# Λόγια της Πλώρης (επίπεδο B2)

*Ανδρέας Καρκαβίτσας*

## Η Γοργόνα

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη νύχτα. Σπάνια νύχτα, η πρώτη και η τελευταία, θαρρώ, στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλλού από τον Πειραιά. Και τα δύο τα είχα κάνει τουλάχιστον είκοσι φορές. Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιποθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε. Ίσως η γαληνεμένη θάλασσα, ίσως ο ξάστερος ουρανός, ίσως η διαπεραστική κάψα του ήλιου. Δεν μπορώ να πω. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, έβρισκα τη ζωή τόσο πλημμυρισμένη από ανία, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό δεν θα έλεγα «όχι!»

Ο ήλιος είχε ώρα που βασίλεψε. Τα χρυσοπόρφυρα συννεφάκια που συντρόφευαν το κατέβασμά του σκόρπισαν στον πλατύ ορίζοντα και σκάλωσαν κάπου μαύρα, σαν γιγάντιες καπνιές. Ο Αποσπερίτης έλαμψε μέσα στα σκούρα, κρυστάλλινος και χιονάτος. Φάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί, ένας ένας. Τα νερά κάτω πήραν εκείνο το λευκοσκότεινο χρώμα του ατσαλιού, το κρύο και το ανατριχιαστικό. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια στη θέση τους. Ο καπετάνιος κατέβηκε να κοιμηθεί. Ο Μπούλμπερης κάθισε στο τιμόνι. Ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, κουλουριάστηκε στη ρίζα του αργάτη, για να αναπαυθεί κι εκείνος. Εγώ ούτε να αναπαυθώ μπορούσα. Ούτε ύπνο ούτε ξύπνο. Δοκίμασα να πιάσω κουβέντα με τον τιμονιέρη. Μα είχε τόση ανοστιά, που η κουβέντα έσβησε αμέσως, σαν φωτιά αναμμένη με χλωρά ξύλα. Πήγα να παίξω με τον Μπραχάμη. Αλλά κι εκείνος τρύπωσε ακόμη περισσότερο το μουσούδι στα πόδια του και γκρίνιασε βαριεστημένος, σαν να μου έλεγε:

— Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου!

Τότε βαριεστημένος κι εγώ πήγα και ξάπλωσα μπρούμυτα στη μέση του καταστρώματος. Έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου, γιατί ήθελα να μη βλέπω τίποτα γύρω μου και να μη νιώθω πως ζω. Και λίγο λίγο σχεδόν το κατάφερα. Κάτι ελάχιστο, σαν θαμπό καντηλάκι, έβλεπα να ζει στο κέντρο της ύπαρξής μου. Γύρω του, σαν κρύα στάχτη, σκορπούσαν τα άκρα μου, έσμιγαν και έλιωναν μέσα στα αναίσθητα σανίδια του καταστρώματος.

Πόσο έμεινα έτσι δεν το ξέρω. Τι μαύρες ιδέες έπλεξα στο μυαλό μου, ή αν έπλεξα καθόλου, δεν θυμάμαι. Ξαφνικά όμως άρχισα να ανατριχιάζω. Κάποια μαγνητική δύναμη ερέθιζε τα νεύρα μου, όπως η υγρασία ερεθίζει τα πουλιά στο φλυάρισμα. Και αμέσως ένα πορφυρό κύμα χύθηκε πάνω μου, έτρεξε από όλους τους πόρους της σάρκας, πέρασε στις αισθήσεις και πλημμύρισε ολόκληρο το εγώ μου. Πίστεψα πως κολυμπούσα στα αίματα. Όπως ξυπνά αυτόματα στο ολόλευκο φως της ημέρας εκείνος που κοιμόταν σε σκοτεινό δωμάτιο, έτσι κι εγώ ένιωσα τη ζωή να τρέχει βουβά από άκρη σε άκρη. Και άνοιξα τα μάτια μου. Τα άνοιξα ή τα έκλεισα, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο πως έμεινα ακίνητος, μαρμαρωμένος, όπως οι αρχαίοι μπροστά στο κεφάλι της Μέδουσας.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ξύπνησα μέσα στον φάρυγγα κάποιου γιγάντιου ψαριού, που ρούφηξε το καράβι μας. Κι όμως δεν ήταν φάρυγγας ψαριού. Ήταν ο ουρανός ψηλά και κάτω η θάλασσα. Μα όλα, ψηλά και χαμηλά, ήταν στρωμένα με ένα ρούχο κατακόκκινο, κυματιστό, που έβαφε με απαλό φέγγος ως και το σωτρόπι του καραβιού μας. Κάπου στα πέρατα της γης μια πυρκαγιά τίναζε τη λαμπάδα της ψηλά και έριχνε φοβερές φλόγες εδώ κι εκεί, άπληστη να καταπιεί τα σύμπαντα. Μα πού ήταν η κάψα της και πού η καπνιά της; Και τα δύο έλειπαν. Ο αέρας ήταν ίδιος όπως πριν από λίγο, δροσερός, πιο υγρός μάλιστα, και τα ξύλα, τα σίδερα, τα άρμενα του καραβιού δεν είχαν κανένα σημάδι.

Κάτω, στα βάθη του βοριά, κάποιο μενεξεδένιο σύννεφο απλώθηκε, τύλιξε μέσα του γαλαζωμένα τα αστέρια και τέλος τα έκρυψε κάτω από το πυκνό μαγνάδι του. Παραπάνω απλώθηκε ένα τόξο λευκοκίτρινο και έχυσε στη μέση του ουρανού ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα, χρυσορρόδινα και γαλάζια, λες και ήθελε να βάψει το στερέωμα. Και το τόξο κινούνταν σαν ανεμοδαρμένο παραπέτασμα. Έσειε μπροστά τα κρόσσια του, άπλωνε τις αραχνοΰφαντες δαντέλες του και προχωρούσε κατακτητής του αιθέρα, όπως η πλημμύρα προχωρεί και σκεπάζει με αφρούς και γλώσσες την αμμουδιά. Τα αέρινα ποτάμια έτρεχαν γρήγορα, φούσκωναν και κυλούσαν, πάντα σκοτεινά ή πράσινα, χρυσορρόδινα ή γαλάζια, και σκόρπιζαν αντιφεγγίσματα παντού, σαν ηλεκτρικοί προβολείς χοντροί και ατέλειωτοι. Η θάλασσα, ακίνητη, αντανακλούσε τόσα χρώματα, και όλα φαίνονταν εκστατικά μπροστά στη θαυμαστή σπατάλη τόσου σέλαος. Μα περισσότερο εκστατικός ήμουν εγώ. Δεν ήξερα τι να κάνω και τι να σκεφτώ. Έφτασε, είπα, του κόσμου η συντέλεια. Τέτοια όμως συντέλεια μπορούσε να ευχαριστήσει τον καθένα. Σαν Ηλιογάβαλος η γη θέλει να πεθάνει μέσα σε κύματα από ρόδα.

Ξαφνικά όμως ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσα από το μενεξεδένιο σύννεφο, είδα να προβάλλει ένας ίσκιος πελώριος. Το χοντρό κορμί του και το στρογγυλό σαν πύργος κεφάλι του φάνταζαν στο βάθος του ουρανού σαν Άγιον Όρος. Τα δύο του μάτια, μεγάλα και λαμπρά, γύριζαν την ίριδά τους σε φωτεινούς κύκλους και κοίταζαν υπερήφανα τον Κόσμο, πριν τον κλοτσήσουν στην ανυπαρξία. Νάτος! είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο καταστροφέας και σωτήρας. Τον κοίταζα με μάτια ορθάνοιχτα και είχα ρίγος στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγμή περίμενα να πέσει πάνω μου, σαν σφυρί, το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η γη με τους καρπούς της, πάει και η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πια, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά. Η μήτρα της γέννησης και του θανάτου θα πέσει τέλος στο βάραθρο της ανυπαρξίας, χωρίς καθόλου να συγκινήσει τους κόσμους.

Αλλά δεν άκουσα ακόμη το χτύπημα. Ο ίσκιος προχωρούσε πάνω στα νερά με άλματα πύρινα. Και όσο πιο γρήγορα προχωρούσε, τόσο μίκραινε το κορμί του. Και ξαφνικά ο τρομερός σαν θεός όγκος έγινε μια πανέμορφη κόρη, που στάθηκε αντίκρυ μου. Φορούσε στο κεφάλι στέμμα στολισμένο με διαμάντια, και τα πλούσια μαλλιά της άπλωναν μια γαλάζια χαίτη στις πλάτες, ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τα αμυγδαλωτά μάτια, τα κοραλλένια χείλη της σκόρπιζαν γύρω κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια υπερηφάνεια βασιλική. Από τον χαριτωμένο λαιμό της κατέβαινε ένας ολόχρυσος θώρακας με λέπια και έσφιγγε το κορμί της. Στο αριστερό χέρι πρόβαλλε την ασπίδα και στο δεξί τίναζε τη Μακεδονική σάρισα.

Δεν είχα συνέλθει ακόμη από την απορία, όταν άκουσα μια φωνή γλυκιά, ήμερη και μαλακή, σαν το μονότονο ψιθύρισμα προαιώνιας βρύσης, να μου λέει:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος! ψιθύρισα με ακόμη μεγαλύτερη απορία. Πώς είναι δυνατόν να ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Δεν ήξερα τι ερώτηση ήταν εκείνη και τι να της απαντήσω, όταν η φωνή ξαναρώτησε:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Απάντησα χωρίς να σκεφτώ τι κάνω:

— Τώρα, κυρά μου! Τώρα βασιλιάς Αλέξανδρος! Ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη.

Ωιμέ! Τι κακό που έπαθα! Η πανέμορφη κόρη έγινε αμέσως ένα βδελυρό τέρας. Πελώρια, βγήκε από το κύμα και έδειξε το μισό της κορμί, έναν κορμό ντυμένο με λέπια. Τα μεταξένια μαλλιά της σηκώθηκαν ζωντανά φίδια εδώ κι εκεί, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά και έχυσαν έναν φοβερό άνεμο. Το θωρακισμένο στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σαν να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού, Στρίγγλα μαζί και Μέγαιρα. Τώρα κατάλαβα καλά με ποια είχα να κάνω! Δεν ήταν, όχι, ο Χάρος της γης, ο καταστροφέας και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Αλεξάνδρου, που έκλεψε το αθάνατο νερό και γυρίζει ζωντανή και παντοδύναμη. Ήταν η Δόξα του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη και αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για τον ερχομό της έχυσε ο Πόλος άφθονο το σέλας του, να στρώσει τον αιθέρα με το χρώμα της πορφύρας. Δεν ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα, μανιασμένη από την άκριτη απάντησή μου, έριξε το χέρι της στην κουπαστή, ένα χέρι βαρύ, τριχωτό σαν δάσος. Έπαιξε δεξιά κι αριστερά την ουρά της και έκανε τον μαλακό Πόντο άγριο Ωκεανό.

Με λυμένα τα γόνατα φώναξα δυνατά:

— Όχι, κυρά, ψέματα είπα. Ψέματα!

Εκείνη με κοίταξε αυστηρά, στάθηκε κολοσσός μπροστά μου και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Απάντησα αμέσως:

— Ζει και βασιλεύει! Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

Άκουσε καλά τα λόγια μου. Σαν να χύθηκε η φωνή μου αθάνατο υγρό στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας και έλαμψε πάλι πανέμορφη παρθένα. Σήκωσε από την κουπαστή το κρινένιο χέρι της και χαμογέλασε, σκορπώντας ροδοπέταλα από τα χείλη της. Και ξαφνικά στον ολοπόρφυρο αέρα χύθηκε μια αύρα μυστική, ένα τραγούδι πολεμικό, παιάνες νικητήριοι. Λες και γύριζε τώρα η Μακεδονική φάλαγγα από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.

Σήκωσα τα μάτια ψηλά. Είδα τα αιθέρια ποτάμια, τα σκοτεινά και τα πράσινα, τα χρυσορρόδινα και τα γαλάζια, να σμίγουν στο ζενίθ και να κάνουν γιγάντιο Στέμμα. Ήταν έργο του καιρού ή μήπως συμβολική απάντηση του ουρανού στο ερώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι φωτεινές αχτίδες άρχισαν να ωχραίνουν, να θολώνουν και τέλος να σβήνουν η μία μετά την άλλη. Λες και έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο. Τώρα ούτε Στέμμα ούτε τόξο φαινόταν πουθενά. Μόνο κάπου κάπου έμεναν σκόρπια σύννεφα στον ουρανό, σταχτιά και κάτωχρα. Και μέσα στην ψυχή μου έμεινε το ίδιο ωχρή και ταραγμένη η λαμπρή πορφύρα της πατρίδας μου.

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη νύχτα.

### Γλωσσάρι

- **μπρίκι**: ιστιοφόρο καράβι με δύο κατάρτια.
- **αρμένιζα**: ταξίδευα με καράβι με πανιά.
- **Αποσπερίτης**: το λαμπρό «αστέρι» που φαίνεται το βράδυ.
- **αργάτη**: μηχάνημα στο κατάστρωμα που τυλίγει σχοινιά και σηκώνει την άγκυρα.
- **Μέδουσας**: τέρας της αρχαίας μυθολογίας με φίδια στα μαλλιά. Όποιος την κοιτούσε γινόταν πέτρα.
- **σωτρόπι**: το χοντρό όρθιο ξύλο στην άκρη της καρίνας.
- **μαγνάδι**: λεπτό ύφασμα που σκεπάζει το κεφάλι της γυναίκας.
- **σέλας**: δυνατό, πολύχρωμο φως στον ουρανό, κοντά στον πόλο.
- **Ηλιογάβαλος**: Ρωμαίος αυτοκράτορας, γνωστός για τη σπατάλη και τα ρόδα του.
- **σάρισα**: το πολύ μακρύ δόρυ των Μακεδόνων.
- **Μονοβύζω**: τέρας του παραμυθιού, γυναίκα με ένα μόνο στήθος.
- **Στρίγγλα**: κακιά μάγισσα των παραμυθιών. Σήμερα και βρισιά για κακιά γυναίκα.
- **Μέγαιρα**: μία από τις Ερινύες, άγρια θεά της εκδίκησης.
- **κουπαστή**: η πάνω άκρη στα πλάγια του καραβιού.
- **Πόντο**: εδώ ποιητική λέξη για τη θάλασσα, όχι ο τόπος.

## Ναυάγια

Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης πήρε τη βάρκα και έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δύο μέρες τώρα τον τυραννούσε μια φριχτή αμφιβολία. Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι είχε συναντήσει τον «Αρχάγγελο», το δεύτερο μπάρκο του, όπου ήταν κυβερνήτης και γραμματικός τα δύο αδέρφια του. Δεν πρόλαβαν να χαιρετηθούν καλά, να πουν για το φορτίο και τον ναύλο τους, και ο ζηλότυπος χιονιάς τους χώρισε. Κατάφερε τέλος να γυρίσει την πλώρη του δικού μας στον άνεμο, και ένα ολόκληρο μερόνυχτο θαλασσοδαρθήκαμε στα ανοιχτά. Μα όταν μπήκε στον Βόσπορο, έψαξε όλα τα λιμάνια, γύρισε τους κόρφους, ρώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους πιλότους, ακόμη και τους κουμπάρους και τις κουμπάρες. Αλλά τίποτα δεν του είπαν για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Φυλάχτηκε κάπου; Πρόλαβε να γυρίσει κι εκείνος την πλώρη στον άνεμο ή έπεσε πάνω στους βράχους; Και αν τσακίστηκε το μπάρκο, σώθηκαν τουλάχιστον τα αδέρφια του; Όλο τέτοια συλλογίζεται, και έχει το μέτωπο συννεφιασμένο και τρέμουλο στην καρδιά.

Όταν έφτασε στο τηλεγραφείο, ξέχασε για μια στιγμή τον πόνο του μπροστά στην εικόνα που είδε γύρω του. Κάτω στη στενή αυλή, πάνω στις σαρακωμένες σκάλες και παραπάνω στα ασάρωτα πατώματα, στεκόταν κόσμος ανήσυχος σαν κι αυτόν, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Όλοι περίμεναν να μάθουν από το σύρμα την τύχη των δικών τους, άλλος του φίλου, άλλος του συγγενή, άλλος του προστάτη του. Κι εκείνο, κρύο και ασυγκίνητο, σώριαζε γύρω με τη φλύαρη γλώσσα του πένθος και θλίψη, χωρίς σταματημό. Ονόμαζε πνιγμούς, μετρούσε σκληρούς θανάτους, έλεγε ναυάγια, χαμούς περιουσίας, σβήσιμο ονείρων. Παρέσερνε χαρές και ελπίδες με την ορμή άγριου και καταστροφικού δρόλαπα. Και κάθε λίγο, πάνω στα πατώματα, στις σκάλες, στη στενή αυλή, ακούγονταν θρήνοι, αντηχούσαν λυγμοί, κορμιά έπεφταν λιπόθυμα, κυλούσε το καυτό δάκρυ.

Ο καπετάν Ξυρίχης δεν μπορούσε να υποφέρει άλλο την αμφιβολία του. Βιαζόταν να μάθει και τη δική του μοίρα, να ακούσει τη φωνή του σύρματος. Θα αντηχούσε κουδούνισμα χαράς ή νεκρικό χτύπημα καμπάνας; Αλύπητα έσπρωξε τον κόσμο δεξιά κι αριστερά, ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο, έφτασε με κόπο μπροστά στη θυρίδα και ρώτησε με φωνή που έτρεμε:

— Για τον «Αρχάγγελο»... το μπάρκο... μήπως ακούσατε τίποτα;

— Τίποτα, του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής.

Τίποτα! Πώς είναι δυνατόν; Ξαναρωτά:

— «Αρχάγγελο» το λένε. Έχει φιγούρα δελφίνι... Έχει στο μεσανό κατάρτι κόφα. Σπετσιώτικο χτίσιμο.

Και κολλά με περιέργεια τα μάτια στο πρόσωπο του υπαλλήλου. Στήνει προσεκτικά το αυτί στους κρότους που βγάζει η μηχανή, ξερούς και κοφτούς, σαν το χτύπημα των δοντιών ενός κρυωμένου. Τα σωθικά του τινάζονται, φεύγουν τα σανίδια από τα πόδια του, μια πνοή λιποθυμίας τον τυλίγει παντού. Μα δεν αφήνει καθόλου τη θέση του. Δεν αφήνει ούτε στιγμή από τα μάτια τον ζωντανό καθρέφτη του. Τέλος σηκώνει ο υπάλληλος τα μάτια, τον κοιτάζει καλά μια στιγμή και λέει με φωνή αδιάφορη:

— Ναι... «Αρχάγγελος». Χάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης. Κόπηκε στα δύο. Η πρύμη του ρίχτηκε στους βράχους με δύο παιδιά μέσα... Τα παιδιά είναι ζωντανά.

Ζωντανά! Ορθώνεται ο καπετάνιος στα πόδια του. Διώχνει το βάρος από τα στήθη του. Η χαρά δροσίζει γλυκά την ψυχή του.

— Τα ονόματα; λέει στον υπάλληλο με φωνή τρυφερή σαν χάδι. Δεν μπορούμε τάχα να μάθουμε τα ονόματά τους;

— Πέτρος και Γιάννης, του απαντά σε λίγο με πλάνα έκφραση ο υπάλληλος.

Δόξα σοι ο Θεός! Πέτρος και Γιάννης είναι τα ονόματα των αδερφιών του. Ζωντανά λοιπόν και τα δύο. Ζωντανά εκείνα, και θρύμματα το ολοκαίνουργο σκαφίδι! Δεν πειράζει. Πάλι δόξα σοι ο Θεός! Ας ζήσουν και ας φτιάξουν άλλο, μεγαλύτερο και ομορφότερο. Κερνά ανοιχτόκαρδος πέντε πούρα τον υπάλληλο. Δίνει ένα μετζήτι φιλοδώρημα στον υπηρέτη. Παρηγορεί με γλυκά λόγια τα θλιμμένα πρόσωπα:

— Δεν είναι τίποτα· όλοι καλά είναι· όλοι καλά!

Μα το ποτήρι της χαράς θέλει να το αδειάσει αμέσως ως τον πάτο. Δεν θέλει να βλέπει τίποτα σκοτεινό στην πρόσχαρη εικόνα της ζωής του.

— Ποιας ηλικίας τάχα να είναι τα παιδιά; ρωτά πάλι.

Ο υπάλληλος σκυθρωπιάζει. Μα τον παρασκότισε! Γύρω από τον καπετάνιο ακούγονται φωνές ανυπόμονες. Σπρώχνει ο ένας τον άλλον. Θέλουν να τον βγάλουν από τη θυρίδα. Έμαθε πως ζουν τα αδέρφια του, δεν τον φτάνει; Είναι και άλλοι που λαχταρούν για τους δικούς τους, που δεν ξέρουν καθόλου τι γίνονται. Ας μάθουν κι εκείνοι κάτι! Αλλά ο καπετάνιος, εγωιστής, δεν αφήνει καθόλου τη θέση του. Άνοιξε μια φορά η χρυσελεφάντινη πύλη της ζωής, και θέλει να την απολαύσει και το μάτι του.

— Ποιας ηλικίας τάχα; ξαναρωτά με χαμόγελο στα λόγια του.

— Δέκα, δώδεκα χρονών, του απαντά ο υπάλληλος σκυμμένος στη μηχανή του.

Πάλι τον πλακώνει η απελπισία. Τα αδέρφια του δεν είναι τόσο μικρά. Είναι από εικοσιπέντε και πάνω. Σκυθρωπός, έτοιμος να δακρύσει, αφήνει τη θέση του, κατεβαίνει τις σκάλες, βγαίνει από την αυλή, παίρνει το βαποράκι και φτάνει στα Θεραπειά. Από εκεί φτάνει με ένα άλογο στον Άγιο Γιώργο και παίρνει την ακρογιαλιά. Τα μάτια του βρέχουν δάκρυα. Κλαίνε και κλαίνε χωρίς να στερεύουν.

Ο ήλιος παίζει ακόμη ψηλά σε ζαφειρένιο ουρανό. Δίπλα του η θάλασσα, λίμνη ακύμαντη, απλώνεται ως τα θεμέλια του ουρανού. Μπροστά του η γη, σπαρμένη λουλούδια, μοσχοβολά. Κι όμως η ακρογιαλιά του φαίνεται πλατύ νεκροταφείο από άκρη σε άκρη. Κάθε βράχος της και ένα νεκροκρέβατο. Γύρω φθορά και μούχλα. Καράβια κομματιασμένα, βαρκούλες μισοσπασμένες, σχοινιά, κατάρτια, φιγούρες, πανιά, εικονίσματα, τηγάνια, πιάτα, λιβανιστήρια, πυξίδες, χρυσωμένα ξύλα. Και μαζί χέρια, πόδια, κορμιά δίχως κεφάλια, κεφάλια δίχως κορμιά, άδεια κρανία, τρίχες χωμένες στις ρωγμές, μυαλά λιωμένα στην πέτρα. Λες και κάποια κινούμενη πόλη προσάραξε εκεί και σκόρπισε κάτω από το αυστηρό βλέμμα του Θεού, και νεκρώθηκαν η ζωή και ο πλούτος της.

Ένα τρεχαντηράκι, όμορφα φτιαγμένο, πρόβαλλε σαν άγγελος με τα πανιά και τα ξάρτια του, λες και αρμένιζε στον αέρα. Κι όμως ήταν πεταμένο στην κορυφή ενός βράχου. Τα ακανόνιστα δόντια των πετρών ήταν χωμένα ύπουλα μέσα στα ξύλα της καρίνας του. Και τα ξύλα της καρίνας του ήταν σφηνωμένα απελπιστικά μέσα στα λακκώματα και στις σχισμάδες της πέτρας. Ούτε νερό ούτε άνεμος μπορούσε να περάσει από εκεί. Και ένα σκυλί, δεμένο στην πρύμη, γύριζε μάτια κατακόκκινα, δάγκωνε τα ξύλα, έτρωγε την αλυσίδα του, άρπαζε και τραβούσε με πάθος την ουρά του. Κοίταζε το νερό και γάβγιζε, γάβγιζε, σαν να το έβριζε που το άφησε ακόμη ζωντανό, αφού τα αφεντικά του τα άρπαξε ο ρούφαλας.

Έκανε μερικά βήματα ακόμη ο καπετάν Ξυρίχης και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά στο μπάρκο του. Έπρεπε να είναι δικό του ξύλο, να του μιλήσει στην ψυχή, για να το γνωρίσουν τα μάτια του στην κατάσταση που ήταν. Ούτε κατάρτια, ούτε πανιά, ούτε σκαφίδι είχαν απομείνει πια. Μόνο η πρύμη του, κι εκείνη ξεσκισμένη, κρατιόταν απελπιστικά σε δύο χάλαρα. Και γύρω της μια πικρή νεκρική πομπή: άλλα ξύλα σκορπισμένα, κουπιά και άρμενα, άλλες καρίνες φαγωμένες, άλλα ποδόσταμα και σωτρόπια και σταυρώσεις. Και ακόμη γύρω της άλλη, πικρότερη συνοδεία! Βλέπει τον ναύκληρο νεκρό στο πλάι. Βλέπει τους ναύτες σκορπισμένους πέρα δώθε, άλλους κολλημένους σαν κολλητσίδες πάνω στα χάλαρα, άλλους μισοσκεπασμένους με άμμο, άλλους παιχνίδι του νερού, που τους δέρνει και τους φτύνει. Και πάνω στα τουμπανιασμένα πτώματα, στα χασκογέλαστα και περιπαιχτικά πρόσωπα, τα όρνια καλοκαθισμένα βύθιζαν το ράμφος στη νεκρή σάρκα, έτρωγαν και μασούσαν λαίμαργα. Μόλις άκουσαν τον κρότο του, πέταξαν κράζοντας, σαν να διαμαρτύρονταν που τα ενόχλησε στο πλούσιο φαγοπότι.

Αρχίζει τώρα το πιο φριχτό βάσανο του καπετάνιου. Εκείνα τα ξένα πτώματα δείχνουν ολοφάνερα πως κοντά βρίσκονται και τα δικά του. Θέλει να τρέξει, να ψάξει παντού, κι όμως δεν τολμά. Κάτι μέσα του τον κρατά, του καρφώνει τα πόδια εκεί στα αχνάρια του. Ο πόθος όμως, πιο δυνατός, τον σπρώχνει μπροστά. Πηγαίνει και ψάχνει ένα ένα τα πτώματα, και τέλος βρίσκει, ασούσουμα, και τα αδέρφια του. Το ένα κείτεται με το κεφάλι σχισμένο. Το άλλο έχει και τα δύο πόδια κομμένα στα γόνατα. Αν δεν του το έλεγε η ψυχή του, βέβαια δεν θα τα αναγνώριζαν τα μάτια του, όπως και το μπάρκο. Αλλά του το είπε και τα γνώρισε αμέσως. Και τότε τα μάτια του στέρεψαν. Ούτε δάκρυα βγάζουν ούτε σπαρταρούν. Τη θάλασσα μόνο κοιτάζουν, αυστηρά και πεισματωμένα. Και ξαφνικά η γροθιά του σηκώνεται και πέφτει με τέτοια ορμή, που θα έλεγες πως η θάλασσα τρόμαξε και έκανε πίσω φοβισμένη.

Έπειτα σκύβει και φιλά γλυκά τα αδέρφια του. Χαϊδεύει ανάλαφρα τα χτυπημένα κορμιά τους, σαν να φοβάται μην τα ξυπνήσει. Κάτι τους ψιθυρίζει μυστικά στο αυτί, ίσως παρηγοριά, ίσως μια μακρινή υπόσχεση. Έπειτα με τον λάζο αρχίζει να σκάβει τον τάφο τους. Παιδεύτηκε κάπου μια ώρα στην άμμο. Τον άνοιξε καλά. Απίθωσε πρώτα τα αδέρφια, έπειτα τον ναύκληρο, κατόπιν τους ναύτες, και κύλισε από πάνω πέτρες και χάλαρα. Έπειτα έπιασε πάλι τον δρόμο του και έφτασε στα Θεραπειά. Βρίσκει το βαπόρι και έφτασε πάλι στο μπάρκο.

— Έτοιμα; ρωτά τον γραμματικό.

— Έτοιμα.

— Φόρα την άγκυρα.

Και ο καπετάν Ξυρίχης, αμίλητος, σκυθρωπός, έπιασε τη θέση του στο κάσαρο και συνεχίσαμε το ταξίδι.

### Γλωσσάρι

- **Μπουγάζι**: το στενό στόμιο του Βοσπόρου προς τη Μαύρη Θάλασσα.
- **μπάρκο**: μεγάλο ιστιοφόρο καράβι με τρία ή περισσότερα κατάρτια.
- **γραμματικός**: αυτός που κρατά τα χαρτιά και τους λογαριασμούς του καραβιού.
- **δρόλαπα**: δυνατή καταιγίδα.
- **φιγούρα**: ξύλινο άγαλμα μπροστά στην πλώρη.
- **κόφα**: μικρό πάτωμα ψηλά στο κατάρτι.
- **πρύμη**: το πίσω μέρος του καραβιού.
- **σκαφίδι**: το σώμα του καραβιού.
- **μετζήτι**: ασημένιο νόμισμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
- **τρεχαντηράκι**: μικρό ελληνικό ξύλινο καράβι με πανιά.
- **ρούφαλας**: τόπος στη θάλασσα όπου το νερό γυρίζει και τραβά προς τα κάτω.
- **χάλαρα**: πέτρες και βράχοι στην ακτή ή στη θάλασσα.
- **ναύκληρο**: ο αρχηγός των ναυτών, κάτω από τον καπετάνιο.
- **ασούσουμα**: παραμορφωμένα, χωρίς το σχήμα που είχαν.
- **λάζο**: μεγάλο, βαρύ μαχαίρι.
- **κάσαρο**: το ψηλό μέρος του καταστρώματος στην πρύμη.

## Οι κουρσάροι

Η «Παναγιά η Κλεφτρίνα», το μυστικό των κουρσάρων, δίχως κατάρτι και πανί, κάθεται αραγμένο μέσα στο Κλεφταύλακο, σαν βόας που χωνεύει στα πυκνά κλαδιά του δάσους. Κάτω από το τρεμάμενο φως των άστρων, το πισσαλειμμένο σκάφος του μόλις ξεχωρίζει από τα σκοτεινά νερά και τις πέτρες της ακρογιαλιάς. Τα παραπέτα του είναι ντυμένα με φελλό, η πρύμη και η πλώρη του φραγμένες με χαλκό. Τα τέσσερα μικρά μπρούντζινα κανόνια, που το βρύχημά τους είναι ο τρόμος των θαλασσινών, είναι θαμμένα στο σκοτάδι και στην ασάφεια. Το ίδιο και οι μπαλντάδες που βάφονται συχνά στο αίμα τους, τα τρομπόνια, τα τσεκούρια, οι γάντζοι που πιάνουν σαν νύχια αετού τα πλευρά των καραβιών. Μόνο πού και πού, όταν οι φωτιές ψηλώνουν περισσότερο και χρυσώνουν πέτρες και νερά, φωτίζουν και το κατάστρωμα. Φαίνονται τότε τα σχοινιά σαν κουλουριασμένα φίδια, η πεινασμένη κόψη των όπλων, πηγμένο αίμα εδώ κι εκεί. Άλλο τίποτα.

Γύρω ψηλώνουν τραχιοί και απόκρημνοι οι βράχοι του Καβομαλιά, πέτρες ατόφιες, σκυθρωποί γίγαντες. Στέκονται όρθιοι και σκύβουν από πάνω του, λες και θέλουν να το προφυλάξουν από κακό μάτι. Κι εκεί, ξαπλωμένοι στο σκοτάδι ή μαζεμένοι στις φωτιές, μαυρίζουν οι κουρσάροι, ίσκιοι και φαντάσματα. Είναι κάπου σαράντα, και όλοι διαλεχτοί, ένας ένας. Πατρίδα τους το κάθε νησί της Άσπρης θάλασσας, το κάθε πόρτο του Μωριά και της Ρούμελης. Θρησκεία τους το κούρσεμα. Λατρεία τους το μυστικό. Αρχηγός τους ο καπετάν Λαχτάρας, φοβερός στη δύναμη, μέγας στην τόλμη, θαυμαστός στα σχέδια, δράκος αχόρταγος στην κλεψιά και στο αίμα.

Ξαπλωμένος στην κορυφή ενός όρθιου βράχου, με τα πλατιά νώτα στηριγμένα στη χορταριασμένη πλαγιά, ο Λαχτάρας ψηλαφεί τα ψαρά γένια του. Ατενίζει κάτω σαν θαλασσινός θεός που θέλει να γνωρίσει το απέραντο βασίλειό του. Δίπλα του η φωτιά, με τις πολλές γλώσσες της, ψηλώνει, στοιχειώνει και ροκανίζει την τροφή της. Σκορπά τα χρώματα της ίριδας στα χρυσοκαπνισμένα όπλα του, στις αλυσίδες με τα διαμάντια, στα μεταξωτά βρακιά, στα άσπρα παπούτσια, στα δαχτυλίδια με τα ρουμπίνια. Και ανάμεσα στα πόδια του, λουφασμένος, ο Καρακαχπές, μαυρομάλλης και με φουντωτή ουρά, τον κοιτάζει κατάματα. Σαν να τον ρωτά την αιτία των συλλογισμών του. Σαν να του υπόσχεται πως, κι αν όλοι τον αρνηθούν, αυτός θα μείνει πάντα πιστός υπηρέτης και φύλακάς του ως τον τάφο.

Έτσι συνηθίζει να κάθεται κάθε νύχτα ο καπετάν Λαχτάρας, μόνος εκεί στη μαύρη πέτρα, με τη φωτιά δίπλα και τον σκύλο στα πόδια του. Να κάθεται, να καπνίζει το τσιμπούκι του και να συλλογίζεται. Τι συλλογίζεται; Όχι βέβαια τη γυναίκα και το μοναχοπαίδι του, που τα έχει κλειδωμένα στον Πύργο του Φονιά. Ούτε τα τόσα αίματα και τα λόγια που λένε τα θύματά του, παρακαλώντας τον θερμά, πριν σκύψουν το κεφάλι στο άσπλαχνο μαχαίρι του. Μα τώρα ούτε και τα πολλά πλούτη του. Βαρέλια τα φλουριά, αρμαθιές τα κολονάτα, στέρνες αστείρευτες τα δουβλόνια. Τα ασημένια καντήλια, τα πουκάμισα των αγίων με τα πετράδια, τα ανεκτίμητα όπλα. Στοίβες απάτητες τα γουναρικά, οι τσόχες, τα ακριβά ρούχα, τα λεπτά μαντίλια, τα μεταξωτά, τα σαμούρια και τα λαχούρια. Κι εκείνα κάθονται καλά κλεισμένα στις άφωνες σπηλιές και δεν έχουν άλλον μάρτυρα παρά τον Θεό και τα χέρια του.

Μια εβδομάδα τώρα κάτι άλλο τον δαιμονίζει και τον κρατά ανήσυχο. Ο Τρακάδας, ο βλάμης του. Τον είχε βλάμη, κουμπάρο στο παιδί του, δεξί χέρι στο κούρσο, αρχηγό στο πλήρωμα, δήμιο στους σκλάβους του. Πέντε χρόνια κλειστά. Και ακόμη τον είχε σύντροφο στα προσωπικά του κακουργήματα. Κάθε φορά εκείνος τον απάλλασσε, με μια μαχαιριά ή με μια πέτρα στον λαιμό, από κάθε ανυπότακτο ή δύστροπο σύντροφο. Πόσοι και πόσοι δεν πλάγιασαν έτσι, για να μην ξυπνήσουν ποτέ! Πόσα χοντρά μερίδια δεν άραξαν έτσι στις αποθήκες του καπετάν Λαχτάρα, αντί να φτάσουν στα σπίτια εκείνων και να στολίσουν τις γυναίκες τους! Τώρα ήρθε και η δική του σειρά. Τον ξεπάστρεψε με ένα ψίχουλο φαρμάκι. Μα τι να γίνει; Ποιος του είπε να μάθει όλα του τα μυστικά; Ποιος του είπε να ξέρει όλες τις κρυψώνες του; Έπρεπε να το έχει πάντα στον νου του. Η φτελιά που πηγαίνει και ριζώνει στην όχθη του ποταμού δροσίζει καλά τις ρίζες της στο νερό, μεστώνει, θεριεύει και περηφανεύεται για τη γειτονιά του. Μα αργά ή γρήγορα θα λιώσουν μια μέρα τα χιόνια στα βουνά. Ο ποταμός θα κατεβάσει το ρέμα στροβιλιστό και θα πάρει στον θυμό του και τη γειτόνισσα φτελιά. Τι σου φταίει ο ποταμός;

Έτσι φροντίζει να δικαιολογηθεί στην ταραγμένη συνείδησή του ο καπετάν Λαχτάρας. Μα δεν την ησυχάζει καθόλου. Δεν την ησυχάζει, γιατί ούτε ο Τρακάδας ησυχάζει στον τάφο του. Οι φόνοι και τα κρίματα έπλεξαν τρίχινο σχοινί και δεν αφήνουν την ψυχή να περάσει στον κόσμο της ανάπαυσης. Φορτωμένη με χοντρές αλυσίδες, σκλάβα, σέρνεται στους τόπους όπου αμάρτησε, θρηνεί και δέρνεται, βαριά στην καρδιά και πάντα αλύτρωτη. Με το βουργιάλι στην πλάτη και το ραβδί στο χέρι, γυρίζει ο κουρσάρος τα τρίστρατα, φάντασμα σκυθρωπό και αμίλητο. Πολλοί γνωστοί του θέλησαν να μιλήσουν μαζί του, τον φώναξαν να τον κεράσουν στην ταβέρνα, πάσχισαν να τον βάλουν στην εκκλησία. Μα εκείνος φεύγει μακριά, σβήνει από κοντά τους σαν βαρύ σύννεφο, αφήνοντας γύρω του σκούξιμο και θλίψη. Και κάθε νύχτα, τέτοια ώρα, έρχεται πάντα στον βλάμη του, με το γιαταγάνι γυμνό στο χέρι το τριχωτό σαν δάσος, με σταγόνες νωπού αίματος στο μαύρο πρόσωπο. Απλώνει τη σκούφια του και ζητά μερίδιο από τα λάφυρα, όπως έκανε και ζωντανός. Και ο άτρομος καπετάνιος, νευρικός, ανήσυχος, ψηλαφεί τα γένια του και τινάζει μπροστά του τον καπνό του τσιμπουκιού σαν σύννεφο, ελπίζοντας να κρύψει το ενοχλητικό φάντασμα.

— Ε, παιδιά! Ορθοί στο κούρσο! θέλει να φωνάξει, όπως πάντα στην ώρα της επίθεσης.

Μα ο λαιμός του, λες και είναι φραγμένος με αγκάθια, ξεσκίζει τη φωνή και τη βγάζει άναρθρη και ασχημάτιστη. Την ίδια στιγμή ηχεί και σχίζει το σκοτάδι μια πύρινη σφυριγματιά, τρανή και χαλκόστομη, σαν να σαλαγάει κοπάδια ο Σαρίγκαλος. Ακούγεται δούπος βαρύς, κύλημα της σάρας, ένας κρότος κουφός και συνεχής, σαν να πήραν ζωή οι πέτρες. Και μέσα στη βουή ακούγεται μια φωνή άγρια, σαν κραυγή κουκουβάγιας, να λέει:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

Ο καπετάν Λαχτάρας πνίγεται τώρα στον ιδρώτα. Γνώριμή του είναι η φωνή, γνώριμη η σφυριγματιά και η βουή. Δεν είναι άλλος από τον Τρακάδα, τον βλάμη του. Έρχεται απόψε με περισσότερη μανία, με πιο φριχτή συνοδεία. Δεν κρατά στο χέρι γυμνό το γιαταγάνι του. Δεν έχει κηλίδες νωπού αίματος στο πρόσωπο. Φορά το φτωχικό βουργιάλι του και κρατά στο χέρι το θρυμματισμένο ραβδί του. Μα έχει τόσο στεγνό το πρόσωπο, το βλέμμα τόσο αδάμαστο, το κορμί τόσο καμπουριασμένο, μικρό και ελάχιστο, που μπορεί να τρομάξει και γίγαντα.

Παράλυτος κάθεται ο καπετάνιος στον βράχο του. Θέλει να απλώσει το χέρι στα όπλα, και το χέρι μένει ακίνητο, σαν αλυσοδεμένο στην πέτρα. Θέλει να βγάλει φωνή, μα του είναι αδύνατο. Γυρίζει το βλέμμα δεξιά κι αριστερά να δει τους συντρόφους και ξεχωρίζει μαύρους ίσκιους που τρέχουν και πηδούν με τα μαλλιά όρθια, θεότρελοι από τον φόβο τους. Άλλοι γκρεμίζονται στη θάλασσα, άλλοι τσακίζονται στις σπηλιές, άλλοι παίρνουν τις πλαγιές, άλλοι ανεβαίνουν στις ράχες και ακόμη τρέχουν να ξεφύγουν από αόρατο εχθρό. Ρίχνει ένα βλέμμα στον σκύλο του, θέλει να του θυμίσει την παλιά υπόσχεση. Μα κι εκείνος, με την τρίχα όρθια, ολότρεμος, γρυλίζει μόνο και πασχίζει να χαθεί κάτω από τα πόδια του αφέντη του. Κι όμως κοντά του στέκεται ο μικρός και πελώριος Τρακάδας, τόσο κοντά που νιώθει την ανάσα του σαν καυτό άνεμο στο πρόσωπο. Ο ίσκιος του πέφτει σαν Καβομαλιάς στο στήθος του. Τον κοιτάζει κατάματα με γέλιο και τον περιχύνει με την άγρια φωνή του:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

— Να μοιράσουμε τι; ρωτά το αδέσμευτο πνεύμα μέσα στο κεφάλι του καπετάνιου. Θέλεις τα ρούχα μου, θέλεις τα όπλα και τα χρυσαφικά μου; Δικά σου είναι. Δικός σου είμαι κι εγώ. Μπροστά σου με έχεις άβουλο και ακυβέρνητο. Μη ζητάς όμως τα πλούτη τα κρυμμένα. Τα ξέρεις και τα ξέρω. Μην τα ζητάς!

Το είπε, δεν το είπε, το άκουσε ο βρικόλακας. Ξέσπασε το γέλιο από τα φτωχά στήθη του, τρανταχτό, βαρύ, σαρκαστικό. Και είδε ο Λαχτάρας ένα σκελετωμένο χέρι να απλώνει πάνω του και να τον σηκώνει σαν πούπουλο στον ώμο. Ένιωσε έναν παλμό. Είδε τα αστέρια να κινούνται από πάνω του σαν γοργά καράβια με τα πανιά γεμάτα. Πού πάνε τα αστροκάραβα με τα πανιά γεμάτα; Στο κούρσο πάνε. Στο κούρσο και στο αίμα τρέχει κι αυτός.

— Ε, παιδιά, ορθοί! θέλει να φωνάξει, όπως πάντα στην ώρα της επίθεσης.

Μα τίποτα δεν βλέπει γύρω του, τίποτα ζωντανό μέσα στο μυστικό. Όλα κείτονται λουφασμένα: τα μικρά μπρούντζινα κανόνια, οι αιματοβαμμένοι μπαλντάδες, τα τρομπόνια, τα τσεκούρια, οι γάντζοι. Κείτονται λουφασμένα, σαν να τα έχει πιάσει ρίγος. Φαίνονται τρομαγμένα, διστακτικά κι εκείνα, όπως πριν οι κουρσάροι και όπως ο Καρακαχπές. Κανείς δεν έρχεται να τον προστατέψει. Κανείς δεν τολμά να φωνάξει στον αμείλικτο βλάμη του: φτάνει! Κι εκείνος, παντοδύναμος αφέντης εκεί μέσα, τρέχει αψύς από την πρύμη στην πλώρη. Τον δένει σφιχτά στον αργάτη με τα σχοινιά, σηκώνει στη μέση το κατάρτι, απλώνει το πανί, λύνει τα πρυμόσχοινα. Και πάλι τον κοιτάζει κατάματα και ρίχνει πάλι την άγρια λαλιά του:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

Ασκί του Αιόλου έγινε τώρα το σκελετωμένο σώμα του Τρακάδα και άφησε ελεύθερο δυνατό άνεμο. Φούσκωσε αμέσως το ράθυμο πανί, αναταράχτηκε η θάλασσα, και το μυστικό πέταξε σαν βέλος από το αυλάκι στα ανοιχτά. Ο καπετάν Λαχτάρας βλέπει γύρω τις στεριές να τρέχουν προς τα πίσω, σκοτεινά σύννεφα στη βία του βοριά. Βλέπει το κύμα να τον καβαλά. Βλέπει από πάνω του το ολοφούσκωτο πανί σαν ακονισμένο σπαθί. Πνίγεται και μανιάζει από την απελπισία και τον εφιάλτη. Τι θα γίνει; Πού τον στέλνει έτσι σφιχτοδεμένο ο μισητός σύντροφος; Πασχίζει να λύσει τα σχοινιά, θέλει να φωνάξει, μα δεν μπορεί. Φυσά και βράζει μέσα του η κόλαση. Φυσά και βράζει, μα δεν εξατμίζεται για να ελαφρώσει. Βάζει όλη του τη δύναμη, πασχίζει και τέλος βγάζει σαν βρύχημα την κατάρα:

— Σύρε στον σαββατιανό λύκο! Σύρε!

Με τη φωνή έσπασαν κάπως τα δεσίματα όλα. Πήδησε όρθιος ο καπετάνιος και τρέχει με τα μαλλιά όρθια να ξεφύγει από τον βρικόλακα. Πηδά φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, ανεβαίνει πλαγιές, κατεβαίνει σάρες, πηδά και φεύγει σαν ζαρκάδι. Πίσω του ο Καρακαχπές, με την τρίχα όρθια κι εκείνος, ρίχνεται στα βήματά του. Φύγε! του λέει με το αλύχτημα, και του ξεσκίζει τη βράκα με τα δόντια του. Εχθρός έγινε τώρα ο υπηρέτης και ο σύντροφος! Και βλέποντάς τον έτσι, ο καπετάν Λαχτάρας παίρνει το αλύχτημα για φωνή του βλάμη του, γνωρίζει στη λάμψη των ματιών την αγριεμένη φλόγα του Τρακάδα. Και φεύγει ακόμη με γόνατα παραλυμένα, με κομμένη φωνή. Πηδά φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, ανεβαίνει πλαγιές, κατεβαίνει σάρες.

Διπλό μπλουμ! ακούστηκε ξαφνικά στη ρίζα ενός βράχου, και η θάλασσα έκλεισε για πάντα τα μάτια των φυγάδων. Μα την ίδια στιγμή η ανατολή άνοιξε απέναντι άλλα μάτια, πιο αγνά και πιο λαμπρά, και η πλάση αγαλλίασε. Τρέμουν ρουμπίνια στα νερά. Παίζουν σμαράγδια στους κάμπους. Το σώμα του Λαχτάρα, που πλανιέται στο πέλαγος, αδερφωμένο με τον Καρακαχπέ, τρομάζει τώρα τους θαλασσινούς. Και κάτω στον κάμπο του Λαχιού αναπαύεται γυμνό και φτωχικό το σκέλεθρο του Τρακάδα.

### Γλωσσάρι

- **μυστικό**: γρήγορο καράβι με πανιά, το αγαπούσαν οι κουρσάροι.
- **μπαλντάδες**: μεγάλα τσεκούρια.
- **τρομπόνια**: κοντά όπλα με φαρδύ στόμιο.
- **Καβομαλιά**: το ακρωτήριο Μαλέας, στη νότια Πελοπόννησο.
- **Άσπρης θάλασσας**: το Αιγαίο.
- **κούρσο**: η επίθεση και η κλοπή από πειρατές.
- **Καρακαχπές**: τουρκικό παρατσούκλι, «μαύρη πόρνη». Το όνομα του σκύλου.
- **κολονάτα**: παλιά ισπανικά ασημένια νομίσματα με κολόνες.
- **σαμούρια**: ακριβές γούνες.
- **λαχούρια**: ακριβά μάλλινα υφάσματα, κυρίως για σάλια.
- **βλάμη**: ο βλάμης, φίλος που έγινε αδερφός με όρκο.
- **βουργιάλι**: σακούλι για τον ώμο ή την πλάτη.
- **γιαταγάνι**: μακρύ, κυρτό τουρκικό σπαθί.
- **σαλαγάει**: φωνάζει ή σφυρίζει για να οδηγήσει κοπάδι.
- **σάρες**: πολλές μικρές πέτρες σε πλαγιά.
- **αργάτη**: μηχάνημα στο κατάστρωμα που τυλίγει σχοινιά και σηκώνει την άγκυρα.

## Τελώνια

Την ώρα που άναβαν τα λυχνάρια είδα μπροστά μου σαν φανό τη φωτιά του Στρόμπολι. Ο Νότος, παλικάρι, έσπρωξε την «Άγια Μαύρα» μου από τη Μαρσίλια ως εδώ με δέκα, δώδεκα κόμπους την ώρα. Πέρασα καλά τον Καβακάρσο, Μάνη σωστή στο χώμα και στους ανθρώπους της. Άφησα πίσω μου τη βουβή Καπρέα, την Έλβα με τα ψηλά βουνά, τη δασωμένη Σπιανόζα, το Μοντεχρήστο, ξερή και άχαρη πυραμίδα. Τώρα όμως ο Νότος, κλαψομούρης γέροντας, άρχισε να ζαρώνει τα φρύδια του. Ο Συρόκος έβγαζε τα κύματα σαν στοιχειά. Ο ουρανός, συννεφιασμένος και θεοσκότεινος, χαμήλωσε ως τα ξάρτια και έπνιξε τα πάντα στην υγρασία και στους ατμούς. Το κατάστρωμα γλιστρούσε μουσκεμένο, σαν να ήταν πλυμένο με σαπουνάδα. Τα σίδερα, τα κατάρτια, ο αργάτης, το δοιάκι πλημμύρισαν στον ιδρώτα. Μούσκεψαν τα πανιά, και τα σχοινιά φούσκωσαν παραχορτασμένα σαν φίδια.

— Μπρε!

Δεν μου άρεσαν καθόλου τα σημάδια του. Είπα να κλείσουν καλά τα αμπάρια και να καθίσει άγρυπνος ο Κριτσέπης στο τιμόνι. Ίσια πλώρη, ο φανός του Στρόμπολι.

— Καλό πνίξιμο! ακούω πίσω μου στριγγή φωνή.

Σπασμοί με έπιασαν. Την ήξερα πολύ καλά την καταραμένη φωνή. Δεν ήταν άλλη από του Κάργα, του παιδικού μου φίλου και τώρα συντρόφου στη σκούνα μου. Μαζί του βύζαξα το γάλα της μάνας μου, μαζί ανατράφηκα στη σκούνα του πατέρα μου. Την ίδια μέρα ίδρωσαν οι τρίχες στα μουστάκια μας. Η αρρωστιάρα μάνα του πέθανε πριν τον απογαλακτίσει. Ο πατέρας του πνίγηκε στο Καβοντιλάρμε της Καλαβρίας, πριν τον χαρεί παλικάρι. Έμεινε ορφανός και πάμφτωχος. Ο δικός μου πατέρας τον πήρε στο σπίτι και μας έκανε αδέρφια. Μαζί στο σχολείο, μαζί στα παιχνίδια. Πάντα οι δυο μας. Όχι δύο, ψέματα. Οι τρεις μας έπρεπε να πω. Γιατί και η Σμαρώ ήταν πάντα μαζί μας, η ακριβή μας χαρά και ο μοναδικός μας καβγάς.

Ξαφνικά όμως μας άρπαξε ο πατέρας και μας έριξε στην «Άγια Μαύρα». Μας μάγεψε η θάλασσα. Όλες οι κουβέντες ήταν για τα καράβια. Όνειρό μας ήταν να μπούμε σε μεγάλο καράβι, σε ένα μπάρκο, σε μια νάβα, σε ακόμη μεγαλύτερο. Να χωρά χίλια κοιλά. Πέντε, δέκα, εκατό χιλιάδες κοιλά. Και να έχει πολλά πανιά, δάσος κατάρτια, σχοινιά σαν σύρματα. Και να ταξιδεύουμε μακριά, πολύ μακριά, σε απέραντα πελάγη, πίσω από τον ήλιο. Καπετάνιος εγώ, καπετάνιος εκείνος, να σμίγουμε στον δρόμο και να χαιρετιόμαστε:

— Ε, από το μπάρκο!... Ποιος καπετάνιος;

— Ο Μήτρος του Τράχηλα!

— Ε, από τη νάβα!... Ποιος;

— Ο φίλος του Μήτρου, ο Λάμπρος Κάργας!

— Και για πού με το καλό;

— Για την Αμερική... Κι εσείς;

— Για την Αυστραλία.

— Τι φορτίο;

— Μοσχοκάρυδα, μπανάνες, καφέδες, ζαχαροκάλαμο... Κι εσείς;

— Διαμαντόπετρες, μπιρλάντια, μεταξωτά, κεχριμπάρι, φίλντισι!

Και όταν τελείωνε το φανταστικό ταξίδι, γύριζε καθένας στο νησί φορτωμένος κολονάτα.

— Και σαν γυρίσεις πίσω; ρωτούσε ο ένας τον άλλον.

— Θα πάρω τη Σμαρώ γυναίκα μου.

Τέλος, όταν πέθανε ο καπετάν Τραχήλης, ο Κάργας έγινε σύντροφος στη σκούνα. Αλλά μόλις κλείσαμε τα συμβόλαια, μπήκε μέσα διαφορετικός.

— Το δοιάκι, λέει, δε μ' αρέσει.

— Μα γιατί;

— Έτσι. Έχει κεφάλι φιδιού. Να το κάνουμε σκυλίσιο.

— Μα τι σε πειράζει φίδι, σκυλί; Τη δουλειά του την κάνει.

— Δεν την κάνει.

Και φραπ! στη φωτιά το δοιάκι. Το έκανε σκυλίσιο. Έπειτα άρχισε για όλα τα πράγματα του καραβιού. Πάνε οι μπαμπάδες, πάνε οι κοντοί στύλοι, πάνε τα πόμολα. Είχαμε φιγούρα έναν Μακεδόνα. Δεν του άρεσε.

— Να βάλουμε, λέει, δελφίνι.

Έβαλε δελφίνι. Το πομπρέσο είχε σκαλισμένο έναν σταυρό στην άκρη.

— Όχι σταυρό, λέει. Λουλούδι θα βάλω.

— Μα τι σε πειράζει σταυρός, λουλούδι; Ίδιο είναι.

— Όχι. Καλύτερα λουλούδι.

Άλλα έξοδα πάλι. Έβαλε στο πομπρέσο λουλούδι. Τον αργάτη τον έβαψε πράσινο, την καμπίνα μας κόκκινη, το μαγειρείο κατάμαυρο, τα κατάρτια κίτρινα. Έπειτα ήθελε να βάψει και το σκάφος. Ήταν γαλάζιο, φρεσκοβαμμένο.

— Όχι γαλάζιο, λέει. Κάτασπρο είναι πιο όμορφο.

— Μα το άσπρο λερώνει εύκολα. Έπειτα δεν έχει ανάγκη ακόμη.

— Έχει, δεν έχει, θα το βάψω. Δεν μπορώ να το βλέπω με τέτοιο χρώμα. Στο στομάχι μου κάθεται.

Τι να του πω; Είχε μανία με το άλλαγμα. Το κεφάλι του ίδιο πυξίδα. Ούτε ένα σημάδι της δεν έμενε στη θέση του. Από τα άψυχα ρίχτηκε σε λίγο και στους ανθρώπους. Έδιωχνε τον έναν, έπαιρνε τον άλλον, έβριζε τον τρίτο. Έπειτα ρίχτηκε στον καραβόσκυλο, τον Ζέπο μας, που τον είχε ο μακαρίτης μια ζωή μαζί του! Τον έδερνε, τον κλοτσούσε, τον άφηνε νηστικό. Τέλος μια νύχτα τον έπνιξε μεσοκάναλα και έφερε από τη Μεσσήνα ένα κοπρόσκυλο που βαριόταν ακόμη και να αλυχτήσει.

— Μωρέ, γιατί, βλάμη; τον ρωτώ.

— Έτσι· δεν τα θέλω τέτοια στο καράβι μου.

Στο καράβι του! Δεν κρατήθηκα άλλο.

— Άκουσε, Λάμπρο, του λέω. Εγώ δεν σ' έβαλα αφέντη εδώ μέσα· σ' έβαλα σύντροφο.

— Σύντροφο, μου απαντά με θυμό, για να σου ανοίξω τα μάτια.

Τώρα κατάλαβα! Δεν είχε μόνο μανία με το άλλαγμα, αλλά κάτι περισσότερο. Ήθελε να φαίνεται στη σκούνα μοναδικός καραβοκύρης. Τον έτρωγε το εγώ του. Τόσο ξιπάστηκε με το καπετανιλίκι ο χοντροναύτης, που πίστεψε πως ήταν πορφυρογέννητος. Όλα τα ήξερε και όλα τα όριζε. Γη, θάλασσα, ουρανός, καράβια, όλα δικά του. Και αν δεν ήταν δικά του, δεν έπρεπε όμως να είναι ούτε κανενός άλλου. Μπορούσε να πετάξει και την ίδια τη ζωή, αν του υποστήριζες πως έχουν ζωή και μυριάδες άλλοι άνθρωποι. Μοναδικός στο είδος του, μοναδικός στην τέχνη του.

Με έπιασε απελπισία. Πέταξε η όρεξη για δουλειά, πέταξαν και τα όνειρα. Ο αετός που πλανιόταν στον αιθέρα έχασε τα φτερά του και έμεινε χειρώνακτας και ψωμοζήτης στη γη. Ψωμοζήτης και πονόψυχος. Ήξερα ποιος μου ψαλίδισε τα φτερά, κι όμως λυπόμουν να τον διώξω. Μας ήρθαν δύσκολες χρονιές. Πάθαμε ζημιές στα ταξίδια. Αν ήθελα να χαλάσω τη συντροφιά, ο Κάργας δεν θα έπαιρνε ούτε το απόθεμα. Ας πάει να χαθεί! σκέφτηκα. Ο πατέρας μου τον έκανε άνθρωπο· δεν πρέπει εγώ να τον καταστρέψω.

— Τι λόγο είπες, βλάμη; τον ρωτώ τώρα.

— Έτσι, τον είπα, μου απαντά με θυμό. Φοβάσαι μήπως αληθέψει; Μη φοβάσαι!...

— Μπα, τι να φοβηθώ; ψιθύρισα δείχνοντας αδιαφορία. Μα γιατί να πεις τον κακό σου λόγο;

— Τον είπα. Μα δε μου λες. Αλήθεια παίρνεις τη Σμαρώ γυναίκα σου;

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτί, πλησίασε στον φανό της πυξίδας και διάβασε βιαστικά. «Η Σμαρώ, παιδί μου, δεν είναι για σένα. Η Μαριώ του καπετάν Τραχήλη την αρραβώνιασε με τον γιο της, τον προστάτη σου. Έπειτα μάθε και τη δική μου συμβουλή. Μην απλώνεις το χέρι σου εκεί που δεν φτάνεις. Τι έχεις να κάνεις εσύ με το κορίτσι του καπετάν Πανώργιου; Εκείνη είναι καραβοκυροπούλα και δεν μπορεί παρά να πάρει καραβοκύρη».

— Τ' ακούς! μου λέει. Δεν είναι ψέμα, ε;

— Όχι βέβαια, δεν είναι ψέμα, του απάντησα ήσυχος. Ξέρεις πως τη Σμαρώ την αγαπούσα από τότε που ήμασταν μικρά παιδιά.

— Κι εγώ την αγαπούσα, είπε εκείνος. Κι εγώ από τότε την αγαπούσα και τώρα την αγαπώ και θα την αγαπώ όσο ζω και αναπνέω! Να μην απλώνω εκεί που δεν φτάνω. Και γιατί δεν φτάνω εγώ στη Σμαρώ; Πού είσαι εσύ καλύτερος από μένα; Τι έχεις περισσότερο; Καραβοκύρης εσύ, καραβοκύρης κι εγώ. Ίσα την έχουμε τη σκούνα. Μισή και μισή. Θέλεις τώρα να πάρω τον μπαλντά και να τη χωρίσω στη μέση;

Αγριεμένος στο πρόσωπο, σηκώθηκε όρθιος και γύρισε τα μάτια του δεξιά κι αριστερά, σαν να ζητούσε το καταραμένο εργαλείο. Είδα πως ήταν καλό να τελειώσει η κουβέντα μας. Ήθελα όμως και να τον πειράξω λίγο, να χαρώ με την απελπισία του.

— Τι τα θέλεις αυτά; ψιθύρισα. Η Σμαρώ με παίρνει γιατί μ' αγαπά.

— Σ' αγαπά! Εκείνη σ' αγαπά! Εσένα! Χμ!

Για να πω την αλήθεια, τον λυπήθηκα. Δεν πίστευα πως αγαπούσε τόσο τη Σμαρώ. Σε μια τέτοια διεστραμμένη ψυχή δεν πίστευα να χωρά τόση αγάπη. Κι όμως χωρούσε. Και ίσως όχι δαίμονας αλλά άγγελος μυροφόρος είχε τον θρόνο του μέσα του και τον έσπρωχνε να αλλάζει όλα στην «Άγια Μαύρα» μας, πρόσωπα και πράγματα. Ο Έρωτας είναι διπρόσωπος. Ανάλογα με την περίσταση, μας δείχνει στον κόσμο με φτερά αγγέλου ή με νύχια δαίμονα, μας υψώνει στον Όλυμπο ή μας γκρεμίζει στα Τάρταρα. Αυτός, παντοδύναμος τώρα, έπαιζε στα χέρια του την ψυχή του φίλου μου και την έκανε Μέδουσα. Αγαπούσε κι εκείνος από τότε τη Σμαρώ και ήξερε τις ιδέες που βασιλεύουν σαν δεσπότες τύραννοι στο νησί μας. Βαθύ φαράγγι τον χώριζε από την αγάπη του. Πάσχιζε να το πηδήσει με κάθε τρόπο ή να χαθεί μέσα του, παίρνοντας στον χαμό του και την πλάση ολόκληρη.

Γύριζα στο κάσαρο με τα χέρια πίσω, συλλογισμένος. Ξαφνικά νιώθω κάποιον να τραβά το αδιάβροχό μου. Στρέφομαι και βλέπω τον Κάργα να μου δείχνει κάτι με τρεμάμενο χέρι ψηλά στο κατάρτι. Σήκωσα τα μάτια μου και ανατρίχιασα. Τα χαμήλωσα και ανατρόμαξα. Πάλι τα σήκωσα. Τελώνιο ήταν εκεί, λαμπυρίδα ωχροκίτρινη, συχαμερή μύξα, ελάχιστο στον όγκο του, τρισμέγιστο στη δύναμη και στη σημασία του. Αλλά ο σύντροφος, με το χασκογέλαστο πρόσωπο, τα πύρινα μάτια και τα σκελετωμένα χέρια, μου φάνηκε φοβερότερο Τελώνιο. Ψυχωμένος Σατανάς από εκείνους που τελωνίζουν τις ψυχές ψηλά στο άπειρο. Άφησε, είπα, τον σκοτεινό του θρόνο και ήρθε κάτω να τελωνίσει και τη δική μου ψυχή. Ήρθε να τη βασανίσει, να την ξεσκίσει με τα αρπάγια του, να την παραδώσει στις φλόγες πριν ακόμη γδυθεί τη σάρκα της.

— Καλό πνίξιμο! σφύριξε πάλι στα αυτιά μου.

Και πριν κουνηθώ από τη θέση μου, έφυγε μακριά, χοροπηδώντας στο κατάστρωμα και ουρλιάζοντας σαν ξωτικό.

— Τα φώτα!... Σβήστε τα φώτα!... βροντοφώναξα αμέσως.

Μα οι ναύτες είχαν δει τα Τελώνια και πρόβαλαν στο κατάστρωμα με όλα τα χάλκινα σκεύη του μαγειρείου. Ταψιά, τεντζερέδες, λεβέτια, καπάκια έπαιζαν τώρα στα χέρια τους και βροντούσαν μια σωστή καταιγίδα από ήχους και φωνές. Νευρικό το μέταλλο άστραφτε, ούρλιαζε, ξέσκιζε άσπλαχνα το στήθος του, μιλούσε δυνατά με πάταγο, έκραζε με ρυθμό. Έσπρωχνε κύματα οργής και λύσσας, για να κουρελιάσει το στερέωμα. Κλαγγή, δούπος, στρίγγλισμα, κραυγή, θρήνος, όλα σμιχτά και μπλεγμένα, όρμαγαν εδώ κι εκεί, τάραζαν το σκάφος, κλόνιζαν τα άρμενα, ανακάτευαν την άβυσσο.

Τα Τελώνια όμως έμεναν σκαλωμένα στη θέση τους, περιφρονώντας την ταραχή και τον θόρυβο. Τώρα δεν ήταν δύο, δεν ήταν τρία, ήταν εκατό, χίλια. Το ωχροκίτρινο φως τους έτρεχε εδώ κι εκεί, στο πλωριό κατάρτι, στο πρυμιό, στους φλόκους, στις κορυφές, στις στραλιέρες. Άπλωνε και έσβηνε, κινούμενο σαν φίδι που έφαγε τη λαμπυρίδα. Και πέρα βαθιά, μέσα στο σκοτάδι, άστραψε γρήγορα, άσπρισε η θάλασσα και τα πανιά μας, και χύθηκε ένας κεραυνός χαλκόστερνος και τρανταχτός. Άφοβος απαντούσε ο δαίμονας στον ψόφιο αλαλαγμό μας. Απελπίστηκα.

— Το γουρούνι, μωρέ! Τι το φυλάτε το γουρούνι! φώναξα.

— Δε σκούζει, καπετάνιε! μου λέει ο Μπίρκος.

Τρέχω κοντά, το κλοτσώ, το σπρώχνω, τραβώ τις τρίχες του, του ξεριζώνω τα αυτιά. Τίποτα. Το θρεφτό μας, μαζεμένο στην πλώρη, ξαπλωμένο, με τη μουσούδα χωμένη σε μια νεροκολοκύθα, έμενε ακίνητο πάνω στα νερά του και από τον φόβο δεν έβγαζε γρυ. Και ο κεραυνός άστραφτε και βροντούσε γύρω μας, αριστερά, δεξιά, μπροστά και πίσω, γρήγορος και αλλεπάλληλος, λες και βιαζόταν να κατακάψει τα σύμπαντα. Η σκούνα, κυματοδαρμένη και ανεμοπαρμένη, σπαρταρούσε σε όλα της τα ξύλα, πηδούσε τρελή και έτρεχε μπροστά να ξεφύγει τον κίνδυνο. Κατάπλωρα το Στρόμπολι, αόρατο μέσα στο σκοτάδι, τίναζε κάθε λεπτό θεόψηλες φλόγες από τον ανήσυχο κρατήρα του. Ξερνούσε κόκκινες πέτρες και λάβα, που κυλούσε κάτω πύρινο ποτάμι και έβαφε αίμα τα σκοτεινά νερά. Και το σκυλί του συντρόφου, το ράθυμο και μουλωχτό, αναμαλλιασμένο τώρα από τις κλοτσιές των ναυτών και τον τρόμο του, κάθισε με πείσμα στο τσιμπούκι. Ούρλιαζε και έδειχνε στον κεραυνό τα δόντια του, σπαθιά, σαν να ήθελε να τον φοβερίσει. Μα το ψωμάκι, σάστισα. Πρώτη φορά που σάστισα στη ζωή μου.

— Βόηθα, τύχη της Σμαρώς, είπα μέσα μου.

Αλλά ένας βρόντος φοβερός έκοψε στη μέση τον στοχασμό μου. Βρώμα και θειάφι και λαμπρό φως τύφλωσαν αμέσως τα μάτια μου, έπνιξαν την ανάσα μου, έγδαραν σαν τσιγκέλια το στήθος μου. Ο κεραυνός έπεσε σαν πύρινη σούβλα στο κατάστρωμα. Τετέλεσται!

Η καταραμένη ευχή του Κάργα ακούστηκε, και με το παραπάνω. Καλό πνίξιμο! Πάει τώρα η σκούνα, πάνε τα δώρα του γάμου, πάει και ο δύστυχος γαμπρός στον πάτο.

— Να το ήξερες, καημένη μάνα, και ν' άναβες ένα κερί στον Αϊ-Νικόλα! σκέφτηκα.

Τρέχω να βρω τον δρόμο του κεραυνού, γυρίζω στο κατάστρωμα, ψηλαφώ εδώ, ψαχουλεύω εκεί. Τίποτα δεν βλέπω. Οι ναύτες γύρω μου, με τα χάλκινα σκεύη νεκρά τώρα στα χέρια τους, πανιασμένοι, γύριζαν μπουσουλώντας. Έπιαναν τα σανίδια, ψηλαφούσαν τις κουπαστές με αγωνία θανάσιμη. Όμως η «Άγια Μαύρα», σαν να μην ένιωθε καμία πληγή πάνω της, πηδούσε ακόμη στα κύματα, έτρεχε σαν φάλαινα καταπάνω στο ηφαίστειο. Ψηλά στα κατάρτια της, στους φλόκους, στις κορυφές, στις στραλιέρες, τα βρωμερά, συχαμένα Τελώνια έπαιζαν το ωχροκίτρινο φως τους, διαπεραστικό, προς τα κάτω. Λες και ήθελαν να λογχίσουν την ψυχή μας. Και γύρω οι αστραπές, σαν αλυσίδες, έσχιζαν το κατάμαυρο χάος, σαν να έστηναν φλογερό σύνορο στην πορεία μας.

— Βαράτε, μωρέ, και μας έπνιξαν! φωνάζω.

Άρχισε πάλι ο χαλκόστομος αλαλαγμός κάτω από τα κατάρτια. Όμως στο κάτασπρο φως μιας αστραπής γυρίζω και βλέπω τον Κριτσέπη, με κερί του Επιταφίου στο χέρι, να κυνηγά τα Τελώνια στα χοντρά σχοινιά των καταρτιών. Το πλησίαζε πάνω τους, έφευγαν εκείνα. Το έπαιρνε, πάλι φανερώνονταν. Το κρυφτό έπαιζαν μαζί του! Ρίχνω μια ματιά γύρω και βλέπω και όλους τους άλλους. Μαύρο φίδι με δάγκωσε.

— Μωρέ, πού άφησες το τιμόνι; τον ρωτώ.

— Το πήρε ο καπετάν Κάργας, μου απαντά. Σύρε, λέει, να ξεκουραστείς λιγάκι.

— Στον Κάργα τ' άφησες! φωνάζω ξετρελαμένος.

Και τρέχω στο κάσαρο. Δεν έκανα δύο πηδήματα και κύλησα κάτω ανάσκελα. Ο σύντροφος έκανε αμέσως το θέλημά του. Μια παρατιμονιά, και η «Άγια Μαύρα» μας έσκασε πάνω στους βράχους. Πηδώ στον βράχο. Τι να δω; Το ηφαίστειο, σαν πληγωμένος γίγαντας, έχυνε ποτάμι το αίμα του από τα πλευρά και απαντούσε με φριχτό πάταγο στους στεναγμούς της σκούνας μας. Και ξαφνικά φοβερές φλόγες, αφροκόκκινες και στοιχειωμένες, πρόβαλαν μέσα από τις πέτρες και έκλεισαν γύρω στο ξύλο. Και ίσως η Χάρυβδη έσυρε κάτω την «Άγια Μαύρα» με όλα τα κακούργα Τελώνια.

Όμως μαζί τους ήταν και ο Λάμπρος Κάργας ο σύντροφος.

### Γλωσσάρι

- **δοιάκι**: το ξύλο ή το σίδερο με το οποίο γυρίζουν το τιμόνι του καραβιού.
- **μπαμπάδες**: χοντροί στύλοι στο καράβι για τα σχοινιά.
- **πομπρέσο**: το ξύλο που βγαίνει έξω από την πλώρη, μπροστά.
- **κοπρόσκυλο**: βρισιά, σκυλί χωρίς αξία.
- **βλάμη**: ο βλάμης, φίλος που έγινε αδερφός με όρκο.
- **χοντροναύτης**: βρισιά, χοντρός και πρόστυχος ναύτης.
- **πορφυρογέννητος**: παιδί αυτοκράτορα. Εδώ, αυτός που πιστεύει ότι είναι πιο σπουδαίος από όλους.
- **κάσαρο**: το ψηλό μέρος του καταστρώματος στην πρύμη.
- **Τελώνιο**: κιτρινωπό φως στα κατάρτια πριν από την καταιγίδα. Οι ναύτες το φοβούνταν σαν δαίμονα.
- **τελωνίζουν**: εδώ, ζητούν λογαριασμό από την ψυχή μετά τον θάνατο.
- **φλόκους**: τριγωνικά πανιά στην πλώρη.
- **στραλιέρες**: πανιά δεμένα στα χοντρά σχοινιά που κρατούν τα κατάρτια.
- **τσιμπούκι**: ένα μέρος του καραβιού.
- **Μα το ψωμάκι**: όρκος στο ψωμί, σαν «μα τον Θεό».
- **Τετέλεσται**: «τελείωσε», τα τελευταία λόγια του Χριστού.
- **παρατιμονιά**: λάθος ή απότομη κίνηση του τιμονιού.
