. Το κύμα σηκωνόταν, πηδούσε και χτυπούσε το πάνω μέρος του στομίου. Ύστερα έπεφτε και πάλι ξαναπηδούσε. Πότε έβγαζε μακριά ουρλιαχτά λύσσας, όταν έρχονταν τα μεγάλα κύματα από τον βοριά. Πότε έβγαζε στεναγμούς πόνου και πάθους, όταν φούσκωνε η θάλασσα. Κάτω, στο βάθος που κανείς δεν το είχε πατήσει, υπήρχε μυστήριο και σκοτάδι που κουνιόταν.

Κάποτε, όπως διηγούνταν, μια βάρκα μπήκε στη σπηλιά για να μαζέψει καραβίδες και καβούρια. Ένας από τους ψαράδες είχε σκαρφαλώσει ψηλά στον φοβερό βράχο, για να μαζέψει κρίταμο. Η βάρκα κάθισε πάνω σε μια ζωντανή φώκια. Η φώκια έφραζε ακριβώς όλο το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινό ζώο ταραζόταν και σπαρταρούσε. Η μικρή βάρκα τιναζόταν κι έτρεμε. Δεν μπορούσε να πάει ούτε μπροστά ούτε πίσω. Ο ψαράς που ήταν μέσα στη βάρκα χτύπησε τη φώκια με ένα τσεκούρι και τη μάτωσε. Το κύμα κοκκίνισε για λίγο. Η φώκια σπαρταρούσε από αγωνία. Ο νεαρός ψαράς κατάφερε να σφίξει τον λαιμό της με μια θηλιά. Φώναξε και τον άλλο σύντροφό του να τον βοηθήσει. Με τη βοήθειά του κατάφερε να τραβήξει τη φώκια επάνω, αν και κινδύνεψε να βουλιάξει η φελούκα.

Η γριά Χαδούλα αγνάντευε, αγνάντευε το πέλαγος. Ας φαινόταν και τώρα μια βάρκα, ας ερχόταν κοντά!… Η Φραγκογιαννού θα παρακαλούσε τους νέους ψαράδες, τους πατριώτες της, να την πάρουν μαζί τους στη βάρκα… Και πού θα πήγαινε;… Α, βέβαια, στα χώματα απέναντι, στη μεγάλη στεριά… Κι εκεί τι θα έκανε; Ε, ο Θεός είναι μεγάλος! Θα άρχιζε εκεί μια καινούργια ζωή!

Έβλεπε, έβλεπε μακριά, ανοιχτά στο πέλαγος, πολλά πανιά, άσπρα σαν τα φτερά του γλάρου. Έβλεπε βρατσέρες, γολέτες και μικρά καΐκια να ταξιδεύουν. Όργωναν τα κύματα σαν βοϊδάκια ζευγαρωμένα. Άλλα έπλεαν μακριά προς τον βοριά κι άλλα κατέβαιναν προς τον νότο. Άλλα ταξίδευαν προς την ανατολή ή προς τη δύση. Περνούσαν σταυρωτά πάνω από τα βαθιά αυλάκια που άφηναν πίσω τους τα πρώτα. Ύστερα έβλεπε πολλά ρεύματα να χαράζουν το πέλαγος. Από αυτά η θάλασσα φαινόταν σαν κεντημένη, με πολλά σχέδια. Κοίταζε ώσπου τα μάτια της «έκαναν γυαλιά» από το πολύ κοίταγμα.

Η Φραγκογιαννού έβγαλε από το καλάθι της το παλιό κιτρινωπό μάλλινο χράμι. Το είχε για να τυλίγεται, όταν ήθελε να κοιμηθεί και δεν είχε ύπνο. Σηκώθηκε όρθια, άνοιξε το μάλλινο σκέπασμα κι άρχισε να το κουνάει με πάθος. Έκανε σήματα, σήματα απελπισμένα, στους ναυτικούς, να έρθουν να την πάρουν μαζί τους. Έβλεπαν άραγε τα σήματά της οι ναυτικοί ή δεν τα έβλεπαν; Κανένα πλοίο δεν απάντησε στον πόθο της, σε τόσες προσπάθειές της. Τα άσπρα πανιά έφευγαν με τον άνεμο πάνω στο κύμα. Κι εκείνη έμενε καρφωμένη στον βράχο της Σκοτεινής Σπηλιάς. Ήταν κυνηγημένη από τον νόμο και ολομόναχη. Δεν έβλεπε για το αύριο καμιά χρυσή αυγή να ανατέλλει…

Το ασπριδερό και κιτρινωπό κουρέλι της έφυγε από το χέρι. Το πήρε ο άνεμος και το έριξε πάνω στο κεφάλι και στους ώμους της γυναίκας.

— Αυτό θα είναι το σάβανό μου! ψιθύρισε η Φραγκογιαννού με ένα πικρό χαμόγελο.

Στο τέλος κάθισε κάτω, πάνω στον βράχο. Τότε βλέπει μια βάρκα, μια μικρή φελούκα, να έρχεται κοντά στην ακτή. Είχε ένα μικρό πανί και δύο κουπιά, που χτυπούσαν το κύμα τεμπέλικα. Ερχόταν από την ανατολή και πλησίαζε τον έρημο βράχο, το καταφύγιό της. Η Φραγκογιαννού ένιωσε μέσα της ένα σκίρτημα ελπίδας. Κρύφτηκε πίσω από την κορυφή του βράχου. Ήθελε να κοιτάξει και να δει αν γνώριζε αυτούς που ήταν μέσα. Η φελούκα πλησίασε, και είδε τους τρεις ανθρώπους της. Ο ένας, που έσερνε τη «συρτή» από την πρύμνη, φορούσε στρατιωτική στολή. Ήταν κάποιος απόστρατος που βρισκόταν για λίγο στο νησί και αγαπούσε το ψάρεμα. Είχε βγει για ψάρεμα μαζί με δύο ψαράδες. Η Φραγκογιαννού είδε μόνο ότι ήταν «ταχτικός». «Γαλασμένη», κρύφτηκε πιο βαθιά πίσω από τον βράχο.

Τη νύχτα την πήρε ο ύπνος στην κρυψώνα της, μέσα στην υγρή αλμύρα της Σπηλιάς. Βουητά ακούγονταν στα αυτιά της. Το κύμα κάτω από τα πόδια της βογκούσε με μακριά ουρλιαχτά λύσσας. Βαθιά μέσα στο στήθος της άκουγε τα κλάματα των αθώων μωρών. Πνιχτά σφυρίγματα του μακρινού ανέμου έφταναν στα αυτιά της. Ο νεκρικός χορός των κοριτσιών χοροπηδούσε γύρω της. Η φρικτή αρμαθιά τους είχε μεγαλώσει τώρα: «Είμαστε παιδιά σου! — Μας γέννησες! — Φίλησέ μας! — Δώσε μας μαμ! — Πάρε μας στολίδια, όμορφα στολίδια! — Χάιδεψέ μας! — Δεν μας αγαπάς;»

Η γριά πεθερά του Λυρίγκου, γεμάτη λύσσα, έστριβε τα χέρια της και την απειλούσε τρομερά. Κι ο γαμπρός της, με ύφος παραπονεμένο, τη μάλωνε… Κάτω στα πόδια της, στο βάθος της Σπηλιάς, βογκούσε το κύμα… Έβραζε, έβραζε, και η σπηλιά γινόταν στέρνα. Και το νερό της στέρνας βρυχιόταν και έλεγε καθαρά, σαν άνθρωπος: — Φόνισσα! — Φόνισσα!

Η δυστυχισμένη ξύπνησε τρομαγμένη. Έτρεχαν πάνω της αλμύρα και ιδρώτας. Ευχήθηκε, κι αμέσως το αποφάσισε: δεν θα κοιμόταν άλλη φορά στη ζωή της, αν ήταν να βλέπει τέτοια όνειρα. Ο θάνατος θα είναι ο καλύτερος ύπνος — φτάνει να μην έχει κακά όνειρα! Ποιος ξέρει! — Μόλις το σκέφτηκε, σε λίγο νάρκωσε πάλι. Τότε της φάνηκε ότι έβλεπε μπροστά της τον Καμπαναχμάκη, τον άξεστο εκείνον άνθρωπο του βουνού. Στεκόταν μπροστά της με τη στραβολέκα του, τη βοσκίσια ράβδο του. Είχε το άγριο ύφος του και το τραχύ του πρόσωπο. Με βραχνή φωνή, που έβγαινε από τον λαιμό, της έλεγε: «Στο Κακόρρεμα! Στο Μονοπάτι, στη Βρύση του Πουλιού! Στου Γέροντα το Ερημητήριο!»

Και καθώς χανόταν, ξανάπε ακόμα: «Στο Ερημητήριο! Στου Γέροντα το Ερημητήριο!»

Η Φραγκογιαννού ξύπνησε την ώρα που χάραζε, με λίγη γαλήνη στην ψυχή. Απέναντί της το γαλάζιο και πορφυρό χρώμα του ουρανού ενωνόταν με το σκούρο μπλε της θάλασσας. Το αεράκι, η δροσιά, το φλοίσβισμα και το κελάρυσμα έκαναν μια γλυκιά αρμονία για τις αισθήσεις της.

Από προχθές δεν είχε σταματήσει να σκέφτεται εκείνο το ερημητήριο. Της είχε μιλήσει γι' αυτό ο Καμπαναχμάκης πριν από τρεις μέρες. Είχε ακούσει ευλαβείς γυναίκες να λένε πολλά για τις αρετές εκείνου του Γέροντα, του παπ' Ακάκιου. Εκείνος είχε έρθει στο νησί πριν από λίγο καιρό μόνο. Είχε εγκατασταθεί στον Άγιο Σώστη. Ήταν ένα παλιό ερημητήριο με ένα έρημο εκκλησάκι. Βρισκόταν πάνω σε έναν μικρό βράχο, που τον χτυπούσε η θάλασσα. Ο βράχος ήταν σαν μικρό νησάκι, κοντά στη βόρεια ακτή με τους γκρεμούς, λίγο προς τα δυτικά. Όταν τα νερά κατέβαιναν με την άμπωτη, το νησάκι γινόταν μια μικρή χερσόνησος. Ο γέροντας παπ' Ακάκιος ήταν, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός. Είχε όμως το σπάνιο χάρισμα να καταλαβαίνει τις σκέψεις των ανθρώπων. Έφτανε σχεδόν να βλέπει τα μελλούμενα. Οι γυναίκες βεβαίωναν ότι ήταν σωστός κρυφιογνώστης. Σου έλεγε τι είχες μέσα σου. Και πολλές φορές έκανε αυτόν που μετανοούσε να εξομολογηθεί πολύ περισσότερα από όσα ήθελε.

Για τη Φραγκογιαννού θα ήταν ευτυχία, αν αποφάσιζε ειλικρινά να εξομολογηθεί. Θα ήταν ευτυχία να βρισκόταν ένας πνευματικός που να τη γλίτωνε από τον κόπο. Θα τη γλίτωνε και από το φοβερό βάσανο του δισταγμού, αν της έλεγε: «Αυτό κι αυτό έκανες!». Φτάνει να μην την έριχνε στην απελπισία. Φτάνει να μπορούσε να τη βοηθήσει και να τη σώσει — ακόμα και σε αυτόν εδώ τον κόσμο, αν γινόταν! Δεν υπήρξε άραγε ένας Άγιος που έκρυψε και έσωσε τον φονιά του ίδιου του αδερφού του; Δεν θέλησε να τον παραδώσει στην εξουσία. Πόσο μάλλον ο παπ' Ακάκιος θα την έσωζε και θα την έκρυβε! Εκείνη δεν είχε κάνει κανένα κακό στον ίδιο τον σεβάσμιο ερημίτη. Μήπως δεν περνούσαν κάθε μέρα πλοία από τον Άι-Σώστη, κοντά στην ακτή ή ανοιχτά; Δεν θα μπορούσε, αν ήθελε, να τη φυγαδέψει;

Η Χαδούλα είχε βαρεθεί τη μονοτονία της Σκοτεινής Σπηλιάς. Είχε αρχίσει να αδυνατίζει πολύ, γιατί το φαγητό δεν της έφτανε. Αποφάσισε, μόλις φέξει καλά, να πάρει το καλαθάκι της και να βγει από το καταφύγιό της. Θα πήγαινε στον Άγιο Σώστη. Εκεί θα εξομολογιόταν όλα τα «πάθια της». Ήταν πια καιρός για μετάνοια…

Έφτασαν, έφτασαν οι χωροφύλακες! Είτε κάποιος την πρόδωσε, είτε ακολούθησαν τα ίχνη της, την είχαν ανακαλύψει… Κατάφεραν να κατέβουν στο Κακόρρεμα. Ο γκρεμός δεν τους πείραξε. Οι πέτρες της σάρας δεν σηκώθηκαν να πέσουν πάνω τους και να τους κυνηγήσουν!

Ήταν αυγή, μόλις είχε φέξει. Η Φραγκογιαννού ετοιμαζόταν να ξεκινήσει από τον πιο σύντομο δρόμο για τον Άι-Σώστη, για το Ερημητήριο. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Δεν είχε φωτίσει τη φαλακρή ακτή, το Κουρούπι. Δεν είχε στείλει χρυσές αχτίδες στην απότομη πλαγιά του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδε και τρόμαξε. Πήρε το καλάθι της κι έτρεξε στον ανήφορο, λαχανιασμένη, «ξεκλωσσασμένη». Ανέβηκε στον απάτητο βράχο, στο Κλήμα, προς τα δυτικά. Με μια κλοτσιά προς τα πίσω πέταξε τις φθαρμένες παντόφλες της, «τα παλιοκατσάρια της». Σκαρφάλωσε ξυπόλυτη πάνω στον γκρεμό. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι αυτοί τα τσαρούχια τους. Έτρεξαν πίσω της στον απάτητο βράχο, στον τόπο της απελπισίας, όπου περπατούσε εκείνη.

Μόνο μία στιγμή η δύστυχη γύρισε το κεφάλι πίσω. Τότε είδε ότι αυτοί που την κυνηγούσαν ήταν δύο. Μόνο ο ένας όμως φορούσε στρατιωτική στολή. Ο άλλος φορούσε ντόπια ρούχα, με σελάχι. Είχε στη μέση του πιστόλια και χαρμπιά. Φαινόταν να είναι ένας από τους αγροφύλακες.

Αυτό την τρόμαξε και τη φόβισε. Αφού έλειπε ο ένας χωροφύλακας, είχε λόγο να υποψιάζεται. Μήπως την περίμενε καρτέρι από την άλλη πλευρά του γκρεμού; Μήπως ήταν πέρα από τον αφιλόξενο βράχο της απόκρημνης ακτής; Μήπως ήθελαν οι σκληροί άνθρωποι να την κλείσουν ανάμεσα σε δύο φωτιές;

Κι όμως, η ίδια αυτή σύμπτωση την παρηγόρησε και της έδωσε λίγη ελπίδα. Ο ένας από τους δύο «νομάτους» ήταν πατριώτης της. Ήταν άνθρωπος του χωριού, στην υπηρεσία του δημαρχείου. Αυτό ίσως σήμαινε ότι θα έκανε το κυνήγι σαν αγγαρεία, γιατί του το είχαν επιβάλει. Ίσως μάλιστα να έκοβε και την ορμή του άλλου, του χωροφύλακα. Δεν ήταν απίθανο εκείνος ο αγροφύλακας να ένιωθε μέσα του κρυφή συμπάθεια για τη γυναίκα. Εκείνη έφευγε, την κυνηγούσαν, έτρεχε πάνω στα κατσάβραχα με ματωμένα πόδια. Ήταν μια δυστυχισμένη γυναίκα — κι εκείνος δεν ήταν καν σίγουρος ότι ήταν ένοχη.

### ΙΗ'.

Ύστερα από λίγα λεπτά κυνηγητό, η Φραγκογιαννού έφτασε στο μέρος που ο Καμπαναχμάκης είχε ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήταν ένας βράχος που έμπαινε απότομα προς τα μέσα. Σχημάτιζε ένα μικρό πεζούλι. Κάτω από αυτό άνοιγε η άβυσσος, η θάλασσα. Πάνω στο πεζούλι υπήρχε ένα πάτημα πλατύ μισή παλάμη. Όλο το πέρασμα ήταν τρία ή τέσσερα βήματα. Για να το περάσει κανείς, έπρεπε να πιαστεί από τον βράχο από πάνω, με το πρόσωπο προς τη θάλασσα. Έπρεπε να πατάει με τη φτέρνα και να προχωράει από τα δεξιά προς τα αριστερά. Η ζωή του κρεμόταν από μια τρίχα.

Η Φραγκογιαννού έκανε τον σταυρό της και δεν δίστασε. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή ούτε άλλο καταφύγιο. Άλλος δρόμος πάνω στον βράχο δεν υπήρχε. Η γυναίκα πήρε το καλάθι της στα δόντια και πήδηξε με απόφαση. Πέρασε με επιτυχία το φοβερό πέρασμα.

Πίσω της έφτασαν λαχανιασμένοι οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλακας είδε το πέρασμα και σταμάτησε.

— Σου βαστάει η καρδιά σου; είπε ο σύντροφός του με κρυφή χαιρεκακία.

— Δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

— Δεν υπάρχει.

— Εσύ θα το έχεις περάσει πολλές φορές, είπε ο στρατιωτικός.

— Εγώ; Όχι! αρνήθηκε ο αγροφύλακας.

— Δεν ήσουν τσοπάνης;

— Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.

Ο χωροφύλακας δίσταζε ακόμα.

— Και να μας ντροπιάσει μια γυναίκα! είπε.

— Δεν προλάβαμε να τη δούμε τη στιγμή που περνούσε, είπε ειρωνικά ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σου έδινε θάρρος.

— Αλήθεια;

— Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπε ο αγροφύλακας. Σε κάμποσα πράγματα δείχνουν πολύ κουράγιο.

— Θα περάσω κι εγώ! είπε ο χωροφύλακας.

— Εμπρός!

Ο χωροφύλακας έβγαλε το αμπέχονό του και το έδωσε στον σύντροφό του. Έμεινε με το πουκάμισο. Έκανε τον σταυρό του.

— Αν περάσω απέναντι, μου το πετάς, είπε.

Δοκίμασε να πατήσει στο στενό πέρασμα και πιάστηκε από τον βράχο. Μετά από ένα βήμα γύρισε πίσω.

— Με έπιασε ζάλη, είπε.

Στο μεταξύ η Φραγκογιαννού είχε ανηφορίσει τρέχοντας. Ανέβαινε όλο και πιο ψηλά στην ακτή. Ήταν εξαντλημένη, λαχάνιαζε, φυσούσε. Προχωρούσε, και πότε πότε σταματούσε για μια στιγμή, τόσο μικρή που δεν φαινόταν. Τέντωνε τα αυτιά της κι άκουγε. Ήθελε να βεβαιωθεί αν οι δύο που την κυνηγούσαν θα περνούσαν το πέρασμα. Αλλά δεν άκουγε τίποτα. Αφού αργούσαν τόσο, κατάλαβε ότι οι δύο «νομάτοι» δίσταζαν πολύ να περάσουν το μονοπάτι.

Στο τέλος έφτασε στη Βρύση του Πουλιού, όπως την είχε ονομάσει ο Καμπαναχμάκης. Ήταν μια πηγή πάνω σε έναν ψηλό βράχο. Εκεί σχηματιζόταν ένα μικρό, γλιστερό πλάτωμα από χώμα. Ήταν γεμάτο βρύα και άλλα υγρά χόρτα, που έμοιαζαν να επιπλέουν στο νερό. Η Φραγκογιαννού πατούσε προσεκτικά, για να μη γλιστρήσει και πέσει. Πραγματικά, από εκείνη τη βρύση μόνο τα πουλιά του ουρανού μπορούσαν να πίνουν. Η Χαδούλα έσκυψε κι ήπιε…

— Αχ! Αφού πίνω από τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και τη χάρη σας να πετάξω!…

Και γέλασε μόνη της. Απορούσε πού βρήκε αυτό το αστείο σε τέτοια ώρα. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν τρομάξει και πέταξαν φοβισμένα…

Κάθισε δίπλα στη Βρύση του Πουλιού, για να ξεκουραστεί και να πάρει ανάσα. Ήταν πια σχεδόν σίγουρη ότι οι δύο «νομάτοι» δεν είχαν καταφέρει να περάσουν το Μονοπάτι στο Κλήμα.

Αλλά η δύστυχη δεν ένιωθε ασφάλεια εκεί που καθόταν. Γι' αυτό, ύστερα από λίγα λεπτά, σηκώθηκε, πήρε το καλάθι της κι έτρεξε στον κατήφορο. Τώρα πια πήγαινε με απόφαση στον Άι-Σώστη, στο Ερημητήριο. Ήταν καιρός, αν γλίτωνε, να πει τις αμαρτίες της στον γέροντα, τον ασκητή.

Σε λίγα λεπτά κατέβηκε την ακτή κι έφτασε στα χαλίκια της παραλίας, στην άμμο. Είδε απέναντι τον βράχο που τον χτυπούσε το κύμα. Πάνω του φαινόταν το παλιό εκκλησάκι του Αγίου Σώζοντος. Ένας λαιμός από άμμο ένωνε τον μικρό βράχο με τη στεριά. Μόλις που ήταν ένα δάχτυλο πάνω από το κύμα. Τώρα άρχιζε να ανεβαίνει η θάλασσα, η πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού στάθηκε και δίστασε.

«Μήπως δεν θα… ξαναγίνει ρηχό σε λίγη ώρα; είπε. Γιατί να βιαστώ τώρα να γίνω μούσκεμα;»

Αλλά την ίδια στιγμή άκουσε έναν μεγάλο θόρυβο πάνω στον γκρεμό. Δύο άντρες κατέβαιναν τρέχοντας τον κατήφορο, με δύο τουφέκια στον ώμο. Ο ένας ήταν στρατιωτικός και ο άλλος πολίτης. Ο πολίτης δεν ήταν ο δραγάτης που είχε αφήσει πίσω με τον έναν χωροφύλακα. Ήταν άλλος και φορούσε φράγκικα. Αυτό λοιπόν ήταν το καρτέρι που είχε υποψιαστεί με το δίκιο της; Με αυτό ήθελαν να την παγιδέψουν; Να που τώρα την έφταναν.

Η Φραγκογιαννού έτρεξε, έκανε τον σταυρό της και πάτησε πάνω στο πέρασμα της άμμου. Η άμμος ήταν γλιστερή. Το κύμα ανέβαινε και φούσκωνε. Η γυναίκα δεν γύρισε πίσω. Δεν είχε άλλη σανίδα σωτηρίας. Για να πούμε την αλήθεια, δεν είχε ούτε αυτήν εδώ.

Το κύμα ανέβαινε, ανέβαινε. Η Φραγκογιαννού πατούσε. Η άμμος υποχωρούσε. Τα πόδια της γλιστρούσαν.

Ο βράχος του Αγίου Σώζοντος ήταν περίπου δώδεκα οργυιές μακριά από την ακτή. Ο λαιμός της άμμου, το πέρασμα, θα είχε μήκος πάνω από πενήντα βήματα.

Το κύμα την έφτασε ως το γόνατο, ύστερα ως τη μέση. Η άμμος γλιστρούσε. Γινόταν βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανέβηκε ως το στήθος της.

Οι δύο άντρες που την κυνηγούσαν έριξαν μια τουφεκιά, για να την τρομάξουν. Ύστερα ακούστηκαν οι φωνές τους, φωνές θριάμβου και σίγουρης νίκης.

Η Φραγκογιαννού ήταν ακόμα περίπου δέκα βήματα μακριά από τον Άι-Σώστη.

Δεν είχε πια έδαφος να πατήσει. Γονάτισε. Στο στόμα της έμπαινε το αλμυρό και πικρό νερό.

Τα κύματα φούσκωναν άγρια, σαν να είχαν πάθος. Σκέπασαν τη μύτη και τα αυτιά της. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της Φραγκογιαννούς είδε απέναντι το Μποστάνι. Ήταν η έρημη βορειοδυτική ακτή, όπου της είχαν δώσει ένα χωράφι για προίκα. Της το είχαν δώσει οι γονείς της, όταν ήταν νέα κοπέλα και την πάντρεψαν, την «κουκούλωσαν», την έκαναν νύφη.

— Ω! Να το προικιό μου! είπε.

Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια. Η γριά Χαδούλα βρήκε τον θάνατο στο πέρασμα του Αγίου Σώστη. Πέθανε στον λαιμό από άμμο που ενώνει τον βράχο του ερημητηρίου με τη στεριά. Πέθανε στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στη θεία και στην ανθρώπινη δικαιοσύνη.

*Τέλος της Φόνισσας*

### Το όνειρο στο κύμα

Ήμουν φτωχό βοσκόπουλο στα βουνά. Ήμουν δεκαοχτώ χρονών και δεν ήξερα ακόμα ούτε **άλφα**. Χωρίς να το ξέρω, ήμουν ευτυχισμένος. Την τελευταία φορά που γεύτηκα την ευτυχία ήταν εκείνο το καλοκαίρι του 187… Ήμουν ωραίο παλικαράκι. Έβλεπα το πρόσωπό μου να καθρεφτίζεται στα ρυάκια και στις βρύσεις. Ήταν ηλιοκαμένο και από νωρίς αυστηρό. Γύμναζα το ψηλό, ευλύγιστο κορμί μου στους βράχους και στα βουνά.

Τον χειμώνα που άρχισε αμέσως μετά, με πήρε κοντά του ο γέρο πάτερ-Σισώης και μου έμαθε γράμματα. Οι χωριανοί μας τον έλεγαν Σισώνη. Παλιά ήταν δάσκαλος, και ως το τέλος όλοι τον φώναζαν «δάσκαλε». Στα χρόνια της Επανάστασης ήταν μοναχός και διάκονος. Ύστερα αγάπησε, όπως έλεγαν, μια Τουρκοπούλα. Την έκλεψε από ένα χαρέμι της Σμύρνης, τη βάφτισε και την παντρεύτηκε.

Μόλις ησύχασαν τα πράγματα, την εποχή του κυβερνήτη Καποδίστρια, δίδασκε σε διάφορα σχολεία σε όλη την Ελλάδα. Είχε μεγάλη φήμη με το όνομα «ο Σωτηράκης ο δάσκαλος». Αργότερα, όταν εξασφάλισε την οικογένειά του, θυμήθηκε την παλιά του υποχρέωση. Φόρεσε πάλι τα ράσα, αυτή τη φορά σαν απλός μοναχός. Δεν του επιτρεπόταν πια να γίνει ιερέας. Έζησε με μετάνοια στο Κοινόβιο του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαψε την αμαρτία του. Η αμαρτία του όμως είχε μέσα της και μια γενναία καλή πράξη, που την έκανε πολύ πιο ελαφριά. Και λένε ότι σώθηκε.

Έμαθα τα πρώτα γράμματα κοντά στον γέρο Σισώη. Ύστερα με έστειλαν με υποτροφία του Μοναστηριού σε μια εκκλησιαστική σχολή της επαρχίας. Εκεί με έβαλαν αμέσως στην ανώτερη τάξη. Ύστερα πήγα στη Ριζάρειο σχολή, στην Αθήνα. Στο τέλος, ενώ είχα αρχίσει τις σπουδές μου σχεδόν είκοσι χρονών, βγήκα από το Πανεπιστήμιο τριάντα χρονών. Βγήκα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου…

Μεγάλη προκοπή, εννοείται, δεν έκανα. Σήμερα δουλεύω ακόμα σαν βοηθός στο γραφείο ενός διάσημου δικηγόρου και πολιτικού στην Αθήνα. Τον μισώ, και δεν ξέρω για ποιον σκοτεινό λόγο. Πιθανώς τον μισώ επειδή είναι ο προστάτης και ο ευεργέτης μου. Είμαι περιορισμένος και αδέξιος άνθρωπος. Δεν μπορώ να ωφεληθώ από τη θέση που έχω κοντά στον δικηγόρο μου. Είναι μια θέση σχεδόν σαν αυλικού.

Είμαι σαν τον σκύλο που είναι δεμένος με πολύ κοντό σχοινί στην αυλή του αφεντικού του. Εκείνος δεν μπορεί να γαβγίσει ούτε να δαγκώσει έξω από τον κύκλο που κάνει το κοντό σχοινί. Το ίδιο κι εγώ. Δεν μπορώ ούτε να πω ούτε να κάνω τίποτα παραπάνω. Μπορώ μόνο όσα μου επιτρέπει η στενή εξουσία μου στο γραφείο του προϊσταμένου μου.

Η τελευταία χρονιά που ήμουν ακόμα φυσικός άνθρωπος ήταν εκείνο το καλοκαίρι του 187… Ήμουν ωραίο παλικαράκι, βοσκός με καστανά μαλλιά. Έβοσκα τις κατσίκες της Μονής του Ευαγγελισμού στα βουνά δίπλα στη θάλασσα. Τα βουνά κατέβαιναν απότομα, με μια ακτή γεμάτη γκρεμούς, πάνω από το Κράτος του Βορρά και το πέλαγος. Όλη εκείνη η περιοχή λεγόταν Ξάρμενο. Πήρε το όνομα από τα πλοία που έφταναν εκεί «ξάρμενα» ή «ξυλάρμενα», σπρωγμένα από τις τρικυμίες. Όλη εκείνη η περιοχή ήταν δική μου.

Η πετρώδης, απότομη ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, κοίταζε προς τον Καικία. Ήταν ανοιχτή προς τον Βοριά. Έμοιαζα κι εγώ σαν να είχα μεγάλη συγγένεια με αυτούς τους δύο ανέμους. Ανέμιζαν τα μαλλιά μου και τα έκαναν σγουρά, όπως τους θάμνους και τις αγριελιές. Αυτά τα δέντρα τα λύγιζαν με το ακούραστο φύσημά τους, σαν με αιώνιο μαστίγιο.

Όλα εκείνα ήταν δικά μου: τα δάση, τα φαράγγια, οι κοιλάδες, όλη η παραλία και τα βουνά. Το χωράφι ήταν του γεωργού μόνο τις μέρες που ερχόταν να το οργώσει ή να το σπείρει. Τότε έκανε τρεις φορές τον σταυρό του κι έλεγε: «Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος! Σπέρνω αυτό το χωράφι για να φάνε όλοι οι ξένοι κι οι διαβάτες, και τα πετεινά του ουρανού. Και να πάρω κι εγώ τον κόπο μου!»

Εγώ δεν το όργωσα ούτε το έσπειρα ποτέ, αλλά θέριζα κι εγώ ένα μέρος του. Έκανα όπως οι πεινασμένοι μαθητές του Σωτήρα. Εφάρμοζα τους νόμους του Δευτερονομίου χωρίς να τους ξέρω.

Το αμπέλι της φτωχής χήρας ήταν δικό της μόνο τις ώρες που ερχόταν η ίδια. Ερχόταν να το θειαφίσει, να «αργολογήσει», να γεμίσει ένα καλάθι σταφύλια. Ή ερχόταν να τρυγήσει, αν είχε μείνει τίποτα για τρύγο. Όλον τον άλλο καιρό ήταν δικό μου κτήμα.

Μόνοι αντίπαλοί μου σε αυτή τη βοσκή και σε αυτούς τους καρπούς ήταν οι αγροφύλακες. Τους πλήρωνε το δημαρχείο. Αυτοί έλεγαν ότι φύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου. Με αυτή την πρόφαση διάλεγαν οι ίδιοι τα καλύτερα φρούτα. Αυτοί πραγματικά δεν μου ήθελαν το καλό μου. Ήταν τρομεροί ανταγωνιστές για μένα.

Η κύρια περιοχή μου ήταν πιο ψηλά, έξω από τους ελαιώνες και τα αμπέλια. Εγώ όμως συχνά περνούσα τα σύνορα. Εκεί πάνω υπήρχαν δύο φαράγγια και τρεις κορυφές, γεμάτες άγριους θάμνους, χόρτα και χαμόκλαδα. Εκεί έβοσκα τα γίδια του Μοναστηριού. Ήμουν «παραγιός» με μισθό πέντε δραχμές τον μήνα. Αργότερα μου τον αύξησαν σε έξι. Εκτός από τον μισθό, το Μοναστήρι μου έδινε και λουριά από δέρμα για τσαρούχια. Μου έδινε και πολλά μαύρα ψωμιά ή πίτες, όπως τα έλεγαν οι καλόγεροι.

Μόνο έναν γείτονα είχα πάντα, όταν κατέβαινα κάτω, στην άκρη της περιοχής μου. Ήταν ο κυρ-Μόσχος, ένας μικρός άρχοντας, πολύ ιδιότροπος. Ο κυρ-Μόσχος ζούσε στην εξοχή, σε έναν ωραίο μικρό πύργο. Ζούσε μαζί με την ανιψιά του, τη Μοσχούλα. Την είχε υιοθετήσει, επειδή ήταν χήρος και δεν είχε παιδιά. Την είχε πάρει κοντά του. Ήταν μοναχοπαίδι και ορφανή από τη γέννησή της. Την αγαπούσε σαν να ήταν κόρη του.

Ο κυρ-Μόσχος είχε κάνει περιουσία από δουλειές και ταξίδια. Είχε μεγάλο κτήμα σε εκείνο το μέρος. Έπεισε μερικούς φτωχούς γείτονες να του πουλήσουν τα χωράφια τους. Έτσι αγόρασε οχτώ ή δέκα χωράφια, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα έκλεισε όλα μαζί με έναν τοίχο. Έφτιαξε ένα κτήμα πολύ μεγάλο για τον τόπο μας, πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων. Ο τοίχος γύρω γύρω κόστισε πολλά. Ίσως κόστισε περισσότερα από όσα άξιζε το κτήμα. Αλλά τον κυρ-Μόσχο δεν τον ένοιαζαν αυτά. Ήθελε να έχει ένα χωριστό βασίλειο, θα έλεγε κανείς, για τον εαυτό του και για την ανιψιά του.

Έχτισε στην άκρη ένα ψηλό σπιτάκι σαν πύργο, με δύο πατώματα. Καθάρισε και μάζεψε τις σκόρπιες πηγές του νερού. Άνοιξε και πηγάδι, για να φτιάξει μάγγανο για το πότισμα. Χώρισε το κτήμα σε τέσσερα μέρη. Είχε αμπέλι, ελαιώνα και περιβόλι με πολλά οπωροφόρα δέντρα. Είχε και κήπους με ξερολιθιές ή μποστάνια.

Εγκαταστάθηκε εκεί και ζούσε πάντα στην εξοχή. Σπάνια κατέβαινε στη μικρή πόλη. Το κτήμα ήταν στην άκρη της θάλασσας. Ο πάνω τοίχος έφτανε στην κορυφή του μικρού βουνού. Ο κάτω τοίχος, όταν φυσούσε δυνατός βοριάς, σχεδόν βρεχόταν από το κύμα.

Ο κυρ-Μόσχος είχε για συντροφιά το τσιμπούκι του, το κομπολόι του, το σκαλιστήρι του και την ανιψιά του τη Μοσχούλα. Η κοπελίτσα θα ήταν περίπου δύο χρόνια μικρότερη από μένα. Η μικρή πηδούσε από βράχο σε βράχο. Έτρεχε από κολπίσκο σε κολπίσκο, κάτω στην παραλία. Έβγαζε κοχύλια και κυνηγούσε τα καβούρια. Ήταν θερμόαιμη και ανήσυχη σαν πουλί της ακρογιαλιάς. Ήταν ωραία μελαχρινή. Θύμιζε την ηλιοκαμένη νύφη του Άσματος. Εκείνην οι γιοι της μητέρας της την είχαν βάλει να φυλάει τα αμπέλια. «Ιδού ει καλή, η πλησίον μου. Ιδού ει καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί…» Ο λαιμός της άσπριζε και έλαμπε λίγο κάτω από τον γιακά της. Ήταν πολύ πιο άσπρος από το δέρμα του προσώπου της.

Ήταν χλωμή, ροδαλή, με μια χρυσή λάμψη. Μου φαινόταν ότι έμοιαζε με τη μικρή στέρφα κατσίκα μου. Αυτή ήταν μικρόσωμη και λεπτή, με γυαλιστερό τρίχωμα, και εγώ την είχα ονομάσει Μοσχούλα. Το δυτικό παράθυρο του πύργου άνοιγε προς το δάσος. Το δάσος γινόταν πιο βαθύ πέρα από την κορυφή του βουνού. Εκεί είχε χαμόκλαδα, θάμνους που μύριζαν όμορφα και τραχύ, αργιλώδες χώμα. Εκεί άρχιζε η περιοχή μου. Ως εκεί κατέβαινα συχνά κι έβοσκα τις κατσίκες των καλογέρων, των πνευματικών μου πατέρων.

Μια μέρα μετρούσα τις κατσίκες μου, όπως συνήθιζα. Εκείνη τη χρονιά ήταν όλες πενήντα έξι. Άλλοτε ο αριθμός τους ανεβοκατέβαινε από εξήντα ως σαράντα πέντε. Δεν ξέρω πώς, η Μοσχούλα, η αγαπημένη μου κατσίκα, είχε μείνει πίσω. Δεν βρέθηκε στο μέτρημα. Τις έβρισκα όλες πενήντα πέντε. Αν έλειπε άλλη κατσίκα, δεν θα καταλάβαινα αμέσως ποια ήταν. Θα έβλεπα μόνο ότι έλειπε μία. Αλλά η απουσία της Μοσχούλας φαινόταν. Τρόμαξα. Μήπως την πήρε ο αετός μου;

Σε εκείνα τα μέρη, που ήταν κάπως πιο χαμηλά, οι αετοί δεν καταδέχονταν να μας επισκέπτονται συχνά. Το μεγάλο τους λημέρι ήταν ψηλά, προς τα δυτικά. Ήταν στο κάτασπρο πετρώδες βουνό που, με το δίκιο του, το λένε Αετοφωλιά. Όμως δεν μου φαινόταν εντελώς παράξενο ή ανήκουστο να είχε κατέβει ο αετός εκείνη τη φορά. Ίσως τον είχε πληγώσει η ομορφιά της Μοσχούλας, της μικρής μου κατσίκας.

Φώναζα σαν τρελός:

— Μοσχούλα!… Πού είναι η Μοσχούλα;

Δεν είχα προσέξει ότι η Μοσχούλα, η ανιψιά του κυρ-Μόσχου, ήταν εκεί κοντά. Εκείνη έτυχε να έχει ανοιχτό το παράθυρό της. Το σπίτι ακουμπούσε πάνω στον τοίχο του κτήματος. Ο τοίχος και το σπίτι ήταν περίπου πεντακόσια βήματα μακριά από μένα και τις κατσίκες μου. Μόλις άκουσε τις φωνές μου, η κοπελίτσα σηκώθηκε, έσκυψε έξω από το παράθυρο και φώναξε:

— Τι έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξερα τι να πω. Όμως απάντησα:

— Φωνάζω την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!… Με σένα δεν έχω να κάνω.

Μόλις άκουσε τη φωνή μου, έκλεισε το παράθυρο και χάθηκε.

Μια άλλη μέρα με είδε πάλι από το παράθυρό της, στο ίδιο ακριβώς μέρος. Ήμουν ξαπλωμένος σε μια σκιά κι άφηνα τις κατσίκες μου να βοσκούν. Σφύριζα έναν σκοπό, ένα τραγούδι του βουνού, των γιδοβοσκών.

Δεν ξέρω πώς της ήρθε να μου φωνάξει:

— Όλο έτσι τραγουδάς!… Δεν σε άκουσα ποτέ μου να παίζεις το σουραύλι!… Βοσκός και να μην έχει σουραύλι, παράξενο μου φαίνεται!…

Είχα κι εγώ σουραύλι. Αλλά δεν είχα αρκετό θάρρος για να παίζω, όταν ήξερα ότι θα με άκουγε εκείνη… Αυτή τη φορά έβαλα τα δυνατά μου να παίξω για χάρη της. Δεν ξέρω όμως πώς της φάνηκε η τέχνη μου στη φλογέρα. Ξέρω μόνο ότι μου έστειλε για ανταμοιβή λίγα ξερά σύκα κι ένα τάσι γεμάτο πετιμέζι.

Ένα βράδυ είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω στην παραλία, ανάμεσα στους βράχους. Εκεί το κύμα σχημάτιζε χίλιους χαριτωμένους κολπίσκους και μικρές αγκαλιές. Σε άλλο σημείο οι βράχοι καμπύλωναν σαν μόλοι, και σε άλλο κούφωναν σαν σπηλιές. Το νερό έμπαινε ανάμεσα σε τόσα στριφογυρίσματα και λαβύρινθους. Μουρμούριζε και χόρευε με άτακτους φλοίσβους και αφρούς. Έμοιαζε με μωρό που ψελλίζει και πηδάει στην κούνια του. Λαχταράει να σηκωθεί και να χορέψει στο χέρι της μητέρας του, που το χάιδεψε. Είχα κατεβάσει, λέω, τα γίδια μου για να «αρμυρίσουν» στη θάλασσα, όπως συνήθιζα συχνά. Είδα την ακρογιαλιά, που ήταν μεγάλη χαρά και μαγεία, και τη «λιμπίστηκα». Λαχτάρησα να πέσω να κολυμπήσω. Ήταν ο μήνας Αύγουστος.

Ανέβασα το κοπάδι μου λίγο πιο πάνω από τον βράχο. Τα έβαλα ανάμεσα σε δύο γκρεμούς και σε ένα μονοπάτι που χαραζόταν πάνω στη ράχη. Από αυτό είχα κατέβει. Από αυτό θα γύριζα πάλι τη νύχτα στο βουνό, στη στάνη μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου να βοσκήσουν κρίταμο και αρμυρήθρες, αν και δεν πεινούσαν πια. Τους σφύριξα σιγά, για να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν και κάθισαν ήσυχα. Εφτά ή οχτώ από αυτά ήταν τράγοι με κουδούνια. Θα άκουγα από μακριά τα κουδούνια τους, αν έδειχναν σημάδια ανησυχίας.

Γύρισα πίσω, κατέβηκα πάλι τον γκρεμό κι έφτασα κάτω στη θάλασσα. Εκείνη την ώρα είχε βασιλέψει ο ήλιος. Το φεγγάρι, σχεδόν γεμάτο, είχε αρχίσει να λάμπει χαμηλά. Ήταν περίπου δύο καλαμιές πιο ψηλά από τα βουνά του νησιού απέναντι. Ο δικός μου βράχος κοίταζε προς τον βοριά. Πέρα από τον άλλον κάβο, προς τη δύση, στα αριστερά μου, έβλεπα μια πτυχή από την πορφύρα του ήλιου. Ο ήλιος είχε βασιλέψει εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Ήταν η ουρά από το λαμπρό βασιλικό του ρούχο, που σέρνεται πίσω του. Ή ήταν το χαλί που του έστρωνε η μάνα του, όπως λένε, για να καθίσει να φάει το βραδινό του.

Δεξιά από τον μεγάλο, κυρτό βράχο μου σχηματιζόταν μια μικρή θαλασσινή σπηλιά. Ήταν στρωμένη με άσπρα κοχύλια σαν κρύσταλλα και με λαμπερά χαλίκια σε πολλά χρώματα. Φαινόταν σαν να την είχαν στολίσει οι νύμφες της θάλασσας. Από εκείνη τη σπηλιά άρχιζε ένα μονοπάτι. Από αυτό ανέβαινε κανείς λοξά την απότομη ακρογιαλιά. Έφτανε στην κάτω πόρτα του τοίχου που έκλεινε το κτήμα του κυρ-Μόσχου. Ο ένας τοίχος του έζωνε όλη την παραλία, σε μήκος εκατοντάδων μέτρων.

Πέταξα αμέσως το πουκάμισο και το παντελόνι μου κι έπεσα στη θάλασσα. Πλύθηκα, λούστηκα και κολύμπησα για λίγα λεπτά. Ένιωθα γλύκα, μια μαγεία που δεν λέγεται. Φανταζόμουν ότι ήμουν ένα με το κύμα. Ένιωθα ότι είχα κι εγώ τη φύση του, την υγρή, την αλμυρή και τη δροσερή. Ποτέ δεν θα είχα την καρδιά να βγω από τη θάλασσα. Ποτέ δεν θα χόρταινα το κολύμπι, αν δεν είχα την έγνοια του κοπαδιού μου. Τα κατσικάκια μπορεί να με υπάκουαν και να άκουγαν τη φωνή μου για να καθίσουν ήσυχα. Όμως ήταν κατσικάκια, ανυπάκουα και άπιστα, όσο και τα μικρά παιδιά. Φοβόμουν μήπως μερικά πεταχτούν και μου φύγουν. Τότε θα έπρεπε να τρέχω να τα ψάχνω τη νύχτα στα δάση και στα βουνά. Θα με οδηγούσε μόνο ο ήχος από τα κουδουνάκια των τράγων! Όσο για τη Μοσχούλα, ήθελα να είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου ξαναφύγει. Μου είχε φύγει και την άλλη φορά. Τότε ένας άγνωστος κλέφτης (αχ, να τον έπιανα!) της είχε κλέψει το επίχρυσο κουδουνάκι από τον λαιμό. Το πήρε, ο ανόητος, μαζί με το κόκκινο κολάρο. Γι' αυτό φρόντισα να τη δέσω με ένα σχοινάκι στη ρίζα ενός θάμνου. Ο θάμνος ήταν λίγο πιο πάνω από τον βράχο. Στη βάση του βράχου είχα αφήσει τα ρούχα μου, πριν πέσω στη θάλασσα.

Πήδηξα γρήγορα έξω, φόρεσα το πουκάμισο και το παντελόνι μου κι έκανα ένα βήμα για να ανέβω. Θα ανέβαινα στην κορυφή του βράχου, που η βάση του βρεχόταν από τη θάλασσα. Εκεί θα έλυνα τη Μοσχούλα, τη μικρή μου κατσίκα. Με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα γύριζα κοντά στο κοπάδι μου. Εκείνος ο μικρός ανήφορος, ο γλιστερός γκρεμός, ήταν για μένα παιχνίδι. Ήταν σαν ένα σκαλοπάτι σε μαρμάρινη σκάλα. Τα παιδιά της γειτονιάς βάζουν στοίχημα ποιο θα το πηδήξει από κάτω προς τα πάνω.

Εκείνη τη στιγμή, ενώ έκανα το πρώτο βήμα, ακούω ένα δυνατό πλατάγισμα στη θάλασσα. Ήταν σαν να έπεφτε ένα σώμα στο κύμα. Ο κρότος ερχόταν από δεξιά, από τη σπηλιά που ήταν στρωμένη με κοχύλια και στολισμένη από τις νύμφες. Ήξερα ότι εκεί κατέβαινε καμιά φορά η Μοσχούλα, η ανιψιά του κυρ-Μόσχου, και λουζόταν στη θάλασσα. Εγώ, ο μικρός σάτυρος του βουνού, δεν θα τολμούσα να έρθω τόσο κοντά στα σύνορά της για να λουστώ. Δεν θα το τολμούσα, αν ήξερα ότι συνήθιζε να λούζεται και τη νύχτα, με το φως του φεγγαριού. Ήξερα ότι συνήθως λουζόταν το πρωί, μόλις έβγαινε ο ήλιος.

Έκανα δύο τρία βήματα χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Σκαρφάλωσα πάνω κι έσκυψα με πολλή προσοχή προς το μέρος της σπηλιάς. Ήμουν κρυμμένος πίσω από ένα σχίνο, στην κορυφή του βράχου. Και είδα πραγματικά ότι η Μοσχούλα είχε μόλις πέσει γυμνή στο κύμα και λουζόταν…

Την αναγνώρισα αμέσως στο φως του φεγγαριού. Ήταν ένα φως σαν μέλι. Έκανε ασημένιο όλο το απέραντο σεντόνι της ήρεμης θάλασσας. Έκανε τα κύματα να χορεύουν και να λάμπουν σαν φωσφόρος. Είχε βουτήξει μία φορά, μόλις πήδησε στη θάλασσα. Είχε βρέξει τα μαλλιά της, κι από τις μπούκλες της έτρεχε το νερό σαν ποτάμι από μαργαριτάρια. Ύστερα είχε βγει στην επιφάνεια. Κατά τύχη κοίταζε προς το μέρος όπου ήμουν εγώ. Κινιόταν εδώ κι εκεί, έπαιζε και κολυμπούσε. Ήξερε καλά να κολυμπά.

Για να φύγω, έπρεπε οπωσδήποτε να σταθώ όρθιος για μια στιγμή στην κορυφή του βράχου. Ύστερα έπρεπε να σκύψω πίσω από τους θάμνους και να λύσω την κατσίκα μου. Και να χαθώ κρατώντας την ανάσα μου, χωρίς τον παραμικρό κρότο ή θόρυβο. Αλλά η στιγμή που θα περνούσα από την κορυφή του βράχου έφτανε για να με δει η Μοσχούλα. Ήταν αδύνατο να φύγω χωρίς να με δει, αφού εκείνη κοίταζε προς το μέρος μου.

Το κορμί μου θα φαινόταν για μια στιγμή ψηλό πάνω στον βράχο, μέσα στο άφθονο φως του φεγγαριού. Εκεί η κοπέλα θα με έβλεπε, γιατί είχε το πρόσωπο γυρισμένο προς τα εδώ. Αχ! Πώς θα ξαφνιαζόταν! Θα τρόμαζε, φυσικά, και θα φώναζε. Ύστερα θα με κατηγορούσε για κακούς σκοπούς. Και τότε αλίμονο στον μικρό βοσκό!

Η πρώτη μου ιδέα ήταν να βήξω, να την ειδοποιήσω αμέσως και να φωνάξω: «Βρέθηκα εδώ χωρίς να το ξέρω… Μην τρομάζεις! Φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!»

Όμως, δεν ξέρω πώς, φάνηκα άξεστος και δειλός. Κανείς δεν μου είχε μάθει καλούς τρόπους στα βουνά μου. Μαζεύτηκα, κατέβηκα πάλι κάτω στη ρίζα του βράχου και περίμενα.

«Αυτή δεν θα αργήσει, έλεγα μέσα μου. Τώρα θα κολυμπήσει, θα ντυθεί και θα φύγει… Θα πάρει εκείνη το μονοπάτι της κι εγώ τον γκρεμό μου!…»

Και θυμήθηκα τότε τον Σισώη και τον πνευματικό του μοναστηριού, τον παπα-Γρηγόριο. Πολλές φορές με είχαν συμβουλέψει να φεύγω πάντα τον γυναικείο πειρασμό!

Εκτός από το να περιμένω, δεν υπήρχε άλλος τρόπος ή άλλη λύση. Μόνο ένα άλλο μπορούσα να κάνω: να πέσω στη θάλασσα με τα ρούχα, όπως ήμουν. Θα κολυμπούσα στα βαθιά νερά, όπου δεν πατάς, όλη την απόσταση προς τη δύση. Θα ξεκινούσα από την ακτή όπου βρισκόμουν, από αυτή την πλευρά του μέρους όπου λουζόταν η κοπέλα. Θα έφτανα ως τον κυρίως όρμο και την άμμο. Σε όλη εκείνη την απόσταση, περίπου μισό μίλι, η ακρογιαλιά ήταν απάτητη, όλο βράχοι και γκρεμοί. Μόνο εκεί όπου ήμουν σχηματιζόταν εκείνη η κούνια από θαλασσινό νερό, ανάμεσα σε σπηλιές και βράχους.

Θα άφηνα τη Μοσχούλα μου, την κατσίκα, στην τύχη της, δεμένη εκεί πάνω, πάνω από τον βράχο. Θα έφτανα στην άμμο με τα ρούχα μου μούσκεμα (γιατί έπρεπε να κολυμπήσω με τα ρούχα). Θα έσταζα αλμύρα και αφρό. Ύστερα θα περπατούσα δύο χιλιάδες βήματα, για να γυρίσω από άλλο μονοπάτι πάλι κοντά στο κοπάδι μου. Θα κατέβαινα τον γκρεμό πιο κάτω, για να λύσω τη Μοσχούλα την κατσίκα μου. Τότε η ανιψιά του κυρ-Μόσχου θα είχε φύγει, χωρίς να αφήσει βέβαια κανένα ίχνος στην παραλία. Αν έκανα αυτό το σχέδιο, θα ήταν μεγάλος κόπος, πραγματικός άθλος. Θα χρειαζόταν και μία ώρα και παραπάνω. Ούτε θα ήμουν πια σίγουρος ότι το κοπάδι μου ήταν ασφαλές.

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, παρά να περιμένω. Θα κρατούσα την ανάσα μου. Εκείνη η κοπέλα δεν θα υποψιαζόταν ότι ήμουν εκεί. Άλλωστε η συνείδησή μου ήταν αθώα.

Όμως, όσο αθώος κι αν ήμουν, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Σκαρφάλωσα πάλι σιγά σιγά προς τα πάνω, ως την κορυφή του βράχου. Κρυμμένος πίσω από τους θάμνους, έσκυψα να δω την κοπέλα που κολυμπούσε.

Ήταν απόλαυση, όνειρο, θαύμα. Είχε απομακρυνθεί περίπου πέντε οργυιές από τη σπηλιά και κολυμπούσε. Τώρα κοίταζε προς την ανατολή και είχε γυρισμένη την πλάτη της προς το μέρος μου. Έβλεπα τα μαλλιά της, σκούρα, κι όμως με μια αχνή χρυσή λάμψη. Έβλεπα τον όμορφο λαιμό της, τις ωμοπλάτες της, άσπρες σαν το γάλα, και τα καλοφτιαγμένα μπράτσα της. Όλα ανακατεύονταν, γλυκά σαν μέλι και σαν όνειρο, στο φως του φεγγαριού. Ανάμεσα στη σκιά και στο φως ξεχώριζα τη λυγερή μέση της και τους γοφούς της. Ξεχώριζα τις γάμπες και τα πόδια της, βουτηγμένα στο κύμα. Μάντευα το στήθος της, τους κόρφους της, χαριτωμένους και γεμάτους. Δέχονταν όλες τις αύρες, τα φυσήματα του αέρα και το θεϊκό άρωμα της θάλασσας. Ήταν μια πνοή, μια εικόνα που δεν τη φαντάζεσαι, ένα όνειρο που έπλεε πάνω στο κύμα. Ήταν νηρηίδα, νύμφη, σειρήνα. Έπλεε όπως πλέει ένα μαγικό καράβι, το καράβι των ονείρων…

Ούτε μου ήρθε τότε η ιδέα ότι μπορούσα να φύγω. Αν πατούσα πάνω στον βράχο, όρθιος ή σκυφτός, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι η κοπέλα δεν θα με έβλεπε. Θα μπορούσα να φύγω ήσυχα. Εκείνη κοίταζε προς την ανατολή, κι εγώ βρισκόμουν προς τη δύση, πίσω της. Ούτε η σκιά μου θα την τάραζε. Το φεγγάρι ήταν στην ανατολή. Έτσι η σκιά μου θα έπεφτε προς τη δύση, πίσω από τον βράχο μου, από αυτή την πλευρά της σπηλιάς.

Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, σε έκσταση, και δεν σκεφτόμουν πια τα γήινα.

Δεν μπορώ να πω αν μου ήρθαν πονηρές και μαζί παιδιάστικες, ανόητες σκέψεις. Ήταν κατάρες με μορφή ευχής: «Ας κινδύνευε ξαφνικά! Ας έβαζε μια φωνή! Ας έβλεπε κανέναν ροφό στον βυθό, κι ας τον νόμιζε για θηρίο, για σκυλόψαρο! Κι ας φώναζε βοήθεια!…»

Είναι αλήθεια ότι δεν χόρταινα να βλέπω το όνειρο που έπλεε στο κύμα. Αλλά την τελευταία στιγμή, παράξενα, μου ξαναήρθε η πρώτη ιδέα… Να πέσω στα κύματα, από την αντίθετη μεριά, προς τα πίσω. Να κολυμπήσω όλη εκείνη την απόσταση ως την άμμο και να φύγω. Να φύγω τον πειρασμό!…

Και πάλι δεν χόρταινα να βλέπω το όνειρο… Ξαφνικά με γύρισε στις ανάγκες του πραγματικού κόσμου η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα άρχισε ξαφνικά να βελάζει!…

Α, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Εγώ μπορούσα να σωπαίνω. Δυστυχώς όμως δεν ήταν εύκολο να κάνω και την κατσίκα μου να σωπάσει. Δεν ήξερα καλά αν υπήρχαν εύκολοι τρόποι να κλείσεις το στόμα στα ζώα. Δεν είχα μάθει ακόμα να κλέβω ζωντανά πράγματα. Δεν ήμουν σαν τον άγνωστο εχθρό που της είχε κλέψει το κουδουνάκι. Εκείνος όμως δεν της είχε κόψει και τη γλώσσα, για να μη βελάζει. — Θα μπορούσε κανείς να της βάλει στο στόμα ένα κλωνάρι ράμνο με πολλά κλαδιά. Ή να της δέσει έναν σπάγκο γύρω από τη μουσούδα, ή κάτι άλλο. Αλλά κι αν το ήξερα, πού να το σκεφτώ τότε;

Έτρεξα τότε σαν τρελός να της σφίξω τη μουσούδα με την παλάμη μου, για να μη βελάζει… Εκείνη τη στιγμή ξέχασα την κοπέλα που κολυμπούσε, για χάρη αυτής της ίδιας της κοπέλας. Δεν σκέφτηκα ότι κινδύνευα να με δει. Μισοσηκώθηκα, πάντα σκυφτός, και πάτησα πάνω στον βράχο, για να προλάβω να φτάσω κοντά στην κατσίκα.

Ταυτόχρονα με έπιασε και φόβος, από την αγάπη που είχα για τη φτωχή μου κατσίκα. Το σχοινί με το οποίο την είχα δέσει στη ρίζα του θάμνου ήταν πολύ κοντό. Μήπως «σχοινιάστηκε»; Μήπως μπερδεύτηκε και τυλίχτηκε ο λαιμός της; Μήπως κινδύνευε να πνιγεί το δύστυχο ζώο;

Δεν ξέρω αν η κοπέλα που λουζόταν στη θάλασσα άκουσε τη φωνή της κατσίκας μου. Αλλά κι αν την είχε ακούσει, τι το παράξενο; Τι φόβος υπήρχε; Δεν είναι τίποτα σπάνιο να ακούς φωνή ζώου εκεί που κολυμπάς. Εκείνη άλλωστε ήταν μόνο λίγες οργυιές μακριά από τη στεριά.

Όμως εκείνη η στιγμή που πάτησα στην κορυφή του βράχου ήταν αρκετή. Η νεαρή κοπέλα ίσως άκουσε τη φωνή της κατσίκας, ίσως και όχι. — Μάλλον την άκουσε, γιατί γύρισε το κεφάλι προς τη στεριά… — Πάντως είδε τη μαύρη σκιά μου, τον «διακαμό» μου, πάνω στον βράχο, ανάμεσα στους θάμνους. Κι έβγαλε μια μισοπνιγμένη κραυγή φόβου…

Τότε με έπιασε τρόμος, συγκίνηση, λύπη που δεν περιγράφεται. Λύγισαν τα γόνατά μου. Ήμουν έξω φρενών από τον τρόμο, αλλά μπόρεσα να βγάλω φωνή και φώναξα:

— Μη φοβάσαι!… Δεν είναι τίποτα… Δεν σου θέλω κακό!

Και σκεφτόμουν, πολύ ταραγμένος, τι έπρεπε να κάνω. Να πέσω στη θάλασσα, για να τη βοηθήσω; Ή να τρέξω και να φύγω;… Φτάνει η φωνή μου να της έδινε περισσότερο θάρρος από ό,τι αν έμενα ή αν έτρεχα να τη βοηθήσω.

Την ίδια ώρα φάνηκε μια βάρκα απέναντι. Δεν ήταν παράξενη σύμπτωση, γιατί όλες εκείνες οι ακρογιαλιές και οι θάλασσες είχαν πολλούς ψαράδες. Η βάρκα φάνηκε προς τα νοτιοανατολικά, πίσω από τον απέναντι κάβο. Αυτός ο κάβος ήταν σαν το δεξί κέρατο του κολπίσκου. Ερχόταν αργά προς τα εδώ, με τα κουπιά. Όμως η βάρκα, αντί να δώσει θάρρος στην κοπέλα, μεγάλωσε τον τρόμο της.

Έβγαλε μια δεύτερη κραυγή, με ακόμα μεγαλύτερη αγωνία. Σε μια στιγμή την είδα να βουλιάζει και να χάνεται στο κύμα.

Τότε δεν έπρεπε να διστάσω. Η βάρκα ήταν πάνω από είκοσι οργυιές μακριά από το μέρος όπου πάλευε η κοπέλα. Εγώ ήμουν μόνο πέντε ή έξι οργυιές μακριά. Αμέσως, όπως ήμουν, πήδηξα με το κεφάλι από το ύψος του βράχου στη θάλασσα.

Το βάθος του νερού ήταν πάνω από δύο μπόγια. Έφτασα σχεδόν στον βυθό. Ο βυθός ήταν στρωμένος με άμμο, χωρίς βράχους και πέτρες, κι έτσι δεν φοβόμουν ότι θα χτυπήσω. Αμέσως ανέβηκα στην επιφάνεια, στον αφρό του κύματος.

Τώρα ήμουν λιγότερο από πέντε οργυιές μακριά από το σημείο όπου γύριζαν δίνες και κύκλοι στον αφρό της θάλασσας. Αυτοί θα ήταν σε μια στιγμή ένας υγρός τάφος για τη δύστυχη κοπελίτσα. Είναι τα μόνα ίχνη που αφήνει ποτέ στη θάλασσα ένα ανθρώπινο πλάσμα που παλεύει με τον θάνατο!… Με τρία δυνατά πηδήματα και απλωτές, μέσα σε λίγες στιγμές, έφτασα κοντά της…

Είδα το όμορφο σώμα να παλεύει κάτω από το νερό. Ήταν πιο κοντά στον βυθό παρά στον αφρό του κύματος, πιο κοντά στον θάνατο παρά στη ζωή. Βούτηξα, άρπαξα την κοπέλα στην αγκαλιά μου κι ανέβηκα.

Την κρατούσα με το αριστερό μου χέρι. Μου φάνηκε ότι ένιωσα στο μάγουλό μου την αδύναμη, χλιαρή ανάσα της. Είχα φτάσει στην ώρα μου, δόξα τω Θεώ!… Όμως δεν έδειχνε καθαρά σημάδια ζωής… Την τίναξα με μια δυνατή κίνηση, χωρίς να το σκεφτώ, για να μπορέσει να ανασάνει. Την έβαλα να στηριχτεί στην πλάτη μου. Κολύμπησα με το δεξί χέρι και με τα δυο μου πόδια, κολύμπησα δυνατά προς τη στεριά. Οι δυνάμεις μου πολλαπλασιάζονταν με θαυμαστό τρόπο.

Ένιωσα το πλάσμα να κολλάει πάνω μου. Ήθελε τη ζωή της. Αχ, ας ζούσε, κι ας ήταν ευτυχισμένη! Καμιά εγωιστική σκέψη δεν υπήρχε στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή. Η καρδιά μου ήταν γεμάτη αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια. Ποτέ δεν θα ζητούσα ανταμοιβή!

Για πόσο καιρό ακόμα θα το θυμάμαι εκείνο το τρυφερό, απαλό σώμα της αγνής κοπέλας! Το ένιωσα πάνω μου για λίγα λεπτά της κατά τα άλλα άχρηστης ζωής μου. Ήταν όνειρο, πλάνη, γοητεία. Και πόσο διέφερε εκείνο το διαλεχτό, αιθέριο άγγιγμα από όλα τα εγωιστικά αγκαλιάσματα του κόσμου! Πόσο διέφερε από όλες τις φιλίες των λύκων και τους έρωτες των σκύλων! Δεν ήταν βάρος εκείνο το φορτίο, που χωρούσε τόσο όμορφα στην αγκαλιά. Ήταν ανακούφιση και δροσιά για την ψυχή. Ποτέ δεν ένιωσα τον εαυτό μου πιο ελαφρύ από όσο τότε που κρατούσα εκείνο το βάρος… Ήμουν ο άνθρωπος που κατάφερε να πιάσει στα χέρια του, για μια στιγμή, ένα όνειρο, το δικό του όνειρο…

Η Μοσχούλα έζησε, δεν πέθανε. Από τότε τη συνάντησα σπάνια. Δεν ξέρω τι κάνει τώρα, που είναι μια απλή κόρη της Εύας, όπως όλες.

Αλλά εγώ πλήρωσα τα λύτρα για τη ζωή της. Η δύστυχη μικρή μου κατσίκα, που την είχα ξεχάσει για χάρη της, πραγματικά «σχοινιάστηκε». Τυλίχτηκε άσχημα στο σχοινί με το οποίο την είχα δεμένη και πνίγηκε!… Λυπήθηκα, όχι πολύ, και την έκανα θυσία για χάρη της κοπέλας.

Κι εγώ έμαθα γράμματα, από την καλοσύνη και το έλεος των καλογέρων, κι έγινα δικηγόρος… Αφού πέρασα από δύο εκκλησιαστικές σχολές, ήταν φυσικό!

Μήπως εκείνη η μοναδική περίσταση, η ονειρική ανάμνηση της κοπέλας που λουζόταν, με έκανε να μη γίνω κληρικός; Αλίμονο! Ακριβώς εκείνη η ανάμνηση έπρεπε να με κάνει να γίνω μοναχός.

Σωστά έλεγε ο γέρο Σισώης: «Αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερο, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…» Για τη σωτηρία της ψυχής μου έφταναν εκείνα τα λίγα κολλυβογράμματα που μου είχε μάθει. Ήταν μάλιστα και πολλά!…

Και τώρα θυμάμαι εκείνο το κοντό σχοινί, που με αυτό σχοινιάστηκε και πνίγηκε η Μοσχούλα, η κατσίκα μου. Και σκέφτομαι και το άλλο σχοινί της παραβολής, που με αυτό είναι δεμένος ο σκύλος στην αυλή του αφεντικού του. Και αναρωτιέμαι μέσα μου αν τα δύο δεν ήταν πολύ συγγενικά. Μήπως ήταν για μένα «ως σχοίνισμα κληρονομίας», όπως λέει η Γραφή;

Ω! Ας ήμουν ακόμα βοσκός στα βουνά!…

(Για την αντιγραφή) Α. Παπαδιαμάντης

### Γλωσσάρι

- **σάρα**: πλαγιά με χαλαρές πέτρες που γλιστρούν.
- **φελούκα**: μικρή βάρκα με πανί και κουπιά.
- **συρτή**: ψάρεμα με πετονιά που τη σέρνει πίσω της η βάρκα.
- **γαλασμένη**: (ντόπια λέξη) εδώ: κυριευμένη από φόβο· η ακριβής σημασία δεν είναι βέβαιη.
- **ξεκλωσσασμένη**: (ντόπια λέξη) εδώ: ξεθεωμένη από το τρέξιμο· ίσως το ίδιο με «ξεγλωσσασμένη», με τη γλώσσα έξω· η ακριβής σημασία δεν είναι βέβαιη.
- **νομάτοι**: άνθρωποι· εδώ οι δύο άντρες που την κυνηγούν.
- **σελάχι**: φαρδιά δερμάτινη ζώνη με θήκες, όπου κρατούσαν τα όπλα.
- **χαρμπιά**: παλιά λέξη για όπλο ή εξάρτημα όπλου που κρατούσαν στη ζώνη.
- **αμπέχονο**: το χοντρό σακάκι της στρατιωτικής στολής.
- **οργυιά**: μέτρο μήκους, περίπου 1,80 μ. (όσο ανοίγουν τα χέρια).
- **πλημμύρα (της θάλασσας)**: όταν ανεβαίνει το νερό της θάλασσας· το αντίθετο είναι η άμπωτη.
- **«κουκούλωσαν»**: (πικρή λέξη) την πάντρεψαν.
- **Κράτος του Βορρά**: η βόρεια θάλασσα, το «βασίλειο» του βοριά.
- **Καικίας**: ο βορειοανατολικός άνεμος.
- **ξάρμενα**: πλοία χωρίς πανιά και κατάρτια, χαλασμένα από την τρικυμία.
- **δίπλωμα προλύτου**: χαρτί ότι κάποιος τελείωσε τα μαθήματα του Πανεπιστημίου, πριν πάρει το κανονικό πτυχίο.
- **αργολογώ**: (ντόπια λέξη) η ακριβής σημασία δεν είναι βέβαιη· ίσως κάποια μικρή δουλειά στο αμπέλι.
- **παραγιός**: ο βοηθός του βοσκού.
- **μάγγανο**: μηχανή για να βγάζουν νερό από το πηγάδι.
- **τσιμπούκι**: μακριά πίπα για καπνό.
- **στέρφα**: κατσίκα που δεν κάνει μικρά.
- **«Ιδού ει καλή, η πλησίον μου… οφθαλμοί σου περιστεραί»**: λόγια από το Άσμα Ασμάτων: «Πόσο όμορφη είσαι, αγαπημένη μου· τα μάτια σου είναι σαν περιστέρια».
- **σουραύλι**: φλογέρα, μικρό πνευστό όργανο του βοσκού.
- **πετιμέζι**: σιρόπι από μούστο.
- **«να αρμυρίσουν»**: να πάνε τα ζώα στην ακρογιαλιά, να γλείψουν αλάτι και να φάνε αλμυρά χόρτα.
- **«λιμπίστηκα»**: τη λαχτάρησα, την ήθελα πολύ.
- **κρίταμο / αρμυρήθρες**: φυτά της ακρογιαλιάς που τρώγονται.
- **ροφός**: μεγάλο ψάρι που ζει στον βυθό, ανάμεσα στους βράχους.
- **«σχοινιάστηκε»**: μπερδεύτηκε και τυλίχτηκε στο σχοινί του.
- **«διακαμός»**: η σκιά, η μορφή κάποιου όπως φαίνεται από μακριά.
- **οργυιά / μπόι**: μέτρα: η οργυιά περίπου 1,80 μ.· το μπόι είναι όσο το ύψος ενός ανθρώπου.
- **κολλυβογράμματα**: λίγα, απλά γράμματα, όσα μάθαινε κανείς από καλόγερο ή παπά.
- **«ως σχοίνισμα κληρονομίας»**: λόγια της Γραφής: το κομμάτι γης που μετρούσαν με σχοινί και το έδιναν για κληρονομιά· εδώ: η μοίρα που του έλαχε.

## Η φαρμακολύτρια

«…Εκείνη τη νύχτα είχα ανέβει πάλι στο βουνό, για να συναντήσω την ξαδέρφη μου τη Μαχούλα. Για να πω την αλήθεια, δεν ήξερα σίγουρα αν θα τη συναντούσα. Με έσπρωχνε όμως το πάθος. Πήγαινα σαν να πήγαινα για προσκύνημα. Ένιωθα την ανάγκη να ξαναζωντανέψω παλιές αναμνήσεις.

Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα την ξαδέρφη μου τη Μαχούλα σε εκείνα τα ερημικά μέρη. Την πρώτη φορά, πριν από είκοσι χρόνια, την είχα συναντήσει βαθιά μέσα σε ένα δάσος με βελανιδιές. Ήταν κοντά σε ένα αρχαίο, τεράστιο ιερό, φτιαγμένο από γιγάντια μάρμαρα. Ίσως ήταν ναός των θεών από την εποχή πριν από τον Προμηθέα. Το παράξενο εκείνο κτίριο έδειχνε την αινιγματική του πρόσοψη σαν πρόσωπο της Σφίγγας. Κολλητά σε αυτό ήταν ένα φτωχό εκκλησάκι, χτισμένο πολύ αργότερα. Ήταν αφιερωμένο στην Αγία Μάρτυρα Αναστασία. Εκεί είχα συναντήσει πριν από είκοσι χρόνια την ξαδέρφη μου τη Μαχούλα.

Ήταν προς το τέλος του φθινοπώρου. Είχε πάει εκεί μαζί με έναν παπά, για να γίνει λειτουργία στο εκκλησάκι. Ύστερα τελείωσε η λειτουργία. Ο παπάς ήπιε τον καφέ και τη ρακή του έξω από την πόρτα του εκκλησακιού, στο ύπαιθρο. Καθόταν κοντά στη φωτιά που είχαν ανάψει για το θυμιατό και για το ζεστό νερό της λειτουργίας. Ύστερα αποχαιρέτισε τη γυναίκα κι έφυγε. Η ξαδέρφη μου η Μαχούλα έμεινε εκεί με το μικρό της κοριτσάκι, εφτά χρονών. Έμειναν και δύο άλλες γυναίκες, γειτόνισσές της, που την είχαν συνοδέψει. Αυτές γύριζαν στους λοφίσκους και στα ρέματα γύρω από την εκκλησία. Μάζευαν άγρια χόρτα και μανιτάρια. Και να τι έκανε η ξαδέρφη μου η Μαχούλα.

Άναψε εφτά κεριά στα δύο μανουάλια του εκκλησακιού. Τα άναψε μπροστά στις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και της Αγίας Αναστασίας. Φαινόταν ότι ήθελε, μετά την αναχώρηση του παπά, να κάνει μόνη της μια καινούργια λειτουργία, πιο μυστηριώδη. Αφού άναψε τα εφτά κεριά, έβγαλε από το πολύ μεγάλο καλάθι της ένα λεπτό σχοινί. Ήταν πολύ μακρύ, πάνω από εκατό οργυιές. Ήταν κατακίτρινο, μύριζε όμορφα και ήταν φτιαγμένο από κερί. Ήταν ένα γιγάντιο βαμβακερό φιτίλι. Το είχε γνέσει όλο με τα χέρια της. Και με τα χέρια της το είχε τυλίξει με φρέσκο κερί από κηρήθρα.

Αυτό λοιπόν το τεράστιο κερί το έδεσε στον κρίκο της παλιάς, σαρακοφαγωμένης πόρτας της εκκλησίας. Ύστερα άρχισε να το τραβάει και να το ξετυλίγει σιγά σιγά από το καλάθι. Εκεί το είχε τυλιγμένο σε ένα κουβάρι, φτιαγμένο με τέχνη, για να ξετυλίγεται εύκολα. Περπατούσε έξω, δίπλα στον τοίχο του εκκλησακιού, και το κολλούσε σύρριζα στον τοίχο. Πρώτα πέρασε τη μισή πλευρά του δυτικού τοίχου, ως τη νοτιοδυτική γωνία. Ύστερα πέρασε όλο το μήκος του νότιου τοίχου. Ύστερα έστριψε στη νοτιοανατολική γωνία και πέρασε τον ανατολικό τοίχο. Πέρασε και όλη την καμπύλη που έκανε η κόγχη του ιερού. Ύστερα έστριψε την αριστερή γωνία και πέρασε τον βόρειο τοίχο. Από τη βορειοδυτική γωνία γύρισε πάλι στην πόρτα του εκκλησακιού. Ύστερα έκανε άλλον έναν γύρο, ακριβώς όπως τον πρώτο. Κόλλησε τη νέα γραμμή από το κερωμένο νήμα παράλληλα, ακριβώς κάτω από την πρώτη. Το ίδιο έκανε και στον τρίτο γύρο και στον τέταρτο, και έτσι ως τον έβδομο.

Εφτά φορές έκανε τον γύρο του κτιρίου η ξαδέρφη μου η Μαχούλα. Με εφτά γραμμές από κερωμένο νήμα έζωσε όλο το εκκλησάκι.

Και οι γυναίκες, που μόλις είχαν γυρίσει με τα καλάθια γεμάτα χόρτα και μανιτάρια, έκαναν τον σταυρό τους. Της ευχήθηκαν κι έλεγαν:

— Ας δείξει η Φαρμακολύτρα το θαύμα της! Βοήθειά σου!

Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια είναι εκείνη που χαλάει τα μάγια. Λύνει κάθε μαγεία και κάθε πονηρό σχέδιο που κάνουν οι εχθροί. Εγώ βρέθηκα εκεί κατά τύχη, και το πράγμα μου φαινόταν παράξενο. Μου φαινόταν τόσο παράξενο, όσο θα φαινόταν σε έναν μαθητή της τρίτης τάξης σε ένα γυμνάσιο της επαρχίας, που το είχε σκάσει από το σχολείο, μόλις άρχισαν τα μαθήματα, στη μέση της χρονιάς. Όμως η ξαδέρφη μου η Μαχούλα ήξερε τι έκανε.

Είχε έναν γιο, μοναχογιό. Είχε και τέσσερις μικρές κόρες. Η μεγαλύτερη ήταν ήδη δεκαέξι χρονών. Ο γιος της, ο πρωτότοκος, ήταν σχεδόν είκοσι χρονών. Και ήδη έχανε το μυαλό του και ήθελε να παντρευτεί.

Του είχαν κάνει μάγια οι γυναίκες από τον Πέρα Μαχαλά.

Του είχαν πάρει τα μυαλά. Ποιος ξέρει τι μαγγανείες του έκαναν και τι του έδωσαν να πιει. Εκείνες ήξεραν από μάγια…

Κι αγάπησε μια κοπέλα, που ήταν μεγαλύτερη από αυτόν στα χρόνια. Ήθελε να την πάρει γυναίκα του.

«Ή θα την πάρω, μάνα, ή θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήταν «ερωτοχτυπημένος». Τώρα τι να κάνει η ξαδέρφη μου η Μαχούλα; Να αφήσει τον γιο της να μπει στα βάσανα τόσο νέος; Κι εκείνη να έχει τέσσερις κόρες ανύπαντρες, να τις καμαρώνει; Και ποιος γονιός το δέχεται αυτό;

Λοιπόν, στράφηκε στα θεία πράγματα. Έκανε πολλές λειτουργίες, αγιασμούς και παρακλήσεις. Πήρε τα ρούχα του γιου της και τα έβαλε κάτω από την Αγία Τράπεζα, για να «λειτουργηθούν». Τιμώρησε τον εαυτό της με πολλές νηστείες, αγρυπνίες και γονατιστές προσευχές.

Τελευταία κατέφυγε στη χάρη της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας. Αυτή είχε από τον Θεό το χάρισμα να διαλύει τις μαγείες και τα μάγια. Πήγε και έκανε λειτουργία στην εκκλησία της. Έζωσε τον ναό της εφτά φορές με ένα κερί εκατό οργυιών. Το είχε φτιάξει η ίδια με τα χέρια της. Έτσι έκανε μόνη της μια δική της λειτουργία, γεμάτη πάθος, από αγάπη μητέρας. Παρακαλούσε την Αγία να χαλάσει τα μάγια. Να έρθει στα λογικά του ο γιος της, ο ερωτοχτυπημένος, που τον είχαν ποτίσει με κακές μαγγανείες. Να μη χάνει άδικα τα μυαλά του…

Όλα αυτά τα θυμόμουν και τα έβλεπα με τον νου μου σαν να είχαν γίνει χθες. Κι όμως είχαν περάσει πια περισσότερα από είκοσι χρόνια από τότε. Είχα βγει από τη μικρή πόλη μόλις βασίλεψε ο ήλιος. Είχα περπατήσει με το σούρουπο ως του Δράκου το ρέμα. Από εκεί αρχίζει ο ψηλός, κάθετος ανήφορος του Βαραντά. Το φεγγάρι δεν είχε βγει ακόμα, γιατί ήταν δύο ή τρεις μέρες μετά την πανσέληνο. Μέσα στο ρέμα, βαθιά κάτω, αντηχούσε ο θόρυβος του χειμάρρου. Ο χείμαρρος γινόταν από τα χιόνια που έλιωναν. Κι ένας ψηλός μαύρος βράχος στεκόταν απέναντί μου, μυστηριώδης στο σκοτάδι.

Ήταν ο μήνας Μάρτιος. Ο χείμαρρος βογκούσε, μούγκριζε και κατέβαινε με κρότο. Κυλούσε κι έκανε δύο καταρράκτες. Ήταν ο κυρίαρχος στη σιωπή της νύχτας. Εκείνος ο κρότος έσπειρε φόβο στην ψυχή μου. Η ψυχή μου αναγνώριζε ότι έμοιαζε με εκείνο το ρέμα. Την κυριαρχούσε ολόκληρη ένα ύπουλο πάθος. Έτσι και το βαθύ ρέμα και η σιωπή της νύχτας κυριαρχούνταν από έναν βαθύ, πνιχτό γδούπο.

Με δυσκολία ξεχώριζα το μονοπάτι που περνούσε ανάμεσα από βρύα και πυκνούς θάμνους. Ύστερα, απέναντί μου, στην απότομη πλαγιά, άρχισα να βλέπω μια λάμψη. Οι πρώτες αχτίδες του φεγγαριού έκαναν ασημένιες τις κορυφές των δέντρων. Έφτασα στη ρίζα του βουνού κι άρχισα να ανεβαίνω τον ανήφορο. Ανέβηκα πάνω από δύο χιλιάδες βήματα, βιαστικά και λαχανιασμένα. Τότε είδα απέναντι το φεγγάρι. Ήταν πέρα από τον λόφο με τα δέντρα, που έκρυβε πίσω μου τον ορίζοντα. Είδα το φεγγάρι να ξεφεύγει από τη ράχη του απέναντι, μακρινού βουνού. Εκεί, για μερικά λεπτά, έμοιαζε σαν να είχε βάλει φωτιά σε ένα μοναχικό δέντρο. Το δέντρο στεκόταν όρθιο στην κορυφή του ψηλού λόφου που κλείνει το λιμάνι. Φαινόταν σαν να καίγεται. Ύστερα η Εκάτη άφησε το δέντρο μαύρο και σκοτεινό, σαν καμένο. Ανέβηκε αργά πάνω από τη ράχη του βουνού, με λαμπρή δόξα και μεγαλείο.

Ύστερα από μία ώρα έφτασα στην κορυφή του βουνού. Ύστερα περπάτησα πάνω στο οροπέδιο, στο ολόλαμπρο φως του φεγγαριού. Ύστερα έφτασα στην αντίθετη πλαγιά. Εκεί βρήκα πάλι σκιές, μέρη με πολλά δέντρα και φόβους μπροστά μου. Εκεί πιο κάτω ήταν το μικρό αγρόκτημα του Γιάννη του Στόγιου, ενός απλού χωρικού, φίλου μου.

Πέρασα τον χαμηλό φράχτη, μπήκα στην αυλή και χτύπησα την πόρτα.

Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθεί ακόμα. Φως έλαμπε από τον φεγγίτη. Τον φώναξα με το όνομά του. Γνώρισε τη φωνή μου, ήρθε και μου άνοιξε. Με φιλοξένησε πρόθυμα και μου έδωσε στέγη.

Εγώ όμως δεν ήξερα γιατί είχα χτυπήσει την πόρτα του, αφού δεν είχα ούτε ύπνο ούτε νύστα. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, πήρα το ραβδί και το καπέλο μου και βγήκα. Του φώναξα να κλείσει την πόρτα, αν ήθελε. Εκείνος «λαγοκοιμόταν» πολύ ελαφριά. Μου απάντησε με ένα ήρεμο μουρμουρητό μέσα στον ύπνο του.

Κατέβηκα ακόμα πιο χαμηλά στο βουνό. Το φεγγάρι ήταν πια ψηλά στη μέση του ουρανού και φώτιζε όλη την πλαγιά. Στις καλύβες των βοσκών είχαν λαλήσει οι πετεινοί. Κατέβηκα σε ένα στενό πέρασμα με πολλά δέντρα, έστριψα αριστερά κι έφτασα στο έρημο εκκλησάκι της Αγίας Αναστασίας.

…Και τώρα, ύστερα από είκοσι χρόνια, είχα αρχίσει πια να γερνάω. Είχα γευτεί ως τον κόρο όλο το κατακάθι και την πίκρα της ζωής. Αν ήθελα τώρα εγώ να ζώσω με κερί τον ναό της Μάρτυρας, δεν θα μπορούσα να βρω πια αγνό κερί. Από πολύ καιρό όλοι οι κηροπλάστες πουλούσαν νοθευμένα κεριά. Κι οι ίδιοι οι μελισσοκόμοι είχαν μάθει να νοθεύουν το κερί πριν το πουλήσουν. Και το εκκλησάκι της Αγίας είχε πέσει σε παρακμή και σε θλιβερή εγκατάλειψη. Στο μεταξύ η ευλάβεια των ανθρώπων είχε πέσει πολύ. Στο σάπιο τέμπλο υπήρχαν μόνο δύο εικόνες, λαδωμένες και φθαρμένες. Δεξιά ήταν η μορφή του Σωτήρα Χριστού. Αριστερά ήταν η εικόνα της αμνάδας του, της Αγίας. Είχε το πρόσωπό της γυρισμένο προς Εκείνον. Έμοιαζε σαν να φώναζε με δυνατή φωνή: «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Οι εικόνες της Παναγίας και του τίμιου Προδρόμου είχαν χαθεί. Ίσως τις είχαν πάρει φίλοι των αρχαίων ή άνθρωποι που αγαπούσαν τη βυζαντινή τέχνη…

Υπήρχαν μόνο δύο καντήλια, σπασμένα ή ραγισμένα. Η βόρεια πόρτα του ιερού δεν είχε φύλλο. Το μόνο παράθυρο της εκκλησίας, στη νότια πλευρά, δεν είχε παντζούρι. Η Αγία Τράπεζα και η Πρόθεση ήταν γυμνές, χωρίς σκεπάσματα, γεμάτες σκόνη… Το εκκλησάκι που είχε ζωστεί εφτά φορές κι είχε αγιαστεί δεν είχε πια λειτουργίες.

«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος του καρπώσαι». Η στοργική Μαχούλα, η ξαδέρφη μου, έκανε πριν από πολλά χρόνια μια μυστική λειτουργία γύρω από τους τοίχους του. Αυτή η λειτουργία δεν θα είχε ξαναγίνει από πολύ καιρό.

Ω! Μόνο εφτά φορές!… Εβδομήντα φορές εφτά θα χρειαζόμουν τώρα να ζώσω την εκκλησία της Αγίας Αναστασίας!… Τόσες φορές είχε ζώσει την καρδιά μου το αγκάθι της πικρής αγάπης. Τόσες φορές την είχε σφίξει σαν φίδι το πάθος, το δόλιο… Ντρεπόμουν να το πω στην Αγία. Ντρεπόμουν να το ομολογήσω και στον εαυτό μου. Τόσο αργά στη ζωή μου, ήμουν θήραμα και παιχνίδι του πόθου…

Αλλά γιατί να προσφέρω λαμπάδες και λιβάνι; Γιατί να ζώσω με κεριά την εκκλησία; Η Αγία μπορούσε ίσως να με γιατρέψει. Αλλά εγώ δεν ήθελα να γιατρευτώ. Θα προτιμούσα να καίγομαι στην αργή φλόγα… Υπάρχουν στον Παράδεισο Άγιοι που δέχονται τις προσευχές των ερωτευμένων;… Μήπως εκεί, δίπλα στο εκκλησάκι της Φαρμακολύτριας, ήταν κάποτε το ιερό της Αφροδίτης; Μήπως ήταν σε εκείνο το παλιό, αινιγματικό κτίριο με τα μεγάλα μάρμαρα; Μήπως ήταν εκεί ένας βωμός του Έρωτα;

Ω! Κι όμως έλιωνα… Κάποιες ώρες ήθελα, αν γινόταν, να γιατρευτώ. Βοήθησέ με, Αγία Αναστασία.

Ενώ περιεργαζόμουν το εκκλησάκι, είχε ξημερώσει πια. Οι ώρες είχαν περάσει χωρίς να τις καταλάβω. Μέσα στη νάρκη και στο ονειροπόλημα της νύχτας δεν ένιωθα το κρύο. Είχα περάσει σχεδόν όλη εκείνη τη νύχτα του Μαρτίου στο ύπαιθρο. Έφυγα από το εκκλησάκι κι ένιωθα, χωρίς να το θέλω, μια ανακούφιση. Αφού το ιερό της ήταν τόσο έρημο, η Αγία δεν θα ήθελε πια να με γιατρέψει.

Εκεί, χωρίς να το περιμένω, συναντώ την ξαδέρφη μου τη Μαχούλα… Ήταν ίδια όπως πριν από είκοσι χρόνια. Το πρόσωπό της σχεδόν δεν είχε αλλάξει. Δεν είχε ούτε άσπρη τρίχα στα μαλλιά ούτε ρυτίδα στο μέτωπο. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που έχουν μια δεύτερη νιότη, πιο ανθισμένη από την πρώτη. Ήταν χλωμή, απλή και αφτιασίδωτη. Με την πρώτη ματιά φαινόταν άσχημη. Αλλά με τη δεύτερη ματιά ανακάλυπτες στο πρόσωπό της μια γλυκύτητα που δεν λέγεται. Ήταν νύμφη και ιέρεια και γυναίκα.

— Πού σε αυτόν τον κόσμο, ξάδερφε! μου λέει.

Η ξαδέρφη μου η Μαχούλα είχε ελαιώνα σε εκείνα τα μέρη. Εκείνη τη χρονιά οι ελιές είχαν κάνει πάρα πολύ καρπό. Ήταν ήδη Μάρτιος. Κι όμως κρατούσε στον αριστερό της αγκώνα ένα μικρό καλάθι. Ήταν γεμάτο ελιές χαμάδες (ή θρούμπες), ωραίες και γυαλιστερές. Οι τελευταίες ελιές έπεφταν από τα δέντρα ακόμα και την άνοιξη. Εκείνη θεωρούσε όλη την εξοχή εκεί σαν δική της γειτονιά. Γι' αυτό έλεγε: «Πού σε αυτόν τον κόσμο».

Εγώ τη χαιρέτισα και κάθισα σε ένα πεζούλι από χώμα, κάτω από μια ελιά, στην άκρη του ελαιώνα. Εκείνη ήρθε κι ακούμπησε το καλάθι της κοντά μου. Μάζεψε προσεκτικά με τα δυο της χέρια την άκρη από το φουστάνι της και κάθισε λίγο πιο πέρα.

— Τρως χαμάδες, να σε κεράσω, ξάδερφε;

— Ξαδέρφη Μαχούλα, άρχισα εγώ, χωρίς να απαντήσω στο ευγενικό της κέρασμα. Θυμάσαι τον καιρό εκείνο, όταν ήμουν εγώ παιδί, που έζωνες με κερί το ξωκλήσι της Αγίας Αναστασίας;

— Θυμάμαι, απάντησε.

— Πες μου, σαν να μην ξέρω, γιατί το έκανες;

— Το είχα τάμα, γιατί ο Μανωλάκης ήταν ερωτοχτυπημένος. Η Αγία Αναστασία είναι αυτή που λιώνει τα μάγια· μεγάλη η χάρη της. Γι' αυτό έζωσα το εκκλησάκι της και την παρακαλούσα. Αν ήταν μαγεμένο το παιδί μου, να χαλάσει τα μάγια.

— Κι ύστερα τι έγινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι πνευματικός. Εγώ, ξέρεις, τον περισσότερο καιρό έλειπα από την πατρίδα και δεν τα παρακολούθησα καλά.

— Φαίνεται ότι δεν του είχαν κάνει μάγια. Ο ίδιος είχε πέσει στον έρωτα. Κι η Αγία, αφού δεν ήταν από μάγια, δεν μπορούσε να του αλλάξει τα μυαλά με το ζόρι. Γιατί μόνος του και με τη θέλησή του έβαλε μέσα του τον σεβντά. Λοιπόν, η Αγία έδειξε το θαύμα της με άλλον τρόπο. Όταν τέλειωσα το τάμα μου, μέσα στον μήνα, το κορίτσι αρραβωνιάστηκε με άλλον. Σε λίγο καιρό έγινε κι ο γάμος. Τότε φοβήθηκα μήπως τρελαθεί ή χτικιάσει το παιδί μου από τον καημό του. Γι' αυτό τον τάξα στην Παναγία την Κοννίστρα, μεγάλη η χάρη της. Την παρακάλεσα να τον γλιτώσει από την τρέλα κι από την αρρώστια… Του κόστισε πολύ. Πόνεσε, έχασε την όρεξή του, κιτρίνισε σαν το κερί, έλιωσε στον απάνω κόσμο… Όμως η Παναγία έδειξε το θαύμα της. Το παιδί δεν τρελάθηκε ούτε χτίκιασε… Σε λίγο καιρό ήρθε στον εαυτό του.

— Και τώρα τι γίνεται;

— Τώρα ταξιδεύει με τη γολέτα μας στα μέρη της Ανατολής… Πήρε δίπλωμα καπετάνιου και την κυβερνάει ο ίδιος, γιατί ο πατέρας του γέρασε και κάθισε στη στεριά… Φαίνεται πως το έριξε λιγάκι στο πιοτό ο Μανωλάκης, αλλά δεν το παρακάνει, πιστεύω… Άσπρισαν τα μαλλιά του και δεν θέλει να παντρευτεί… Καλύτερα για μένα, να σου πω, ξάδερφε. Με βοήθησε και πάντρεψα τα δυο κορίτσια. Τώρα έχω ακόμα άλλα δύο. Καλύτερα που γλίτωσε από τα βάσανα… Δεν συμφέρει να πληθαίνει πολύ ο κόσμος. Ο γείτονάς μου, ο Κωνσταντής ο Ρήγας, είναι έξυπνος άνθρωπος και έχει γυρίσει τον κόσμο. Όταν δει να γεννιέται κανένα αγόρι στη γειτονιά, βλέπει τις γυναίκες και όλους τους συγγενείς να χαίρονται. Τότε συνηθίζει να λέει: «Χαρείτε, βρε παιδιά· γεννήθηκε κι άλλος χαμάλης!»

Ύστερα ρώτησα την ξαδέρφη μου αν έγιναν και άλλα παράξενα πράγματα με αυτή την υπόθεση. Η Μαχούλα απάντησε:

— Ένα βράδυ, εκείνη την εποχή, γύριζα από τον ελαιώνα. Πέρασα από την Αγία Αναστασία, να κάνω τον σταυρό μου και να ανάψω τα καντήλια, γιατί νύχτωνε. Τότε άκουσα κάτι κρότους, πολύ παράξενους κρότους, σε εκείνο το διπλανό κτίριο με τα μάρμαρα. Λένε πως είναι στοιχειωμένο… Πάλι, μια νύχτα, έβλεπα στο όνειρό μου πως βρισκόμουν στο ξωκλήσι της Αγίας. Κι εκεί είδα τάχα ένα πράγμα πολύ παράξενο. Πρόβαλε, βγήκε έξω από εκείνο το στοιχειωμένο κτίριο και κυλίστηκε… Και μου φάνηκε τάχα πως ήρθε ένα κορίτσι όμορφο, πάρα πολύ όμορφο. Έλαμπε το πρόσωπό του. Μου έδωσε ένα λουλουδάκι, άσπρο, που μοσχομύριζε. Και μου είπε: «Να, δώσ' το αυτό στον γιο σου να το μυρίσει· είναι λουλούδι της Εδέμ». Ξαφνικά γυρίζει πίσω εκείνο το πράγμα, το παράξενο, το μαύρο και κατακόκκινο, που είχε πηδήσει από το παλιό κτίριο. Γυρίζει πίσω αγριεμένο και ρίχνεται πάνω μου. Ζητούσε να μου αρπάξει από τα χέρια το λουλούδι. Μου το είχε δώσει η όμορφη κοπέλα, που φαίνεται πως ήταν η Αγία Αναστασία… Την ίδια στιγμή φαίνεται πάλι η Αγία, σαν να έβγαινε από την Αγία Πύλη του Ιερού. Κρατούσε στα χέρια της ένα κλωναράκι από βάγια. Δίνει μια και κόβει το χέρι του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξει το λουλούδι… Αυτά είδα.

Όλη την ημέρα γύριζα στα ρέματα και στις ακρογιαλιές, στην άγρια βόρεια ακτή που τη χτυπάει η θάλασσα. Μόνο το σούρουπο γύρισα στο αγρόκτημα του Στόγιου, για να κοιμηθώ λίγες ώρες. Όταν ξύπνησα, το φεγγάρι είχε βγει. Αλλά είχα χάσει τον ύπνο μου για όλη τη νύχτα.

Τα βήματά μου με έφεραν πάλι στο εκκλησάκι της Αγίας Αναστασίας. Άναψα ένα κομμάτι από μια λαμπάδα. Ήταν από κερί λίγο νοθευμένο. Την είχα αγοράσει την προηγούμενη μέρα στη μικρή πόλη. Την είχα κόψει σε τέσσερα κομμάτια, για να είναι πιο βολική. Την είχα τυλίξει σε χαρτί και την είχα βάλει στην τσέπη μου. Την προηγούμενη νύχτα είχα ξεχάσει τα κομμάτια της λαμπάδας στην τσέπη μου.

Κόλλησα αυτό το κερί στο μανουάλι. Κάθισα σε ένα από τα δύο ή τρία στασίδια που υπήρχαν, για να ξεκουραστώ… Ύστερα θέλησα να γονατίσω και προσπάθησα να προσευχηθώ. Αλλά ονειροπολούσα. Έκλεισα τα μάτια και ζητούσα λίγο ύπνο. Όμως ο πόνος έμενε ξύπνιος μέσα μου.

Στις ώρες εκείνης της νύχτας ήμουν μόνος. Έλεγα προσευχές χωρίς σειρά και βλαστήμιες χωρίς να το θέλω. Έπλεα σαν σε όνειρο σε έναν άλλο κόσμο. Άκουγα ήχους, ψιθύρους και φωνές. Μου φαινόταν ότι οι αναμνήσεις και οι εικόνες που πολιορκούσαν το μυαλό μου έπαιρναν μορφή και σώμα. Βούιζαν γύρω από τα αυτιά μου σαν ένα αμέτρητο σμήνος από ψυχές με φτερά. Κοίταζαν την εικόνα της Αγίας. Κι εκείνη μου φαινόταν τόσο όμορφη, όσο είχε φανεί στο όνειρο της ξαδέρφης μου της Μαχούλας. Ύστερα μου φάνηκε ότι μια άλλη μορφή στάθηκε μπροστά στην εικόνα και την έκρυψε.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα μεγάλο θόρυβο έξω, δεξιά από την εκκλησία. Ήταν το μέρος όπου βρισκόταν το παλιό, το «στοιχειωμένο» κτίριο. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό η διήγηση της ξαδέρφης μου της Μαχούλας. Πήρα τη λαμπάδα κι έτρεξα έξω από την πόρτα.

Φυσούσε ένα κρύο αεράκι και απειλούσε να σβήσει τη λαμπάδα. Έπρεπε να σκεπάζω το φως με την παλάμη μου. Γι' αυτό δεν έβλεπα τίποτα πέρα από τον τοίχο της εκκλησίας. Το φεγγάρι είχε σκεπαστεί από σύννεφα. Στο μισοσκόταδο ξεχώριζα το μαρμάρινο κτίριο, αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Μου φάνηκε ότι κάτι πετάχτηκε από την άλλη μεριά του τοίχου κι έφυγε. Ίσως ήταν αγριόγατος ή νυφίτσα που κυνηγούσε στο σκοτάδι.

Γύρισα στην εκκλησία κι έκανα τον σταυρό μου. Κάθισα πάλι στο στασίδι. Η μορφή που μου φαινόταν ότι στεκόταν εκεί είχε αγνότητα στα μάτια της, που κοίταζαν κάτω. Είχε γλύκα γύρω από τα τρυφερά χείλη της, γλυκά σαν μέλι. Μου φάνηκε ότι αντάλλαζε νοήματα με την εικόνα της Αγίας. Μου φάνηκε ότι τα χείλη της ψιθύριζαν μια παράκληση. Και το βλέμμα της εικόνας έγνεφε ότι συμφωνεί…

Τότε με πήρε ο ύπνος στο στασίδι όπου καθόμουν. Ο ύπνος ήταν χωρίς όνειρα. Η αγρύπνια του είχε πάρει όλα τα όνειρα. Μόνο βαθιά μέσα μου, στο βάθος της συνείδησής μου, μια φωνή σαν χρησμός ψιθύρισε αχνά: «Πήγαινε, αγιάτρευτε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου…»

Ξύπνησα. Σηκώθηκα κι έφυγα. Ένιωθα μια άγρια χαρά, γιατί η Αγία δεν είχε ακούσει την προσευχή μου.

(Για την αντιγραφή) Α. Παπαδιαμάντης

### Γλωσσάρι

- **Φαρμακολύτρια / Φαρμακολύτρα**: η Αγία Αναστασία, που «λύνει» τα μάγια και τα δηλητήρια.
- **μανουάλι**: μεγάλο κηροπήγιο της εκκλησίας, όπου ανάβουν τα κεριά.
- **κηρήθρα**: το κερί που φτιάχνουν οι μέλισσες για το μέλι.
- **τάμα**: υπόσχεση σε άγιο, για να βοηθήσει σε κάτι.
- **ερωτοχτυπημένος**: πολύ ερωτευμένος, σαν να τον χτύπησε ο έρωτας.
- **σεβντάς**: ο έρωτας, ο καημός της αγάπης.
- **χτικιάζω**: αρρωσταίνω από φυματίωση, μια παλιά βαριά αρρώστια.
- **στον απάνω κόσμο**: λαϊκή έκφραση: εδώ, στη ζωή, ενώ ζούσε ακόμα.
- **χαμάδες (θρούμπες)**: ελιές που πέφτουν μόνες τους από το δέντρο όταν ωριμάσουν.
- **«λαγοκοιμόταν»**: κοιμόταν ελαφριά, σαν τον λαγό, και ξυπνούσε εύκολα.
- **Εκάτη**: αρχαία θεά της νύχτας· εδώ το φεγγάρι.
- **«Σε, νυμφίε μου, ποθώ!»**: λόγια εκκλησιαστικού ύμνου: «Εσένα, νυμφίε μου, θέλω!»· η Αγία μιλά στον Χριστό.
- **«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος του καρπώσαι»**: λόγια της Γραφής: δεν υπάρχει πια θυσία, ούτε προσφορά, ούτε τόπος για να προσφέρει κανείς.
- **Αγία Πύλη**: η μεσαία πόρτα του τέμπλου, που οδηγεί στο Ιερό.
- **χαμάλης**: αχθοφόρος, άνθρωπος που κουβαλάει βάρη για να ζήσει.

## Υπό την βασιλικήν δρυν

Όταν ήμουν παιδί, περνούσα από εκεί κοντά καβάλα σε ένα γαϊδουράκι. Πήγαινα να χαρώ τα πανηγύρια μας στην εξοχή: του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς. Στον δρόμο ονειροπολούσα γλυκά. Δεν χόρταινα να θαυμάζω ένα πανέμορφο δέντρο. Ήταν μόνο του και πελώριο: μια βασιλική βελανιδιά. Τι μεγαλείο είχε! Τα κλαδιά της ήταν γκριζοπράσινα, γεμάτα και δυνατά. Τα κλωνάρια της ήταν γυριστά σαν τη μύτη του αετού. Ήταν σγουρά σαν τη χαίτη του λιονταριού. Υψώνονταν δεμένα σαν βασιλικά στέμματα. Ήταν η βασίλισσα του δάσους, κυρία μιας άγριας ομορφιάς, βασίλισσα της δροσιάς…

Από τα φύλλα της έσταζε κι έτρεχε γύρω της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Οι χυμοί της, που δίνουν ζωή, τη ζέσταιναν με τον έρωτα μιας θεϊκής νιότης. Το υπέροχο φύλλωμά της ανέπνεε πόθο για μια καθαρή, αθάνατη χαρά. Η κορυφή της, με τα πυκνά φύλλα σαν μαλλιά, υψωνόταν σαν στεφάνι παρθένας, σαν θεϊκό διάδημα.

Όταν κοίταζα εκείνο το μεγαλόπρεπο δέντρο, ένιωθα μια συγκίνηση που δεν λέγεται με λόγια. Έλαμπε στο μάτι και τραγουδούσε στο αυτί. Ψιθύριζε στην ψυχή ήχους με μια μαγεία που δεν περιγράφεται. Όταν φυσούσε ο άνεμος, τα κλωνάρια, τα κλαδάκια και το φύλλωμά της έμοιαζαν να ψέλνουν έναν ψαλμό, το «Ως εμεγαλύνθη». Με μάγευε, με ημέρευε, με καλούσε κοντά της. Λαχταρούσα να πηδήσω από το ζώο και να τρέξω κοντά της, να τη χαρώ. Ήθελα να αγκαλιάσω τον κορμό της και να τον φιλήσω. Για να τον αγκαλιάσουν, θα χρειάζονταν πέντε παιδιά σαν εμένα. Ήθελα να προσπαθήσω να σκαρφαλώσω στον πελώριο κορμό, τον τραχύ και σκοτεινό. Ήθελα να ανέβω ως εκεί όπου τα κλαδιά της χωρίζουν σαν σταυρός. Να ανέβω στα κλωνάρια, και πιο ψηλά, ως τις πιο ψηλές άκρες… Κι αν δεν με δεχόταν, αν με έδιωχνε από το σώμα της και με έριχνε κάτω, ας έπεφτα. Θα κυλιόμουν στο χορτάρι της. Θα έβρισκα στέγη στη σκιά της, κάτω από τα κλαδιά της. Αυτά έμοιαζαν με τα στέμματα του Δαβίδ, που τον φώτιζε ο Θεός.

Το λαχταρούσα, αλλά οι δικοί μου δεν θα μου το επέτρεπαν. Μαζί τους έκανα εκείνες τις εκδρομές στα βουνά. Μια χρονιά, στις γιορτές της χρονιάς 180…, περάσαμε κοντά από το δέντρο και φτάσαμε στο Μέγα Μανδρί. Το Μέγα Μανδρί ήταν ένας μικρός οικισμός. Εκεί έμεναν το καλοκαίρι οι βοσκοί του τόπου. Ζούσαν εκεί εφτά ή οχτώ οικογένειες αγροτών. Δύο από αυτές τις οικογένειες ήταν δεμένες με τους γονείς μου με βαφτίσια, με κολληγιά και με άλλα τέτοια. Και όλοι ήταν φίλοι και συμπατριώτες μας.

Πηγαίναμε εκεί συνήθως τις μέρες του Πάσχα. Ύστερα πηγαίναμε πάλι του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιά. Άλλοτε πηγαίναμε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Ανάληψης. Πάνω σε έναν όμορφο λόφο ήταν το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Εκεί ακούγαμε τη λειτουργία.

Εκεί γίνονταν χοροί και γιορτές. Βασίλευαν η δροσιά, η ξεκούραση και η χαρά. Έσφαζαν αρνιά και κατσίκια. Έπιναν κρασί, ξανθό σαν τη φωτιά και μυρωδάτο. Γίνονταν αγώνες: έριχναν τον δίσκο και έκαναν άλματα. Ο ήχος του αυλού και της λύρας ακουγόταν απαλός. Συνόδευε το ρυθμικό βήμα των κοριτσιών στον κυκλικό χορό. Και ξανθές βοσκοπούλες με κόκκινα μαντίλια πηδούσαν, πετούσαν, τραγουδούσαν.

Εκείνη τη χρονιά, όταν φτάσαμε εκεί, η μαγεία της βελανιδιάς με είχε κυριέψει πιο δυνατά. Κάθε φορά περνούσαμε όχι μακριά από το δέντρο. Το δέντρο ήταν μισή ώρα δρόμο από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας περνούσε από την πλαγιά, λίγο πιο ψηλά από το μέρος όπου στεκόταν το δέντρο. Έκοβε το βουνό πλάγια… Και η μαγική βελανιδιά, καθώς την έβλεπα για αρκετή ώρα, με γοήτευε και με καλούσε. Ήταν σαν ζωντανό πλάσμα, σαν παρθένα κόρη του βουνού.

Ο δρόμος ανέβαινε και κατέβαινε, όπως ήταν τα βαθουλώματα και τα υψώματα της γης. Και το γαϊδουράκι κινιόταν όπως ήθελε, ιδιότροπο και πεισματάρικο. Έτσι, από την ώρα που έβλεπα πρώτη φορά τη βελανιδιά, το δέντρο άλλαζε συνέχεια. Καθώς πλησίαζα ή απομακρυνόμουν, έπαιρνε πολλές όψεις και μορφές. Από το πλάι και από μακριά είχε μια λεπτή χάρη. Από κοντά και από μπροστά φαινόταν ολόκληρη, γεμάτη και φαρδιά, βαθιά πράσινη. Ήταν επιβλητική σαν νύφη.

Όλη τη νύχτα, και στον ύπνο και ξύπνιος, ονειρευόμουν τη βελανιδιά, την υπέροχη και ψηλή… Το πρωί εκείνο ήταν Μεγάλο Σάββατο. Το εκκλησάκι μύριζε από δάφνες και δεντρολίβανα. Παιδικά χέρια χτυπούσαν τρελά τη μικρή καμπάνα, πάνω από την άκρη της στέγης με τις πλάκες. Η καμπάνα χαιρετούσε το «Ανάστα ο Θεός», που έψελνε ο παπάς. Εκείνος έριχνε στους πιστούς πέταλα από τριαντάφυλλα και βιολέτες… Ύστερα, πριν τελειώσει η λειτουργία, εγώ εξαφανίστηκα.

Είχα ανακαλύψει από την προηγούμενη μέρα ένα πλαϊνό, κρυφό μονοπάτι. Από εκεί άρχισα να ανεβαίνω τη ράχη του βουνού… Πήγαινα προς το μέρος όπου βρισκόταν η βασιλική βελανιδιά. Πίστευα ότι ήξερα καλά τον δρόμο.

Ο δρόμος ήταν όλο ανηφόρα, κι εγώ έτρεχα, έτρεχα για να φτάσω γρήγορα. Ήθελα να φιλήσω την αγαπημένη μου, γιατί η βελανιδιά ήταν η πρώτη παιδική μου αγάπη. Και ήθελα να γυρίσω πάλι γρήγορα. Φανταζόμουν ότι κανείς δεν θα καταλάβαινε τότε πως έλειπα. Έτσι δεν θα άκουγα μαλώματα από τους δικούς μου.

Πριν από μένα, λίγοι βοσκοί είχαν φύγει από τον οικισμό τους για τη μικρή πόλη. Θα πήγαιναν αρνιά και τυρί στους κολλήγους τους. Και θα έφερναν πίσω από την πόλη άλλα τρόφιμα. Αυτοί θα γύριζαν προς το βράδυ. Δεν ήταν λοιπόν πιθανό να συναντήσω κανέναν στον δρόμο. Όμως, χωρίς να το περιμένω, είδα από μακριά άλλους να έρχονται προς τα εδώ. Είχαν μαζί τους γυναίκες, παιδιά και ζώα. Έρχονταν από την πόλη για να γιορτάσουν στην εξοχή, κοντά στους συγγενείς τους, τους βοσκούς.

Αμέσως βγήκα από τον δρόμο και κρύφτηκα γρήγορα πίσω από πυκνούς θάμνους. Αν με συναντούσαν εκείνοι οι άνθρωποι, θα παραξενεύονταν. Θα με έβλεπαν μόνο μου, μακριά από τους γονείς μου, να πηγαίνω ποιος ξέρει πού. Θα προσπαθούσαν να με πείσουν να γυρίσω αμέσως πίσω μαζί τους. Κι αν δεν με έπειθαν, σίγουρα θα με μαρτυρούσαν κάτω στο Μέγα Μανδρί. Ήμουν παιδί έντεκα χρονών.

Εκείνοι πέρασαν γρήγορα, κι εγώ συνέχισα τον δρόμο μου. Αλλά σε λίγο τον έχασα. Έφτασα σε ένα σταυροδρόμι και πήρα τον δρόμο αριστερά, τον πιο ψηλό. Λαχανιασμένος, έφτασα στην κορυφή του βουνού. Όμως η μεγάλη βελανιδιά ήταν η ευεργέτισσά μου και η προστάτισσά μου. Αυτή με έβγαλε από το λάθος. Έμοιαζε να μου γνέφει από μακριά και να με οδηγεί κοντά της.

Την είδα πιο χαμηλά, στα δεξιά, αρκετά μακριά. Τότε άφησα το μονοπάτι όπου έτρεχα. Γύρισα προς τη δύση και άρχισα να κατεβαίνω μέσα από τα χωράφια. Πηδούσα πεζούλες, χαντάκια, φράχτες από θάμνους και βάτα. Οι σάρκες μου σκίζονταν, τα χέρια και τα πόδια μου μάτωναν… Στο τέλος έφτασα κοντά στην ποθητή νύμφη των δασών.

Ήμουν κατακουρασμένος, ιδρωμένος και λαχανιασμένος. Μόλις έφτασα, ρίχτηκα στο χορτάρι. Κυλίστηκα πάνω σε παπαρούνες και μικρά αγριολούλουδα. Κι όμως ένιωθα μια κρυφή ευτυχία, μια απόλαυση σαν όνειρο. Ονειροπολούσα και κοίταζα ψηλά τα δυνατά κλωνάρια της. Άνοιγα κι έκλεινα τα χείλη μου με ηδονή στο αεράκι της και στο θρόισμα των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιά ξεκουράζονταν στα κλωνάρια της και τραγουδούσαν τρελά τραγούδια… Η δροσιά, το άρωμα και η χαρά χάιδευαν την ψυχή μου…

Ήμουν κουρασμένος και δεν είχα κοιμηθεί καλά τη νύχτα. Μου έλειπε ο ύπνος. Στη σκιά του πελώριου δέντρου, ανάμεσα στις κατακόκκινες παπαρούνες του, ήρθε ο Μορφέας. Με νανούρισε και μου έδειξε εικόνες, όπως δείχνει κανείς σε ένα περίεργο παιδί.

Μου φάνηκε ότι το δέντρο άλλαζε σιγά σιγά όψη, είδος και μορφή. Στον ύπνο μου ήξερα ακόμα ότι ήταν δέντρο. Σε μια στιγμή η ρίζα του μου φάνηκε σαν δύο ωραίες, καλοσχηματισμένες γάμπες. Ήταν κολλημένες η μία πάνω στην άλλη. Ύστερα, λίγο λίγο, ξεκόλλησαν και χωρίστηκαν στα δύο. Ο κορμός μού φάνηκε ότι έπαιρνε σχήμα. Γινόταν μέση, κοιλιά και στήθος, με δύο χαριτωμένους, φουσκωτούς κόρφους. Τα δύο πελώρια κλαδιά μού φάνηκαν σαν δύο μπράτσα. Ήταν χέρια που απλώνονταν προς το άπειρο. Ύστερα κατέβαιναν με καλοσύνη προς τη γη, όπου ήμουν ξαπλωμένος εγώ. Και το βαθύγκριζο φύλλωμα, που δεν μαραίνεται ποτέ, μου φάνηκε σαν πλούσια μαλλιά κοριτσιού. Ήταν δεμένα ψηλά. Ύστερα λύνονταν, κυμάτιζαν και έπεφταν χαλαρά προς τα κάτω.

Στο όνειρο έβγαλα ένα συμπέρασμα. Ήταν μια ανοησία, αλλά την είπα σαν σωστό συλλογισμό: «Α! δεν είναι δέντρο, είναι κόρη· και τα δέντρα, όσα βλέπουμε, είναι γυναίκες!»

Όταν ξύπνησα λίγο αργότερα, θυμήθηκα κάτι σαν συνέχεια του ονείρου. Θυμήθηκα την ιστορία του τυφλού που γιάτρεψε ο Χριστός. Την είχα ακούσει από τον δάσκαλό μας στο μάθημα της Ιερής Ιστορίας: «Στην αρχή είδε τους ανθρώπους σαν δέντρα· ύστερα τους είδε καθαρά…»

Όμως, πριν ξυπνήσω, άκουσα τι έλεγε το φάντασμα. Η κόρη, η βελανιδιά, είχε πάρει φωνή και μου έλεγε:

— Πες να με λυπηθούν, να μη με κόψουν… για να μην κάνω κακό χωρίς να το θέλω. Δεν είμαι εγώ νύμφη αθάνατη· θα ζήσω όσο ζήσει αυτό το δέντρο…

Ξύπνησα τρομαγμένος κι έφυγα… Ήταν ήδη μεσημέρι, και ο ήλιος ήταν στη μέση του ουρανού. Έκαιγε ψηλά, πάνω από την κορυφή της βελανιδιάς. Η σκιά της ήταν τόσο πυκνή, που δεν την περνούσε το φως… Από τον απέναντι λόφο άκουσα μια φωνή να με φωνάζει με το όνομά μου.

Ήταν ένας μικρός βοσκός με την κάπα του και τη στραβολέκα του. Οδηγούσε δέκα κατσίκες. Μου φώναξε ότι ο πατέρας μου με έψαχνε ανήσυχος. Μου φώναξε να τρέξω, να φτάσω γρήγορα εκεί κάτω…

Δεν κατάλαβα τίποτα από το όνειρο, που έλεγε από πριν το μέλλον. Αργότερα έμαθα από ένα βιβλίο Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάδα πεθαίνει μαζί με τη βελανιδιά. Γιατί η βελανιδιά είναι το σώμα της…

Ύστερα από πολλά χρόνια γύρισα στο χωριό μου. Είχα ζήσει πολύ καιρό στα ξένα. Επισκέφτηκα εκείνα τα μέρη, που ήταν για μένα σαν προσκυνήματα των παιδικών μου αναμνήσεων. Δεν βρήκα πια ούτε το μέρος όπου στεκόταν κάποτε η Βασιλική Βελανιδιά. Δεν βρήκα το πανέμορφο, μεγαλόπρεπο δέντρο, τη νύμφη που βασίλευε στα δάση.

Εκεί ήταν μια γριά με τη ρόκα της. Καθόταν έξω από τη μικρή καλύβα της. Έβοσκε δύο προβατίνες σε ένα χωράφι εκεί κοντά.

Τη ρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», που ήταν κάποτε εκεί. Μου απάντησε:

— Ο συχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε… Μα κι εκείνος δεν είχε νισάφι με το τσεκούρι του. Έκοβε όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράγματα… Αφού το έκοψε, ύστερα δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήταν στοιχειωμένο.

### Γλωσσάρι

- **δρυς**: παλιά λέξη για τη βελανιδιά· «Υπό την βασιλικήν δρυν» σημαίνει «Κάτω από τη βασιλική βελανιδιά».
- **«μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας»**: παλιά εκκλησιαστικά λόγια: τροφή που δίνει ζωή, γλυκιά δροσιά, μέλι που βγαίνει από την πέτρα.
- **«Ως εμεγαλύνθη»**: η αρχή ενός ψαλμού: «Πόσο μεγάλα είναι τα έργα σου, Κύριε!»
- **κολληγιά / κολλήγοι**: συνεργασία ανάμεσα σε αυτόν που έχει τη γη ή τα ζώα και σε αυτόν που τα δουλεύει· μοιράζονται τη σοδειά.
- **Μορφέας**: ο θεός του ύπνου και των ονείρων στους αρχαίους μύθους.
- **στραβολέκα**: η κυρτή ράβδος του βοσκού.
- **Αμαδρυάδα**: νύμφη που ζει μέσα σε ένα δέντρο και πεθαίνει μαζί του.
- **ρόκα**: ξύλο όπου βάζουν το μαλλί για να το γνέσουν και να το κάνουν κλωστή.
- **δεν είχε νισάφι**: δεν σταματούσε, δεν λυπόταν τίποτα.
- **δεν είδε χαΐρι και προκοπή**: δεν είχε καμία καλή τύχη, του πήγαν όλα στραβά.
- **στοιχειωμένο**: που έχει μέσα του ένα στοιχειό, ένα πνεύμα.

## Η συντέκνισσα

— Γεννήσατε;

— Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα.

Ήταν η γυναίκα από τα βουνά, η γυναίκα ενός βοσκού, του Θοδωρή του Τσολοβίκου. Ήταν από εκείνες τις παλιές γυναίκες, τις «πρωτινές» ή «παλαιινές», όπως τις έλεγαν. Είχε ζήσει στα ήμερα βουνά κοντά στη μικρή πόλη. Εκεί η νέα μόδα, σαν παράσιτο, δεν είχε ακόμα πόδια για να ανέβει. Το πιάτο το έλεγε **πινάκι**, τη σουπιέρα **λοπάδα**, το μπαρμπούνι **τριγλί**, το τσεκούρι **αξινάρι**. Την πουλάδα την έλεγε **νοσσίδα**. Και την κουμπάρα, που της μιλούσε τώρα, την έλεγε «συντέκνισσα». Εκτός από αυτά, είχε στη γλώσσα της και άλλες απλές, ευγενικές λέξεις, για να μη λέει τα πράγματα ωμά. Τον τοκετό τον έλεγε «σπαργάνισμα».

Είχε κατέβει στη μικρή πόλη πολύ νωρίς το πρωί. Ήταν ο βαρύς, άγριος χειμώνας του Δεκέμβρη. Το χιόνι έπεφτε όλη τη νύχτα, ως το πρωί. Στα βουνά το είχε «πασπαλώσει». Τώρα το «έστρωνε» και στον κάμπο, στα λιβάδια. Το έστρωνε πάνω, στις στέγες και στις ταράτσες των σπιτιών. Το έστρωνε και κάτω, στα στενά δρομάκια της μικρής πόλης.

Η γριά είχε πάει στο σπίτι του παπά. Ο παπα-Βαγγέλης ήταν ακόμα στην εκκλησία· δεν είχε τελειώσει η λειτουργία. Ήταν το σαρανταήμερο, οι μέρες πριν από τα Χριστούγεννα. Τότε, όπως είναι το έθιμο, γίνεται λειτουργία κάθε μέρα στις εκκλησίες. Όλες οι γυναίκες της ενορίας του παπα-Βαγγέλη του κουβαλούσαν στο σπίτι τα συνηθισμένα «βλογούδια». Αυτά ήταν ψωμάκια σφραγισμένα με το σημάδι του Σταυρού. Τα πρόσφεραν στους ιερείς στο σπίτι τους, για τις ψυχές των πεθαμένων, όλες τις σαράντα μέρες. Πολλές ενορίτισσες, αντί για ψωμάκια, έφερναν ένα σακούλι αλεύρι. Και αυτό το προτιμούσαν συνήθως οι παπαδιές. Όχι γιατί ήθελαν να «μπαίνουν σε κόπους» και να ζυμώνουν. Το προτιμούσαν γιατί τα βλογούδια ποτέ δεν έφταναν. Συνήθως τα μοίραζαν στους φτωχούς και στα ξυπόλυτα παιδιά της γειτονιάς, όπως και τα κόλλυβα.

Η γριά τσοπάνισσα, η Τσολοβίκαινα, ήταν από τις καλές ενορίτισσες. Λίγες μέρες πριν, όπως συνήθιζε κάθε χρόνο, είχε φέρει στο σπίτι του παπά ένα μεγάλο σακί αλεύρι. Ήταν από ντόπιο σιτάρι, από τους κόπους των δικών της παιδιών. Γι' αυτό, και επειδή ήταν συντέκνισσά της, η παπαδιά την αγαπούσε και την καλόβλεπε.

— Θα αργήσει ο παπάς, συντέκνισσα; ρώτησε η γριά.

— Όπου να 'ναι έρχεται, κουμπάρα, απάντησε η παπαδιά.

Η συντέκνισσα είχε φέρει από το καλύβι, μέσα σε ένα καλάθι, ένα μπουκάλι γεμάτο… όχι γάλα, αλλά καθαρό νερό. Ήταν νερό από το αγίασμα των Ταξιαρχών, που αναβλύζει κάτω από το Ιερό του μικρού εξωκλησιού. Είπε με λίγα λόγια στην παπαδιά τα νέα. Η κόρη της, η Κρατήρα, είχε παντρευτεί πριν από τρία χρόνια. Αυτή τη νύχτα γέννησε το δεύτερο παιδί της, ένα αγόρι. Στην πρώτη γέννα, πριν από δύο χρόνια, είχε κάνει κορίτσι. Εκείνο είχε ζήσει λίγες μέρες και είχε πεθάνει. Τώρα ας ήταν γερό και καλότυχο, να της ζήσει, αφού μάλιστα ήταν και αγοράκι. Η παπαδιά της είπε τις εγκάρδιες ευχές της. Δεν τη ρώτησε καν τι είχε μέσα το μπουκάλι στο καλάθι. Ήξερε καλά τι γινόταν.

Οι γριές βοσκοπούλες του βουνού είχαν μια συνήθεια. Κάποτε μια νεότερη γυναίκα ανάμεσά τους γεννούσε μωρό τον χειμώνα, στο καλύβι, πάνω στα βουνά. Αν ο χειμώνας ήταν βαρύς, όπως φέτος, θα ήταν μεγάλος κόπος για τον παπά να ανέβει. Δεν μπορούσε εύκολα να πάει να δώσει τη συνηθισμένη ευχή στη λεχώνα. Τότε οι γριές γέμιζαν ένα δοχείο με νερό. Το έπαιρναν ή από το αγίασμα των Ταξιαρχών ή από την πλούσια πηγή του Προφήτη Ηλία. Αυτό εξαρτιόταν από την περιοχή όπου έβοσκαν ή έμεναν οι οικογένειες των βοσκών. Και το πήγαιναν στον παπά, κάτω στη χώρα. Ο παπάς φορούσε τότε το επιτραχήλι και άνοιγε το Ευχολόγιο. Διάβαζε πάνω στο μπουκάλι με το νερό τις «Ευχές εις γυναίκα λεχώ». Η γριά έπαιρνε το μπουκάλι με το διαβασμένο νερό. Γύριζε βιαστικά στο βουνό, στο καλύβι, γρήγορη και ξυπόλυτη. Εκεί ράντιζε με το αγιασμένο νερό τη λεχώνα και το μωρό, το κρεβάτι και την κούνια. Ράντιζε και τη γυναίκα που είχε κάνει τη μαμή, αν υπήρχε τέτοια. Ράντιζε και όσους ήταν εκεί στη γέννα, και όλο το δωμάτιο. Έτσι ησύχαζε, γιατί είχε την ευχή της Εκκλησίας. Και με τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας, κάθε κακό έφευγε τότε μακριά. Υπήρχε ευσέβεια και στα βουνά.

Σε λίγο ήρθε ο παπάς από την εκκλησία. Άκουσε την ιστορία από τη συντέκνισσα. Ήπιε το φασκόμηλό του με ένα μικρό δίπυρο. Ύστερα φόρεσε το επιτραχήλι και διάβασε τις ευχές. Η γυναίκα πήρε το μπουκάλι με το νερό κι έφυγε.

Ύστερα από δύο μέρες, το απόγευμα του Σαββάτου, η γριά ξαναήρθε τρέχοντας. Είχε σταματήσει να χιονίζει, αλλά φυσούσε κρύος βοριάς πάνω στα χιονισμένα μέρη. Το χιόνι ήταν, όπως έλεγαν, «μισό μπόι στα βουνά, ένα γόνατο κάτω στη χώρα». Αλλά στην πραγματικότητα, πάνω στα βουνά θα ήταν ως ένα γόνατο, και κάτω ως μια σπιθαμή.

Η συντέκνισσα είχε έρθει λαχανιασμένη, σχεδόν με τη γλώσσα έξω. Ήταν η ώρα που ο παπάς ετοιμαζόταν να πάει στον εσπερινό. Άρχισε να διηγείται:

— Την άλλη φορά, σύντεκνε παπά, να έχω την ευχή σου, με μάλωσες. Μου είπες πως δεν έκανα καλά. Είχα πιάσει το παιδί και το βάφτισα μόνη μου, στον αέρα. Είπα «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μα εσύ μου είπες πως έπρεπε να το βαφτίσω σε μια λεκάνη με νερό… Και μου είπες πως το παιδί, όταν πέθανε, δεν έπρεπε να θαφτεί σε άγιο χώμα. Και η αγιοσύνη σου δεν μπορούσες να έρθεις να του διαβάσεις. Τώρα αυτό το παιδί κινδυνεύει, δεν είναι καλά… Τους είπα: «Εγώ θα τρέξω κάτω στη χώρα, να το πω του παπά, αν θέλει να έρθει. Αν δείτε πως το παιδί δεν πάει καλά, κι εγώ αργώ να γυρίσω, κάντε αυτό: να το βουτήξετε τρεις φορές σε μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Και να πείτε "στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος"»… Σκέφτηκα μια στιγμή να πάρω το παιδί, να το τυλίξω καλά και να σου το φέρω να το βαφτίσεις, παπά μου… Μόνο που φοβήθηκα μην πεθάνει στον δρόμο και φύγει αβάφτιστο. Τότε θα το είχα στον λαιμό μου… Έτσι αποφάσισα να έρθω να σου το πω. Κι όπως πει η αγιοσύνη σου, έτσι να γίνει… Έφερα και το γαϊδουράκι μαζί, μήπως το θέλεις για τα ιερά σου και για καβάλα.

Μόλις άκουσε την εξήγηση της συντέκνισσας, η παπαδιά έσφιξε τα χέρια της χωρίς να το θέλει και ψιθύρισε:

— Πω, πω! Θα κρυώσεις, παπά μου!

Ο παπάς σκέφτηκε για μια στιγμή. Ύστερα είπε:

— Ας είναι· θα έρθω να το βαφτίσω.

Γύρισε βιαστικά προς την παπαδιά και της είπε:

— Στείλε, παπαδιά, το κλειδί στον παπα-Γιάννη, να πάει να διαβάσει τον εσπερινό, γιατί εγώ θα λείπω… Φώναξε το παιδί… να πάει ως την εκκλησία, να του δώσει ο παπα-Γιάννης το μικρό γυαλάκι με το Άγιο Μύρο…

Ύστερα μετάνιωσε που θα έστελνε τον γιο του, και είπε:

— Όχι, μην τον στέλνεις, παπαδιά… Μην του πεις τίποτα… Θα θέλει να μας ακολουθήσει, να έρθει μαζί μας… Καλύτερα να πάω μόνος μου… Θα πάρω και το Αρτοφόριο… για να κοινωνήσουμε κιόλας το παιδί, όταν το βαφτίσουμε.

Έβαλε σε ένα μικρό δισάκι ένα δέμα με τα παλιά του άμφια, το Ευαγγέλιο, το μικρό Ευχολόγιο και το θυμιατό.

— Έχω το γαϊδουράκι, ξαναείπε η συντέκνισσα για δεύτερη φορά. Φέρε να τα φορτώσω, παπά… Να καβαλικέψει κι η αγιοσύνη σου.

— Θα δούμε· κουμπάρα, φόρτωσε τα ιερά κι έλα ως την εκκλησία με το γαϊδουράκι.

Η παπαδιά τους έβλεπε να φεύγουν και ανησυχούσε. Αλλά δεν τολμούσε να παραπονεθεί ή να φέρει αντίρρηση. Έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και είπε:

— Εσύ η ίδια θα το βαφτίσεις, κουμπάρα!… Τι κρίμα που δεν μπορώ να έρθω κι εγώ, να γίνω νονά.

— Να είσαι καλά, συντέκνισσα, είπε η γριά. Μου έχεις βαφτίσει δύο παιδιά από τον λαιμό σου, και τα δυο ζουν… Τώρα θα κάνω εγώ τη νονά.

Πήγαν ως την εκκλησία της ενορίας και ύστερα ξεκίνησαν. Ο μικρός γιος του παπά, δέκα χρονών, ευτυχώς δεν τους είχε πάρει μυρωδιά. Εκείνη την ώρα έπαιζε χιονοπόλεμο με άλλα παιδιά. Αλλιώς θα έτρεχε πίσω τους. Θα ήθελε να τους συνοδέψει στον δρόμο, παρ' όλο το κρύο και τα χιόνια.

Όταν βγήκαν στα Λειβάδια, έξω από το χωριό, ο ήλιος έγερνε γρήγορα μέσα από άσπρα σύννεφα. Τα χιόνια έλαμπαν στα βουνά. Ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στις κουμαριές και στα σχίνα. Όλα ήταν βαριά φορτωμένα με χιόνι: δέντρα, θάμνοι και χαμόκλαδα. Ακουγόταν ένα ελαφρύ θρόισμα από χιόνι που έπεφτε εδώ κι εκεί. Το γαϊδουράκι πατούσε σαν πάνω σε στρωμένα βαμβάκια. Έτρεχε, έτρεχε, κι ο παπάς καβάλα… Έτρεχε κι η συντέκνισσα από πίσω, πίσω από την ουρά του ζώου. Ήξερε να το κάνει να τρέχει με μερικές ελαφριές φωνούλες και με μια βέργα που κρατούσε.

Το χιόνι έτριζε κάτω από τα βήματα. Πήγαν από τον κάτω δρόμο, δίπλα στο ρέμα, όπου δεν είχε πιάσει πολύ το χιόνι. Κοντά στο νερό του μικρού χειμάρρου, στο αμμουδερό χώμα, το χιόνι έλιωνε όπως έπεφτε. Η συντέκνισσα έλεγε:

— Ο Χριστός μαζί μας!

Εννοούσε πρώτα το Άγιο Αρτοφόριο, που ο παπάς το είχε βάλει στον κόρφο του. Ύστερα εννοούσε το Άγιο Μύρο και τα ιερά σύμβολα, το Ευαγγέλιο και τον Σταυρό. Όταν ανέβηκαν από το ρέμα, πήραν τον πλαϊνό δρόμο, από την απάνεμη μεριά. Εκεί το χιόνι έτριζε ακόμα πιο πολύ κάτω από τα πόδια. Κανένα πουλί δεν κελαηδούσε. Μόνο ένα κρώξιμο κόρακα ακούστηκε κάπου, κοντά σε έναν βράχο. Ο βράχος έγερνε στο φρύδι του βουνού, και από κάτω είχε μια σπηλιά. Η συντέκνισσα ξαναείπε:

— Χριστός και Παναγιά!

Και η φωνή του κόρακα σώπασε.

Έφτασαν στην κορυφή του μικρού βουνού· νύχτωνε. Ήταν χάσιμο του φεγγαριού. Λίγα άστρα έλαμπαν ψηλά μέσα σε μια θολούρα, σαν στολίδια πάνω στο πέπλο μιας χήρας. Και κάτω τα χιόνια έλαμπαν στο φως των άστρων. Ακούστηκε η θρηνητική φωνή ενός αγριόγατου. Η συντέκνισσα είπε πάλι:

— Χριστός!

Και ο αγριόγατος σταμάτησε να ουρλιάζει. Η μικρή συνοδεία περπάτησε ακόμα λίγο, και στο τέλος έφτασαν στο καλύβι.

Δύο ανθρώπινες φωνές ακούστηκαν από τα παράθυρα του καλυβιού. Ήταν ο βοσκός, ο άντρας της λεχώνας, και ο σύντροφός του, ο αδερφός της. Μόλις είχαν έρθει με το κοπάδι από το Μέγα Ρέμα, πιο πέρα. Εκεί είχαν πάει τα πρόβατα σε απάνεμο μέρος. Τώρα περίμεναν τους άλλους.

— Έρχονται, έρχονται!

— Είναι κι ο παπάς μαζί.

Οι δύο βοσκοί βοήθησαν τον παπά να κατέβει από το ζώο. Ξεφόρτωσαν το δισάκι με τα ιερά. Μπήκαν όλοι στο καλοχτισμένο καλύβι. Εκεί είχε τη ζέστη της φωτιάς και τη μυρωδιά ενός νοικοκυρεμένου σπιτιού της εξοχής. Η λεχώνα, χλωμή και μελαχρινή, μόλις τους είδε, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι.

— Ας γίνει χριστιανός, ψιθύρισε.

— Ας μπει στου Θεού τη στράτα, παιδί μου, συμπλήρωσε η μητέρα της.

Ένα μεγάλο τσουκάλι με νερό ζεσταινόταν στη φωτιά. Ετοίμασαν μια καθαρή λεκάνη. Ο παπάς φόρεσε τα άμφια κι άρχισε τις ευχές των κατηχουμένων.

Η συντέκνισσα πήρε στην αγκαλιά της το νεογέννητο. Το μωρό δεν καταλάβαινε τίποτα· ήταν μελαχρινό και ανέπνεε βαριά, λυπητερά. Η γριά στάθηκε κοντά στον παπά. Σε λίγο εκείνος της είπε να γυρίσει προς τη δύση.

— «Απετάξω τω Σατανά;»

Η γριά είχε βαφτίσει κι άλλα βοσκόπουλα στη ζωή της. Απάντησε αμέσως:

— Απεταξάμενος.

— «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ».

Η νονά έκανε: «Φφ! Πφ!»

Ο ιερέας της είπε να γυρίσει προς τις εικόνες. Εκεί έκαιγε το καντήλι, με μεγάλη φλόγα στο φιτίλι.

— «Συντάσσει τω Χριστώ;»… «Και πιστεύεις αυτώ;»

Εκείνη είπε λίγα λόγια από το «Πιστεύω». Ο γιος της είπε περισσότερα, όσα ήξεραν. Τα υπόλοιπα τα συμπλήρωσε ο ιερέας.

— «Συντάξω τω Χριστώ;»

— Συνεταξάμενος…

Ύστερα διάβασαν τις ευχές πάνω από την πρόχειρη κολυμπήθρα. Αμέσως μετά ακούστηκε το «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού…». Το μωρό κλαψούρισε λίγο, αλλά ανέπνεε πιο ελεύθερα. Ύστερα ακολούθησε το «Σφραγίς δωρεάς». Μετά ήρθε το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», και οι τρεις γύροι γύρω από την κολυμπήθρα. Τελευταίο ήταν το «Οι ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν», ως το «έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».

Στο τέλος ο παπάς πήρε το Αρτοφόριο από το ράφι του εικονοστασιού, όπου το είχε αφήσει. Έδωσε στο μωρό το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ύστερα έβγαλε τα άμφια και μάζεψε όλα τα ιερά του. Κάθισε και είπε τις δικές του ευχές. Έφαγε δυο τρία σύκα που του πρόσφεραν. Ήπιε λίγο ρακί από στέμφυλα, που το είχε φτιάξει με τα χέρια της η συντέκνισσα. Και έφυγε δύο ώρες μετά το σούρουπο, καβάλα πάλι στο γαϊδουράκι. Αυτή τη φορά τον συνόδευε ο νεαρός βοσκός, ο γιος της γριάς.

Τρεις μέρες αργότερα, την Τρίτη το μεσημέρι, η συντέκνισσα κατέβηκε πάλι, με σκυθρωπό πρόσωπο.

Το παιδί είχε πεθάνει.

— Όπως πει η αγιοσύνη σου, είπε… Να το βάλουμε σε άγιο χώμα;

— Είναι στον Παράδεισο πρύμα, όπου κι αν το βάλουμε, είπε ο παπάς.

— Με τα τσαρουχάκια του; συμπλήρωσε η παπαδιά την παροιμία.

— Δεν είχε μεγαλώσει ακόμα για να φορέσει τσαρουχάκια, είπε ο παπα-Βαγγέλης. Στον κήπο της Εδέμ δεν έχει αγκάθια και τριβόλια. Εκεί μπορεί κανείς να πάει και ξυπόλυτος.

Ύστερα πρόσθεσε:

— Ας είναι, συντέκνισσα. Θα έρθω να το θάψω.

Ο παπάς καβάλησε πάλι το γαϊδουράκι. Αυτή τη φορά ήταν μέρα. Τα χιόνια δεν είχαν λιώσει, αλλά δεν φυσούσε, και ο καιρός ήταν μάλλον γλυκός.

Αυτή τη φορά όμως τους ακολούθησε κι ο μικρός γιος του παπά.

Δεν μπόρεσαν να τον ξεγελάσουν, όπως την άλλη φορά. Μόλις είδε τη συντέκνισσα να έρχεται, κατάλαβε πως κάτι γίνεται. Κόλλησε εκεί, στην πόρτα του σπιτιού, στη σκάλα, κι άκουσε τα νέα της γριάς.

Το παπαδόπαιδο ήταν ένας μικρός μαθητής, δέκα ή έντεκα χρονών. Ήταν πολύ περίεργο και πεισματάρικο πλάσμα. Επέμενε να ακολουθεί «τον παπά του» παντού. Τον ακολουθούσε στην πόλη και στην εξοχή, στη χαρά και στη λύπη, στους ζωντανούς και στους πεθαμένους. Ανέβηκαν την ανηφόρα. Ο ήλιος άρχιζε να λιώνει τα χιόνια. Σε κάθε χαράδρα και σε κάθε μικρή κοιλάδα σχηματιζόταν ένας μικρός χείμαρρος που βούιζε δυνατά. Σε λίγο έφτασαν στο καλύβι. Εκεί μια λεχώνα, μια νέα τσοπάνισσα, έκλαιγε το αγοράκι της. Το μωρό δεν είχε προλάβει ούτε να θηλάσει.

Το μικρό μωρό είχε ζήσει πέντε μέρες στον κόσμο, μέσα σε χιόνια και παγωνιές. Ο παπάς φόρεσε το επιτραχήλι κι άρχισε την ακολουθία για τα νήπια: «Των του κόσμου ηδέων, αναρπασθέν άγευστον… Εβόας τοις Αποστόλοις άφετε τα παιδία ίνα έρχωνται προς με…» «Ουδέν εστί πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστί μητρός αθλιώτερον…»

Τότε ο μικρός γιος του παπά κοίταζε χωρίς λύπη το μικρό νεκρό σώμα. Και ρώτησε τον πατέρα του, σε ώρα που δεν ταίριαζε:

— Παπά, γιατί λες «μητρός αθλιέστερον» και δεν λες «συμπαθέστερον», όπως και για τον πατέρα;

Ο ιερέας άρχισε τους τελευταίους ύμνους του Ασπασμού: «Ω! Τις με θρηνήσει, τέκνον μου… ότι βρέφος άωρον, εκ μητρικών αγκαλών, ώσπερ στρουθίον επέτασας… Ω τέκνον, τις ποτέ μη στενάξει βλέπων σου το πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν!…»

Το παπαδόπουλο κρατούσε το Αγιασματάριο και μουρμούριζε τα λόγια μαζί με τον πατέρα του. Και πάλι δεν κρατήθηκε και ρώτησε:

— Γιατί, παπά, πεθαίνουν τα μικρά παιδάκια;

Σαν απάντηση στην ερώτηση ήρθε ο ύμνος, το «Δόξα»:

«Άγγελος του Αδάμ εχρημάτισεν η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ… δι' αυτού γαρ εισήλθεν ο θάνατος, παγγενή κατεσθίων τον άνθρωπον…»

Ύστερα έγινε η κηδεία, έξω από το εκκλησάκι των Ταξιαρχών. Η γριά, η συντέκνισσα, κρατούσε το μικρό πρόχειρο φέρετρο σαν κούνια. Ο ιερέας χάραξε με ένα μαχαιράκι έναν Σταυρό πάνω σε ένα κεραμίδι. Έγραψε και τα λόγια «Ότι γη ει και εις γην απελεύσει», και τα υπόλοιπα. Το μικρό πλάσμα κατέβηκε να κοιμηθεί τον μακρύ ύπνο κάτω από τα χιόνια.

### Γλωσσάρι

- **συντέκνισσα / σύντεκνος**: η κουμπάρα, ο κουμπάρος· όταν ο ένας έχει βαφτίσει παιδί του άλλου.
- **σπαργάνισμα / σπαργανίσαμε**: παλιά, ευγενική λέξη για τη γέννα· «γεννήσαμε».
- **βλογούδια**: ψωμάκια με το σημάδι του Σταυρού, που δίνουν στον παπά για τις ψυχές των νεκρών.
- **αγίασμα**: αγιασμένο νερό ή πηγή με τέτοιο νερό, συχνά κοντά σε εκκλησία.
- **επιτραχήλι / Αρτοφόριο**: η μακριά λωρίδα που φορά ο ιερέας στον λαιμό· το κουτί όπου φυλάγεται η Θεία Κοινωνία.
- **«Απετάξω τω Σατανά;»**: «Απεταξάμενος»** — λόγια της βάφτισης: «Αρνείσαι τον Σατανά;» — «Τον αρνήθηκα». Ομοίως «Συντάσσει τω Χριστώ;» — «Συνεταξάμενος»: «Ενώνεσαι με τον Χριστό;» — «Ενώθηκα». «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ»: «Φύσα και φτύσε τον».
- **από τον λαιμό σου**: λαϊκή έκφραση· η σημασία της δεν είναι σίγουρη. Ίσως σημαίνει «με δική σου ευθύνη, ως νονά τους» (όπως λέμε «το έχω στον λαιμό μου», δηλαδή στη συνείδησή μου).
- **πρύμα**: με καλό άνεμο από πίσω· εδώ: κατευθείαν, χωρίς εμπόδια.
- **«Με τα τσαρουχάκια του;»**: από την παροιμία «πάει στον Παράδεισο με τα τσαρούχια», δηλαδή πάει στον Παράδεισο κατευθείαν.
- **στέμφυλα**: ό,τι μένει από τα σταφύλια όταν τα πατήσουν· από αυτά βγάζουν ρακί.
- **«Ουδέν εστί πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστί μητρός αθλιώτερον»**: ύμνος της κηδείας: «Κανείς δεν πονά πιο πολύ από τον πατέρα, κανείς δεν είναι πιο δυστυχισμένος από τη μητέρα». Οι άλλοι ύμνοι λένε ότι το μωρό έφυγε πριν γευτεί τις χαρές του κόσμου, σαν πουλάκι από την αγκαλιά της μάνας του. Το παιδί του παπά λέει τη λέξη λάθος: «αθλιέστερον» αντί για «αθλιώτερον».
- **«Άγγελος του Αδάμ… κατεσθίων τον άνθρωπον»**: ύμνος: όταν ο Αδάμ έφαγε από το δέντρο στην Εδέμ, μπήκε ο θάνατος στον κόσμο και τρώει όλους τους ανθρώπους.
- **«Ότι γη ει και εις γην απελεύσει»**: «Χώμα είσαι και στο χώμα θα γυρίσεις».

## Τα κρούσματα

Ο σκοτεινός, φαλακρός βράχος, με την ψηλή ράχη, ήταν ο τόπος όπου έρχονταν να προσκυνήσουν όλα τα κύματα. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι άνεμοι με τα μουγκρητά τους και όλες οι καταιγίδες με τις κραυγές τους. Ήταν παλάτι της ερημιάς και της σιωπής, θρόνος βαθιάς μελαγχολίας. Ήταν ο πελώριος βράχος του βορρά, που τον χτυπά η θάλασσα. Πάνω του ήταν χτισμένο κάποτε το παλιό χωριό, που σήμερα είναι ερείπια. Δεν υπήρχε κύμα που να μην ερχόταν να φιλήσει τις άκρες του σκοτεινού, γιγάντιου βράχου. Έρχονταν τα κύματα του θρακικού πελάγους και των κόλπων της Χαλκιδικής. Έρχονταν κύματα σπρωγμένα από τη Μαύρη Θάλασσα και την Προποντίδα. Τα είχαν διώξει οι κόλποι και είχαν περάσει, σαν από κόσκινο, από τα στενά. Τα είχαν φτύσει οι αφροί του πελάγους. Τα είχαν βγάλει τα απύθμενα βάθη της θάλασσας, κάτω από τον γκρίζο, θαυμαστό Άθω.

Ο βράχος υψωνόταν πάνω από τη θάλασσα σε τρομερό ύψος, που σε ζάλιζε και σε σκοτείνιαζε. Κάποτε ήταν φωλιά γεμάτη ψυχές και φωνές. Τώρα ήταν έρημος, γεμάτη ερείπια. Δύο μεγάλες ακρογιαλιές απλώνονται, μία από κάθε μεριά, κάτω στα θεμέλια δύο φοβερών γκρεμών. Η μία είναι σπαρμένη με βράχους κομμένους σε απότομα σχήματα, σαν κώνους. Μοιάζουν με απομεινάρια μιας παλιάς μάχης γιγάντων, που έμειναν στο πεδίο της μάχης. Είναι στρωμένη με βότσαλα άσπρα, κόκκινα, σαν μαργαριτάρια, σαν χρυσά, και με γκρίζα άμμο που λάμπει. Η άμμος καμπυλώνει ξαφνικά, και ο βυθός βαθαίνει απότομα. Αν ένας κολυμβητής τολμούσε να μπει στο κύμα, θα τον τραβούσε προς τα βαθιά. Εκεί τα νερά είναι άσπρα, πρασινωπά και γαλάζια. Εκεί είναι η κούνια του μικρού Τρίτωνα και η νυφική κάμαρα της μελαγχολικής Σειρήνας. Εκεί ο αφρός και η θάλασσα, το κύμα και η άβυσσος παίζουν χαρούμενα ένα παιχνίδι. Είναι ένα παιχνίδι με πολλές αλλαγές, και κάποτε φοβερό.

Δεξιά, προς την ανατολή, ο μεγάλος βράχος βλέπει απέναντι την ακτή του Κουρούπη, την άσπρη και κυρτή. Η απόσταση στον αέρα είναι περίπου δέκα παλαμάρια. Εκεί φαντάσματα και δαίμονες, που σπάνια φαίνονται, κυλούν συνέχεια πελώριες πέτρες από τη σάρα και τον γλιστερό γκρεμό. Κάτω, στη βάση του γκρεμού, υπάρχει μια πέτρα που μπαίνει στη θάλασσα σαν μώλος. Εκεί, μια σπιθαμή πάνω από το αλμυρό κύμα, τρέχει μια βρύση. Έχει νερό γλυκό, κρύο, παγωμένο. Το πρωί συχνά πλησιάζουν ψαράδες με τη βάρκα από τα ανοιχτά, για να πιουν και να γεμίσουν τα βαρέλια. Και το νερό μένει κρύο και παγωμένο μέσα στα βαρέλια όλη τη μέρα. Μένει κρύο ακόμα και τον Ιούλιο, κάτω από τον καυτό ήλιο. Ο ήλιος αυτός ψήνει τις πεταλίδες, τις πορφύρες και τα στρείδια πάνω στο μικρό κατάστρωμα της πλώρης.

Αλλά αν τη νύχτα οι ψαράδες τολμήσουν να πλησιάσουν για νερό στη δροσερή, μαγική βρύση, κάτω στην άκρη της ακτής, πάνω στη χαμηλή πέτρα, τότε γίνεται κάτι φοβερό. Από τον γκρεμό από πάνω ακούγεται βροντή και ένας κρότος που σε κάνει να ανατριχιάζεις. Πέτρες και τρομακτικά βράχια κυλούν και κατεβαίνουν πάνω στα κεφάλια των ψαράδων… Τότε μόλις προλαβαίνουν να κάνουν τον σταυρό τους και να φύγουν… Εκείνες οι πέτρες θα μπορούσαν να κυλούν και μόνες τους από τον γκρεμό… Πόσο μάλλον όταν τις σπρώχνουν αόρατες δυνάμεις των δαιμόνων. Οι δαίμονες κολλάνε στο γλιστερό μέρος της ακτής. Έτσι κολλάνε συνήθως και στο αδύναμο μέρος του ανθρώπου, στους έρωτες και στα μίση. Ανάβουν το πάθος σαν φωτιά και κάνουν τον θυμό λύσσα…

Αριστερά από τον γιγάντιο βράχο του Έρημου Χωριού, προς τη δύση, απλώνεται άλλη ακρογιαλιά. Είναι απρόσιτη και δεν έχει λιμάνι. Δεν υπάρχουν εκεί όμορφα βότσαλα και γυαλιστερή άμμος. Δεν φαίνεται εκεί η κάμαρα της θαλασσινής νύμφης, το δωμάτιο της Νηρηίδας. Βαθιά θάλασσα απλώνεται ως την απέναντι στεριά. Και ο άνεμος Αργέστης δεν σταματά να την οργώνει. Είναι σαν ψάλτης που ψέλνει πάντα με μία μόνο χορδή. Μπροστά, λίγο βορειοδυτικά από τον βράχο του Έρημου Χωριού, βγαίνουν από το κύμα δύο βράχοι ολομόναχοι. Είναι χωρισμένοι από τη στεριά και βουτηγμένοι στο κύμα. Κάτω στα πόδια τους υπάρχουν θαλασσινές σπηλιές και βράχια που τα έσκαψε η θάλασσα. Εκεί βόσκουν και περπατούν στραβά τα πιο θαυμαστά πετροκάβουρα και παγούρια του κόσμου. Έχουν κόκκινα αυγά που προεξέχουν σαν κλαδάκια. Όταν ψήνονται στα κάρβουνα, τσιτσιρίζουν σαν να τραγουδούν. Είναι μεγάλα και ζουμερά. Πάνω σε εκείνους τους δύο ψηλούς, απότομους βράχους φυτρώνουν εξαίσια λάχανα και θαυμάσια αγριολάχανα. Όποιος τολμήσει να σκαρφαλώσει εκεί για να τα μαζέψει, πρέπει να δεθεί καλά με ένα χοντρό σκοινί γύρω από τη μέση. Πρέπει να δέσει τη μία άκρη στον χοντρό κορμό ενός γέρικου θαλασσινού θάμνου. Ο θάμνος αυτός φυτρώνει στο φρύδι του βράχου. Ύστερα πρέπει να σκαρφαλώσει στο μέτωπο του γκρεμού, αργά και πολύ προσεχτικά. Και πάλι δεν θα είναι σίγουρος ότι θα κατέβει σώος και γερός από εκείνο το ύψος. Εκεί οι γλάροι κρώζουν θρηνητικά και πετούν γύρω από τις γωνίες και τις προεξοχές του βράχου. Πετούν γύρω από το μέρος όπου κρύβεται η φωλιά τους, όταν βλέπουν τον ξένο εισβολέα.

Τα αγριολάχανα εκείνου του θαυμαστού βράχου είναι τόσο πολύτιμα, που ποτέ δεν τα αγοράζει κανείς, όσα χρήματα κι αν δώσει… Πληρώνονται μόνο με αγάπη και φιλία, ή καμιά φορά με κεράσματα, στον αφοσιωμένο κουμπάρο μας, τον Τζενεγό. Κάποτε πληρώνονται και με ψήφους, όταν πλησιάζουν εκλογές. Γιατί ο κουμπάρος Τζενεγός είναι πολύ, πάρα πολύ αφοσιωμένος στους φίλους του. Θα σε φιλέψει «λάχανα θαλασσινά» μόνο όταν είναι βέβαιος ότι θα ψηφίσεις «το κόμμα μας».

Λίγο πιο πέρα, νότια από τους δύο βράχους, στη μέση της θάλασσας, ακούγεται μια ορχήστρα. Ακούγεται σχεδόν πάντα, και με γαλήνη και με φουρτούνα. Έχει πάντα «δικό της σκοπό», όπως λένε. Είναι μια ξέρα που τη λένε όλοι Καλαφάτη. Από μια τρύπα το νερό ξεπετάγεται κάτω από τη θάλασσα. Ύστερα πηδά και κάνει έναν κρότο. Ο κρότος μοιάζει με το χτύπημα της «ματσόλας», του ξύλινου σφυριού του καλαφάτη, πάνω στα πλευρά ενός πλοίου που το επισκευάζουν. Στον Ναύσταθμο το σφυρί αυτό το λένε «διάνακτο». Αυτή η ματσόλα, αυτό το σφυρί, ακούγεται μέρα και νύχτα, ακούραστο, άγρυπνο, χωρίς να σταματά. Άλλοι λένε ότι ο Καλαφάτης πήρε αυτό το όνομα από ειρωνεία. Δήθεν «καλαφατίζει» τα πλοία που ναυαγούν κοντά του, στην περιοχή του, σαν να είναι το δικό του «καρνάγιο».

Όλο το παλιό χωριό ήταν ερείπιο. Ήταν απλωμένο στη ράχη του γίγαντα, του βράχου που έχει τα πόδια του μέσα στη θάλασσα. Ένα μέρος του το είχε γκρεμίσει ο χρόνος, και ένα μέρος οι άνθρωποι. Κάποτε οι ίδιοι οι παλιοί κάτοικοι των σπιτιών, πιο συχνά τα παιδιά τους, κάποτε οι μάστοροι, οι χτίστες, έπαιρναν ό,τι γερό είχαν τα παλιά κτίρια. Το έκαναν με εντολή ή χωρίς εντολή. Έπαιρναν τα ξύλα της στέγης, πόρτες, παράθυρα, πολλές φορές τούβλα και κεραμίδια. Τους έσπρωχνε η έλλειψη χρημάτων. Γιατί «η σύντροφος φτώχεια» βασάνιζε σκληρά και τότε τους Έλληνες, και μάλιστα τους κατοίκους του νησιού. Αυτό γινόταν όταν ησύχασαν τα πράγματα, μετά τον φοβερό Αγώνα. Τα μετέφεραν από στεριά ή από θάλασσα στη νέα μικρή πόλη, στα νότια, τρεις ώρες δρόμο μακριά. Όμως η θεια Μαχώ το Φαλκάκι αγαπούσε το παλιό χωριό της. Εκεί είχε γεννηθεί κι αυτή κάποτε, γύρω στα χρόνια του Αγώνα, όταν το χωριό κατοικούνταν ακόμα. Εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια, που είναι αγαπημένα σε κάθε άνθρωπο. Γι' αυτό φρόντισε με κάθε τρόπο να κρατήσει το παλιό σπιτάκι. Ήταν η φωλιά των γονιών της, εκεί όπου ήταν και η δική της κούνια. Με πολλή φροντίδα και καθαριότητα, και με συχνά ασβεστώματα, είχε καταφέρει να σώσει αυτή τη μικρή γωνιά. Ερχόταν εκεί καμιά φορά να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί τη νύχτα. Συνήθως ερχόταν μαζί με τη μητέρα της ή με συντροφιά άλλων γυναικών.

Το μικρό σπιτάκι ήταν μια επιστροφή στο παρελθόν. Ήταν σαν μια τρύπα, από όπου έβλεπε κανείς τα περασμένα σαν σε πανόραμα. Ήταν μια ζωντανή ανάμνηση μέσα στη στάχτη της λησμονιάς. Ήταν σαν φρουρός όρθιος ανάμεσα σε σώματα που κοιμούνται. Βρισκόταν κοντά στο όμορφο εκκλησάκι της Παναγίας της Μεγαλομμάτας, που σωζόταν τότε. Γύρω από το εκκλησάκι υπήρχαν και δύο ή τρία σπίτια ακόμα. Τα κρατούσαν άλλες γυναίκες, που αγαπούσαν κι αυτές το παρελθόν. Το εκκλησάκι γιόρταζε το Σάββατο του Ακαθίστου. Ήταν περιποιημένο, και συχνά δεχόταν την ευλάβεια αυτών των νοικοκυράδων. Αυτή η ευλάβεια κρατούσε όρθια και τα μικρά σπίτια που σώζονταν γύρω του.

Η Μαχώ το Φαλκάκι έφτασε νωρίς, γύρω στη δύση του ήλιου, εκείνο το βράδυ του Οκτωβρίου. Κρατούσε το καλαθάκι της. Μέσα είχε ψωμί, ελιές χαμάδες, λίγα κυδώνια και μερικές ντομάτες. Είχε φύγει από την πόλη το πρωί. Όλη τη μέρα την πέρασε στον ελαιώνα και μάζευε ελιές. Ύστερα τις έβαλε σε σακιά και τις έστειλε με ένα μουλάρι στα λιοτρίβια της πόλης. Ο ελαιώνας ήταν πολύ κοντά στο παλιό χωριό και πολύ μακριά από τη σημερινή πόλη. Την επόμενη μέρα θα συνέχιζε την ίδια δουλειά στον ελαιώνα. Γι' αυτό ήρθε στο παλιό έρημο χωριό. Ήθελε να ανάψει τα καντήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας. Ήθελε και να περάσει τη νύχτα στο μοναχικό σπιτάκι της, όπως έκανε καμιά φορά. Και το πρωί θα γύριζε πάλι στον ελαιώνα.

Σε αυτή την εκδρομή τη Μαχώ τη συνόδευε ο γιος της, ο Φάλκος, ένα παιδί δεκατριών χρονών. Ο μικρός μάγκας είχε ακούσει πολύ συχνά από μεγαλύτερα παιδιά πάρα πολλές ιστορίες για φαντάσματα. Τα φαντάσματα αυτά έβγαιναν τακτικά τη νύχτα στο παλιό έρημο χωριό, ανάμεσα σε τόσα ερείπια. Έβγαιναν πάνω στον ψηλό βράχο, τον γίγαντα με τα πόδια μέσα στη θάλασσα. Εκεί ο τρελός βοριάς έκανε τα κύματα να χορεύουν νύχτα και μέρα. Και η ηχώ των κυμάτων αντηχούσε στα θεμέλια των βράχων, κάτω, στις θαλασσινές σπηλιές.

Αυτά τα φαντάσματα, στοιχειά, εξωτικά, κάθε λογής κρούσματα, δεν σταματούσαν να βγαίνουν τη νύχτα. Επισκέπτονταν με μελαγχολία τα ερείπια. Τριγύριζαν στα γκρεμισμένα σπίτια. Αυτά κάποτε στέγαζαν ζωές και ψυχές, και τώρα σκέπαζαν άγνωστα μυστήρια κάτω από σωρούς από πέτρες. Κάθε παλιό σπίτι είχε το ζώδιό του. Το ζώδιο αυτό είχε τη μορφή του ζώου που είχαν θυσιάσει στα θεμέλια του σπιτιού. Το έσφαζαν όταν άρχιζαν να το χτίζουν, μετά τον αγιασμό. Αν το ζώο ήταν πετεινός, ο πετεινός έβγαινε συχνά τη νύχτα. Ξάφνιαζε τους ανθρώπους του σπιτιού, όσο το σπίτι στεκόταν ακόμα. Και συνέχιζε και τώρα να βγαίνει παραπονεμένα. Λαλούσε με θρηνητική φωνή πάνω στα ερείπια. Αν το ζώο ήταν αρνί, έβγαινε ένα πράγμα άσπρο, ήσυχο, ήμερο, που έμοιαζε με αρνί. Δεν σταματούσε να τριγυρίζει στα θεμέλια του σπιτιού και βέλαζε λυπημένα. Αν το ζώο ήταν μοσχάρι, φαινόταν γύρω στα ερείπια ένα μικρό βοϊδάκι, μαυροκόκκινο. Μουγκάνιζε με σιγανή φωνή. Και πολλές φορές, όσο το σπίτι κατοικούνταν, το μουγκρητό του έδειχνε από πριν ότι θα έρθει κακό στους νοικοκυραίους.

Όλα αυτά τα διηγούνταν τα παιδιά, όπως τα είχαν ακούσει από τις γιαγιάδες τους. Και μάλιστα τα μεγάλωναν κι αυτά, γιατί τα παιδιά αγαπούν τα ψέματα. Ακόμα και τώρα, πολλοί τα έβλεπαν. Η ίδια η Μαχώ είχε πει κάποτε στον γιο της, τον Φάλκο, ότι είδε με τα μάτια της νεράιδες να χορεύουν. Ήταν ένα μεσημέρι, μία φορά, όταν ήταν ακόμα μικρό κορίτσι. Βρισκόταν ψηλά στο Έρημο Χωριό. Απέναντι, πάνω στην απότομη ακτή του Κουρούπη, έβλεπε τις νεράιδες. Ήταν ένα πλήθος γυναίκες ντυμένες στα άσπρα. Ήταν πιασμένες χέρι χέρι σε χορό. Χόρευαν «στον καλό τους καιρό» και τραγουδούσαν.

— Και τι τραγούδι έλεγαν, μάνα; ρώτησε τη μητέρα της η μικρή Τσιτσώ, ένα κοριτσάκι εννιά χρονών.

— Έλεγαν, κορίτσι μου: «Ακούτε μας· μιλάτε μας· εμείς, καλές κυράδες…»

— Ήθελα κι εγώ να το έβλεπα αυτό, μάνα, είπε ο Φάλκος.

— Ο Θεός να μη σε αξιώσει, παιδάκι μου. Εγώ, όταν το είδα, έπεσα άρρωστη στο κρεβάτι. Και η γλώσσα μου πιάστηκε σαράντα μέρες.

Τότε μίλησε ο ανιψιός της, ο Σταμάτης το Παπαδόπουλο. Ήταν ένας άλλος μάγκας, σχεδόν συνομήλικος με τον Φάλκο.

— Και δεν μου λες, θεια, πού βρήκαν τον τόπο για να χορέψουν; Πάνω εκεί, στον γκρεμό, στη σάρα, πώς δεν γλιστρούσαν να πέσουν;

— Αυτές είναι οι νεράιδες, παιδάκι μου, και πατούν στον αέρα, απάντησε η Μαχώ.

Την ιστορία για τις νεράιδες που χόρευαν την επιβεβαίωσε και η γρηά Φαλκίτσα, η μητέρα της Μαχώς. Ήταν μια γριά κοντή και κυρτή, σαν ένα κουβαράκι. Αυτή είχε δει στον καιρό της πολλά απίστευτα πράγματα.

Ο Φάλκος για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να περάσει τη νύχτα στο Έρημο Χωριό χωρίς πολύ κόσμο. Ο πολύς κόσμος θα έφτανε για να διώξει τα στοιχειά. Είχε μεγάλη περιέργεια να δει στοιχειά, ανακατεμένη με ακόμα μεγαλύτερο φόβο.

Για να πάρει λίγο θάρρος, είχε ρωτήσει τη γιαγιά του κάτι. Ήθελε να μάθει αν όλα τα φαντάσματα κάνουν κακό σε όσους τα δουν. Έτσι είχαν κάνει κάποτε οι νεράιδες στη μητέρα του. Η γριά τού απάντησε ότι υπάρχουν και στοιχειά που δεν βλάπτουν και δεν είναι επικίνδυνα. Και μάλιστα τα ζώδια των σπιτιών σίγουρα δεν κάνουν ποτέ κακό.

Μόλις είχαν φτάσει, και άρχιζε να νυχτώνει. Η Μαχώ πίστευε ότι θα έβρισκε στο Έρημο Χωριό δύο ή τρεις άλλες γυναίκες, μαζί με άλλα τόσα παιδιά ή κορίτσια. Αυτές περνούσαν εκεί τις νύχτες εδώ και μέρες, για τον ίδιο λόγο με τη Μαχώ. Τη μέρα μάζευαν ελιές, και το παλιό χωριό ήταν κοντά στα κτήματά τους. Δεν ήθελαν να κοιμούνται στο ύπαιθρο, γιατί έπεφτε πολλή δροσιά και υγρασία τη νύχτα. Ήταν και γυναίκες. Γι' αυτό, για ευκολία, κατέβαιναν και κοιμούνταν εκεί, στα δύο ή τρία μικρά σπίτια που σώζονταν. Έτσι μπορούσαν να αρχίσουν νωρίς τη δουλειά την άλλη μέρα.

Η Μαχώ λοιπόν ήλπιζε να βρει συντροφιά. Δεν θα της άρεσε να μείνει μόνη με το παιδί τη νύχτα στο έρημο μέρος. Εκεί «κροτίζει ο τόπος», από τόσες παλιές αναμνήσεις και τόσα στοιχειά. Αλλά η Μαχώ γελάστηκε. Οι γυναίκες είχαν τελειώσει για την ώρα το πρώτο μάζεμα των ελιών. Είχαν γυρίσει το βράδυ στη μικρή πόλη από άλλον δρόμο.

Η Μαχώ δεν βρήκε ψυχή στο Έρημο Χωριό. Νύχτωνε πια. Η πανσέληνος είχε περάσει, και το φεγγάρι θα έβγαινε δύο ή τρεις ώρες μετά το σούρουπο. Εξάλλου, ο Φάλκος ήθελε να περάσει τη νύχτα στο άγριο μέρος και επέμενε να μείνουν. Ήθελε να κάνει κι αυτός τον γενναίο στον ξάδερφό του τον Σταμάτη. Ο Σταμάτης έκανε συνήθως τον άφοβο ανάμεσα σε όλα τα παιδιά. Ο Φάλκος ήθελε να μπορεί να του πει ότι είδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, στο Έρημο Χωριό, και «δεν ίδρωσε το μάτι του».

Η Μαχώ έκανε την ανάγκη φιλοτιμία κι έμεινε. Πρώτα πρώτα άναψε τα καντήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας. Ήταν μια μεγάλη, πολύ παλιά εικόνα της Θεοτόκου, με χαρακτηριστικά σαν αντρικά. Το πρόσωπο ήταν διπλάσιο από ένα αληθινό πρόσωπο, με μεγάλα, πολύ μεγάλα μάτια. Η εικόνα είχε και τον Χριστό, ένα μωρό με πελώριο κεφάλι. Φορούσε χιτώνα χρυσό και φωτεινό, όπως ταιριάζει στον Χριστό, τον «αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον».

Ύστερα άναψε φωτιά στο στενό, ανάμεσα σε δύο ερείπια, απέναντι από το εκκλησάκι και μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της. Έψησε καφέ για τον Φάλκο της, τον καλομαθημένο. Ύστερα μαγείρεψε φαγητό από ντομάτες και κρεμμύδια με λάδι. Αφού έφαγαν, κλείστηκαν στο σπιτάκι για να κοιμηθούν.

Η Μαχώ ήταν κουρασμένη και δεν άργησε να αποκοιμηθεί. Ο Φάλκος όμως στην αρχή έκανε πως κοιμόταν βαθιά και άρχισε να ροχαλίζει. Μόλις κατάλαβε ότι η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί, σηκώθηκε κι άνοιξε την πόρτα. Θα ήταν κρίμα, σκεφτόταν, να μη χαρεί αυτό το θέαμα. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο θέαμα, αν και δεν ήξερε καλά πώς να το περιγράψει. Ήταν η μυστηριώδης, σιωπηλή νύχτα, ο άπειρος ουρανός, η απέραντη θάλασσα. Και όλα αυτά ψηλά, πάνω από τον έρημο, μαγικό βράχο. Και ήταν, στο κάτω κάτω, πιθανό να δει και κανένα φάντασμα…

Ανατρίχιασε… Καλύτερα να μην υπήρχαν φαντάσματα! Όταν βγήκε έξω ο Φάλκος, πρώτα γύρισε πίσω, προς την πόρτα του σπιτιού, που την είχε αφήσει ανοιχτή. Έστησε αυτί για να ακούσει την ανάσα της μητέρας του που κοιμόταν. Ένιωθε την ανάγκη να έχει συντροφιά την ανάσα της μητέρας του… Ευτυχώς η μητέρα του τού είχε αφήσει και άλλη συντροφιά: τη φωτιά. Την είχε ταΐσει επίτηδες με πολλά ξύλα και κούτσουρα. Την είχε κλείσει ανάμεσα σε πλάκες και πέτρες, μακριά από κάθε ξερό χόρτο, χλωρό θάμνο ή ρίζα δέντρου. Είχε πει ότι την αφήνει «για συντροφιά» και δεν την έσβησε. Τώρα, όσο προχωρούσε η νύχτα, η φωτιά ήταν μεγάλη παρηγοριά. Το τρίξιμό της, η λάμψη από τα αναμμένα δαυλιά και η ζέστη από τη θράκα ήταν ανεκτίμητα. Ήταν πραγματική παρηγοριά σε εκείνη την ερημιά, ανάμεσα σε τόσα ερείπια.

Μόλις βγήκε ο Φάλκος έξω, είδε απέναντι από την πόρτα κάτι μαύρο. Δεν το είχε προσέξει από το βράδυ. Έμοιαζε πολύ με μια γριά ντυμένη στα μαύρα, που καθόταν στο σκοτάδι και τον κοίταζε από μακριά. Ο Φάλκος ένιωθε φόβο και ήθελε με κάθε τρόπο να διώξει τον φόβο από μέσα του. Γι' αυτό πήρε ένα αναμμένο δαυλί και πήγε κατευθείαν στο μαύρο πράγμα. Το έπιασε με τα χέρια του και βεβαιώθηκε τι ήταν. Ήταν ένα μαύρο κούτσουρο, η ρίζα ενός δέντρου που υπήρχε εκεί πριν από πολλά χρόνια. Είχε καεί και ήταν σαν κάρβουνο. Πιο πέρα στεκόταν κάτι όρθιο, που έμοιαζε με άνθρωπο με το ένα χέρι απλωμένο ψηλά. Κρατώντας το δαυλί, πλησίασε και το είδε καλά. Βεβαιώθηκε ότι ήταν ο κορμός μιας ξεραμένης αγριοσυκιάς. Τα φύλλα της φαίνονταν σαν να τα είχαν φάει ή μαδήσει πρόσφατα. Το ένα κλωνάρι ήταν σπασμένο και έγερνε κάτω. Το άλλο ήταν στη θέση του και απλωνόταν οριζόντια.

Δίπλα εκεί, είδε τη λάμψη από τα καντήλια του εκκλησακιού, που τα είχε ανάψει νωρίς η μητέρα του. Ο Φάλκος έσκυψε και κοίταξε από το τζάμι του παραθύρου. Είδε τη σκιά και το ιερό μισοσκόταδο των εικόνων, των μικρών ανοιγμάτων στους τοίχους και των γωνιών. Είδε τις θαμπές μορφές των Αγίων. Μύρισε το ανακατεμένο άρωμα του κεριού, του λαδιού και του θυμιάματος. Κοίταξε για πολλή ώρα, στο τρεμάμενο φως του καντηλιού, τα μεγάλα μάτια της Παναγίας. Τα μάτια έμοιαζαν να τον κοιτάζουν μέσα από τα τζάμια σαν βασίλισσα, με καλοσύνη και με ένα χάδι χωρίς σώμα. Έκανε γρήγορα δύο σταυρούς κι απομακρύνθηκε.

Η φωνή των κυμάτων, πνιχτή και μονότονη, ανέβαινε από τα θεμέλια των βράχων, από τις θαλασσινές σπηλιές. Ο ουρανός ψηλά έλαμπε από άστρα. Και κάτω, στο φως των άστρων, φαινόταν να γυαλίζει η θάλασσα, που ανατρίχιαζε. Απέναντι άσπριζε η ακτή του Κουρούπη, μελαγχολική. Εκεί χόρευαν οι νεράιδες το μεσημέρι. Και τη νύχτα έπεφταν με κρότο οι πέτρες, που τις κυλούσαν τα δαιμόνια. Έτσι έδιωχναν τους ψαράδες που τολμούσαν να πλησιάσουν τη βρύση… Φυσούσε ένα λεπτό, μυρωδάτο δυτικό αεράκι, μια δροσιά που έδινε ζωή. Ο Φάλκος ένιωθε κάτι σαν ελαφράδα, σαν να ήθελε να πετάξει. Δεν το είχε νιώσει ποτέ στο χωριό του. Εκεί κυλιόταν στα ρυάκια και στα αυλάκια των στενών πλακόστρωτων δρόμων, παίζοντας με τα άλλα παιδιά.

Μέσα σε εκείνο το βουητό της θάλασσας ξεχώριζε κάτι σαν γδούπος, σαν χτύπημα σφυριού. Ήταν μονότονο και ρυθμικό, επίμονο σαν το τραγούδι του τζίτζικα και το τιτίβισμα των σπουργιτιών. Ο Φάλκος, όσο κι αν βασάνιζε το μυαλό του, δεν καταλάβαινε τι ήταν εκείνος ο συνεχής κρότος.

Ανυπόμονος, γύρισε στο σπίτι για να ρωτήσει τη μητέρα του. Την κούνησε για να την ξυπνήσει.

— Μητέρα, τι πράγμα είναι αυτό που κάνει τακ, τακ, κάτω στη θάλασσα; Μήπως είναι κανένα στοιχειό;

Η Μαχώ σάλεψε, έτριψε τα μάτια της και είπε:

— Είναι ο Καλαφάτης, παιδί μου.

Και πήγε να γυρίσει στο άλλο πλευρό.

— Και τι πράγμα είναι ο Καλαφάτης; ξαναρώτησε ο Φάλκος.

Η Μαχώ χασμουρήθηκε, έκλεισε τα μάτια και δεν απάντησε.

Ο Φάλκος επέμενε.

— Πες μου, μητέρα, τι είναι ο Καλαφάτης; είπε, και κουνούσε τον ώμο της.

— Ο Καλαφάτης, είπε με κόπο η Μαχώ, είναι μια ξέρα κάτω στον γιαλό, που τη λένε έτσι… Κοιμήσου, παιδί μου.

Η Μαχώ δεν είχε καταλάβει ότι ο γιος της έλειπε από κοντά της και ότι τώρα είχε γυρίσει από έξω. Νόμισε ότι ήταν ξαπλωμένος δίπλα της και είχε ακούσει από εκεί τον κρότο της ξέρας.

Αμέσως, αφού είπε το «Κοιμήσου, παιδί μου», αποκοιμήθηκε πάλι. Κι ο Φάλκος βιάστηκε πάλι να βγει έξω.

Ήταν πια μεσάνυχτα, και το φεγγάρι είχε βγει από ώρα. Όταν ο Φάλκος βγήκε για δεύτερη φορά, έριξε ξύλα στη φωτιά για να μη σβήσει. Τον ευχαριστούσε και τον μάγευε πολύ η φωτιά, μέσα στη σιωπή και τη γαλήνη της νύχτας, ανάμεσα στα ερείπια.

Εκείνη τη στιγμή ο Φάλκος άκουσε έναν πετεινό να λαλεί. Η φωνή δεν φαινόταν να έρχεται από πολύ κοντά, αλλά ούτε από μακριά. Ίσως εκείνη τη νύχτα να περνούσε στη θάλασσα καμιά βρατσέρα ή κανένα μικρό γολετάκι, λίγο ανοιχτά από την ακτή. Μπορεί να είχε κοτέτσι στο κατάστρωμα. Αν δεν ήταν αυτό, το λάλημα μάλλον ερχόταν από το καλύβι μιας τσοπάνισσας, που τη λέγανε Κοκκινίτσα. Το καλύβι της δεν ήταν πολύ μακριά. Βρισκόταν πάνω στη ράχη του βουνού, απέναντι από το Έρημο Χωριό.

Ο Φάλκος θυμήθηκε τις ιστορίες των παιδιών για τα «ζώδια» των σπιτιών, που φαίνονται καμιά φορά τη νύχτα. Θυμήθηκε και τις παραδόσεις που είχαν ακούσει από τις γριές γιαγιάδες.

Τότε, αν και η γιαγιά του τον είχε βεβαιώσει ότι αυτά τα ζώδια δεν μπορούν να κάνουν κακό, ένιωσε αληθινό τρόμο. Έτρεξε, μπήκε μέσα από την πόρτα, έκανε τον σταυρό του και ξάπλωσε δίπλα στη μητέρα του.

— Μητέρα, είπε τρομαγμένος, άκουσα έναν πετεινό… Είναι το ζώδιο του σπιτιού μας!

Η μητέρα του δεν απάντησε· κοιμόταν βαθιά.

— Πες μου, μητέρα, ξαναείπε ο Φάλκος, και την κουνούσε για να την ξυπνήσει. Ένιωθε τώρα μεγαλύτερη ανάγκη για συντροφιά, και πάνω απ' όλα για ανθρώπινη κουβέντα. — Πες μου, τι πράγμα είχαν σφάξει όταν έχτισαν αυτό το σπιτάκι; Δεν έσφαξαν πετεινό;

Η Μαχώ ξύπνησε και ανακάθισε πάνω στη μάλλινη τσέργα, όπου ήταν ξαπλωμένη.

— Τι έχεις, παιδί μου, και δεν κοιμάσαι; είπε. Δεν έχεις ύπνο;

— Όχι, όχι… είπε ο Φάλκος. Άκουσα έναν πετεινό.

— Πού τον άκουσες;

— Εδώ έξω.

— Στο καλύβι της Κοκκινίτσας θα λάλησε… Έχει ένα σωρό πετεινάρια… Θέλεις να σου αγοράσω ένα αύριο και να σου το σφάξω την Κυριακή;…

— Ακούς εκεί; Μακάρι…

— Καλά, Φαλκάκι μου. Κοιμήσου τώρα. Και μεθαύριο, όταν πάμε κάτω, εγώ θα σε φιλέψω πετεινό…

Τώρα ο Φάλκος ένιωθε νύστα. Πριν, η περιέργεια είχε νικήσει τη νύστα. Θα ήθελε πάλι να σηκωθεί και να βγει έξω. Όμως ο ύπνος τού επιτέθηκε, κι άρχισε να ζαλίζεται και να μουδιάζει. Αντίθετα, η μητέρα του είχε χορτάσει μισό ύπνο, και η νύστα της έφυγε. Έμεινε ανακαθισμένη και σκεφτική, κοντά στο προσκέφαλο του Φάλκου της.

Σε λίγο ο Φάλκος είχε αποκοιμηθεί. Η μητέρα του καθόταν όπως ήταν, με το κεφάλι σκυμμένο και στηριγμένο στο χέρι της. Άρχισε πάλι να νυστάζει και να κοιμάται ελαφριά, σαν τον λαγό.

Σε λίγο ξύπνησαν και οι δύο από έναν κρότο και μια παράξενη φωνή.

Έξω από την πόρτα τους ακουγόταν κάτι σαν μουγκρητό:

— Μπ! μου! βου! μου! μπου! μου!

Ο Φάλκος τινάχτηκε πάνω. Η Μαχώ ξαφνιάστηκε μέσα στον ελαφρύ της ύπνο.

— Παναγία μου! Τι είναι;

Στη φωνή της Μαχώς απάντησε ένα δυνατό, κοροϊδευτικό γέλιο. Αυτό όμως δεν ησύχασε καθόλου τη γυναίκα.

Πολλοί, κατά καιρούς, είχαν ακούσει πολλά φαντάσματα της νύχτας να γελούν δυνατά. Το ίδιο και τις νεράιδες τη μέρα.

Αλλά ο Φάλκος, παράξενα, μέσα στον φόβο του γέλασε.

— Αν είναι στοιχειό, είπε, θα μοιάζει με τον ξάδερφό μου τον Σταμάτη…

Πράγματι, είχε γνωρίσει τη φωνή και το γέλιο του συνομήλικου ξαδέρφου του.

— Βρε παιδί, τρελάθηκες; Θα τους τρομάξεις… θα κοπεί το αίμα τους! απάντησε μια φωνή απ' έξω στο γέλιο.

Ακούστηκε δεύτερο γέλιο. Ύστερα μια δροσερή, νεανική φωνή είπε:

— Δεν τα φοβάμαι τα στοιχειά εγώ, θεια Μαχώ.

Ο Φάλκος άνοιξε την πόρτα.

Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο Σταμάτης. Τον συνόδευε η γρηά Φαλκίτσα, η γιαγιά του και γιαγιά του Φάλκου, η μητέρα της Μαχώς.

Η γρηά Φαλκίτσα ήταν κοντή, κυρτή και μαζεμένη. Έβλεπε καλά τη νύχτα, καθώς έσκυβε προς τη γη. Είχε γερά πόδια και πατούσε με ελαφρύ βήμα.

Ο Σταμάτης έβγαλε μια κραυγή θριάμβου.

— Καλώς σας βρήκαμε!… Για χάρη σας, κόντεψαν να μας φάνε τα στοιχειά!

Ο Φάλκος ρώτησε τη γιαγιά του:

— Ξέρεις να μου πεις, μάνα, τον καιρό που έχτιζαν αυτό το σπίτι, τι είχαν σφάξει στα θεμέλια;… Μήπως έσφαξαν πετεινό;… Γιατί άκουσα έναν πετεινό να λαλεί πολλή ώρα…

Η γρηά Φαλκίτσα απάντησε με κέφι:

— Ακούς εκεί! Τι άλλο θα έσφαξαν από πετεινό, παιδί μου… Καλά το γλέντησαν εκείνοι με τον πετεινό, με εκείνον τον μικρό… Μακάρι να είχαμε κι εμείς έναν!

— Μόλις τώρα τον είχα αναφέρει, μάνα, και του έταξα του γιου μου ένα πετεινάρι, είπε η Μαχώ.

— Και τι να μας κάνει ένα πετεινάρι, θεια, είπε ο Σταμάτης, αφού έχουμε κι άλλους δικούς μας κάτω στο χωριό; Μισό μόνο θέλω εγώ για το μερίδιό μου…

— Θα πάρω δύο από την Κοκκινίτσα, Σταματάκη μου, φτάνει να μου δίνει, είπε η Μαχώ.

Αμέσως τώρα η γρηά Φαλκίτσα άρχισε να διηγείται πώς και γιατί ήρθε με τον εγγονό της τέτοια ώρα.

— Σαν είδαμε, παιδάκι μου, πως αργήσατε, καταλάβαμε πως θα κοιμόσασταν στο δικό μας το χωριό. Και θα ήσασταν μοναχοί σας, γιατί η Διόμαινα κι η Μπάλαινα κι η γειτόνισσά μας το Γερακώ είχαν φύγει νωρίς. Δεν είχαν άλλες ελιές να μαζέψουν πια. Κι ήρθε το Γερακώ, η γειτόνισσα, και μας είπε πως, αν το ήξερε, θα καθόταν στο χωριό μας, για να σας κάνει συντροφιά. (Χωριό της έλεγε η γριά το παλιό Έρημο Χωριό.) Και της κακοφάνηκε που δεν το ήξερε, για να καθίσει. Σαν τα άκουσε κι ο Σταματάκης, αυτό το αγιόπαιδο, δεν κρατιόταν. Φοβέριζε πως θα ξεκινήσει να έρθει στο χωριό μεσάνυχτα, μοναχός του. Σαν βγήκε το φεγγάρι, και βλέπαμε να περπατάμε… Για να μην ξεκινήσει να έρθει μοναχός του ο Σταματάκης, ο τολμηρός… Κι έχω δυο καημούς, και για σας και γι' αυτόν… Είπα κι εγώ: «Ας ξεκινήσουμε να πάμε, τώρα που βγήκε το φεγγάρι»… Κι έτσι ήρθαμε.

Είχαν έρθει από ψηλά, από τη ράχη, από τα Καλύβια του βουνού. Εκεί είχαν σκοπό να περάσουν τη νύχτα η γριά κι ο εγγονός της. Από το πρωί βρίσκονταν στη μάντρα, στο βουνό. Είχαν πάει να ζητήσουν από δύο βοσκούς, κολλήγους τους, λίγα πράγματα που τους χρωστούσαν. Ήταν μυζήθρες και τραχανάς, από το μερίδιο της σοδειάς και από το νοίκι για τα βοσκοτόπια. Το βράδυ οι τρεις γυναίκες από τη γειτονιά του Έρημου Χωριού γύριζαν στη μικρή πόλη. Στον δρόμο πέρασαν από τα Καλύβια. Η Φαλκίτσα ήξερε ότι η κόρη της η Μαχώ σκόπευε να μείνει εκείνη τη νύχτα στο Έρημο Χωριό. Μίλησε με τις τρεις γυναίκες. Εκείνες λυπήθηκαν, γιατί δεν το ήξεραν, για να μείνουν να της κάνουν συντροφιά. Τότε, σαν νύχτωσε, ο Σταμάτης, «τ' αγιόπαιδο», όπως τον έλεγε η γιαγιά του, σήκωσε επανάσταση. Ζητούσε να πάνε μαζί στο Παλιό Χωριό. Αλλιώς, φοβέριζε ότι θα πήγαινε μόνος του ή με δύο βοσκόπουλα. Τα βοσκόπουλα αυτά θα οδηγούσαν τα μικρά κοπάδια τους προς εκείνο το μέρος.

Η γριά υποχώρησε. Μόλις βγήκε το φεγγάρι, ξεκίνησαν μαζί.

Τώρα ο Σταμάτης άρχισε να διηγείται στον ξάδερφό του πώς ξεγέλασε τα δύο βοσκόπουλα. Εκείνα είχαν σχεδιάσει να τον «σκιάξουν», να τον τρομάξουν. Αλλά ο Σταμάτης χάλασε τα σχέδιά τους και τα τρόμαξε αυτός, αντί να τον τρομάξουν εκείνα.

— …Το μυρίστηκα εγώ πως ήθελαν να κρυφτούν κάτω στο ρέμα, δίπλα στον δρόμο μας… Τους άκουσα που μουρμούριζαν οι δυο τους: «Βρε συ Στάθη, καημένε, με την κάπα να στήσεις όρθια την κουκούλα. Και τα μανίκια της κάπας να τα σηκώσεις ψηλά, να φαίνεσαι σαν στοιχειό.» «Πού, βρε συ Γιάννη;» του λέει ο άλλος. «Να, κάτω στα σχίνα εκεί… Κι εγώ θα κάνω τάχα το βοϊδάκι, θα μουγκρίζω… Κι από κει, σαν το βάλουν στα πόδια, τους πετάμε πέτρες.» Σαν τα άκουσα, είπα: «Καλά, θα σας δείξω εγώ!»… Λέω της γριάς να καθίσει στην άκρη, να κρατά την ανάσα της και να με περιμένει. Κι έφυγα… «Πού πας;» «Σώπα!» Παίρνω το μονοπάτι από την άλλη μεριά… Κατά τα σχίνα αυτοί, κατά τα πουρνάρια εγώ… Τους βλέπω απέναντι, που παραμόνευαν κρυμμένοι. Μια πετριά· δεύτερη πετριά· και χώθηκα μέσα στα κλαριά… Ξαφνιάζονται, γυρίζουν να δουν από πού έρχονται οι πετριές. Σηκώνομαι, τους κυνηγώ από κοντά, τους ρίχνω βράχια… Κατά τα σχίνα αυτοί, κατά τα πουρνάρια εγώ… Το έκοψαν κουμπούρι… Το έβαλαν στα πόδια, κι ακόμα τρέχουν… Πίστεψαν πως ήταν στοιχειό που τους κυνήγησε. Τρέχω, βρήκα τη γιαγιά μου, και το βάλαμε στα πόδια για δω. Και να μας, ήρθαμε… Α! δεν φοβάμαι τα κρούσματα, θεια Μαχώ!

Κι αφού τα είπε αυτά, ο Σταμάτης το παπαδοπαίδι, «τ' αγιόπαιδο», άρπαξε τη φλάσκα, που ήταν γεμάτη νερό. Την άδειασε σχεδόν όλη για να ξεδιψάσει… Ύστερα ξάπλωσε μπρούμυτα δίπλα στο κατώφλι της πόρτας. Και άρχισε να ροχαλίζει πριν ακόμα κοιμηθεί.

### Γλωσσάρι

- **κρούσματα / στοιχειά / εξωτικά**: φαντάσματα, πνεύματα και παράξενα φαινόμενα της νύχτας.
- **ζώδιο (του σπιτιού)**: το πνεύμα του σπιτιού, με τη μορφή του ζώου που έσφαξαν στα θεμέλια όταν το έχτιζαν.
- **νεράιδες**: μαγικές γυναίκες της λαϊκής παράδοσης· λένε ότι κάνουν κακό σε όποιον τις δει.
- **«στον καλό τους καιρό»**: λαϊκή έκφραση για τις νεράιδες· εδώ φαίνεται να σημαίνει «με κέφι, στην ώρα της χαράς τους».
- **«κροτίζει ο τόπος»**: λαϊκή έκφραση· εδώ φαίνεται να σημαίνει ότι ο τόπος βγάζει παράξενους θορύβους, ότι είναι στοιχειωμένος.
- **σάρα**: απότομη πλαγιά με χαλαρές πέτρες που γλιστρούν.
- **παλαμάρι**: χοντρό σκοινί για να δένουν το πλοίο· εδώ χρησιμοποιείται σαν μέτρο απόστασης.
- **καλαφάτης / ματσόλα**: ο τεχνίτης που κλείνει τις χαραμάδες του πλοίου· το ξύλινο σφυρί του. Εδώ Καλαφάτης είναι και το όνομα μιας ξέρας.
- **«δεν ίδρωσε το μάτι του»**: δεν φοβήθηκε καθόλου.
- **«αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον»**: λόγια από ψαλμό: «αυτόν που ντύνεται το φως σαν ρούχο».
- **τσέργα**: χοντρό μάλλινο υφαντό, για στρώσιμο ή σκέπασμα.
- **«Το έκοψαν κουμπούρι»**: τοπική έκφραση που δεν τη βρίσκουμε στα λεξικά· από την ιστορία φαίνεται να σημαίνει «έφυγαν πολύ γρήγορα». Κουμπούρι είναι ένα παλιό πιστόλι.
- **αγιόπαιδο / παπαδοπαίδι**: παιδί του παπά· η γιαγιά το λέει και για πείραγμα.
