# Παραμύθια (επίπεδο B1)

*Hans Christian Andersen*

## Τα ρούχα του βασιλιά

Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς. Αγαπούσε τόσο πολύ τα καινούργια ρούχα, ώστε ξόδευε όλα του τα χρήματα για να ντύνεται με μεγαλοπρέπεια. Δεν τον ένοιαζαν ούτε οι στρατιώτες ούτε τα θέατρα. Η μόνη του ευχαρίστηση ήταν να βγαίνει με την άμαξα και να βλέπει ο κόσμος τα λαμπρά του ρούχα. Για κάθε ώρα της ημέρας είχε χωριστή ενδυμασία. Και ο λαός έλεγε γι' αυτόν: «ο βασιλιάς αλλάζει τώρα», όπως αλλού λένε: «ο βασιλιάς έχει συμβούλιο.»

Η μεγαλούπολη όπου ζούσε ήταν πολύ ζωηρή. Πάρα πολλοί ξένοι έρχονταν κι έφευγαν συνέχεια. Μια μέρα ήρθαν και δύο απατεώνες, που έκαναν τον υφαντή. Έλεγαν σε όλους ότι φτιάχνουν πολύ λαμπρά υφάσματα. Όχι μόνο τα χρώματα και τα σχέδιά τους, έλεγαν, είναι τα ωραιότερα που υπάρχουν. Αλλά το ύφασμά τους έχει και μια περίεργη ιδιότητα. Γίνεται αόρατο για εκείνους μόνο τους ανθρώπους που είναι εντελώς παλαβοί ή ανάξιοι για τη θέση που έχουν.

— Αυτό το ύφασμα θα κάνει περίφημα ρούχα, είπε μέσα του ο βασιλιάς. Όταν τα φοράω, θα μπορώ αμέσως να καταλαβαίνω ποιοι από τους υπαλλήλους μου είναι ικανοί και ποιοι ανάξιοι. Θα ξεχωρίζω τον έξυπνο από τον ανόητο. Χωρίς άλλο! Πρέπει να μου φτιάξουν αμέσως ρούχα από αυτό το ύφασμα.

Και έδωσε στους απατεώνες χρήματα για να αρχίσουν να δουλεύουν.

Οι απατεώνες έστησαν δύο αργαλειούς και άρχισαν τάχα να υφαίνουν. Στην πραγματικότητα δεν είχαν ούτε στημόνι ούτε υφάδι. Ζήτησαν πολύ ακριβά μετάξια και χρυσάφια, αλλά όλα αυτά τα έκρυβαν. Δούλευαν τους άδειους αργαλειούς στα ψέματα, από την αυγή ως τα μεσάνυχτα.

— Θα ήθελα να ξέρω πώς προχωρεί το ύφασμα, είπε μέσα του ο βασιλιάς.

Αλλά όταν θυμήθηκε ότι οι ανάξιοι για τη θέση τους δεν θα μπορούν να το δουν, τα χρειάστηκε. Όχι βέβαια ότι φοβήθηκε για τον εαυτό του! Προτίμησε όμως να στείλει κάποιον άλλον να δει πώς πάει η υπόθεση.

Όλοι οι κάτοικοι της πόλης ήξεραν την ιδιότητα του υφάσματος. Είχαν μεγάλη περιέργεια να δουν ποιος από τους φίλους τους ήταν παλαβός και ποιος ανάξιος.

— Θα στείλω τον γέρο υπουργό μου, λέει ο βασιλιάς. Είναι τίμιος και φρόνιμος και ο καταλληλότερος για το αξίωμά του. Αυτός μπορεί να κρίνει αν είναι όμορφο το ύφασμα.

Πήγε λοιπόν ο γέρος υπουργός στο εργαστήρι, όπου οι απατεώνες δούλευαν τους άδειους αργαλειούς.

— Κύριε ελέησον! λέει ο υπουργός και τεντώνει τα μάτια του. Δεν βλέπω τίποτα.

Αλλά αυτά τα είπε μέσα του.

Οι δύο απατεώνες τον παρακάλεσαν να πλησιάσει. Τον ρώτησαν πώς του αρέσουν το σχέδιο και τα χρώματα, και του έδειχναν τους αργαλειούς. Ο υπουργός άνοιγε τα μάτια του, αλλά δεν έβλεπε τίποτα, αφού δεν υπήρχε τίποτα να δει.

— Καλέ, τόσο ανόητος είμαι; σκεφτόταν. Και δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό! Αλλά δεν πρέπει να το μυριστεί κανένας άλλος. Δεν είμαι ικανός για τη θέση μου; Όχι! Δεν με συμφέρει να δείξω ότι δεν βλέπω το ύφασμα.

— Πώς σας φαίνεται; ρώτησε ο ένας υφαντής.

— Ωραίο, λαμπρό! απάντησε ο υπουργός και κοίταζε με τα γυαλιά του. Αξιόλογο σχέδιο, και τι χρώματα! Πηγαίνω να πω στον βασιλιά ότι μου αρέσει πάρα πολύ.

— Σας ευχαριστούμε πολύ, είπαν οι υφαντές.

Του περιέγραψαν τα διάφορα χρώματα και του εξήγησαν το περίεργο σχέδιο. Ο υπουργός άκουγε με προσοχή για να τα επαναλάβει όλα στον βασιλιά. Και πήγε και του τα επανέλαβε.

Οι απατεώνες ζήτησαν κι άλλα χρήματα, μετάξια και χρυσάφια για να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Όμως τα έκρυβαν όλα, και συνέχισαν να δουλεύουν στα ψέματα τους άδειους αργαλειούς.

Ο βασιλιάς έστειλε ύστερα έναν άλλο τίμιο υπουργό. Έπρεπε να δει πώς πάει η δουλειά και πότε θα τελειώσει το ύφασμα. Κι αυτός έπαθε ό,τι και ο πρώτος. Κοίταζε και κοίταζε, αλλά αφού δεν υπήρχε τίποτα στον αργαλειό, δεν μπορούσε να δει τίποτα.

— Δεν σας αρέσει το ύφασμα; ρώτησαν οι απατεώνες.

Και έδειξαν και εξήγησαν με λεπτομέρειες το ωραίο σχέδιο, που όμως δεν υπήρχε.

— Δεν είμαι κουτός, σκεφτόταν ο υπουργός. Φαίνεται ότι δεν είμαι άξιος για τη θέση μου. Περίεργο! Αλλά δεν πρέπει να το δείξω.

Άρχισε λοιπόν να επαινεί το ύφασμα που δεν έβλεπε. Θαύμαζε τα λαμπρά χρώματα και το ωραίο του σχέδιο.

— Είναι περίφημο πράγμα! είπε στον βασιλιά.

Όλοι οι πολίτες άκουσαν για το πολύ μεγαλοπρεπές ύφασμα και μιλούσαν γι' αυτό. Και ο βασιλιάς θέλησε να το δει ενώ ακόμη το ύφαιναν. Πήγε λοιπόν με διαλεχτή συνοδεία και με τους δύο υπουργούς του, που είχε στείλει πριν. Βρήκε τους δύο απατεώνες, που χωρίς στημόνι και χωρίς υφάδι έκαναν πως ύφαιναν πάνω κάτω.

— Δεν είναι πραγματικά ωραίο; φώναξαν και οι δύο υπουργοί. Παρατηρήστε, Μεγαλειότατε, το σχέδιο και τα χρώματα.

Και έδειχναν τον άδειο αργαλειό, γιατί φαντάζονταν ότι οι άλλοι έβλεπαν το ύφασμα.

— Τι τρέχει; σκεφτόταν ο βασιλιάς. Δεν βλέπω τίποτα! Φρίκη! Είμαι κουτός; Δεν είμαι άξιος να είμαι βασιλιάς; Τι έπαθα!

Και πρόσθεσε δυνατά:

— Είναι πολύ καλό! Μας ευχαριστεί πάρα πολύ!

Και κούνησε το κεφάλι του σαν να ήταν ευχαριστημένος. Παρατηρούσε τον αργαλειό με προσοχή, γιατί δεν ήθελε να ομολογήσει ότι δεν έβλεπε τίποτα. Όλοι όσοι ήρθαν μαζί του κοίταζαν και κοίταζαν χωρίς να βλέπουν τίποτα. Όμως επανέλαβαν όλοι τα λόγια του βασιλιά: «Είναι πολύ καλό!» Και τον παρακίνησαν να κάνει από αυτό το ύφασμα ρούχα για την παρέλαση. Η παρέλαση θα γινόταν εκείνες τις μέρες. Από στόμα σε στόμα πήγαιναν τα λόγια: «ωραίο, λαμπρό, τεχνικότατο!» Ο θαυμασμός ήταν γενικός, και ο βασιλιάς έδωσε στους απατεώνες τον τίτλο: υφαντές της Βασιλικής αυλής.

Όλη τη νύχτα πριν από την τελετή οι απατεώνες δεν κοιμήθηκαν. Άναψαν δεκαέξι λυχνάρια, και ο λαός τους έβλεπε από τα παράθυρα να υφαίνουν τα βασιλικά ρούχα.

Τελικά έκαναν πως έβγαζαν το ύφασμα από τον αργαλειό. Έκοβαν τον αέρα με μεγάλα ψαλίδια και έραψαν με βελόνες χωρίς κλωστή. Και ανακοίνωσαν ότι τα βασιλικά ρούχα ήταν έτοιμα.

Ο βασιλιάς πήγε πάλι με τη συνοδεία του. Οι απατεώνες σήκωναν το ένα χέρι, σαν να κρατούσαν κάτι, και έλεγαν:

— Ορίστε το βρακί, ορίστε ο επενδύτης, ορίστε ο μανδύας, και ούτω καθεξής. Είναι σαν ιστός της αράχνης, και νομίζει κανείς ότι δεν φοράει τίποτα. Τόσο ελαφριά είναι! Αλλά αυτή είναι η ομορφιά του υφάσματος!

— Πραγματικά! έλεγαν οι ακόλουθοι του βασιλιά.

Αλλά δεν έβλεπαν τίποτα, γιατί δεν υπήρχε τίποτα.

— Μας δίνει την άδεια η βασιλική Μεγαλειότητά σας; είπαν οι απατεώνες. Να σας αλλάξουμε και να σας βάλουμε τα νέα αυτά ρούχα μπροστά στον καθρέφτη;

Ο βασιλιάς έβγαλε τα ρούχα του. Οι απατεώνες άρχισαν να τον ντύνουν τάχα με τα καινούργια, το ένα μετά το άλλο. Ο βασιλιάς γύριζε και γύριζε και κοίταζε στον καθρέφτη.

— Ωραία ρούχα! Πηγαίνουν εξαιρετικά! έλεγαν όλοι. Τι σχέδιο, τι χρώματα! Αυτό θα πει ρούχο!

Στο μεταξύ παρουσιάστηκε ο αυλάρχης και ψιθύρισε στη Μεγαλειότητά του ότι είναι ώρα για την τελετή.

— Έτοιμος είμαι, είπε ο βασιλιάς. Μου πηγαίνουν καλά τα ρούχα μου;

Και γύρισε πάλι στον καθρέφτη για να δείξει ότι τα έβλεπε και ότι του άρεσαν.

Οι αυλικοί είχαν χρέος να σηκώνουν την ουρά του βασιλικού μανδύα. Έσκυβαν τα χέρια τους ως το πάτωμα, σαν να σήκωναν τις άκρες του ρούχου. Πήγαιναν πίσω από τον βασιλιά και κρατούσαν τον αέρα. Κανείς δεν τόλμησε να δείξει ότι δεν έβλεπε τα ρούχα.

Πήγε λοιπόν ο βασιλιάς στην παρέλαση με τη συνοδεία του, και όλοι στον δρόμο έλεγαν:

«Τι μεγαλοπρεπή ενδυμασία φοράει σήμερα ο βασιλιάς! Τι ουρά έχει ο μανδύας του! Πώς του πηγαίνει!»

Κανείς δεν ήθελε να φανεί ότι δεν έβλεπε τίποτα. Δεν ήθελε να τον νομίσουν κουτό ή ανάξιο για τη θέση του. Ποτέ δεν είχε θαυμάσει τόσο ο κόσμος βασιλικά ρούχα.

Τελικά ένα παιδί φώναξε:

— Καλέ, ο βασιλιάς είναι γυμνός!

— Άκουσε τι λέει το παιδί, είπε ο πατέρας του.

Και ο ένας άρχισε να ψιθυρίζει στον άλλον τα λόγια του παιδιού.

— Καλέ, ο βασιλιάς είναι γυμνός, είπαν στο τέλος όλοι.

Ο βασιλιάς το άκουσε, και του φάνηκε σαν να είχαν δίκιο. Αλλά σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να διακοπεί η τελετή. Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του. Οι αυλικοί από πίσω του κρατούσαν σφιχτά την ουρά του μανδύα, χωρίς να υπάρχει ούτε μανδύας ούτε ουρά.

### Γλωσσάρι

- **μεγαλοπρέπεια**: πλούτος και ομορφιά που κάνουν μεγάλη εντύπωση.
- **απατεώνες**: άνθρωποι που ξεγελούν τους άλλους για να πάρουν χρήματα.
- **υφαντή**: αυτός που φτιάχνει ύφασμα.
- **αργαλειούς**: τα μηχανήματα με τα οποία φτιάχνουν ύφασμα.
- **υφαίνουν**: φτιάχνουν ύφασμα στον αργαλειό.
- **στημόνι**: οι κλωστές που είναι τεντωμένες στον αργαλειό.
- **υφάδι**: η κλωστή που περνά ανάμεσα από το στημόνι.
- **αόρατο**: αυτό που δεν μπορούμε να το δούμε.
- **ανάξιοι**: άνθρωποι που δεν είναι καλοί για τη θέση τους.
- **αξίωμα**: η υψηλή θέση κάποιου.
- **τα χρειάστηκε**: φοβήθηκε ξαφνικά.
- **λυχνάρια**: παλιές λάμπες με λάδι.
- **βρακί**: παλιό ρούχο για τα πόδια.
- **επενδύτης**: παλιό ρούχο που φοριέται πάνω από τα άλλα, σαν σακάκι.
- **μανδύας**: μακρύ ρούχο χωρίς μανίκια, που πέφτει από τους ώμους.
- **αυλάρχης**: ο άνθρωπος που φροντίζει τα του παλατιού.
- **αυλικοί**: άνθρωποι που ζουν και υπηρετούν στο παλάτι.

## Το ασχημόπαπο

Η εξοχή ήταν σε όλη της την ομορφιά. Ήταν καλοκαίρι, και στα χωράφια το σιτάρι κιτρίνιζε. Στα πράσινα λιβάδια οι χωρικοί είχαν στοιβάξει το χόρτο. Οι πελαργοί, με τα κόκκινα και μακριά πόδια τους, περπατούσαν πάνω κάτω με πολλή αξιοπρέπεια. Μιλούσαν αιγυπτιακά, γιατί αυτή είναι η μητρική τους γλώσσα.

Γύρω από αυτά τα χωράφια και τα λιβάδια υπήρχαν μεγάλα δάση, και μέσα στα δάση ωραίες λίμνες. Η εξοχή ήταν πραγματικά λαμπρή.

Εκεί στον ήλιο ήταν ένα μεγάλο και παλιό σπίτι γεωργών. Γύρω του υπήρχαν περιβόλια, νερά, στάβλοι και ορνιθώνες. Εκεί μια πάπια καθόταν στη φωλιά της και κλωσούσε τα αυγά της. Αλλά η καημένη είχε βαρεθεί πια να κάθεται τόσο καιρό. Οι συντρόφισσές της δεν έρχονταν συχνά να την επισκεφτούν. Προτιμούσαν να είναι έξω στον ήλιο και να κολυμπούν στα αυλάκια. Δεν ήθελαν να κάθονται στα σκοτεινά με την κλώσα και να κακαρίζουν μαζί της.

Τελικά τα αυγά άρχισαν να σκάνε, το ένα μετά το άλλο. Από κάθε αυγό, πιτς πιτς, έβγαινε ένα μικρό πουλάκι.

Μόνο ένα αυγό, το μεγαλύτερο από όλα, δεν μπορούσε ακόμη να σκάσει. Η πάπια έχασε την υπομονή της και σηκώθηκε να φροντίσει τα μικρά της παπάκια. Όμως μετάνιωσε και κάθισε πάλι να το κλωσήσει.

— Ε; Πώς τα πας; τη ρώτησε μια γριά πάπια, που ήρθε να την επισκεφτεί.

— Καλά, απάντησε η κλώσα. Μόνο αυτό το αυγό δεν θέλει να σκάσει. Βλέπεις τα άλλα μου παπιά; Είδες ποτέ σου ωραιότερα πουλάκια; Μοιάζουν πολύ στον πατέρα τους. Ο σιχαμένος εκείνος δεν ήρθε καθόλου να με δει.

— Άσε με να δω το αυγό που δεν σκάει, είπε η γριά. Να σε χαρώ, αυτό είναι κούρκας αυγό. Το έπαθα κι εγώ μια φορά, και μετά υπέφερα με τα μικρά, γιατί φοβούνται το νερό. Δεν μπορούσα να τα κάνω να κολυμπήσουν. Ό,τι κι αν έκανα, ήταν άδικα! Ω, βέβαια, αυτό είναι κούρκας αυγό. Άφησέ το και πήγαινε να μάθεις τα παιδάκια σου να κολυμπούν.

— Ας το κλωσήσω ακόμη λίγο, είπε η πάπια. Αφού κάθισα τόσες μέρες, ας κάνω ακόμη λίγη υπομονή.

— Όπως αγαπάς, είπε η γριά πάπια και έφυγε.

Τέλος πάντων το αυγό έσκασε, πιτς, πιτς, και βγήκε από μέσα ένα μεγάλο και άσχημο παπί.

— Τι μεγάλο παπί! είπε η πάπια. Δεν του μοιάζει κανένα από τα άλλα παιδιά μου. Μήπως είναι πραγματικά κουρκάκι; Τώρα θα το δούμε. Θέλει δεν θέλει, θα το βάλω στο νερό.

Την επόμενη μέρα ο καιρός ήταν πολύ λαμπρός και ο ήλιος έπαιζε στα φύλλα των δέντρων. Η πάπια πήρε όλα της τα παιδιά και πήγε στο αυλάκι. Και, πλουφ, πήδηξε στο νερό. Φώναξε κουά, κουά! και όλα της τα παιδιά έπεσαν πίσω της και βούτηξαν. Αμέσως όμως τα κεφάλια τους ανέβηκαν πάλι πάνω από το νερό. Τα πόδια τους κινούνταν μόνα τους, και κολυμπούσαν όλα περίφημα.

Το άσχημο παπί έπεσε κι εκείνο στο νερό και κολυμπούσε με τα άλλα παιδιά της πάπιας.

— Δεν είναι κουρκάκι, είπε η πάπια. Κοίτα τι ωραία κινεί τα πόδια του και πώς κρατάει ψηλά το κεφάλι του. Είναι δικό μου παιδί κι αυτός. Και μα την αλήθεια, δεν είναι άσχημο το καημένο! Κουά, κουά, έλα μαζί μου να σου δείξω τον κόσμο και να σε παρουσιάσω στον ορνιθώνα. Έλα κοντά μου για να μη σε πατήσει κανείς, και πρόσεχε τη γάτα.

Και πήγε η πάπια στον ορνιθώνα με όλη τη συνοδεία της. Καθώς έμπαιναν, γινόταν τρομερή φασαρία, γιατί δύο οικογένειες μάλωναν για ένα κεφάλι ψαριού. Τελικά το άρπαξε μια γάτα.

— Βλέπετε, παπάκια μου, είπε η πάπια. Αυτός είναι ο κόσμος.

Και τέντωσε τα μάτια της, γιατί το κεφάλι του ψαριού το λαχταρούσε κι αυτή.

— Κουνηθείτε κι εσείς, συνέχισε, και κοιτάξτε μήπως βρείτε τίποτα. Αλλά προσοχή! Σκύψτε τα κεφάλια σας και χαιρετήστε εκείνη τη μεγάλη πάπια. Τη βλέπετε; Είναι η πιο σημαντική από όλους εμάς εδώ. Είναι από ισπανικό γένος· γι' αυτό είναι τόσο παχιά. Προσέχετε ότι το ένα της πόδι είναι δεμένο με ένα κόκκινο κουρέλι; Αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να επιθυμήσει μια πάπια. Σημαίνει ότι όποιος την έχει δεν θέλει να τη χάσει. Από αυτό το σημάδι τη γνωρίζει όλος ο κόσμος. Τινάξτε τα φτερά σας. Μη γυρίζετε μέσα τα δάχτυλά σας. Τα καλοαναθρεμμένα παπιά γυρίζουν έξω τα δάχτυλα, όπως η μητέρα σας και ο πατέρας σας. Ορίστε! Τώρα γυρίστε τον λαιμό σας και πείτε ραπ!

Και έκαναν όπως έλεγε, και είπαν ραπ.

Αλλά οι άλλες πάπιες παρατήρησαν όλη αυτή την οικογένεια και είπαν μεταξύ τους:

— Κοίτα εκεί! Μας ήρθε κι αυτή με τα παπιά της, σαν να είμαστε λίγες εδώ. Και πω, πω! Τι μούτρα έχει εκείνο το παπί της! Κακό χρόνο να 'χει!

Και μια πάπια όρμησε και δάγκωσε το άσχημο παπί στον λαιμό.

— Άφησέ το, φώναξε η μάνα του. Δεν πειράζει κανέναν.

— Ναι, αλλά είναι άνοστο και ανάλατο, και δεν μπορώ να το χωνέψω, είπε η πάπια που το είχε δαγκώσει.

— Νόστιμα παιδάκια έχει του λόγου της, είπε η πάπια με το κόκκινο κουρέλι στο πόδι. Μόνο το ένα είναι κακοφτιαγμένο. Κρίμα που δεν μπορεί να το ξαναφτιάξει.

— Δεν μπορώ να το αλλάξω, κυρία μου, είπε η μάνα. Ό,τι έγινε, έγινε πια! Αλλά είναι καλό το κακόμοιρο και κολυμπάει πολύ καλά. Κολυμπάει μάλιστα καλύτερα από τα άλλα μου. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνει θα ομορφαίνει, και ίσως με τον καιρό μικρύνει. Έμεινε πολύ καιρό στο αυγό, και γι' αυτό δεν είναι καλοφτιαγμένο.

Και ενώ έλεγε αυτά, του τσίμπησε τον λαιμό και διόρθωσε τα φτερά του.

— Στο κάτω κάτω, πρόσθεσε, είναι αγόρι και δεν πειράζει. Φαίνεται ότι θα γίνει δυνατός. Άρχισε από τώρα να έχει τη θέλησή του.

— Τα άλλα σου παπάκια είναι νόστιμα, είπε η αρχόντισσα πάπια. Να τα χαίρεσαι! Άφησέ τα να γυρίζουν εδώ, και αν βρεις κανένα κεφάλι ψαριού, φέρ' το μου.

Και τα παπιά άρχισαν να τρέχουν εδώ κι εκεί. Αλλά το τελευταίο που γεννήθηκε, το μεγάλο παπί, όλοι το έσπρωχναν, το περιέπαιζαν και το δάγκωναν, και πάπιες και όρνιθες. Όλοι το έβρισκαν μεγάλο και άνοστο. Ο κούρκος φανταζόταν ότι ήταν σπουδαίος, γιατί είχε κόκκινα γένια. Φούσκωσε, άνοιξε την ουρά του και όρμησε προς το φτωχό παπί. Φώναξε κλου, κλου, κλου, και η μούρη του έγινε κατακόκκινη. Το δυστυχισμένο παπί δεν ήξερε πού να σταθεί ούτε πού να φύγει. Ήταν λυπημένο, γιατί όλος ο κόσμος το περιέπαιζε και το καταφρονούσε.

Τις επόμενες μέρες το πράγμα χειροτέρευε όλο και πιο πολύ. Ακόμη και τα αδέλφια του δεν το άφηναν ήσυχο και του έλεγαν:

— Α! Να σε έπαιρνε η γάτα, ασχημόπαπο!

Η μάνα του έλεγε:

— Ας έλειπες από μπροστά μου, να μη σε βλέπουν τα μάτια μου!

Οι πάπιες το δάγκωναν και οι όρνιθες το χτυπούσαν. Η κοπέλα που τάιζε τα πουλιά το έσπρωχνε κι αυτή με το πόδι της.

Απελπισμένο το κακόμοιρο χώθηκε στον φράκτη για να φύγει έξω. Τα μικρά πουλάκια που κάθονταν στα κλαδιά του φράκτη τρόμαξαν και πέταξαν.

— Με φεύγουν κι αυτά επειδή είμαι άσχημο, είπε το παπί.

Έκλεισε τα μάτια του και πέταξε ακόμη πιο μακριά. Έφτασε σε έναν βάλτο όπου ζούσαν αγριόπαπιες. Εκεί πέρασε όλη τη νύχτα κουρασμένο και πολύ λυπημένο.

Την αυγή οι αγριόπαπιες ξύπνησαν και είδαν τον νέο τους σύντροφο.

— Τι είδους πλάσμα είσαι; το ρώτησαν.

Το παπί γύρισε το κεφάλι του από εδώ κι από εκεί και χαιρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε.

— Ασχήμια που την έχεις! είπαν οι αγριόπαπιες. Αλλά τι μας νοιάζει, αφού δεν θα συμπεθερέψουμε μαζί σου.

Το κακόμοιρο! Δεν είχε στον νου του γάμους και συμπεθεριά. Ήλπιζε μόνο να το αφήσουν να κοιμάται ήσυχο στα καλάμια και να πίνει από το νερό του βάλτου.

Εκεί έμεινε δύο μέρες. Την τρίτη πέρασαν δύο άγριες χήνες, που είχαν βγει μόλις πριν από λίγο από το αυγό. Ήταν ζωηρές και χαρούμενες.

— Άκουσε, μικρέ! είπε στο παπί μια από αυτές. Είσαι τόσο άσχημος που μου αρέσεις. Έλα να ταξιδέψουμε μαζί. Εδώ κοντά, σε έναν άλλο βάλτο, είναι μερικές νόστιμες ανύπαντρες χηνοπούλες. Έλα, και ίσως βρεις την τύχη σου, αν και δεν είσαι όμορφος.

Ξαφνικά ακούστηκε στον αέρα ένα πιφ, παφ! Οι χήνες έπεσαν στο νερό σκοτωμένες, και εκεί όπου έπεσαν ο βάλτος κοκκίνισε από αίμα. Πιφ, παφ, άλλη μια φορά, και ένα σωρό χήνες σηκώθηκαν από τα καλάμια και έφευγαν. Ακούστηκαν κι άλλοι πυροβολισμοί. Κυνηγοί είχαν περικυκλώσει τον βάλτο και πυροβολούσαν αριστερά και δεξιά. Ο καπνός σηκωνόταν σαν σύννεφο πάνω από τα δέντρα, και ο αέρας τον έσπρωχνε πάνω από τα νερά. Οι σκύλοι των κυνηγών έτρεχαν στη λάσπη, πλατς πλατς, και πατούσαν τα καλάμια. Ω! Πώς έτρεμε το παπί! Έσκυψε το κεφάλι του και το έχωσε κάτω από τη φτερούγα του. Εκείνη τη στιγμή ένας μεγάλος σκύλος πλησίασε, με τη γλώσσα του κρεμασμένη και με μάτια φλογισμένα και άγρια. Μύρισε το παπί, έδειξε τα δόντια του, και πλατς, πλατς, έφυγε χωρίς να το αγγίξει.

Το παπί αναστέναξε.

— Την γλίτωσα, είπε. Είμαι τόσο άσχημο, που ούτε ο σκύλος δεν θέλησε να με δαγκώσει.

Και έμενε εκεί ακίνητο και ήσυχο, ενώ τα σκάγια σφύριζαν στα καλάμια και έπεφταν οι πυροβολισμοί. Τελικά, προς το ηλιοβασίλεμα, ο θόρυβος ησύχασε. Αλλά το παπί δεν τολμούσε να κουνηθεί. Περίμενε πολλή ώρα πριν τολμήσει να δει τι γίνεται γύρω του. Έπειτα σηκώθηκε και πέταξε γρήγορα για να φύγει από εκείνον τον βάλτο. Στον δρόμο όμως το πρόλαβε μια φοβερή ανεμοζάλη. Πετούσε με δυσκολία από χωράφι σε λιβάδι και ζητούσε καταφύγιο.

Όταν νύχτωνε, έφτασε σε μια καλύβα. Αυτή η καλύβα ήταν τόσο παλιά και ερειπωμένη που νόμιζες ότι θα πέσει. Ήταν σαν να μην ήξερε η ίδια από ποια μεριά να πέσει, και γι' αυτό έμενε όρθια. Ο άνεμος φυσούσε με τρομερή δύναμη. Το παπί κάθισε χαμηλά για να μην το πάρει η θύελλα. Τότε παρατήρησε ότι η πόρτα της καλύβας είχε στραβώσει. Είχε μείνει μια τόσο μεγάλη χαραμάδα, που μπορούσε να περάσει από μέσα. Χώθηκε λοιπόν από εκεί μέσα στην καλύβα. Εκεί ζούσε μια γριά με έναν γάτο και με μια όρνιθα, που έκανε κάθε μέρα ένα αυγό. Την αυγή, όταν είδαν το παπί στην καλύβα, ο γάτος σήκωσε τη ράχη του ψηλά ψηλά. Η όρνιθα κακάρισε, και η γριά είπε:

— Τι είναι τούτο;

Και επειδή δεν έβλεπε καλά, νόμισε ότι ήταν πάπια και είπε:

— Τι καλά! Τώρα θα έχω και αυγά πάπιας.

Αλλά το παπί έμεινε τρεις εβδομάδες στην καλύβα, και αυγό η γριά δεν είδε. Θύμωσε λοιπόν με το παπί και δεν του φερόταν καλά. Και ο γάτος και η όρνιθα δεν το έβλεπαν με καλό μάτι. Έτσι μια μέρα το άτυχο παπί στενοχωρήθηκε και έφυγε από την καλύβα.

Στο μεταξύ πλησίαζε το φθινόπωρο. Τα φύλλα στο δάσος κιτρίνιζαν και κοκκίνιζαν, και ο κρύος άνεμος τα άρπαζε και τα έκανε να χοροπηδούν. Τα σύννεφα χαμήλωναν, σαν να τα βάραιναν τα χιόνια. Τα κοράκια κρύωναν και φώναζαν κρωκ, κρωκ! Το παπί έβλεπε όλα αυτά και ήταν σκεφτικό.

Ένα βράδυ ο ήλιος βασίλευε σε όλη του την ομορφιά. Τότε ένα κοπάδι μεγάλα πουλιά κατέβηκε από τον ουρανό. Ήταν κάτασπρα, με μεγάλους λαιμούς, που τους κινούσαν με πολλή χάρη. Ήταν κύκνοι. Έβγαζαν μια περίεργη φωνή και άπλωναν τα λαμπρά κάτασπρα φτερά τους. Ετοιμάζονταν να φύγουν από τα κρύα κλίματα για άλλους ωραίους τόπους, όπου τους περίμενε πάλι ο ήλιος. Και πέταξαν ψηλά ψηλά! Το άσχημο παπί ένιωθε ένα παράξενο αίσθημα ενώ τους έβλεπε να πετούν. Γύριζε γύρω γύρω στο νερό σαν τροχός και τέντωνε τον λαιμό του για να βλέπει τους κύκνους. Ξαφνικά έβγαλε μια τόσο μεγάλη και περίεργη φωνή, που τρόμαξε το ίδιο. Δεν μπορούσε να μην κοιτάζει εκείνα τα ωραία πουλιά. Όταν έφυγαν και δεν φαίνονταν πια, βούτηξε ως τον πάτο της λίμνης όπου κολυμπούσε. Και όταν ανέβηκε στην επιφάνεια, ήταν σαν τρελό. Δεν ήξερε πώς τα λένε εκείνα τα πουλιά. Ένιωθε όμως ότι τα αγαπούσε όπως δεν είχε αγαπήσει ποτέ. Και δεν τα ζήλευε καθόλου. Πώς να τολμήσει το δυστυχισμένο να φανταστεί ότι μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με εκείνα τα ωραία πουλιά; Πώς να τα ζηλέψει!

Και ο χειμώνας ήρθε κρύος, παγωμένος! Το παπί κολυμπούσε χωρίς σταματημό στο νερό για να μην το αφήσει να παγώσει. Αλλά κάθε νύχτα στένευε πιο πολύ η τρύπα όπου μπορούσε να κολυμπά. Κινούσε τα πόδια του για να μην παγώσει όλη η τρύπα. Τελικά όμως το φτωχό κουράστηκε πάρα πολύ και δεν μπορούσε να κινηθεί. Και μια νύχτα ο πάγος το έκλεισε και το έσφιγγε γύρω γύρω.

Την αυγή πέρασε ένας χωρικός, είδε το παπί παγωμένο εκεί και το λυπήθηκε. Πάτησε λοιπόν πάνω στο παγωμένο νερό και έσπασε τον πάγο με το παπούτσι του. Πήρε το παπί στην καλύβα του, για να το δώσει στη γυναίκα του. Εκεί, στη ζέστη, το ταλαίπωρο ζωντάνεψε. Τα παιδιά του χωρικού θέλησαν να παίξουν μαζί του. Αλλά το τρομαγμένο παπί φοβήθηκε ότι ήθελαν να το πειράξουν. Έφυγε τρέχοντας και έπεσε σε μια κανάτα γεμάτη γάλα. Με το φτερούγισμά του ράντισε με γάλα όλη την καλύβα. Η γυναίκα του χωρικού χτύπησε τα χέρια της για να το τρομάξει. Το παπί έφυγε μέσα από το γάλα, έτρεξε και χώθηκε σε ένα βαρέλι γεμάτο αλεύρι. Βγήκε από εκεί κάτασπρο. Η γυναίκα φώναξε θυμωμένη και πέταξε τη σκούπα πάνω του για να το χτυπήσει. Τα παιδιά το κυνηγούσαν και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Ευτυχώς η πόρτα ήταν ανοιχτή και το παπί πρόλαβε να φύγει. Χώθηκε μέσα στα γυμνά χαμόκλαδα και κάθισε στο χιόνι, τελειωμένο από την κούραση.

Πού να σας διηγηθώ τι υπέφερε το δυστυχισμένο ώσπου να περάσει ο χειμώνας.

Τελικά ο ήλιος άρχισε πάλι να καίει και τα πουλάκια να κελαηδούν. Ήρθε πάλι η άνοιξη.

Το παπί ένιωσε τότε ότι τα φτερά του δυνάμωσαν. Χτυπούσαν τον αέρα με δύναμη και το σήκωναν ψηλά. Χωρίς να ξέρει κι αυτό πώς το κατάφερε, βρέθηκε ξαφνικά μια μέρα σε έναν ωραίο κήπο. Εκεί μύριζε γλυκά η πασχαλιά, και τα κλαδιά των δέντρων άγγιζαν μια μικρή λίμνη. Το νερό της έλαμπε σαν καθρέφτης. Και είδε τρεις ωραίους κύκνους, που κατέβηκαν από το χόρτο στη λίμνη. Κολυμπούσαν ελαφρά και κινούσαν με χάρη τους λαιμούς τους.

Το παπί θυμήθηκε τους κύκνους και στενοχωρήθηκε.

— Θα με σκοτώσουν, είπε, αυτά τα μεγαλοπρεπή πουλιά, γιατί τολμώ να τα πλησιάσω. Αλλά θα πάω κοντά τους. Καλύτερα να με σκοτώσουν αυτά, παρά να με δαγκώνουν πάπιες και να με χτυπούν όρνιθες. Καλύτερα παρά να με σπρώχνει η επιστάτρια του ορνιθώνα και να ψοφάω τον χειμώνα από το κρύο και την πείνα.

Και πέταξε, έπεσε στο νερό και άρχισε να κολυμπά. Οι κύκνοι, μόλις το είδαν, άνοιξαν τα φτερά τους και κολύμπησαν προς το μέρος του.

— Σκοτώστε με, είπε το κακόμοιρο.

Και έσκυβε τον λαιμό του, σαν να περίμενε τον θάνατο. Αλλά καθώς έσκυβε, τι να δει στο νερό; Είδε τον εαυτό του. Αλλά αντί να δει ένα ασχημόπαπο άνοστο και κακοφτιαγμένο, είδε έναν ωραίο κύκνο.

Δεν έχει σημασία αν γεννηθεί κανείς σε φωλιά πάπιας, φτάνει να βγήκε από αυγό κύκνου!

Οι τρεις κύκνοι έπλεαν γύρω του και το χάιδευαν με τη μύτη τους. Αυτό ήταν ευτυχισμένο και χαρούμενο, και σκεφτόταν όσα είδε και έπαθε.

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν στον κήπο παιδάκια και έριχναν στο νερό ψωμί για τους κύκνους. Το μικρότερο φώναξε:

— Να, ένας άλλος κύκνος!

Και τα άλλα παιδάκια φώναξαν κι εκείνα:

— Ήρθε άλλος ένας κύκνος!

Και χτυπούσαν τα χεράκια τους και χόρευαν πάνω στο χόρτο. Έτρεξαν να το πουν στον πατέρα τους και στη μητέρα τους. Και έριξαν ψωμί στο νερό και είπαν: «Αυτός ο κύκνος είναι πιο ωραίος από τους άλλους.» Και οι τρεις άλλοι κύκνοι το άκουσαν και έσκυβαν τα κεφάλια τους μπροστά του.

Το ασχημόπαπο ντράπηκε, έκρυβε το κεφάλι κάτω από τη φτερούγα του και δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν τόσο ευτυχισμένο, και δεν ήταν καθόλου υπερήφανο. Σκεφτόταν πώς ως τώρα το καταφρονούσαν και το πείραζαν. Και τώρα άκουγε να λένε ότι ήταν τόσο ωραίο! Τώρα ακόμη και τα δέντρα κρεμούσαν τα κλαδιά τους στο νερό για να το βλέπουν. Τίναξε τα φτερά του, σήκωσε τον λαιμό του και φώναξε χαρούμενο από τα βάθη της καρδιάς του:

— Πού να ονειρευτώ τόση ευτυχία όταν ήμουν ασχημόπαπο!

### Το χαμόμηλο

Έξω από την πόλη, πάνω στον μεγάλο δρόμο, ήταν ένα εξοχικό σπίτι. Το χώριζε από τον δρόμο ένας ξύλινος βαμμένος φράκτης. Ανάμεσα στον φράκτη και στο σπίτι ήταν ένα ωραίο κηπάκι γεμάτο λουλούδια. Σε μια άκρη του είχε φυτρώσει ένα μικρό χαμόμηλο, στη μέση από το καταπράσινο χόρτο.

Ο ήλιος ζέσταινε όλα τα λουλούδια εκείνου του κήπου, μεγάλα και μικρά. Μεγάλωνε και το χαμόμηλο, ώσπου μια αυγή άνοιξε. Άπλωσε ένα στεφάνι από κάτασπρα πέταλα γύρω από έναν μικρό κίτρινο ήλιο, που είχε στη μέση. Το μικρό χαμόμηλο δεν φαντάστηκε ότι η ζωή του θα περάσει καταφρονεμένη, χωρίς να γυρίσει κανείς να το δει. Αλλά ζούσε ευχαριστημένο, έβλεπε τον ήλιο όλη μέρα και άκουγε την κίχλα να κελαηδά και να σχίζει τον αέρα. Το χαμόμηλο χαιρόταν όταν άκουγε το κελάηδημα της κίχλας. Η κίχλα έλεγε όσα εκείνο το φτωχό δεν είχε φωνή να εκφράσει. Και δεν ζήλευε που δεν μπορούσε κι εκείνο να πετάξει και να κελαηδήσει. Αλλά ήταν ευχαριστημένο με ό,τι έβλεπε γύρω του, με τον ήλιο, με το φως και με τη ζέστη.

Μέσα στο κηπάκι υπήρχαν πολλά άλλα μεγαλοπρεπή λουλούδια. Όσο λιγότερο μύριζαν, τόσο περισσότερο φούσκωναν και περηφανεύονταν. Οι δενδρομολόχες είχαν καταφέρει να γίνουν μεγαλύτερες από το τριαντάφυλλο. Οι τουλίπες είχαν πολύ λαμπρά χρώματα και στέκονταν ολόρθες για να φαίνονται καλύτερα. Δεν καταδέχονταν καν να δουν το χαμόμηλο.

Αλλά το χαμόμηλο τα έβλεπε, τα θαύμαζε και έλεγε μέσα του:

— Τι λαμπρά και ωραία λουλούδια! Εκείνο το πουλάκι κελαηδά γι' αυτά και πετά από πάνω τους για να τα βλέπει. Καλά που φύτρωσα εδώ και μπορώ να τα θαυμάζω από κοντά.

Ενώ το χαμόμηλο έλεγε αυτά, ξαφνικά η κίχλα κατέβηκε και κάθισε. Δεν κάθισε στις δενδρομολόχες και στα άλλα λουλούδια, αλλά στο χόρτο κοντά στο χαμόμηλο. Εκείνο τα έχασε από τη χαρά του και δεν ήξερε πώς να εξηγήσει αυτή την επίσκεψη.

Το πουλάκι χόρευε γύρω από το χαμόμηλο, κελαηδούσε και έλεγε:

— Τι μαλακό είναι το χορτάρι! Και τι ωραίο αυτό το μικρό λουλούδι με τη χρυσή του καρδιά και τα ασημένια του ρούχα!

Το χαμόμηλο ήταν πολύ ευχαριστημένο. Το πουλάκι το φιλούσε, του κελαηδούσε, και έπειτα πέταξε πάλι στον αέρα. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου να συνέλθει το χαμόμηλο. Τελικά γύρισε ντροπαλά να δει τι έλεγαν τα άλλα λουλούδια για την τιμή και την ευτυχία της επίσκεψης της κίχλας. Οι τουλίπες στέκονταν ακόμη πιο τεντωμένες από πριν και ήταν κατακόκκινες από τον θυμό τους. Οι δενδρομολόχες ζάρωναν, και αν είχαν φωνή, θα έλεγαν άσχημα λόγια στο ταπεινό χαμόμηλο. Το φτωχό κατάλαβε ότι δεν το έβλεπαν με καλό μάτι οι μεγαλοπρεπείς συγκάτοικοί του, και λυπήθηκε.

Εκείνη τη στιγμή κατεβαίνει στο κηπάκι μια νέα με ένα μεγάλο ψαλίδι στο χέρι. Προχωρεί προς τις τουλίπες και κόβει μία, κόβει δύο, κόβει ένα σωρό.

— Αχ! αναστέναξε το χαμόμηλο. Φρίκη! Κρίμα τα ωραία λουλούδια!

Η νέα έφυγε με το ψαλίδι στο ένα χέρι και τις κομμένες τουλίπες στο άλλο. Το χαμόμηλο ευχαρίστησε τον Πλάστη του, που ήταν ταπεινό και ασήμαντο λουλούδι. Όταν ο ήλιος βασίλεψε, έκλεισε τα πέταλά του και αποκοιμήθηκε. Και ονειρευόταν τον ήλιο και την κίχλα.

Όταν ξημέρωσε, το λουλούδι άνοιξε πάλι τα κάτασπρα πέταλά του και τα άπλωσε προς τον ήλιο. Και άκουσε τη φωνή της κίχλας. Αλλά δεν κελαηδούσε χαρούμενη όπως χθες. Σήμερα η φωνή της ήταν λυπημένη και το τραγούδι της μελαγχολικό. Είχε δίκιο η φτωχή κίχλα να είναι λυπημένη! Την είχαν πιάσει χθες, και τώρα ήταν κρεμασμένη σε ένα κλουβί έξω από το παράθυρο. Και κελαηδούσε τώρα και έκλαιγε όσα πέρασαν. Έκλαιγε την ελευθερία της, τα πράσινα χωράφια, την ανθισμένη γη και το ελεύθερο πέταγμά της στον ουρανό!

Το χαμόμηλο άκουγε, λυπόταν και ήθελε να βοηθήσει τη δυστυχισμένη κίχλα. Αλλά τι να κάνει; Δεν σκεφτόταν ούτε τη ζέστη του ήλιου, ούτε την ομορφιά των άλλων λουλουδιών, ούτε τίποτα άλλο. Ο νους του ήταν στο σκλαβωμένο πουλάκι.

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν στο κηπάκι δύο αγόρια. Το ένα κρατούσε το μεγάλο ψαλίδι που είχε χθες η νέα. Πήγαν ίσια προς το χαμόμηλο, που δεν καταλάβαινε τι το ήθελαν.

— Από εδώ να βγάλουμε χόρτο για την κίχλα, είπε το μεγαλύτερο αγόρι.

Και έκοψε ένα τετράγωνο γύρω από το χαμόμηλο. Με το ψαλίδι το χώρισε από τη γη και το σήκωσε.

— Κόψε το λουλούδι, είπε το μικρό αγόρι.

Και το χαμόμηλο έτρεμε από τον φόβο του, γιατί θα πέθαινε αν το έκοβαν.

— Όχι, δεν το κόβω, είπε το άλλο. Θα στολίσει το κλουβί.

Και τα παιδιά έβαλαν μέσα στο κλουβί το χώμα με το χόρτο και με το χαμόμηλο. Αλλά το πουλάκι έκλαιγε την ελευθερία του και χτυπούσε με τα φτερά του τα σύρματα της φυλακής του. Το χαμόμηλο ήθελε να το παρηγορήσει, αλλά δεν είχε φωνή να μιλήσει.

Και πέρασε πολλή ώρα και νύχτωνε.

— Δεν έχω νερό! είπε η κίχλα. Έφυγαν όλοι και δεν σκέφτηκαν να μου βάλουν νερό. Ο λαιμός μου είναι κατάξερος και με καίει. Πότε παγώνω και πότε καίγομαι. Ω! Θα πεθάνω! Θα αφήσω τον ήλιο, την πρασινάδα και όλα τα ωραία πλάσματα του Θεού!

Και έχωσε τη μύτη της στο χόρτο για να δροσιστεί. Τότε είδε το χαμόμηλο, το χαιρέτησε γλυκά και είπε:

— Κι εσύ εδώ θα μαραθείς, κακόμοιρο λουλούδι! Αντί για όλο τον έξω κόσμο, που ήταν δικός μου, μου έφεραν εδώ αυτό το χορτάρι και σένα μαζί! Αχ, μου θυμίζεις τι έχασα! Κάθε σου πέταλο μου είναι ένα λουλούδι, και κάθε χόρτο μου είναι ένα δέντρο.

— Ας μπορούσα να την παρηγορήσω, έλεγε μέσα του το χαμόμηλο.

Στο μεταξύ νύχτωσε, και δεν ήρθε κανείς να ποτίσει το φυλακισμένο πουλάκι. Τέντωσε τα φτερά του και χτυπούσε το κλουβί απελπισμένα. Αντί να κελαηδά γλυκά όπως άλλοτε, έλεγε πι, πι, και αναστέναζε. Έπειτα έγειρε το κεφάλι του και ψόφησε από λύπη και στέρηση.

Την αυγή ήρθαν τα αγόρια, βρήκαν το πουλάκι ψόφιο και έκλαψαν. Έκλαψαν, έσκαψαν έναν μικρό λάκκο, το έθαψαν και φύτεψαν λουλούδια από πάνω. Ενώ ζούσε το ξέχασαν, και τώρα το έκλαιγαν και το στόλιζαν.

Το χώμα με το χόρτο και με το χαμόμηλο το έριξαν στον δρόμο. Κανείς δεν σκέφτηκε το ταπεινό λουλούδι, που είχε λυπηθεί τόσο την κίχλα και ήθελε τόσο να την παρηγορήσει.

### Γλωσσάρι

- **πελαργοί**: μεγάλα πουλιά με μακριά πόδια.
- **ορνιθώνα**: το μέρος όπου ζουν οι κότες.
- **όρνιθες**: οι κότες.
- **κλώσα**: το πουλί που κάθεται πάνω στα αυγά για να βγουν τα μικρά.
- **αυλάκι**: στενός δρόμος για το νερό, στο χωράφι ή στην άκρη του δρόμου.
- **κούρκος**: ο γάλος, μεγάλο πουλί της αυλής· η θηλυκή είναι η κούρκα και το μικρό το κουρκάκι.
- **άνοστο**: άσχημο, χωρίς χάρη· και φαγητό χωρίς γεύση.
- **κακόμοιρο**: φτωχό, δυστυχισμένο· το λέμε όταν λυπόμαστε κάποιον.
- **καταφρονούσε**: δεν έδινε αξία σε κάποιον, τον περιφρονούσε.
- **βάλτο**: μέρος με ακίνητο νερό και λάσπη.
- **συμπεθερέψουμε**: γίνουμε συγγενείς με κάποιον από γάμο.
- **σκάγια**: μικρά κομμάτια μολύβι που βγάζει το τουφέκι.
- **ανεμοζάλη**: πολύ δυνατός αέρας.
- **κύκνοι**: μεγάλα άσπρα πουλιά του νερού με μακρύ λαιμό.
- **επιστάτρια**: αυτή που φροντίζει και προσέχει κάτι.
- **κίχλα**: μικρό πουλί που κελαηδά όμορφα, η τσίχλα.
- **δενδρομολόχες**: μεγάλα λουλούδια του κήπου.

## Είναι αληθέστατο

— Φρικτό πράγμα! είπε μια όρνιθα. Δεν μπορώ να ησυχάσω. Πρέπει να ξυπνήσω τις άλλες όρνιθες. Καλέ, ακούσατε τι έγινε σε έναν ορνιθώνα;

Και άρχισε να διηγείται στις συντρόφισσές της μια ιστορία. Από την ιστορία αυτή τα φτερά των ορνίθων σηκώθηκαν όρθια. Και το λειρί του πετεινού έπεσε από τη συγκίνηση.

Αλλά ας αρχίσουμε από την αρχή. Η αρχή έγινε σε έναν άλλο ορνιθώνα, στην άλλη άκρη της πόλης.

Ο ήλιος είχε βασιλέψει και οι όρνιθες ετοιμάστηκαν να κουρνιάσουν. Ανάμεσά τους ήταν μια όρνιθα με άσπρα φτερά και κοντά πόδια. Έκανε πάντα τα αυγά της με όλη την τάξη και ήταν πολύ καθώς πρέπει όρνιθα. Όταν πήδηξε κι αυτή σε ένα ξύλο για να κουρνιάσει, ξύστηκε με τη μύτη της. Και της έπεσε ένα μικρό φτερό.

— Πάει κι αυτό, είπε. Όσο μαδούν τα φτερά μου, τόσο ομορφαίνω.

Αυτά τα είπε για χωρατό, γιατί ήταν πολύ αστεία, αν και πολύ καθώς πρέπει όρνιθα. Και έπειτα αποκοιμήθηκε.

Γύρω γύρω ήταν θεοσκότεινα, και οι όρνιθες κοιμούνταν η μία κοντά στην άλλη. Αλλά η γειτόνισσα της αστείας όρνιθας δεν κοιμόταν. Άκουσε και δεν άκουσε, δεν μπόρεσε όμως να κρατηθεί, και είπε στην πλαϊνή της:

— Άκουσες κάτι; Δεν σου λέω το όνομά της. Αλλά μία από εμάς είπε ότι μαδάει τα φτερά της για να ομορφαίνει. Αν ήμουν πετεινός, δεν θα γύριζα να τη δω.

Πάνω από τις όρνιθες ζούσε η κουκουβάγια με τον άνδρα της και τα παιδιά της. Όλα τα μέλη αυτής της οικογένειας είχαν εξαιρετικά αυτιά. Άκουσαν τα λόγια των ορνίθων και γύρισαν γύρω γύρω τα μάτια τους. Η κυρία κουκουβάγια τίναξε τα φτερά της και είπε:

— Μην ακούτε τι λένε. Υποθέτω όμως ότι ακούσατε τις ανοησίες τους εκεί κάτω. Μία από τις όρνιθες έφτασε σε τόση αναισχυντία, που μαδάει τα φτερά της. Και αφήνει τον πετεινό να τη βλέπει μαδημένη.

— Prenez garde aux enfants, είπε ο άνδρας της κουκουβάγιας. Τα παιδιά δεν πρέπει να ακούν αυτά τα πράγματα.

— Πηγαίνω να το πω στη γειτόνισσά μου, είπε η κυρία.

Και πέταξε να βρει μια άλλη κουκουβάγια, πολύ καθώς πρέπει κι εκείνη, με την οποία είχε σχέσεις.

— Κου κου! φώναξαν και οι δύο μπροστά στον περιστεριώνα. Το ακούσατε, περιστέρια; Το ακούσατε; Κου, κου! Μια όρνιθα μάδησε όλα τα φτερά της για χάρη του πετεινού. Θα ψοφήσει από το κρύο, αν δεν ψόφησε ως τώρα.

— Κου, κου! Πού; Πού; ρώτησαν τα περιστέρια.

— Στον πλαϊνό ορνιθώνα. Την είδα σχεδόν. Είναι ντροπή ακόμη και να το διηγείται κανείς, αλλά είναι αληθέστατο!

— Το πιστεύω, το πιστεύω, φώναζαν όλα τα περιστέρια.

Και από τον περιστεριώνα άρχισαν να φωνάζουν, για να ακούσουν οι όρνιθες στον πιο πέρα ορνιθώνα:

— Ακούστε! Μία, ή μάλιστα δύο όρνιθες μάδησαν τα φτερά τους για να είναι διαφορετικές από τις άλλες. Ήθελαν να τις προτιμήσει ο πετεινός. Αλλά την έπαθαν άσχημα, γιατί κρύωσαν, έπαθαν πυρετό και ψόφησαν και οι δύο!

— Ξυπνήστε! Ξυπνήστε! φώναξε ο πετεινός και πήδηξε σε μια σανίδα.

Τα μάτια του ήταν ακόμη βαριά από τον ύπνο, αλλά φώναζε:

— Τρεις όρνιθες ψόφησαν από αγάπη για έναν πετεινό! Μάδησαν όλα τα φτερά τους! Τρομερό δυστύχημα! Ας το ακούσει η πιο πάνω γειτονιά, ας το μάθει ο κόσμος όλος!

— Ας το μάθει ο κόσμος όλος, επανέλαβαν οι νυχτερίδες.

Οι όρνιθες κακάρισαν και οι πετεινοί φώναξαν:

— Ας το μάθει ο κόσμος όλος, ο κόσμος όλος!

Και η ιστορία ταξίδεψε από ορνιθώνα σε ορνιθώνα. Τέλος πάντων έφτασε κι εκεί από όπου είχε πρωτοαρχίσει. Εκεί έλεγαν πια ότι πέντε όρνιθες μάδησαν τα φτερά τους. Το έκαναν για να φανεί ποια από τις πέντε αδυνάτισε περισσότερο από αγάπη για τον πετεινό. Έπειτα άρχισαν να μαλώνουν και ψόφησαν και οι πέντε. Ντροπιάστηκαν οι οικογένειές τους και ζημιώθηκαν τα αφεντικά τους.

Και η όρνιθα που της είχε πέσει το φτερό δεν κατάλαβε ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν δική της. Και σαν καθώς πρέπει όρνιθα που ήταν κι αυτή, είπε:

— Σιχαμένες όρνιθες! Το κακό είναι ότι υπάρχουν κι άλλες σαν αυτές! Δεν πρέπει να μείνει κρυφή μια τέτοια ιστορία. Θα βάλω τα δυνατά μου για να τυπωθεί στην εφημερίδα. Να το μάθει όλος ο κόσμος! Και να πάθουν ό,τι τους πρέπει και οι πέντε αυτές όρνιθες και οι οικογένειές τους!

Και τυπώθηκε στην εφημερίδα, και είναι αληθέστατο ότι ένα μικρό φτερό μπορεί να γεννήσει πέντε όρνιθες.

### Η βασιλοπούλα και το ρεβίθι

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς που είχε έναν γιο και ήθελε να τον παντρέψει. Αλλά ήθελε για νύφη του μια αληθινή βασιλοπούλα. Τον έστειλε λοιπόν να ταξιδέψει για να τη βρει. Ο νέος πήγε από τόπο σε τόπο, αλλά πουθενά δεν έβρισκε αυτό που ζητούσε. Βασιλοπούλες υπήρχαν παντού· άλλο τίποτα! Αλλά κάτι του έδινε πάντα την υποψία ότι δεν ήταν πραγματικά αληθινές βασιλοπούλες. Γύρισε λοιπόν στου πατέρα του χωρίς αποτέλεσμα και λυπημένος, γιατί είχε μεγάλη επιθυμία να βρει μια αληθινή βασιλοπούλα.

Μια νύχτα έγινε φοβερή και τρομερή καταιγίδα. Αστραπές, βροντές, βροχή, χαλάζι, χαλασμός κόσμου! Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε να χτυπούν την πόρτα του παλατιού, και ο γέρος βασιλιάς πήγε να ανοίξει.

Μια βασιλοπούλα στεκόταν έξω από την πόρτα, αλλά η καταιγίδα την είχε κάνει άνω κάτω. Τα νερά έτρεχαν από τα ρούχα της και από τα μουσκεμένα μαλλιά της. Τα παπούτσια της ήταν γεμάτα λάσπη, και η καημένη ήταν σε κακή κατάσταση. Όμως επέμενε να λέει ότι ήταν αληθινή βασιλοπούλα.

— Θα το δούμε αν είναι αληθινή βασιλοπούλα, είπε μέσα της η γριά βασίλισσα.

Πήγε στο κρεβάτι που ετοίμαζαν για τη νέα και σήκωσε όλα τα στρώματα. Έβαλε στα σανίδια του κρεβατιού ένα ρεβίθι. Από πάνω έστρωσε είκοσι στρώματα και είκοσι πουπουλένια παπλώματα. Και κάλεσε τη βασιλοπούλα να κοιμηθεί.

Την αυγή τη ρώτησαν πώς κοιμήθηκε.

— Πολύ άσχημα, απάντησε η βασιλοπούλα. Δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα. Δεν ξέρω τι είχε το κρεβάτι μου. Όπως κι αν γύριζα στο στρώμα, μου έμπαινε στο σώμα ένας σκληρός βώλος. Είμαι ακόμη όλη μελανή!

Αμέσως τότε κατάλαβαν ότι ήταν πραγματικά αληθινή βασιλοπούλα, αφού μέσα από είκοσι στρώματα και είκοσι παπλώματα την πόνεσε το ρεβίθι. Μόνο μια αληθινή βασιλοπούλα μπορούσε να είναι τόσο ευαίσθητη!

Λοιπόν την πάντρεψαν με τον γιο του βασιλιά, αφού κατάλαβαν ότι ήταν αληθινή βασιλοπούλα. Το ρεβίθι το έβαλαν στο Μουσείο, όπου θα βρίσκεται ακόμη, αν δεν το πήρε κανείς από εκεί.

### Γλωσσάρι

- **όρνιθα**: η κότα.
- **ορνιθώνα**: το μέρος όπου ζουν οι κότες.
- **πετεινός**: ο κόκορας.
- **λειρί**: το κόκκινο πάνω στο κεφάλι του πετεινού.
- **κουρνιάσουν**: ανέβουν στο ξύλο τους για να κοιμηθούν, όπως οι κότες.
- **μαδούν**: χάνουν φτερά ή τα βγάζουν.
- **καθώς πρέπει**: σωστή, με καλούς τρόπους.
- **χωρατό**: το αστείο.
- **αναισχυντία**: όταν κάποιος δεν ντρέπεται για κακά πράγματα.
- **Prenez garde aux enfants**: γαλλικά: «προσέξτε τα παιδιά».
- **ψόφησαν**: πέθαναν (για ζώα).
- **αληθέστατο**: πολύ, πάρα πολύ αληθινό.
- **βασιλοπούλα**: η κόρη του βασιλιά.
- **ρεβίθι**: μικρός στρογγυλός καρπός που τρώγεται.
- **παπλώματα**: χοντρά σκεπάσματα για τον ύπνο.
- **βώλος**: μικρό σκληρό στρογγυλό κομμάτι.
- **μελανή**: μαύρη και μπλε από χτύπημα.

## Ο σταθερός στρατιώτης

Μια φορά ήταν ένας στρατός από είκοσι πέντε μολυβένιους στρατιώτες. Ήταν αδέλφια και οι είκοσι πέντε, γιατί γεννήθηκαν όλοι από μία κουτάλα. Κρατούσαν τα τουφέκια τους στον ώμο και κοίταζαν μπροστά τους ολόισιοι! Η στολή τους ήταν λαμπρή, κόκκινη και πράσινη.

Οι πρώτες λέξεις που άκουσαν, όταν άνοιξε το κουτί όπου κοιμόνταν, ήταν: «Στρατιώτες μολυβένιοι!» Ένα παιδάκι έλεγε αυτές τις λέξεις και χτυπούσε τα χέρια του από χαρά. Του είχαν χαρίσει τους στρατιώτες την ημέρα της γιορτής του. Τους έβγαλε από το κουτί έναν έναν και τους έστησε πάνω στο τραπέζι.

Όλοι αυτοί οι στρατιώτες ήταν ακριβώς ίδιοι. Μόνο ένας είχε γίνει τελευταίος, και δεν περίσσεψε αρκετό μέταλλο από την κουτάλα για να τελειώσει. Έτσι ο φτωχός είχε μόνο ένα πόδι. Αλλά κατάφερνε να στέκεται με το ένα του πόδι, όπως οι είκοσι τέσσερις αδελφοί του με τα δύο τους.

Αυτός λοιπόν, ο εικοστός πέμπτος, έγινε περίφημος, όπως θα σας διηγηθώ τώρα.

Πάνω στο τραπέζι, όπου ήταν αυτός ο στρατιώτης, υπήρχαν διάφορα άλλα παιχνίδια. Το καλύτερο όμως από όλα ήταν ένας χάρτινος πύργος. Από τα παράθυρά του φαινόταν μέσα η αυλή. Απέξω ήταν ένας μικρός καθρέφτης, που σχημάτιζε λίμνη.

Γύρω από τη λίμνη ήταν στημένα μερικά δέντρα, και μέσα στη λίμνη έπλεαν τρεις κύκνοι. Όλος μαζί ο πύργος αυτός ήταν ωραίο πράγμα. Αλλά το πιο ωραίο από όλα ήταν μία νέα κυρία, που στεκόταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του πύργου. Ήταν κομμένη από χαρτί. Φορούσε ένα ωραίο τούλινο φόρεμα με μια μεταξωτή γαλάζια ζώνη. Στη μέση της ζώνης είχε ένα λαμπρό χάρτινο τριαντάφυλλο, μεγαλύτερο από το κεφάλι της. Η νέα αυτή είχε ανοιχτά και τα δύο της χέρια, σαν να χόρευε. Το ένα της πόδι το είχε σηκωμένο προς τα πίσω. Το είχε τόσο ψηλά, που ο χωλός στρατιώτης δεν μπορούσε να το δει. Γι' αυτό νόμισε ότι και η νέα είχε μόνο ένα πόδι, όπως αυτός.

— Αυτή θα ήταν καλή για γυναίκα μου, σκεφτόταν. Αλλά το κακό είναι ότι είναι μαθημένη στα μεγάλα. Μένει στον πύργο, ενώ εγώ μένω στο κουτί, και μαζί με άλλους είκοσι τέσσερις! Δεν χωράει κι αυτή στο κουτί. Αλλά θα προσπαθήσω να τη γνωρίσω.

Και ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς πίσω από μια ταμπακιέρα, που ήταν πάνω στο τραπέζι. Από εκεί κοίταζε με την ησυχία του τη νόστιμη νέα. Εκείνη στεκόταν συνέχεια στο ένα της πόδι και δεν φαινόταν να κουράζεται.

Το βράδυ οι άλλοι είκοσι τέσσερις στρατιώτες κλείστηκαν στο κουτί τους. Το παιδάκι και όλη η οικογένεια ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Τότε τα διάφορα παιχνίδια άρχισαν να κάνουν επισκέψεις το ένα στο άλλο, να παίζουν και να διασκεδάζουν. Ήθελαν και οι κλεισμένοι στρατιώτες να βγουν από το κουτί τους. Προσπαθούσαν, αλλά δεν μπορούσαν να σηκώσουν το καπάκι του. Τόσος θόρυβος γινόταν, που το καναρίνι ξύπνησε στο κλουβί του. Άρχισε να κελαηδάει και να λέει στίχους. Μόνο δύο δεν κουνιόνταν από τη θέση τους: ο χωλός στρατιώτης και η χορεύτρια. Εκείνη στεκόταν ακόμη στην άκρη των δαχτύλων του ενός ποδιού της και τέντωνε τα δύο της χέρια. Ο στρατιώτης είχε όλη την ώρα τα μάτια του καρφωμένα πάνω της.

Εκείνη τη στιγμή σήμαναν μεσάνυχτα, και — μπουμ! το καπάκι της ταμπακιέρας ανοίγει ξαφνικά! Αλλά αντί για ταμπάκο είχε μέσα έναν μικρό μαύρο διάβολο. Ήταν κι αυτό παιχνίδι, και όχι πραγματική ταμπακιέρα.

— Στρατιώτη! φώναξε ο μικρός αυτός διάβολος. Κοίτα τη δουλειά σου και μη βλέπεις την κοπέλα!

Ο στρατιώτης έκανε πως δεν άκουγε.

— Καλά, καλά! Αύριο βλέπεις τι θα πάθεις, είπε ο διάβολος.

Την αυγή ξύπνησε όλη η οικογένεια, και το παιδάκι έβαλε τον χωλό στρατιώτη στο παράθυρο. Ξαφνικά το παράθυρο ανοίγει με δύναμη (είτε από τον άνεμο είτε από τον μικρό διάβολο της ταμπακιέρας). Ο στρατιώτης έπεσε με το κεφάλι στον δρόμο, από το τρίτο πάτωμα. Τρομερό πέσιμο! Η περικεφαλαία και το όπλο του χώθηκαν ανάμεσα στις πέτρες του δρόμου, και το πόδι του μόλις φαινόταν.

Το παιδάκι κατέβηκε με την υπηρέτρια για να τον βρουν. Αλλά δεν μπόρεσαν να τον ανακαλύψουν, αν και σχεδόν τον πάτησαν. Αν φώναζε ο ανόητος «Εδώ είμαι!», θα τον έβρισκαν. Αλλά αυτός νόμισε ότι ήταν χρέος του να μη φωνάξει δυνατά, επειδή φορούσε τη στολή του.

Έμεινε λοιπόν στον δρόμο. Τότε άρχισε να ψιχαλίζει, και η ψιχάλα σε λίγο έγινε δυνατή βροχή. Όταν πέρασε η βροχή, βγήκαν έξω τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουν. Ένα από αυτά είδε τον στρατιώτη, τον πήρε και φώναξε στους φίλους του:

— Ελάτε να τον βάλουμε να ταξιδέψει.

Έκαναν λοιπόν από μια παλιά εφημερίδα ένα μικρό καραβάκι. Έστησαν τον στρατιώτη στη μέση του και τον έβαλαν στο αυλάκι. Ε! πώς έτρεχε το νερό, και πώς κατρακυλούσε! Γιατί είχε βρέξει πολύ. Έτρεχε και το καραβάκι με τον στρατιώτη, και τα παιδιά φώναζαν, χαίρονταν και πηδούσαν.

Το χάρτινο καραβάκι ανέβαινε και κατέβαινε στο αυλάκι. Κάποτε στριφογύριζε τόσο γρήγορα, που ο στρατιώτης έτρεμε. Αλλά δεν το έδειχνε, ούτε άλλαζε το πρόσωπό του. Κοίταζε πάντα μπροστά του, με το όπλο στον ώμο.

Ξαφνικά το καραβάκι χώθηκε στον υπόνομο, και ο στρατιώτης βρέθηκε στα σκοτεινά. Ήταν τόσο σκοτεινά όσο και όταν ήταν κλεισμένος στο κουτί του.

— Πού να πηγαίνω τώρα; έλεγε μέσα του. Εκείνος ο μικρός διάβολος μου το έκανε αυτό. Να είχα εδώ δίπλα μου εκείνη τη νέα του πύργου, κι ας ήταν το σκοτάδι διπλάσιο! Δεν θα με ένοιαζε!

Ενώ τα σκεφτόταν αυτά, παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του ένας μεγάλος ποντικός.

— Το διαβατήριό σου, του λέει ο ποντικός. Δώσε μου το διαβατήριό σου!

Ο στρατιώτης δεν απάντησε λέξη. Έσφιγγε το όπλο του και σιωπούσε. Το καραβάκι συνέχιζε να τρέχει μπροστά. Ο ποντικός έτρεχε από πίσω και φώναζε:

— Πιάστε τον, πιάστε τον, δεν έχει διαβατήριο! Πιάστε τον!

Στο μεταξύ το ρεύμα γινόταν πιο δυνατό. Ο στρατιώτης έβλεπε μπροστά του το φως της ημέρας στην άκρη του υπονόμου. Άκουγε και έναν μεγάλο θόρυβο, που δεν του άρεσε καθόλου. Εκεί που έβλεπε το φως, το νερό του υπονόμου έπεφτε από ψηλά μέσα σε ένα ποτάμι. Το καραβάκι πλησίαζε στον γκρεμό, και ο φτωχός στρατιώτης δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πλησίασε, έφτασε στην άκρη, στριφογύρισε και έπεσε! Ο στρατιώτης τεντώθηκε όσο μπορούσε, αλλά δεν έκλεισε ούτε το μάτι του. Το καραβάκι γέμιζε νερά, και ο στρατιώτης ήταν ως τον λαιμό στο νερό. Το χαρτί μαλάκωνε εντελώς και το καραβάκι βυθιζόταν. Στο τέλος δεν φαινόταν πια ούτε χαρτί ούτε στρατιώτης.

Τότε θυμήθηκε τη χορεύτρια του πύργου και σκέφτηκε ότι δεν θα την ξαναδεί. Και βούιξαν στα αυτιά του οι στίχοι από το νανούρισμα:

Νάνι, θα 'ρθει η μάνα του

απ' το δαφνοπόταμο

κι από το γλυκό νερό,

να του φέρει λούλουδα,

λούλουδα, τριαντάφυλλα

και μοσχογαρούφαλα.

Ενώ τα θυμόταν όλα αυτά, το χάρτινο καραβάκι άνοιξε και ο στρατιώτης έπεσε στο νερό. Αλλά ξαφνικά, την ίδια στιγμή, τον κατάπιε ένα μεγάλο ψάρι.

Εκεί μέσα ήταν βαθύ σκοτάδι! Πολύ πιο σκοτεινά από τον υπόνομο. Και πόσο στενά! Ξαπλωμένος εκεί, μέσα στο ψάρι, ο στρατιώτης κρατούσε πάντα το όπλο του. Το ψάρι πηδούσε πάνω κάτω και έκανε χωρίς σταματημό διάφορες κινήσεις. Ξαφνικά σταμάτησε. Ο στρατιώτης δεν ήξερε τι τρέχει. Πέρασε αρκετή ώρα, και αυτός αναρωτιόταν πού να βρίσκεται. Τότε ξαφνικά βλέπει το φως της ημέρας και ακούει μια φωνή: «Ο μολυβένιος στρατιώτης!»

Στο μεταξύ ένας ψαράς είχε πιάσει το ψάρι και το πήγε στην αγορά. Εκεί το αγόρασε η μαγείρισσα του σπιτιού από το οποίο είχε πέσει ο στρατιώτης. Το πήρε στην κουζίνα και το άνοιξε με το μαχαίρι της. Όταν είδε τον στρατιώτη, τον πήρε και πήγε στο παιδί της κυρίας της. Ήθελε να του δείξει αυτόν τον περίεργο ταξιδιώτη, που βγήκε μέσα από το ψάρι. Το παιδί τον έβαλε πάνω στο τραπέζι.

— Περίεργο! Όχι! Ναι! Τι σύμπτωση!

Τότε είδε ο χωλός στρατιώτης ότι βρισκόταν πάλι στο ίδιο τραπέζι. Απέναντί του είδε τον πύργο και την ωραία χορεύτρια. Εκείνη στεκόταν ακόμη στο ένα της πόδι και σήκωνε το άλλο στον αέρα. Ο στρατιώτης συγκινήθηκε. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια, αλλά τα κράτησε και δεν έκλαψε, γιατί σκέφτηκε ότι δεν ταιριάζει. Κοίταξε τη νέα, τον είδε κι εκείνη, αλλά δεν είπαν λέξη.

Ξαφνικά αρπάζει το παιδάκι τον στρατιώτη και τον πετά μέσα στη φωτιά. Δεν είπε γιατί τον πέταξε. Ίσως ο διάβολος της ταμπακιέρας του έδωσε αυτή την ιδέα.

Ο στρατιώτης είδε τότε πολύ φως γύρω του και ένιωσε τρομερή ζέστη. Αλλά δεν ήξερε καλά καλά αν τον ζέσταινε η φωτιά ή η αγάπη του για τη χορεύτρια. Είχε χάσει τα χρώματά του, είτε από τη λύπη του είτε από τα βάσανα του ταξιδιού. Κοίταξε πάλι τη χορεύτρια, τον κοίταξε κι εκείνη, και ο δυστυχισμένος ένιωσε ότι λιώνει. Αλλά ακόμη έσφιγγε το όπλο του.

Τότε κάπως άνοιξε η πόρτα, και ο άνεμος πήρε τη χορεύτρια από μπροστά από τον πύργο της. Την πέταξε μέσα στη φωτιά, κοντά στον στρατιώτη. Το φόρεμά της άναψε μονομιάς, και κάηκε όλη αμέσως. Τότε έλιωσε και ο στρατιώτης. Και την αυγή η υπηρέτρια, όταν πήρε τη στάχτη, τον βρήκε εκεί μέσα. Είχε γίνει ένας βώλος, αλλά το σχήμα του έμοιαζε με καρδιά. Από τη χορεύτρια δεν σώθηκε τίποτα, παρά μόνο το τριαντάφυλλό της, που είχε μισοκαεί και ήταν κατάμαυρο.

### Γλωσσάρι

- **μολυβένιος**: φτιαγμένος από μόλυβδο, ένα βαρύ γκρίζο μέταλλο.
- **κουτάλα**: μεγάλο κουτάλι.
- **τουφέκια**: όπλα με μακριά κάννη.
- **ολόισιοι**: πολύ ίσιοι, όρθιοι.
- **χωλός**: αυτός που δεν περπατά καλά επειδή έχει πρόβλημα στο πόδι.
- **πύργος**: μεγάλο ψηλό σπίτι σαν κάστρο.
- **τούλινο**: από τούλι, λεπτό ύφασμα με τρυπούλες.
- **ταμπακιέρα**: μικρό κουτί για ταμπάκο, δηλαδή για καπνό σε σκόνη.
- **νόστιμη**: όμορφη, με χάρη.
- **περικεφαλαία**: το σκληρό καπέλο του στρατιώτη.
- **αυλάκι**: στενός δρόμος για το νερό, στην άκρη του δρόμου.
- **υπόνομο**: σκοτεινός δρόμος κάτω από τη γη για τα βρόμικα νερά.
- **διαβατήριο**: το χαρτί που χρειάζεται όποιος ταξιδεύει σε άλλη χώρα.
- **νανούρισμα**: το τραγούδι για να κοιμηθεί το μωρό.
- **δαφνοπόταμο**: ποτάμι με δάφνες, δέντρα με μυρωδάτα φύλλα.
- **μοσχογαρούφαλα**: γαρύφαλλα με δυνατή μυρωδιά.
- **βώλος**: μικρό σκληρό στρογγυλό κομμάτι.

## Ιστορία μιας δραχμής

Μια φορά ήταν μία δραχμή. Μόλις γεννήθηκε στο νομισματοκοπείο, κάτασπρη και γυαλιστερή, πήδηξε και φώναξε: «Ζήτω! Πηγαίνω να δω τον κόσμο!» Και άρχισε τα ταξίδια της.

Το παιδάκι έπαιζε μαζί της στα τρυφερά και ζεστά χεράκια του. Ο φιλάργυρος την έσφιγγε στην κρύα του φούχτα. Οι γέροι τη γύριζαν στα δάχτυλά τους πριν την αποχωριστούν. Και οι νέοι την άφηναν απρόσεκτα να γλιστρά και να τους φεύγει.

Έναν ολόκληρο χρόνο έμεινε η δραχμή στον τόπο της, εκεί όπου γεννήθηκε. Έπειτα ξεκίνησε να δει και τα έξω μέρη. Ένας πατριώτης της, που έφευγε, την πήρε κατά λάθος στο πουγκί του. Όταν την είδε ανακατεμένη με τα άλλα ξένα νομίσματα που είχε πάρει, είπε:

— Να και μία δική μας δραχμή. Ας ταξιδέψει κι αυτή μαζί μου, η φτωχή!

Και καθώς την έριξε πάλι στο πουγκί, η δραχμή τινάχτηκε και βρόντησε από τη χαρά της. Έμενε εκεί με τους ξένους συντρόφους της, που πήγαιναν, έρχονταν και άλλαζαν κάθε μέρα. Αλλά η δραχμή έμενε πάντα κρυμμένη εκεί μέσα.

Για αρκετό καιρό ταξίδευε η δραχμή, χωρίς όμως να ξέρει καλά πού βρισκόταν. Κι ας της έλεγαν τα άλλα νομίσματα πότε ότι ήταν γαλλικά και πότε ιταλικά. Κάποτε της έλεγαν ότι βρίσκονται στη δείνα πόλη, άλλοτε ότι έφτασαν στην τάδε επικράτεια. Αλλά η δραχμή δεν καταλάβαινε καθαρά τι τρέχει, γιατί δεν έβλεπε και τίποτα.

Μια μέρα το πουγκί έτυχε να ανοίξει. Η δραχμή γλίστρησε αμέσως προς το άνοιγμα και έσκυψε να δει έξω. Αυτό ήταν κακό εκ μέρους της. Αλλά είχε περιέργεια και την έπαθε, όπως συχνά την παθαίνουν οι περίεργοι. Καθώς έσκυβε, έπεσε από το πουγκί στην τσέπη. Τη νύχτα ο κύριός της έβαλε τα ρούχα του έξω από το δωμάτιό του, για να τα καθαρίσει ο υπηρέτης. Και η δραχμή έπεσε ντροπιασμένη στο πάτωμα, χωρίς κανείς να την ακούσει ή να τη δει.

Την αυγή ο ταξιδιώτης φόρεσε τα ρούχα του και έφυγε για άλλα μέρη. Η δραχμή έμεινε στο πάτωμα. Τελικά τη βρήκε ένας άνθρωπος, που την έστειλε, μαζί με άλλα τρία νομίσματα, να πάρει αέρα.

— Τι ευχάριστο πράγμα, έλεγε η δραχμή, να βλέπει κανείς τον κόσμο, και να παρατηρεί νέα πράγματα και νέα πρόσωπα.

Αλλά από τότε άρχισαν τα παθήματά της. Ιδού πώς διηγιόταν η ίδια την ιστορία της:

— «Δεν είναι καλό το νόμισμα τούτο, δεν το θέλω.» Αυτές οι λέξεις με έσφαζαν, έλεγε η δραχμή.

Ήξερα ότι ήμουν γνήσια δραχμή. Ήξερα ότι ακουγόμουν καλά, όταν με χτυπούσαν για να ακούσουν τον ήχο μου. Βέβαια, όσοι δεν με ήθελαν δεν ήξεραν τι τους γίνεται, ή θα μιλούσαν για άλλο νόμισμα. Και όμως για μένα έλεγαν: «Δεν τη θέλω, δεν είναι καλή.»

Κάποιος με πήρε κατά λάθος και είπε: «Θα την περάσω στα σκοτεινά.» Και με πέρασε τη νύχτα σε άλλον, που την ημέρα με έβριζε: «Δεν είναι καλή, έλεγε. Να την ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα.»

Ήταν γενική κατακραυγή εναντίον μου. Έτρεμα στα δάχτυλα που με κρατούσαν, όταν επρόκειτο να περάσω για νόμισμα του τόπου όπου βρισκόμουν, η φτωχή! «Τι δυστυχία, έλεγα. Τι μου χρησιμεύει η αξία μου, ο τίτλος μου, αφού δεν τα δέχεται κανείς; Στα μάτια του κόσμου ο καθένας έχει μόνο όση αξία του δίνει ο κόσμος. Εγώ, η αθώα, νιώθω και υποφέρω τόσα μαρτύρια, μόνο και μόνο γιατί δεν με θέλουν για καλή. Τότε τι θα υποφέρει όποιος έχει βαριά συνείδηση και είναι πραγματικά κακός!»

Όταν με έβγαζαν έξω, με έπιανε φρίκη στην ιδέα ότι θα με κοιτάζουν. Γιατί ήξερα ότι θα με απέρριπταν σαν να ήμουν κακούργος ή απατεώνας.

Μια φορά με έδωσαν σε μια φτωχή γριά για ημεροκάματο. Αλλά έπειτα δεν μπορούσε να με ξεφορτωθεί, γιατί κανείς δεν με ήθελε. Και η γριά με σιχαινόταν.

— Κάποιον πρέπει να ξεγελάσω, έλεγε. Θα τη δώσω στον ψωμά. Αυτός έχει χρήματα και δεν θα είναι μεγάλη η ζημιά του. Έλα όμως που δεν είναι σωστό ούτε δίκαιο!

Κι εγώ αναστέναζα. «Θα βαρύνω, έλεγα, τη συνείδηση αυτής της γυναίκας. Μήπως χάλασα πραγματικά τώρα στα γεράματά μου;»

Η γριά με πήγε στον ψωμά. Αλλά ο ψωμάς δεν ήταν από εκείνους που ξεγελιούνται εύκολα. Με πέταξε και δεν έδωσε ψωμί στη γριά. Κι εγώ έσκαγα από τη λύπη μου, γιατί γινόμουν αιτία να δυστυχούν άλλοι. Στα νιάτα μου όμως ήμουν τόσο υπερήφανη για την αξία μου!

Η γριά με πήρε πάλι, με κοίταξε με καλοσύνη και είπε:

— Όχι, δεν θα ξεγελάσω κανέναν εξαιτίας σου. Θα σε τρυπήσω, για να φαίνεται ότι είσαι ψεύτικη. Και όμως, ποιος ξέρει; Ίσως είναι τυχερό νόμισμα. Θα το τρυπήσω και θα του περάσω ένα σχοινάκι. Θα το κρεμάσω στον λαιμό του γειτονόπουλού μου, για να του φέρει τύχη!

Και με τρύπησε πραγματικά. Πώς πονάει το τρύπημα! Αλλά όταν είναι για καλό σκοπό, υποφέρει κανείς πολλά πράγματα.

Μου πέρασε ένα σχοινάκι στην τρύπα μου. Με κρέμασε στον λαιμό του μικρού γιου της γειτόνισσας, σαν να ήμουν στολίδι και όχι νόμισμα. Το παιδάκι χαμογέλασε και με φίλησε, και τη νύχτα κοιμήθηκα πάνω στον ζεστό λαιμό του.

Την αυγή η μάνα του παιδιού με πήρε στα δάχτυλά της και με εξέταζε. Αμέσως κατάλαβα ότι είχε κακούς σκοπούς. Πράγματι, πήρε το ψαλίδι, έκοψε το σχοινάκι και με πήρε για να με περάσει σε άλλα χέρια.

Για έναν χρόνο και μία μέρα γύριζα η έρημη από χέρι σε χέρι και από μαγαζί σε μαγαζί. Παντού με έβριζαν, παντού με ντρόπιαζαν. Κανείς δεν με ήθελε. Κατέληξα να πιστεύω κι εγώ η ίδια ότι δεν αξίζω τίποτα.

Τελικά μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης, ένας ξένος. Είχε την ευγένεια να με δεχτεί σαν να ήμουν αληθινό νόμισμα του τόπου. Όταν όμως θέλησε κι αυτός να με περάσει σε άλλον, του είπαν: «Δεν το θέλουμε, είναι ψεύτικο.»

— Μου το έδωσαν για καλό, είπε ο ξένος.

Καθώς με κοίταζε με προσοχή, άρχισε να χαμογελά. Είδα στο πρόσωπό του μια έκφραση που δεν είχα δει ποτέ μου σε άλλο πρόσωπο.

— Καλέ, τι είναι τούτο; είπε. Είναι δραχμή του τόπου μου αυτή, καλή και γνήσια! Και την τρύπησαν τη φτωχή και την καταφρονούν! Τι σύμπτωση! Θα την κρατήσω, να γυρίσουμε μαζί στην πατρίδα.

Σκίρτησα από τη χαρά μου, όταν με είπε καλή και γνήσια. Υποσχέθηκε να με πάρει στον τόπο μου, όπου θα με γνωρίζουν και θα με καλοδέχονται.

Με τύλιξε σε καθαρό χαρτί, για να μην ανακατευτώ με τα άλλα νομίσματα και ξαναπέσω στα ξένα. Και όταν ο ξένος βρισκόταν με άλλους συντοπίτες του, με έβγαζε από το χαρτί. Γύριζα από χέρι σε χέρι και άκουγα λόγια γλυκά και φιλικά.

Τέλος πάντων γύρισα στην πατρίδα μου, και τα βάσανά μου τελείωσαν. Άρχισα πάλι να χαίρομαι, γιατί κανείς δεν με έβριζε. Αν και είχα την τρύπα, όλοι με είχαν για καλή δραχμή.

Όσο κι αν καταφρονηθεί κανείς, θα έρθει μέρα δικαιοσύνης και ανταπόδοσης!

Αυτά έλεγε η δραχμή.

### Γλωσσάρι

- **δραχμή**: παλιό νόμισμα.
- **νομισματοκοπείο**: το μέρος όπου φτιάχνουν νομίσματα.
- **φιλάργυρος**: αυτός που αγαπά πολύ τα χρήματα και δεν τα ξοδεύει.
- **φούχτα**: το κλειστό χέρι.
- **πουγκί**: μικρή τσάντα για χρήματα.
- **δείνα, τάδε**: κάποιος ή κάτι που δεν λέμε το όνομά του.
- **επικράτεια**: μια χώρα, ένα κράτος.
- **γνήσια**: αληθινή, όχι ψεύτικη.
- **περάσω**: εδώ, δίνω ένα νόμισμα για να πληρώσω.
- **κατακραυγή**: όταν όλοι φωνάζουν εναντίον κάποιου.
- **τίτλος**: εδώ, αυτό που δείχνει την καθαρή αξία του νομίσματος.
- **συνείδηση**: η φωνή μέσα μας που λέει τι είναι σωστό.
- **ημεροκάματο**: τα χρήματα για μια μέρα δουλειά.
- **ξεγελάσω**: κάνω κάποιον να πιστέψει κάτι ψεύτικο.
- **ψωμάς**: αυτός που φτιάχνει και πουλά ψωμί.
- **συντοπίτες**: άνθρωποι που είναι από τον ίδιο τόπο.
- **ανταπόδοσης**: ανταπόδοση είναι όταν ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει.

## Η σακκορράφα

Ήταν μια φορά μία σακκορράφα, και φανταζόταν ότι ήταν ωραία. Ήθελε να περνά για βελόνα του κεντήματος.

— Προσέχετε, κρατάτε με σφιχτά, έλεγε στα δάχτυλα που την κρατούσαν. Μη με αφήσετε να πέσω κάτω, γιατί έπειτα δεν θα μπορείτε να με βρείτε. Είμαι τόσο λεπτή!

Αυτά έλεγε η σακκορράφα στα δάχτυλα, που την κρατούσαν περασμένη με χοντρό ράμμα, χωρίς κόμπο στην άκρη.

Και τα δάχτυλα τρυπούσαν με τη σακκορράφα το παπούτσι της μαγείρισσας, που είχε σκάσει και έπρεπε να ραφτεί.

— Αυτή είναι χοντρή δουλειά, έλεγε η σακκορράφα. Δεν μπορώ να τρυπήσω αυτό το δέρμα. Θα σπάσω! Θα σπάσω!

Και πραγματικά έσπασε.

— Δεν το έλεγα; είπε η σακκορράφα. Είμαι τόσο λεπτή.

Τα δάχτυλα είπαν:

— Βελόνα χωρίς μύτη δεν αξίζει. Είναι για πέταμα.

Αλλά αντί να την πετάξει, η μαγείρισσα έσταξε βουλοκέρι στην άκρη της σπασμένης σακκορράφας. Έπειτα κάρφωσε με αυτήν το μαντήλι της στο στήθος της.

— Λοιπόν, έγινα καρφίτσα τώρα, είπε η σακκορράφα. Εγώ το ήξερα ότι κάτι θα γίνω μια μέρα! Όταν το έχει κανείς μέσα του, θα πάει μπροστά, όπως κι αν γυρίσουν τα πράγματα.

Και γελούσε μέσα της. Αλλά κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πότε γελά μια σακκορράφα. Και από το στήθος της μαγείρισσας κοίταζε αριστερά και δεξιά, κορδωμένη και υπερήφανη.

— Του λόγου σου τι είσαι; ρώτησε τη γειτόνισσά της, τη μικρή καρφίτσα. Είσαι από μάλαμα; Μου αρέσει το περίεργο κεφάλι σου. Κρίμα μόνο που είσαι τόσο μικρή. Αλλά δεν είναι του καθενός να έχει κεφάλι από βουλοκέρι.

Για να τα πει όμως αυτά η σακκορράφα, τεντώθηκε τόσο που ξεκαρφώθηκε από το μαντήλι. Έπεσε στον νεροχύτη, όπου η μαγείρισσα έπλενε τα πιάτα.

— Και τώρα! είπε η φτωχή σακκορράφα. Τώρα; Καλό κατευόδιο! Φτάνει μόνο να μη χαθώ.

Και πραγματικά χάθηκε. Με τα βρόμικα νερά βρέθηκε από τον νεροχύτη στο αυλάκι του δρόμου.

— Είμαι πάρα πολύ καλή για τον κόσμο, έλεγε. Αλλά εγώ ξέρω τι αξίζω και ποια είμαι, κι ας βρίσκομαι στο αυλάκι.

Πραγματικά δεν έχασε ούτε την αξιοπρέπειά της ούτε το κέφι της. Και έβλεπε κάθε λογής πράγματα να τρέχουν από πάνω της στο αυλάκι: άχυρα, ξυλάκια και κομμάτια παλιών εφημερίδων.

— Πώς τρέχουν, έλεγε η σακκορράφα. Και ούτε τους περνά από το μυαλό ότι εγώ είμαι εδώ κάτω! Να, τώρα περνά ένα ξυλάκι, και δεν σκέφτεται τίποτα άλλο παρά τον εαυτό του, και δεν ντρέπεται! Να και ένα άχυρο τώρα. Πώς στριφογυρίζει! Ε! πρόσεχε μη σκαλώσεις σε καμιά πέτρα. Να και ένα κουρελάκι από μια εφημερίδα. Οι ανοησίες που ήταν τυπωμένες πάνω του ξεχάστηκαν εδώ και καιρό, και όμως νομίζει ότι κάτι είναι κι αυτό! Εγώ κάθομαι εδώ ήσυχη και ταπεινή. Αλλά ξέρω τι είμαι και τι αξίζω!

Μια μέρα έπεσε κοντά της ένα σπασμένο κομμάτι από γυάλινο ποτήρι. Η σακκορράφα το είδε να λάμπει και να αστράφτει. Έτσι του έδειξε σεβασμό και έπιασε κουβέντα μαζί του.

— Εγώ είμαι καρφίτσα, είπε. Του λόγου σου θα είσαι διαμάντι;

— Μάλιστα, δηλαδή από την ίδια οικογένεια.

Και νόμιζαν και τα δύο ότι γνώρισαν σπουδαίο πρόσωπο. Άρχισαν να μιλούν για τον υπόλοιπο κόσμο, και να λένε πόσο φαντασμένος και εξιππασμένος είναι ο δείνα και ο τάδε.

— Έζησα στο κουτί μιας κυρίας, που ήταν μαγείρισσα, έλεγε η σακκορράφα. Η κυρία αυτή είχε πέντε δάχτυλα σε κάθε χέρι. Αυτά τα δάχτυλα τα είχε μόνο για να με βάζει και να με βγάζει από το κουτί μου. Ποτέ μου δεν είδα δάχτυλα πιο φαντασμένα!

— Ήταν από γένος; ρώτησε το γυαλί.

— Όχι βέβαια! απάντησε η σακκορράφα. Αλλά σου είχαν μια υπερηφάνεια! Ήταν πέντε σε κάθε χέρι, και τα πέντε ενωμένα. Το καθένα όμως είχε διαφορετικό ύψος και τη δική του ανοησία. Το πιο κοντό και χοντρό στεκόταν λίγο παράμερα από τα άλλα. Είχε μόνο μία κλείδωση και ήξερε να διπλώνεται μόνο μία φορά. Και όμως έλεγε ότι αν λείψει από έναν άνδρα, ο άνδρας εκείνος δεν αξίζει πια για τον πόλεμο. Όταν καυχιόταν, μιλούσε ελληνικά και έλεγε ότι ονομάζεται Αντίχειρ. Το επόμενο δάχτυλο χωνόταν στα γλυκά και στα ξινά. Οδηγούσε την πένα όταν έγραφε και έδειχνε κάθε τι χωρίς να ντρέπεται. Και καυχιόταν ότι το λένε δείκτη. Αλλά τα άλλα δάχτυλα το ονόμαζαν μεταξύ τους λιχανό, που σημαίνει ότι γλείφει ό,τι βρει. Και το καταφρονούσαν επειδή το ζήλευαν. Το τρίτο ήταν μακρύ μακρύ και υπερηφανευόταν για το ύψος του. Το τέταρτο στολιζόταν με μια χρυσή ζώνη. Το τελευταίο ήταν μικρότερο από τα άλλα και δεν ήξερε να κάνει τίποτα. Και τα πέντε δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να καυχιούνται για τα προτερήματά τους. Τόσο πολύ, που τα σιχάθηκα και τα πέντε, και έφυγα, και βρίσκομαι εδώ όπου με βλέπεις.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε ξαφνικά πολύ νερό στο αυλάκι και το πλημμύρισε, και το ρεύμα πήρε το γυαλί.

— Πάει κι αυτό, είπε η σακκορράφα. Αλλά εγώ δεν κουνιέμαι από εδώ. Είμαι πολύ λεπτή. Αυτό ακριβώς είναι το προτέρημά μου και το καύχημά μου!

Και καθόταν εκεί υπερήφανα και σκεφτόταν τα μεγαλεία της.

— Αν μου έλεγε κανείς ότι γεννήθηκα από μια ακτίνα του ήλιου, δεν θα μου φαινόταν παράξενο. Είμαι τόσο λεπτή! Και, μα την αλήθεια, νομίζω ότι οι ακτίνες του ήλιου με ψάχνουν πάντα εδώ κάτω. Είμαι τόσο λεπτή, που ούτε η μητέρα μου δεν μπορεί να με ξεχωρίσει!

Μια μέρα δύο παιδιά του δρόμου ήρθαν και έσκαλιζαν στο αυλάκι, όπου έβρισκαν πότε καρφιά, πότε κανένα χάλκινο νόμισμα.

— Ωχ! φώναξε το ένα παιδί, γιατί η σακκορράφα του τρύπησε το δάχτυλο. Να μία σπασμένη βελόνη.

— Με συγχωρείτε, είπε η σακκορράφα. Είμαι καρφίτσα!

Αλλά δεν την άκουσαν τα παιδιά. Της είχε πέσει το βουλοκέρι, και το χρώμα της είχε γίνει κατάμαυρο. Αλλά συνέχιζε να υπερηφανεύεται για τα προτερήματά της.

— Να ένα αυγό σπασμένο, φώναξε το άλλο παιδί. Ας τη βάλουμε μέσα!

— Οι τοίχοι κάτασπροι κι εγώ μέσα μαύρη. Αυτό μου πηγαίνει, είπε η σακκορράφα. Θα φαντάζω καλά μέσα στο αυγό!

Τότε ξαφνικά το παιδί πατά το αυγό, και κρακ, το σπάει!

— Αλλοίμονο! φώναξε η σακκορράφα. Τι ήταν αυτό; Θα πάθω κακό!

Αλλά δεν έπαθε τίποτα. Έπεσε μόνο από το αυγό και απλώθηκε κάτω. Και ίσως βρίσκεται ακόμη εκεί όπου είχε πέσει.

### Γλωσσάρι

- **σακκορράφα**: χοντρή βελόνα για σάκους και χοντρά υφάσματα (σημερινή γραφή: σακοράφα).
- **κεντήματος**: το κέντημα είναι σχέδιο που φτιάχνουν με βελόνα και κλωστή πάνω στο ύφασμα.
- **ράμμα**: η κλωστή που ράβουμε.
- **βουλοκέρι**: σκληρό κερί που λιώνει και κολλά.
- **καρφίτσα**: μικρή βελόνα με κεφάλι, κρατά ενωμένα τα υφάσματα.
- **κορδωμένη**: που στέκεται ίσια και νομίζει ότι είναι σπουδαία.
- **Του λόγου σου**: εσύ (με ευγένεια).
- **μάλαμα**: το χρυσάφι.
- **νεροχύτη**: το μέρος της κουζίνας όπου πλένουμε τα πιάτα.
- **αυλάκι**: στενός δρόμος για το νερό, στην άκρη του δρόμου.
- **φαντασμένος**: που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
- **εξιππασμένος**: που έχασε το μέτρο, που κάνει τον σπουδαίο.
- **κλείδωση**: το μέρος όπου λυγίζει το δάχτυλο.
- **καυχιόταν**: έλεγε με περηφάνια πόσο καλό ήταν.
- **προτερήματά**: καλά χαρίσματα που έχει κάποιος.
- **Αντίχειρ**: παλιά, επίσημη λέξη για τον αντίχειρα, το πιο χοντρό δάχτυλο.
- **λιχανό**: παλιά λέξη για τον δείκτη, το δάχτυλο με το οποίο δείχνουμε.

## Οι δύο κλωσοί

Δύο χωρικοί με το ίδιο όνομα έμεναν κάποτε στο ίδιο χωριό. Το όνομα και των δύο ήταν Κλώσος. Αλλά ο ένας είχε τέσσερα άλογα, ενώ ο άλλος ένα και μόνο.

Για να τους ξεχωρίζουν λοιπόν οι άλλοι χωρικοί, εκείνον που είχε τα τέσσερα άλογα τον έλεγαν «ο μεγάλος Κλώσος». Και εκείνον που είχε το ένα τον έλεγαν «ο μικρός Κλώσος».

Τώρα θα σας πω τι συνέβη σε αυτούς τους δύο Κλώσους. Αλλά πρέπει να σας πω ότι στον τόπο τους οργώνουν τη γη με άλογα και όχι με βόδια.

Λοιπόν, τις έξι μέρες της εβδομάδας ο μικρός Κλώσος είχε συμφωνήσει να οργώνει τα χωράφια του μεγάλου Κλώσου. Και του δάνειζε και το δικό του άλογο. Την Κυριακή ο μεγάλος Κλώσος βοηθούσε τον μικρό με τα τέσσερα άλογά του στο όργωμά του.

Ε! πώς κέντριζε τότε και τα πέντε ο μικρός Κλώσος! Γιατί την Κυριακή ήταν σαν να ήταν δικά του και τα πέντε. Ο ήλιος έκαιγε και χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Οι χωρικοί, ντυμένοι με τα καλά τους, πήγαιναν να λειτουργηθούν. Καθώς πήγαιναν, έβλεπαν τον μικρό Κλώσο να οργώνει με τα πέντε άλογα. Εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος, οδηγούσε τα άλογα και φώναζε: «Εμπρός και τα πέντε μου!»

— Τι φωνάζεις «και τα πέντε μου»; του έλεγε ο μεγάλος Κλώσος. Μόνο το ένα είναι δικό σου.

Αλλά σε λίγο ο μικρός Κλώσος ξεχνούσε ότι δεν έπρεπε να το λέει, και φώναζε: «Εμπρός όλα μου τ' άλογα!»

— Να μη σε ακούσω να το ξαναπείς, φώναξε θυμωμένος ο μεγάλος Κλώσος. Γιατί θα με κάνεις να χτυπήσω το άλογό σου στο κεφάλι, να το σκοτώσω, να μην το έχεις ούτε αυτό!

— Δεν το ξαναλέω, είπε ταπεινά ο μικρός Κλώσος.

Αλλά σε λίγο γύριζαν οι χωρικοί από την εκκλησία και τους καλημέριζαν. Τότε ο μικρός Κλώσος έλεγε με το μυαλό του:

— Τι να λένε οι χωρικοί που έχω πέντε άλογα και οργώνω.

Ενθουσιάστηκε και φώναξε πάλι: «Όι, και τα πέντε μου!»

— Να σου δείξω εγώ και τα πέντε σου, λέει ο μεγάλος Κλώσος.

Και παίρνει ένα τσεκούρι, χτυπά στο κεφάλι το άλογο του μικρού Κλώσου και το ρίχνει κάτω σκοτωμένο.

— Αλλοίμονο! είπε ο μικρός Κλώσος. Τώρα δεν έχω άλογο!

Και άρχισε να κλαίει.

Έπειτα έγδαρε το άλογο. Αφού στέγνωσε το δέρμα του στον ήλιο, το έβαλε σε έναν σάκο. Κρέμασε τον σάκο στην πλάτη του και ξεκίνησε για την πόλη να πουλήσει το δέρμα.

Η πόλη ήταν μακριά, και ο δρόμος περνούσε από ένα σκοτεινό δάσος. Ο καιρός χάλασε ενώ πήγαινε, και έτσι ο μικρός Κλώσος έχασε τον δρόμο του. Ώσπου να τον ξαναβρεί, νύχτωσε. Δεν προλάβαινε πια ούτε στην πόλη να πάει ούτε στο χωριό να γυρίσει.

Τότε, κοντά στον δρόμο του, παρατήρησε το σπίτι ενός γεωργού. Τα παράθυρα ήταν κλειστά απέξω, αλλά πάνω από τα παραθυρόφυλλα φαινόταν φως.

— Ίσως με αφήσουν να περάσω εδώ τη νύχτα, είπε ο μικρός Κλώσος, και πήγε και χτύπησε την πόρτα του γεωργού.

Η νοικοκυρά ήρθε και του άνοιξε. Αλλά μόλις άκουσε τι ζητούσε, του είπε να πηγαίνει στο καλό. Γιατί ο άνδρας της ήταν έξω, και δεν ήθελε να δεχτεί ξένο άνθρωπο. Και του έκλεισε την πόρτα.

Εκεί απέξω ήταν μια στοίβα χόρτο. Ανάμεσα στη στοίβα και στο σπίτι ήταν ένα μικρό κτίριο με σκεπή από καλάμια.

— Θα κοιμηθώ εκεί στη σκεπή, είπε ο μικρός Κλώσος. Δεν πιστεύω να κατέβει ο πελαργός να μου δαγκώσει το πόδι τη νύχτα.

Γιατί είχε παρατηρήσει ότι ένας πελαργός είχε εκεί πιο πάνω τη φωλιά του.

Ανέβηκε λοιπόν ο μικρός Κλώσος στη σκεπή του κτιρίου και βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε για να κοιμηθεί.

Αλλά από εκεί πάνω μπορούσε να βλέπει τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Γιατί τα παραθυρόφυλλα δεν σκέπαζαν τα παράθυρα ως πάνω.

Είδε λοιπόν ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι, και πάνω στο τραπέζι κρασί, ψητό κρέας και ένα μεγάλο ψάρι. Στο τραπέζι κάθονταν η γυναίκα του γεωργού και ένας καλόγηρος. Η νοικοκυρά έχυνε κρασί στο ποτήρι του καλόγηρου. Εκείνος άπλωνε το πιρούνι του στο ψάρι, και φαινόταν ότι το λαχταρούσε.

— Αχ, να είχα κι εγώ ένα κομμάτι, είπε μέσα του ο μικρός Κλώσος.

Έσκυψε για να βλέπει καλύτερα, και είδε πιο πέρα μια ωραία πίτα.

— Ψυχή μου! Τι ωραίο συμπόσιο!

Εκείνη τη στιγμή άκουσε τα βήματα ενός αλόγου. Ήταν ο γεωργός, που γύριζε. Αυτός ήταν αξιόλογος άνθρωπος, αλλά είχε μια αδυναμία: δεν μπορούσε να δει καλόγηρο. Μόλις έβλεπε καλόγηρο, γινόταν άλλος άνθρωπος. Γι' αυτό λοιπόν ο καλόγηρος πήγε να δει τη γυναίκα του ενώ αυτός έλειπε. Κι εκείνη του έστρωσε να φάει ό,τι καλύτερο είχε.

Αλλά όταν άκουσαν τα βήματα του αλόγου, τα έχασαν και οι δύο. Η κυρά παρακάλεσε τον καλόγηρο να κρυφτεί μέσα σε ένα μεγάλο μπαούλο. Ο καλόγηρος χώθηκε μέσα, γιατί ήξερε ότι ο γεωργός δεν μπορούσε να τον υποφέρει, και φοβόταν. Το φαγητό και το κρασί τα έκρυψε βιαστικά μέσα στον φούρνο. Γιατί αν τα έβλεπε ο άνδρας της, θα τη ρωτούσε τι τρέχει.

Ο μικρός Κλώσος τα είδε όλα αυτά. Λυπήθηκε που κρύφτηκαν τα φαγητά και αναστέναξε. Ο γεωργός άκουσε τον αναστεναγμό του και φώναξε:

— Ποιος είναι εκεί πάνω;

Και είδε τον μικρό Κλώσο.

— Τι θέλεις εκεί; Έλα κάτω!

Ο μικρός Κλώσος του είπε ποιος ήταν και πώς έχασε τον δρόμο του. Τον παρακάλεσε να τον αφήσει να περάσει τη νύχτα στο σπίτι του.

— Και βέβαια, του απάντησε ο γεωργός. Αλλά πρώτα ας φάμε κάτι.

Η γυναίκα τους δέχτηκε πολύ καλά, τους έστρωσε το τραπέζι και τους έδωσε ψωμί και τυρί. Ο άνδρας της πεινούσε και έτρωγε με όρεξη. Αλλά το μυαλό του μικρού Κλώσου ήταν στο ψητό, στο ψάρι και στο κρασί, που ήταν κρυμμένα στον φούρνο. Μπροστά του, κάτω από το τραπέζι, είχε βάλει τον σάκο με το δέρμα. Επειδή το ψωμί και το τυρί δεν του άρεσαν, πατούσε από το κακό του τον σάκο, και το δέρμα έτριζε μέσα.

— Τι έχεις μέσα στον σάκο σου; ρώτησε ο γεωργός.

— Έχω μια μάγισσα, απάντησε ο μικρός Κλώσος. Και μου λέει να μην τρώμε ψωμί και τυρί. Λέει ότι αυτή μας γεμίζει τον φούρνο με ψητό, με ψάρι και με πίτα.

— Τι μου λες! φώναξε ο γεωργός.

Και τρέχει στον φούρνο, τον ανοίγει και βρίσκει όλα τα καλά φαγητά που είχε κρύψει η γυναίκα του. Αλλά αυτός πίστεψε ότι ήταν μάγια. Εκείνη δεν τόλμησε να πει λέξη. Έβαλε τα φαγητά πάνω στο τραπέζι, και οι δύο άνδρες έτρωγαν με όρεξη.

Αφού έφαγαν αρκετά, ο μικρός Κλώσος πάτησε πάλι τον σάκο και το δέρμα έτριξε.

— Τι σου λέει τώρα; τον ρώτησε ο γεωργός.

— Λέει ότι, αν θέλουμε κρασί, θα το βρεις στη γωνία πίσω από τον φούρνο.

Η φτωχή γυναίκα αναγκάστηκε να τους φέρει και το κρυμμένο κρασί της. Ο γεωργός ήπιε καλά και έγινε κεφάτος. Ήθελε να δει τι δαίμονα είχε μέσα στον σάκο του ο μικρός Κλώσος.

— Μπορεί η μάγισσά σου να μας φέρει εδώ τον διάβολο; ρώτησε. Θα ήθελα να τον δω τώρα που έχω καλή διάθεση.

— Βέβαια, απάντησε ο μικρός Κλώσος. Η μάγισσά μου κάνει ό,τι κι αν θελήσω. Δεν είναι αλήθεια;

Και πάτησε τον σάκο για να τρίξει το δέρμα.

— Μου λέει ναι! Αλλά είναι άσχημος ο διάβολος, και καλύτερα να μην τον δεις.

— Ω! δεν φοβάμαι. Σαν τι να μοιάζει;

— Θα είναι απαράλλακτος καλόγηρος.

— Α! είπε ο γεωργός. Αυτό δεν μου αρέσει. Δεν μπορώ να δω καλόγηρο. Αλλά ας είναι! Αφού ξέρω ότι είναι ο διάβολος, θα τον δω. Μόνο να μη με πλησιάσει.

— Α! Να ρωτήσω τη μάγισσα, είπε ο μικρός Κλώσος.

Και πάτησε τον σάκο, και έσκυψε τάχα να ακούσει τι λέει.

— Τι λέει;

— Λέει ότι, αν ανοίξεις εκείνο το μεγάλο μπαούλο, θα βρεις μέσα τον διάβολο κουβαριασμένο. Αλλά να κρατάς καλά το καπάκι του μπαούλου, για να μην ξεφύγει ο διάβολος.

— Έλα να με βοηθήσεις, είπε ο γεωργός.

Και πήγε προς το μπαούλο όπου η γυναίκα του είχε κρύψει τον καλόγηρο. Εκείνος καθόταν εκεί μέσα σφιγμένος και κατατρομαγμένος. Ο γεωργός άνοιξε λίγο το καπάκι και είδε.

— Ω! φώναξε, και πήδηξε πίσω. Τον είδα! Τρομερό πράγμα!

Έπειτα κάθισαν πάλι στο τραπέζι και ήπιαν κρασί.

— Να μου πουλήσεις τη μάγισσα, είπε ο γεωργός. Σου δίνω όσα κι αν θέλεις. Σου δίνω ένα κοιλό χρήματα τώρα αμέσως.

— Δεν μπορώ, απάντησε ο μικρός Κλώσος. Βλέπεις πόσο μου χρησιμεύει.

— Ω! Δώσε μου την, σε παρακαλώ, έλεγε ο άλλος, και επέμενε να την αγοράσει.

— Καλά, είπε τελικά ο μικρός Κλώσος. Αφού είχες την καλοσύνη να με φιλοξενήσεις, πάρε την για ένα κοιλό χρήματα. Αλλά να μου γεμίσεις το κοιλό τώρα αμέσως.

— Αμέσως, είπε ο γεωργός. Αλλά με τη συμφωνία να πάρεις μαζί σου εκείνο το μπαούλο. Δεν θέλω να το έχω εδώ. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι ακόμη μέσα ο διάβολος.

Ο μικρός Κλώσος έδωσε στον γεωργό τον σάκο με το δέρμα. Πήρε ένα κοιλό γεμάτο ως πάνω με χρήματα. Ο γεωργός του δάνεισε κι ένα αμαξάκι, για να μεταφέρει το κοιλό και το μπαούλο με τον διάβολο.

Ο μικρός Κλώσος τον αποχαιρέτησε και έφυγε.

Στην άλλη άκρη του δάσους ήταν ένα βαθύ ποτάμι. Το ρεύμα του έτρεχε με τόση δύναμη, που ζαλιζόταν κανείς να το βλέπει. Μια ωραία γέφυρα ήταν πάνω στο ποτάμι. Στη μέση της γέφυρας ο μικρός Κλώσος σταμάτησε και είπε δυνατά, για να τον ακούσει ο καλόγηρος:

— Τι να το κάνω αυτό το μπαούλο; Είναι βαρύ, σαν να ήταν γεμάτο πέτρες. Θα κουραστώ να το σέρνω κι άλλο. Θα το ρίξω στο ποτάμι. Αν το ρεύμα μού το φέρει, καλά. Αν βουλιάξει, υπομονή!

Και με το ένα του χέρι έσυρε το μπαούλο, τάχα για να το ρίξει στο ποτάμι.

— Μη, μη! φώναξε ο καλόγηρος. Άφησέ με να βγω!

— Α! είπε ο μικρός Κλώσος, και έκανε τον φοβισμένο. Μέσα είναι ακόμη ο διάβολος! Να τον ρίξω στο ποτάμι αμέσως, να τον πνίξω!

— Όχι, όχι! Σου δίνω ένα κοιλό γεμάτο χρήματα, αν με αφήσεις να βγω.

— Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε ο μικρός Κλώσος, και άνοιξε το μπαούλο.

Ο καλόγηρος πήδηξε έξω, έσπρωξε το μπαούλο και το έριξε στο ποτάμι. Πήγε με τον μικρό Κλώσο στο κελί του και του έδωσε ένα κοιλό χρήματα.

Όταν ο μικρός Κλώσος γύρισε στο χωριό του, άδειασε τα δύο του κοιλά. Έκανε έναν μεγάλο σωρό από τα χρήματά του πάνω στο πάτωμα της καλύβας του.

— Καλά το πούλησα το άλογό μου, είπε. Ο μεγάλος Κλώσος θα σκάσει από το κακό του, όταν μάθει τα κέρδη μου. Αλλά δεν θα του τα δείξω μονομιάς.

Έστειλε λοιπόν ένα παιδί στον μεγάλο Κλώσο και του ζήτησε ένα κοιλό δανεικό, για να μετρήσει κάτι.

— Τι το θέλει; σκεφτόταν ο μεγάλος Κλώσος.

Και σκέφτηκε έξυπνα να αλείψει με πίσσα τον πάτο του κοιλού. Έτσι θα κολλούσε μέσα λίγο από ό,τι είχε να μετρήσει ο μικρός Κλώσος. Και πράγματι, όταν πήρε πίσω το κοιλό, βρήκε κολλημένα στον πάτο τρία ασημένια νομίσματα.

— Τι είναι τούτο! φώναξε, και έτρεξε αμέσως στο σπίτι του μικρού Κλώσου.

— Πού τα βρήκες τόσα χρήματα;

— Πούλησα χθες το δέρμα του αλόγου μου.

— Καλά σου το πλήρωσαν, είπε ο μεγάλος Κλώσος.

Και αμέσως τρέχει πίσω, αρπάζει το τσεκούρι του και σκοτώνει και τα τέσσερα άλογά του. Έπειτα τα έγδαρε και πήγε με τα δέρματά τους στην πόλη. Φώναζε στους δρόμους: «Δέρματα! δέρματα! ποιος αγοράζει δέρματα!»

Οι παπουτσήδες και οι βυρσοδέψες έτρεχαν πίσω του και ρωτούσαν πόσα θέλει.

— Ένα κοιλό χρήματα το καθένα, απαντούσε εκείνος.

— Τρελός είσαι; του έλεγαν. Μη νομίζεις ότι έχουμε τα χρήματα με το κοιλό;

Αλλά εκείνος φώναζε: «Δέρματα! δέρματα!» και απαντούσε τα ίδια σε όσους τον ρωτούσαν πόσο τα πουλάει.

— Μας κοροϊδεύει, άρχισαν τότε να λένε οι αγοραστές.

Και άρχισαν να τον κυνηγούν και να τον χτυπούν. Οι παπουτσήδες τον χτυπούσαν με τα λουριά τους και οι βυρσοδέψες με τις ποδιές τους. Για να τον κοροϊδέψουν, του φώναζαν: «Δέρματα! Να σου κάνουμε εμείς το δέρμα σου όπως σου πρέπει! Έξω από την πόλη, παλιάνθρωπε!»

Και έφευγε ο μεγάλος Κλώσος σε άσχημη κατάσταση, δαρμένος και πονεμένος.

— Θα μου το πληρώσει ο μικρός Κλώσος, έλεγε ενώ γύριζε. Θα τον σκοτώσω!

Εκείνη την ημέρα είχε πεθάνει η γιαγιά του μικρού Κλώσου. Ήταν κακή και ανάποδη γριά, αλλά ο εγγονός της τη λυπήθηκε. Την έβαλε στο κρεβάτι του και τη σκέπασε ζεστά ζεστά, με την ελπίδα ότι ίσως τη ζωντανέψει. Εκεί την άφησε όλη τη νύχτα, και αυτός κάθισε να κοιμηθεί σε μια καρέκλα. Ενώ καθόταν λοιπόν τη νύχτα, βλέπει ξαφνικά τον μεγάλο Κλώσο να ανοίγει σιγά σιγά την πόρτα. Είχε το τσεκούρι του στο χέρι. Έπειτα προχωρεί προς το κρεβάτι και χτυπά στο κεφάλι την πεθαμένη γριά με το τσεκούρι.

— Άλλη μία φορά, λέει, δεν με κάνεις μασκαρά.

Και έφυγε με την ιδέα ότι σκότωσε τον μικρό Κλώσο.

— Τι κακός άνθρωπος! είπε ο μικρός Κλώσος. Ήθελε να με σκοτώσει. Καλά που ήταν πεθαμένη η γιαγιά μου. Αλλιώς θα την είχε σκοτώσει.

Και τότε του ήρθε να ντύσει τη γιαγιά του με τα καλύτερα ρούχα της. Έπειτα ζήτησε δανεικό το άλογο του γείτονά του και το έζεψε σε ένα κάρο. Στήριξε μέσα στο κάρο τη γιαγιά του καθιστή, ανέβηκε κι αυτός πάνω και πήρε τον δρόμο του δάσους.

Προς τα ξημερώματα έφτασε μπροστά σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος ήταν καλός άνθρωπος, αλλά θερμόαιμος και θυμώδης.

— Χρόνια πολλά, είπε στον μικρό Κλώσο. Κάπως νωρίς έβαλες σήμερα τα κυριακάτικά σου;

— Πηγαίνω τη γιαγιά μου στην πόλη, απάντησε εκείνος. Την άφησα στο κάρο, δεν μπορώ να τη φέρω μέσα. Σε παρακαλώ πολύ, πήγαινέ της ένα ποτήρι νερό. Αλλά φώναζέ της δυνατά, γιατί είναι θεόκουφη!

— Μετά χαράς, είπε ο ξενοδόχος, και πήγε με το ποτήρι στη γριά, που ήταν στηριγμένη στο κάρο.

— Ο εγγονός σου μου είπε να σου φέρω νερό, φώναξε ο ξενοδόχος.

Η πεθαμένη γριά ούτε απάντησε ούτε κουνήθηκε.

— Δεν ακούς; φώναξε ο ξενοδόχος με όλη του τη δύναμη. Ο εγγονός σου σού στέλνει αυτό το ποτήρι!

Φώναξε ξανά, αλλά απάντηση δεν πήρε. Στο τέλος τον πήρε ο θυμός, και πετά το ποτήρι στο κεφάλι της γριάς. Εκείνη έπεσε αμέσως ανάσκελα, μούσκεμα από το νερό.

— Μωρέ! φώναξε ο μικρός Κλώσος από την πόρτα του ξενοδοχείου. Μου σκότωσες τη γιαγιά μου.

Και αρπάζει τον ξενοδόχο από τον λαιμό.

— Κοίτα, της τρύπησες το μέτωπο.

— Ω τι δυστυχία! έλεγε ο ξενοδόχος, και χτυπούσε τα χέρια του. Με πήρε ο θυμός! Αγαπητέ μου Κλώσε, για όνομα του Θεού! Μη με προδώσεις, και σου δίνω ένα κοιλό χρήματα. Και σου θάβω τη γιαγιά σου με όλες τις τιμές, σαν να ήμουν εγώ ο εγγονός της.

Ο μικρός Κλώσος λοιπόν κέρδισε κι άλλο κοιλό χρήματα, και ο ξενοδόχος του έθαψε τη γιαγιά του, όπως υποσχέθηκε.

Όταν γύρισε στο χωριό, έστειλε πάλι το παιδί να δανειστεί το κοιλό του μεγάλου Κλώσου.

— Τι σημαίνει τούτο; είπε ο μεγάλος Κλώσος. Μήπως δεν τον σκότωσα; Ας πάω μόνος μου να δω τι τρέχει.

Και πήγε ο ίδιος με το κοιλό του.

— Πού τα βρήκες πάλι αυτά τα χρήματα; ρώτησε.

— Δεν σκότωσες εμένα, αλλά τη γιαγιά μου, του απάντησε ο μικρός Κλώσος. Και την πούλησα και μου έδωσαν αυτά τα χρήματα.

— Καλά σου την πλήρωσαν, είπε ο μεγάλος Κλώσος.

Και γύρισε πίσω, πήρε το τσεκούρι του και σκότωσε αμέσως τη γιαγιά του. Την έβαλε σε μια άμαξα και πήγε στην πόλη. Βρήκε έναν φαρμακοποιό και τον ρώτησε αν θέλει να αγοράσει μια πεθαμένη γριά.

— Πού τη βρήκες; ρώτησε ο φαρμακοποιός.

— Είναι η γιαγιά μου. Τη σκότωσα για να την πουλήσω.

— Κύριε ελέησον! φώναξε ο φαρμακοποιός. Τρελός είσαι; Μην τα λες αυτά, για να μη σε σκοτώσουν κι εσένα!

Και άρχισε να του λέει ότι ήταν κακός άνθρωπος και ότι έπρεπε να τιμωρηθεί. Ο μεγάλος Κλώσος τρόμαξε τόσο, που έτρεξε έξω από το φαρμακείο. Πήδηξε στην άμαξα, μαστίγωσε τα άλογα και έφυγε. Ο φαρμακοποιός τον πέρασε για πραγματικά τρελό και τον άφησε να φύγει.

— Θα μου το πληρώσεις, έλεγε ο μεγάλος Κλώσος όταν πλησίαζε στο χωριό. Θα μου το πληρώσεις, μικρέ Κλώσε!

Και μόλις έφτασε, πήρε τον μεγαλύτερο σάκο που βρήκε, πήγε στο σπίτι του μικρού Κλώσου και του λέει:

— Με ξεγέλασες πάλι. Την πρώτη φορά με έκανες και σκότωσα τα άλογά μου, τώρα τη γιαγιά μου! Αλλά δεν με ξεγελάς άλλη φορά.

Και άρπαξε τον μικρό Κλώσο από τη μέση και τον έχωσε στον σάκο. Έβαλε τον σάκο στην πλάτη του και του είπε:

— Τώρα πηγαίνω να σε πνίξω.

Ώσπου να φτάσει στο ποτάμι είχε πολύ δρόμο να κάνει, και ο μικρός Κλώσος ήταν βαρύς. Καθώς πήγαινε, πέρασε από μια εκκλησία, όπου έψελναν. Ο μεγάλος Κλώσος άφησε τον σάκο στην πόρτα της εκκλησίας και μπήκε μέσα. Ο μικρός Κλώσος αναστέναζε και γύριζε από εδώ και από εκεί, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τον σάκο.

Εκείνη τη στιγμή ερχόταν ένας γέρος βοσκός με άσπρα μαλλιά και ραβδί στο χέρι. Είχε μπροστά του ένα σωρό πρόβατα. Αυτά έσπρωξαν τον σάκο και κύλησαν τον μικρό Κλώσο κάτω.

— Αχ! αναστέναξε εκείνος μέσα στον σάκο. Τόσο νέος και πηγαίνω στον ουρανό!

— Κι εγώ ο φτωχός, είπε ο βοσκός, γέρασα και δεν μπόρεσα ακόμη να πάω στον ουρανό.

— Αν θέλεις να τον δεις, είπε ο μικρός Κλώσος, άνοιξε τον σάκο να βγω εγώ και να μπεις εσύ. Έτσι θα πας στον ουρανό.

— Ευχαρίστως! είπε ο βοσκός, και μπήκε στον σάκο.

Ο μικρός Κλώσος τον έδεσε, πήρε το ραβδί του και προχώρησε με τα πρόβατα.

Σε λίγο ο μεγάλος Κλώσος βγήκε από την εκκλησία. Πήγε τον σάκο στο ποτάμι, εκεί όπου ήταν πλατύ και βαθύ, και τον έριξε μέσα. Νόμιζε ότι μέσα είχε δεμένο τον μικρό Κλώσο.

— Καλά είσαι εκεί κάτω! φώναξε. Τώρα πια δεν μπορείς να με ξεγελάσεις.

Αλλά καθώς γύριζε, σε ένα μέρος όπου σταύρωναν οι δρόμοι, συναντά τον μικρό Κλώσο με τα πρόβατα.

— Τι είναι τούτο! φωνάζει ο μεγάλος Κλώσος. Δεν σε έπνιξα πριν από λίγο;

— Ναι, απάντησε ο άλλος. Με έριξες στο ποτάμι.

— Και πού βρήκες αυτά τα ζώα;

— Αυτά είναι ζώα του νερού, απάντησε ο μικρός Κλώσος. Να σου πω πώς τα βρήκα. Αλλά πρώτα πρέπει να σε ευχαριστήσω που με έπνιξες, γιατί τώρα με έκανες πραγματικά πλούσιο. Πώς τρόμαξα όταν έπεφτα, και σφύριξε ο αέρας στ' αυτιά μου! Αλλά μόλις έπεσα στο νερό, ο σάκος άνοιξε. Μια ωραία κοπέλα με πήρε από το χέρι. Φορούσε κάτασπρα ρούχα και είχε πράσινα φύλλα πάνω στα βρεγμένα μαλλιά της. Και μου λέει: «Καλώς ήρθες, μικρέ Κλώσε. Χάρισμά σου αυτά τα λίγα πρόβατα. Πιο πέρα θα βρεις ένα μεγάλο ποίμνιο. Σου το χαρίζω κι εκείνο.» Τότε παρατήρησα ότι το ποτάμι ήταν δρόμος της θάλασσας. Εκεί κάτω πήγαιναν και έρχονταν άνθρωποι από τη στεριά στη θάλασσα. Στον πάτο είχε ωραία λουλούδια και καταπράσινα φύλλα. Τα ψάρια πετούσαν μπροστά μου, όπως τα πουλιά στον αέρα.

— Και πώς ανέβηκες έπειτα; ρώτησε ο μεγάλος Κλώσος. Αν ήξερα ότι είναι τόσο ωραία μέσα στο ποτάμι, δεν θα σε έριχνα.

— Να τι έκανα, συνέχισε ο μικρός Κλώσος. Σου είπα ότι η ωραία κοπέλα μού έλεγε: «Πιο πέρα θα βρεις μεγάλο ποίμνιο.» Πιο πέρα, δηλαδή μέσα στο ποτάμι, γιατί η κοπέλα δεν μπορεί να βγει στη γη. Αλλά εγώ ξέρω πώς τρέχει το ποτάμι, πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έτσι, αντί να πηγαίνω από μέσα, βγήκα για να κόψω δρόμο μέσα από τα χωράφια. Και τώρα θα μπω πάλι στο ποτάμι να βρω το ποίμνιο που μου χάρισε η κοπέλα.

— Τύχη που την έχεις, είπε ο μεγάλος Κλώσος. Και νομίζεις ότι αν πέσω κι εγώ στο ποτάμι θα βρω ζώα του νερού;

— Πιστεύω ότι θα βρεις κι εσύ όσα κι εγώ, απάντησε ο μικρός Κλώσος. Αλλά δεν μπορώ να σε σηκώσω από εδώ ως εκεί, γιατί είσαι πολύ βαρύς. Αν θέλεις, πήγαινε στη γέφυρα και χώσου στον σάκο. Έρχομαι να σε ρίξω στο ποτάμι με μεγάλη ευχαρίστηση.

— Αν όμως δεν βρω ζώα του νερού, θα σε δείρω, είπε ο μεγάλος Κλώσος.

— Καλά, καλά, μη θυμώνεις!

Πήγαν λοιπόν και οι δύο στη γέφυρα. Τα πρόβατα, που ήταν διψασμένα, μόλις είδαν το ποτάμι έτρεξαν να πιουν νερό.

— Βλέπεις πώς τρέχουν; είπε ο μικρός Κλώσος. Θέλουν να χωθούν πάλι στο ποτάμι.

— Στάσου να πάω πρώτα εγώ, για να μη σε δείρω, είπε ο μεγάλος Κλώσος.

Και χώθηκε μέσα στον σάκο, που ο μικρός Κλώσος είχε βάλει στην πλάτη ενός μεγάλου προβάτου.

— Βάλε μέσα μια πέτρα, είπε ο μεγάλος Κλώσος. Μην τύχει και δεν βουλιάξω ως το βάθος του ποταμιού.

— Γίνεται κι αυτό, είπε ο μικρός Κλώσος.

Έβαλε μια μεγάλη πέτρα στον σάκο και τον έδεσε καλά. Έπειτα τον έριξε στο ποτάμι, και πλουφ! βούλιαξε ο μεγάλος Κλώσος.

— Φοβάμαι ότι δεν θα βρει τα ζώα, είπε ο μικρός Κλώσος, και γύρισε στο χωριό του.

### Γλωσσάρι

- **οργώνουν**: ανοίγουν τη γη για να τη σπείρουν.
- **έγδαρε**: έβγαλε το δέρμα από ένα ζώο.
- **παραθυρόφυλλα**: ξύλινα φύλλα που κλείνουν το παράθυρο απέξω.
- **πελαργός**: μεγάλο πουλί με μακριά πόδια.
- **καλόγηρος**: ο μοναχός, άνδρας που ζει για τον Θεό.
- **μπαούλο**: μεγάλο ξύλινο κουτί με καπάκι.
- **συμπόσιο**: πλούσιο φαγητό με πολλούς.
- **κοιλό**: παλιό μέτρο και δοχείο για σιτάρι.
- **αμαξάκι**: μικρό καρότσι.
- **κελί**: το δωμάτιο του μοναχού.
- **πίσσα**: μαύρη υγρή ουσία που κολλά.
- **βυρσοδέψες**: αυτοί που ετοιμάζουν το δέρμα των ζώων.
- **μασκαρά**: άνθρωπος που τον κοροϊδεύουν όλοι.
- **ξενοδόχος**: εδώ, αυτός που έχει μικρό ξενοδοχείο στον δρόμο.
- **θερμόαιμος**: που θυμώνει γρήγορα.
- **θεόκουφη**: που δεν ακούει τίποτα.
- **ποίμνιο**: πολλά πρόβατα μαζί.
