# Λόγια της Πλώρης (επίπεδο A2)

*Ανδρέας Καρκαβίτσας*

## Η Γοργόνα

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη νύχτα. Ήταν σπάνια νύχτα. Νομίζω ότι ήταν η πρώτη και η τελευταία στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλλού από τον Πειραιά. Αυτά τα δύο τα είχα κάνει είκοσι φορές τουλάχιστον. Μα εκείνο το βράδυ ένιωθα ένα μεγάλο βάρος στην ψυχή. Ήταν τόσο βαρύ που κόντευα να λιποθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε. Ίσως η ήρεμη θάλασσα, ίσως ο καθαρός ουρανός, ίσως η δυνατή ζέστη του ήλιου. Δεν μπορώ να το πω. Μα η ψυχή μου ήταν τόσο βαριά! Και η ζωή μου φαινόταν τόσο πλημμυρισμένη από βαρεμάρα! Γι' αυτό, αν κάποιος με άρπαζε να με ρίξει στο νερό, δεν θα έλεγα «όχι!».

Ο ήλιος είχε βασιλέψει πριν από ώρα. Μικρά σύννεφα, χρυσά και πορφυρά, ήταν κοντά του όταν κατέβαινε. Τώρα σκόρπισαν στον πλατύ ορίζοντα. Κάπου σταμάτησαν μαύρα, σαν τεράστια σημάδια από καπνιά. Ο Αποσπερίτης έλαμψε στο σκοτάδι, λευκός σαν κρύσταλλο και χιόνι. Ψηλά φάνηκαν οι αστερισμοί, ένας ένας. Κάτω το νερό πήρε το χρώμα του ατσαλιού. Ήταν ένα κρύο χρώμα, άσπρο και σκοτεινό μαζί, και σε έκανε να ανατριχιάζεις.

Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια στη θέση τους. Ο καπετάνιος κατέβηκε να κοιμηθεί. Ο Μπούλμπερης κάθισε στο τιμόνι. Ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, κουλουριάστηκε στη βάση του μηχανήματος της άγκυρας. Ήθελε να ξεκουραστεί κι εκείνος. Εγώ δεν μπορούσα ούτε να ξεκουραστώ. Ούτε ύπνος ούτε ξύπνος.

Δοκίμασα να μιλήσω με τον τιμονιέρη. Μα ήταν τόσο βαρετός άνθρωπος, που η κουβέντα έσβησε αμέσως. Έσβησε σαν φωτιά αναμμένη με χλωρά ξύλα. Πήγα να παίξω με τον Μπραχάμη. Μα κι εκείνος έχωσε ακόμη πιο βαθιά τη μουσούδα στα πόδια του. Γρύλισε βαριεστημένος, σαν να μου έλεγε:

— Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου!

Τότε βαρέθηκα κι εγώ. Πήγα στη μέση του καταστρώματος και ξάπλωσα μπρούμυτα. Έκλεισα τα μάτια μου στην παλάμη μου. Δεν ήθελα να βλέπω τίποτα γύρω μου. Δεν ήθελα να νιώθω ότι ζω. Και λίγο λίγο σχεδόν τα κατάφερα. Έβλεπα κάτι πολύ μικρό να ζει στο κέντρο της ύπαρξής μου, σαν θαμπή λάμπα λαδιού. Γύρω του ήταν κρύα στάχτη. Τα χέρια και τα πόδια μου σκορπούσαν σαν αυτή τη στάχτη. Ανακατεύονταν και έλιωναν μέσα στα σανίδια του καταστρώματος, που δεν ένιωθαν τίποτα.

Δεν ξέρω πόσο έμεινα έτσι. Δεν θυμάμαι τι μαύρες σκέψεις έκανα, ή αν έκανα καθόλου. Ξαφνικά όμως άρχισα να ανατριχιάζω. Μια μαγνητική δύναμη ερέθιζε τα νεύρα μου. Έτσι η υγρασία κάνει τα πουλιά να φλυαρούν. Αμέσως ένα πορφυρό κύμα χύθηκε πάνω μου. Μπήκε από όλους τους πόρους του σώματός μου. Πέρασε στις αισθήσεις μου και πλημμύρισε όλο το «εγώ» μου. Πίστεψα ότι κολυμπούσα στο αίμα. Όταν κάποιος κοιμάται σε σκοτεινό δωμάτιο, ξυπνά ξαφνικά στο λαμπρό φως της μέρας. Έτσι κι εγώ ένιωσα τη ζωή να τρέχει μέσα μου, από άκρη σε άκρη. Και άνοιξα τα μάτια μου. Τα άνοιξα ή τα έκλεισα; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι έμεινα ακίνητος, σαν μάρμαρο. Έτσι έμεναν οι αρχαίοι μπροστά στο κεφάλι της Μέδουσας.

Πρώτη μου σκέψη ήταν ότι ξύπνησα μέσα στον λαιμό ενός ψαριού. Ένα γιγάντιο ψάρι είχε ρουφήξει το καράβι μας. Κι όμως δεν ήταν λαιμός ψαριού. Ψηλά ήταν ο ουρανός και κάτω η θάλασσα. Μα όλα, ψηλά και χαμηλά, ήταν στρωμένα με ένα κατακόκκινο ύφασμα που κυμάτιζε. Το απαλό φως του έβαφε ακόμη και το χοντρό ξύλο στην άκρη του καραβιού μας.

Κάπου στην άκρη της γης μια πυρκαγιά τίναζε ψηλά τη φωτιά της σαν λαμπάδα. Έριχνε φοβερές φλόγες εδώ κι εκεί. Ήθελε με λαιμαργία να καταπιεί όλο το σύμπαν. Μα πού ήταν η ζέστη της; Πού ήταν η καπνιά της; Και τα δύο έλειπαν. Ο αέρας ήταν όπως πριν, δροσερός, μόνο πιο υγρός. Τα ξύλα, τα σίδερα και τα άρμενα του καραβιού δεν είχαν κανένα σημάδι.

Κάτω στα βάθη του βορρά ένα μοβ σύννεφο απλώθηκε. Τύλιξε τα αστέρια και τα έκανε γαλάζια. Στο τέλος τα έκρυψε κάτω από το πυκνό του μαντίλι. Πιο πάνω απλώθηκε ένα τόξο, άσπρο και κίτρινο. Στη μέση του ουρανού έχυσε ποτάμια: σκοτεινά, πράσινα, χρυσορρόδινα, γαλάζια. Λες και ήθελε να βάψει τον ουρανό. Το τόξο κουνιόταν σαν κουρτίνα μέσα στον άνεμο. Τίναζε μπροστά τα κρόσσια του. Άπλωνε τις δαντέλες του, λεπτές σαν ιστό αράχνης. Προχωρούσε σαν κατακτητής του αέρα. Έτσι προχωρά η πλημμύρα και σκεπάζει την άμμο με αφρούς και γλώσσες νερού.

Τα ποτάμια του αέρα έτρεχαν γρήγορα. Φούσκωναν και κυλούσαν, πάντα σκοτεινά, πράσινα, χρυσορρόδινα, γαλάζια. Σκόρπιζαν λάμψεις παντού, σαν τεράστιοι ηλεκτρικοί προβολείς που δεν σβήνουν ποτέ. Η ακίνητη θάλασσα έδειχνε όλα αυτά τα χρώματα σαν καθρέφτης. Όλα έμοιαζαν μαγεμένα μπροστά στο θαυμαστό σέλας, που ξόδευε χωρίς μέτρο τα χρώματά του. Μα πιο μαγεμένος απ' όλα ήμουν εγώ. Δεν ήξερα τι να κάνω και τι να σκεφτώ. Έφτασε, είπα, το τέλος του κόσμου. Όμως ένα τέτοιο τέλος μπορούσε να ευχαριστήσει τον καθένα. Η γη, όπως ο Ηλιογάβαλος, θέλει να πεθάνει μέσα σε κύματα από τριαντάφυλλα.

Ξαφνικά όμως τρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσα από το μοβ σύννεφο, είδα να έρχεται ένας πελώριος ίσκιος. Το σώμα του ήταν χοντρό και το κεφάλι του στρογγυλό σαν πύργος. Στο βάθος του ουρανού έμοιαζαν με το Άγιον Όρος. Τα δύο του μάτια ήταν μεγάλα και λαμπρά. Η ίριδά τους γύριζε σε φωτεινούς κύκλους. Κοίταζαν με περηφάνια τον Κόσμο, πριν τον κλωτσήσουν στο τίποτα. Νάτος! είπα. Ο άγγελος που έστειλε ο Θεός, αυτός που καταστρέφει και σώζει. Τον κοίταζα με ορθάνοιχτα μάτια και η ψυχή μου ανατρίχιαζε.

Από στιγμή σε στιγμή περίμενα το σφυρί να πέσει πάνω μου με φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η γη με τους καρπούς της! Πάει και η θάλασσα με τα καράβια της! Ούτε τραγούδια πια, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά. Η μήτρα της γέννησης και του θανάτου θα πέσει τέλος στην άβυσσο του τίποτα. Και κανένας κόσμος δεν θα συγκινηθεί.

Αλλά ακόμη δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος ερχόταν πάνω στα νερά με πύρινα πηδήματα. Όσο πιο γρήγορα ερχόταν, τόσο πιο μικρό γινόταν το σώμα του. Και ξαφνικά η τρομερή μάζα έγινε μια πανέμορφη κοπέλα. Στάθηκε απέναντί μου. Φορούσε στο κεφάλι στέμμα με διαμάντια. Τα πλούσια μαλλιά της ήταν μια γαλάζια χαίτη. Έπεφταν στην πλάτη της, ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τα μάτια σαν αμύγδαλα, τα κοραλλένια χείλη έχυναν γύρω ένα φως. Ήταν φως αθανασίας και βασιλικής περηφάνιας. Από τον όμορφο λαιμό της κατέβαινε ένας ολόχρυσος θώρακας με λέπια. Έσφιγγε το σώμα της. Στο αριστερό χέρι κρατούσε μπροστά την ασπίδα. Στο δεξί κουνούσε τη μακεδονική σάρισα.

Δεν είχα συνέλθει ακόμη από την απορία. Τότε άκουσα μια φωνή γλυκιά, ήμερη και μαλακή. Ήταν σαν το μονότονο ψιθύρισμα μιας πολύ παλιάς βρύσης. Μου έλεγε:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος! ψιθύρισα με ακόμη μεγαλύτερη απορία. Πώς είναι δυνατόν να ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Δεν ήξερα τι ερώτηση ήταν εκείνη και τι να της απαντήσω. Τότε η φωνή ρώτησε ξανά:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Απάντησα χωρίς να σκεφτώ τι κάνω:

— Τώρα, κυρά μου! Τώρα βασιλιάς Αλέξανδρος! Ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη.

Αλίμονο! Τι κακό έπαθα! Η πανέμορφη κοπέλα έγινε αμέσως ένα αηδιαστικό τέρας. Πελώρια, βγήκε από το κύμα. Έδειξε το μισό της σώμα, σκεπασμένο με λέπια, σαν κορμό. Τα μεταξένια μαλλιά της σηκώθηκαν εδώ κι εκεί σαν ζωντανά φίδια. Έβγαλαν γλώσσες και φαρμακερά κεντριά. Φύσηξαν έναν φοβερό άνεμο. Το στήθος με τον θώρακα και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως. Έμοιαζε με τη Μονοβύζω του παραμυθιού, με τη Στρίγγλα και τη Μέγαιρα μαζί.

Τώρα κατάλαβα καλά με ποια είχα να κάνω! Δεν ήταν ο Χάρος της γης, ο άγγελος που καταστρέφει και σώζει. Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Αλεξάνδρου. Αυτή έκλεψε το αθάνατο νερό και γυρίζει ζωντανή και παντοδύναμη. Ήταν η Δόξα του μεγάλου βασιλιά του κόσμου. Δεν γερνούσε ποτέ και ζούσε αιώνια στη στεριά και στη θάλασσα. Μόνο για τον ερχομό της έχυσε ο Πόλος άφθονο το σέλας του. Ήθελε να στρώσει τον αέρα με το χρώμα της πορφύρας. Βέβαια, δεν ρωτούσε για το σώμα, που πεθαίνει και χάνεται. Ρωτούσε για τη μνήμη του αφέντη της.

Τώρα θύμωσε άγρια με τη βιαστική απάντησή μου. Έριξε το χέρι της στην άκρη του καραβιού, ένα βαρύ χέρι, γεμάτο τρίχες σαν δάσος. Χτύπησε την ουρά της δεξιά κι αριστερά. Και ο μαλακός Πόντος έγινε άγριος Ωκεανός.

Τα γόνατά μου δεν με κρατούσαν. Φώναξα δυνατά:

— Όχι, κυρά, ψέματα είπα. Ψέματα!

Εκείνη με κοίταξε αυστηρά. Στάθηκε μπροστά μου σαν κολοσσός. Με φωνή που έτρεμε ρώτησε ξανά:

— Ναύτη, καλέ ναύτη, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

Απάντησα αμέσως:

— Ζει και βασιλεύει! Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.

Άκουσε καλά τα λόγια μου. Λες και η φωνή μου χύθηκε σαν αθάνατο υγρό στις φλέβες της. Το τέρας άλλαξε αμέσως και έλαμψε πάλι πανέμορφη κοπέλα. Σήκωσε το χέρι της από την άκρη του καραβιού, άσπρο σαν κρίνο. Χαμογέλασε και σκόρπισε από τα χείλη της πέταλα τριαντάφυλλου. Και ξαφνικά στον πορφυρό αέρα χύθηκε ένα μυστικό αεράκι. Ήταν τραγούδι πολεμικό, τραγούδια νίκης. Λες και γύριζε τώρα ο μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.

Σήκωσα τα μάτια ψηλά. Είδα τα ποτάμια του ουρανού, τα σκοτεινά, τα πράσινα, τα χρυσορρόδινα, τα γαλάζια. Ενώνονταν στο πιο ψηλό σημείο του ουρανού και έκαναν ένα γιγάντιο Στέμμα. Ήταν έργο του καιρού; Ή μήπως ήταν η συμβολική απάντηση του ουρανού στην ερώτηση της αθάνατης; Ποιος ξέρει.

Μα σιγά σιγά οι φωτεινές ακτίνες άρχισαν να χλωμιάζουν. Θόλωσαν και στο τέλος έσβησαν, η μία μετά την άλλη. Λες και η Γοργόνα έπαιρνε μαζί της την ομορφιά τους στην άβυσσο. Τώρα δεν φαινόταν πουθενά ούτε Στέμμα ούτε τόξο. Μόνο κάπου κάπου έμεναν σκόρπια σύννεφα στον ουρανό, σταχτιά και πολύ χλωμά. Και στην ψυχή μου η λαμπρή πορφύρα της πατρίδας μου έμεινε έτσι χλωμή και ταραγμένη.

Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μεσοκάναλα εκείνη τη νύχτα.

### Γλωσσάρι

- **μπρίκι**: ιστιοφόρο καράβι με δύο κατάρτια.
- **αρμένιζα**: ταξίδευα με καράβι με πανιά.
- **μεσοκάναλα**: στη μέση του καναλιού, μακριά από τις ακτές.
- **Αποσπερίτης**: το λαμπρό «αστέρι» που φαίνεται το βράδυ.
- **πορφυρό**: πολύ σκούρο κόκκινο χρώμα.
- **σέλας**: δυνατό, πολύχρωμο φως στον ουρανό, κοντά στον πόλο.
- **Ηλιογάβαλος**: Ρωμαίος αυτοκράτορας, γνωστός για τη σπατάλη και τα ρόδα του.
- **Μέδουσας**: η Μέδουσα είναι τέρας της αρχαίας μυθολογίας με φίδια στα μαλλιά. Όποιος την κοιτούσε γινόταν πέτρα.
- **χαίτη**: τα μακριά μαλλιά στον λαιμό του αλόγου.
- **θώρακας**: ρούχο από μέταλλο που φυλάει το στήθος στον πόλεμο.
- **σάρισα**: το πολύ μακρύ δόρυ των Μακεδόνων.
- **Στρίγγλα**: κακιά μάγισσα των παραμυθιών. Σήμερα και βρισιά για κακιά γυναίκα.
- **Μέγαιρα**: μία από τις Ερινύες, άγρια θεά της εκδίκησης.
- **Χάρος**: ο θάνατος, σαν πρόσωπο που παίρνει τις ψυχές.
- **Πόντος**: εδώ, παλιά ποιητική λέξη για τη θάλασσα.

## Ναυάγια

Μόλις αράξαμε στη Στένη, ο καπετάν Ξυρίχης πήρε τη βάρκα. Έτρεξε στο τηλεγραφείο. Δύο μέρες τώρα μια φριχτή αμφιβολία τον βασάνιζε.

Τριάντα μίλια έξω από το Μπουγάζι συνάντησε τον «Αρχάγγελο». Ο «Αρχάγγελος» ήταν το δεύτερο μπάρκο του. Πάνω του ήταν τα δύο αδέρφια του, ως κυβερνήτης και γραμματικός. Δεν πρόλαβαν να χαιρετηθούν καλά. Δεν πρόλαβαν να μιλήσουν για το φορτίο και για τα χρήματα της μεταφοράς. Ο ζηλιάρης χιονιάς τούς χώρισε. Στο τέλος ο καπετάν Ξυρίχης κατάφερε να γυρίσει την πλώρη μας στον άνεμο. Μια ολόκληρη μέρα και νύχτα μας χτυπούσε η θάλασσα στα ανοιχτά.

Μα όταν μπήκε στον Βόσπορο, έψαξε όλα τα λιμάνια. Γύρισε τους κόλπους. Ρώτησε όλους τους βαρκάρηδες, τους πιλότους του λιμανιού, ακόμη τους κουμπάρους και τις κουμπάρες. Μα κανείς δεν είπε τίποτα για τον «Αρχάγγελο». Τι να έγινε; Βρήκε κάπου καταφύγιο; Πρόλαβε να γυρίσει κι εκείνος την πλώρη του; Ή έπεσε πάνω στους βράχους; Κι αν το μπάρκο έσπασε, σώθηκαν τουλάχιστον τα αδέρφια του; Όλο τέτοια σκέφτεται. Το μέτωπό του είναι συννεφιασμένο και η καρδιά του τρέμει.

Όταν έφτασε στο τηλεγραφείο, είδε την εικόνα γύρω του. Μπροστά της ξέχασε για μια στιγμή τον πόνο του. Κάτω στη στενή αυλή ήταν κόσμος. Κόσμος ήταν και πάνω στις σκάλες, που τις είχαν φάει τα σκουλήκια. Κόσμος ήταν και πιο πάνω, στα ασκούπιστα πατώματα. Γυναίκες, άντρες, παιδιά, όλοι ανήσυχοι σαν αυτόν. Περίμεναν να μάθουν από τον τηλέγραφο την τύχη των δικών τους. Ποιος για τον φίλο, ποιος για τον συγγενή, ποιος για τον προστάτη του.

Και ο τηλέγραφος, κρύος και ασυγκίνητος, μιλούσε χωρίς σταματημό με τη φλύαρη γλώσσα του. Γέμιζε τα πάντα γύρω με πένθος και λύπη. Ονόμαζε πνιγμούς. Μετρούσε σκληρούς θανάτους. Έλεγε ναυάγια, χαμένες περιουσίες, όνειρα που έσβησαν. Έπαιρνε μαζί του χαρές και ελπίδες, σαν άγρια καταστροφική καταιγίδα. Κάθε λίγο, πάνω στα πατώματα, στις σκάλες, στη στενή αυλή, ακούγονταν θρήνοι και λυγμοί. Σώματα έπεφταν λιπόθυμα. Το καυτό δάκρυ κυλούσε.

Ο καπετάν Ξυρίχης δεν άντεχε άλλο την αμφιβολία του. Βιαζόταν να μάθει και τη δική του μοίρα. Ήθελε να ακούσει τη φωνή του τηλεγράφου. Θα ήταν ήχος χαράς ή καμπάνα θανάτου; Χωρίς λύπηση έσπρωξε τον κόσμο δεξιά κι αριστερά. Ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. Με κόπο έφτασε μπροστά στη θυρίδα. Ρώτησε με φωνή που έτρεμε:

— Για τον «Αρχάγγελο»... το μπάρκο... μήπως ακούσατε τίποτα;

— Τίποτα, του απαντά ξερά ο τηλεγραφητής.

Τίποτα! Πώς είναι δυνατόν; Ξαναρωτάει:

— «Αρχάγγελο» το λένε. Έχει ξύλινο άγαλμα στην πλώρη, ένα δελφίνι... Έχει μικρό πάτωμα ψηλά στο πίσω κατάρτι. Σπετσιώτικο χτίσιμο.

Κολλά με περιέργεια τα μάτια του στο πρόσωπο του υπαλλήλου. Ακούει με προσοχή τους κρότους της μηχανής. Είναι ξεροί και κοφτοί, σαν χτύπημα των δοντιών όταν κάποιος κρυώνει. Τα σωθικά του τρέμουν. Τα σανίδια φεύγουν κάτω από τα πόδια του. Η λιποθυμία τον τυλίγει σαν αέρας. Μα δεν αφήνει καθόλου τη θέση του. Δεν παίρνει ούτε στιγμή τα μάτια του από αυτόν τον ζωντανό καθρέφτη.

Τέλος ο υπάλληλος σηκώνει τα μάτια. Τον κοιτάζει καλά για μια στιγμή και λέει με αδιάφορη φωνή:

— Ναι... «Αρχάγγελος». Χάθηκε στο τάδε μέρος της Ρούμελης. Κόπηκε στα δύο. Η πρύμη του έπεσε στους βράχους με δύο παιδιά μέσα... Τα παιδιά είναι ζωντανά.

Ζωντανά! Ο καπετάνιος στέκεται ίσια στα πόδια του. Το βάρος φεύγει από το στήθος του. Η χαρά δροσίζει γλυκά την ψυχή του.

— Τα ονόματα; λέει στον υπάλληλο με φωνή τρυφερή σαν χάδι. Μήπως μπορούμε να μάθουμε τα ονόματά τους;

— Πέτρος και Γιάννης, του απαντά σε λίγο ο υπάλληλος, με ψεύτικη έκφραση.

Δόξα στον Θεό! Πέτρος και Γιάννης! Αυτά είναι τα ονόματα των αδερφών του. Ζωντανά λοιπόν και τα δύο. Εκείνα ζωντανά, και το ολοκαίνουργιο σώμα του καραβιού κομμάτια! Δεν πειράζει. Πάλι δόξα στον Θεό! Ας ζήσουν και ας φτιάξουν άλλο, μεγαλύτερο και ομορφότερο.

Με ανοιχτή καρδιά κερνά τον υπάλληλο πέντε πούρα. Δίνει ένα μετζήτι δώρο στον υπηρέτη. Παρηγορεί γλυκά τα λυπημένα πρόσωπα:

— Δεν είναι τίποτα. Όλοι καλά είναι. Όλοι καλά!

Μα θέλει να αδειάσει αμέσως ολόκληρο το ποτήρι της χαράς. Δεν θέλει να βλέπει τίποτα σκοτεινό στη χαρούμενη εικόνα της ζωής του.

— Τι ηλικία να έχουν άραγε τα παιδιά; ρωτά πάλι.

Το πρόσωπο του υπαλλήλου σκοτεινιάζει. Μα τον ζάλισε ο καπετάνιος! Γύρω ακούγονται ανυπόμονες φωνές. Ο ένας σπρώχνει τον άλλον. Θέλουν να βγάλουν τον καπετάνιο από τη θυρίδα. Έμαθε ότι ζουν τα αδέρφια του, δεν του φτάνει; Υπάρχουν κι άλλοι που αγωνιούν για τους δικούς τους. Δεν ξέρουν καθόλου τι γίνονται. Ας μάθουν κι εκείνοι κάτι!

Αλλά ο καπετάνιος, εγωιστής, δεν αφήνει καθόλου τη θέση του. Άνοιξε μια φορά η πύλη της ζωής, από ελεφαντόδοντο και χρυσάφι. Θέλει να τη χαρεί και το μάτι του. Ρωτά πάλι, με χαμόγελο στα λόγια του:

— Τι ηλικία να έχουν άραγε;

— Δέκα, δώδεκα χρονών, του απαντά ο υπάλληλος, σκυμμένος στη μηχανή του.

Πάλι τον πλακώνει η απελπισία. Τα αδέρφια του δεν είναι τόσο μικρά. Είναι από εικοσιπέντε και πάνω.

Με σκοτεινό πρόσωπο, έτοιμος να κλάψει, αφήνει τη θέση του. Κατεβαίνει τις σκάλες και βγαίνει από την αυλή. Παίρνει το βαποράκι και φτάνει στα Θεραπειά. Από εκεί φτάνει με ένα άλογο στον Άγιο Γιώργο. Μετά παίρνει την παραλία. Τα μάτια του βρέχουν σαν ουρανός. Κλαίνε και κλαίνε χωρίς τέλος.

Ο ήλιος παίζει ακόμη ψηλά, σε ουρανό γαλάζιο σαν ζαφείρι. Δίπλα η θάλασσα απλώνεται σαν λίμνη χωρίς κύματα, ως την άκρη του ουρανού. Μπροστά η γη είναι γεμάτη λουλούδια και μυρίζει όμορφα. Κι όμως η παραλία του φαίνεται ένα πλατύ νεκροταφείο, από άκρη σε άκρη. Κάθε βράχος είναι ένα κρεβάτι νεκρού. Γύρω σαπίλα και μούχλα.

Καράβια κομματιασμένα, μικρές βάρκες μισοσπασμένες, σχοινιά, κατάρτια, ξύλινα αγάλματα καραβιών, πανιά. Εικόνες, τηγάνια, πιάτα, θυμιατά, πυξίδες, χρυσωμένα ξύλα. Και μαζί χέρια, πόδια, σώματα χωρίς κεφάλια, κεφάλια χωρίς σώματα, άδεια κρανία. Τρίχες χωμένες στις ρωγμές, μυαλά λιωμένα πάνω στην πέτρα. Λες και μια πόλη που ταξίδευε έπεσε εκεί πάνω στη στεριά. Σκορπίστηκε κάτω από το αυστηρό βλέμμα του Θεού. Και η ζωή και ο πλούτος της πέθαναν.

Ένα μικρό τρεχαντήρι, όμορφα φτιαγμένο, ερχόταν σαν άγγελος με πανιά και σχοινιά. Λες και ταξίδευε στον αέρα. Κι όμως ήταν πεταμένο στην κορυφή ενός βράχου. Τα άνισα δόντια των πετρών ήταν χωμένα ύπουλα στα ξύλα στο κάτω μέρος του. Και τα ξύλα στο κάτω μέρος του ήταν σφηνωμένα χωρίς ελπίδα μέσα στην πέτρα. Έμπαιναν στις τρύπες και στις σχισμές της. Ούτε νερό ούτε άνεμος μπορούσε να περάσει από εκεί.

Ένα σκυλί ήταν δεμένο στην πρύμη. Γύριζε τα κατακόκκινα μάτια του. Δάγκωνε τα ξύλα και έτρωγε την αλυσίδα του. Άρπαζε την ουρά του και την τραβούσε με πάθος. Κοίταζε το νερό και γάβγιζε και γάβγιζε. Λες και έβριζε το νερό, που το άφησε ακόμη ζωντανό. Τα αφεντικά του όμως τα άρπαξε ο ρούφαλας.

Ο καπετάν Ξυρίχης έκανε μερικά βήματα ακόμη. Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά στο μπάρκο του. Έπρεπε να είναι δικό του ξύλο. Έπρεπε να του μιλήσει στην ψυχή. Μόνο έτσι μπορούσαν να το γνωρίσουν τα μάτια του, στην κατάσταση που ήταν. Ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε το σώμα του καραβιού έμεναν πια. Μόνο η πρύμη του, κι εκείνη σκισμένη, κρατιόταν χωρίς ελπίδα πάνω σε δύο χάλαρα.

Γύρω της ήταν μια πικρή νεκρική πομπή. Άλλα ξύλα σκορπισμένα, κουπιά, πανιά και σχοινιά. Άλλα κάτω μέρη καραβιών, φαγωμένα. Άλλα χοντρά ξύλα, όρθια και σταυρωτά. Και γύρω της ήταν μια άλλη συνοδεία, πιο πικρή! Βλέπει τον ναύκληρο νεκρό στο πλάι. Βλέπει τους ναύτες σκορπισμένους εδώ κι εκεί. Άλλοι είναι κολλημένοι σαν κολλιτσίδες πάνω στα χάλαρα. Άλλοι είναι μισοσκεπασμένοι με άμμο. Άλλοι είναι παιχνίδι του νερού, που τους χτυπά και τους φτύνει.

Πάνω στα πρησμένα πτώματα, στα πρόσωπα που έχασκαν και κορόιδευαν, τα όρνια κάθονταν ήσυχα. Βύθιζαν το ράμφος στη νεκρή σάρκα. Έτρωγαν και μασούσαν λαίμαργα. Μόλις άκουσαν τον κρότο του, πέταξαν με κραυγές. Λες και διαμαρτύρονταν, γιατί τα ενόχλησε στο πλούσιο τραπέζι τους.

Τώρα αρχίζει πιο φριχτό το βάσανο του καπετάνιου. Εκείνα τα ξένα πτώματα δείχνουν καθαρά ότι κοντά είναι και οι δικοί του. Θέλει να τρέξει και να ψάξει παντού, κι όμως δεν τολμά. Κάτι μέσα του τον κρατά και καρφώνει τα πόδια του στα αχνάρια του. Όμως ο πόθος είναι πιο δυνατός και τον σπρώχνει μπροστά. Πηγαίνει και ψάχνει έναν έναν τους νεκρούς. Και στο τέλος βρίσκει και τα αδέρφια του, άσχημα παραμορφωμένα. Το ένα είναι πεσμένο με το κεφάλι κομμένο στα δύο. Το άλλο έχει και τα δύο πόδια κομμένα στα γόνατα. Αν δεν του το έλεγε η ψυχή, τα μάτια του σίγουρα δεν θα τα γνώριζαν. Το ίδιο έγινε και με το μπάρκο. Αλλά η ψυχή του το είπε και τα γνώρισε αμέσως.

Τότε τα μάτια του στέρεψαν. Ούτε δάκρυα βγάζουν ούτε σαλεύουν. Κοιτάζουν μόνο τη θάλασσα, αυστηρά και πεισματικά. Ξαφνικά η γροθιά του σηκώνεται και πέφτει με τόση ορμή! Λες και η θάλασσα τρόμαξε και έκανε πίσω φοβισμένη.

Έπειτα σκύβει και φιλά γλυκά τα αδέρφια του. Χαϊδεύει απαλά τα χτυπημένα σώματά τους, σαν να φοβάται μήπως τα ξυπνήσει. Κάτι τους ψιθυρίζει μυστικά στο αυτί. Ίσως παρηγοριά, ίσως μια μακρινή υπόσχεση.

Έπειτα με το μεγάλο μαχαίρι του αρχίζει να σκάβει τον τάφο τους. Δούλεψε με κόπο στην άμμο κάπου μια ώρα. Τον άνοιξε καλά. Έβαλε πρώτα τα αδέρφια, έπειτα τον ναύκληρο, μετά τους ναύτες. Από πάνω κύλησε πέτρες και χάλαρα.

Έπειτα πήρε πάλι τον δρόμο του και έφτασε στα Θεραπειά. Βρίσκει το βαπόρι. Έφτασε πάλι στο μπάρκο.

— Έτοιμα; ρωτά τον γραμματικό του.

— Έτοιμα.

— Φόρα την άγκυρα.

Και ο καπετάν Ξυρίχης, αμίλητος, με σκοτεινό πρόσωπο, πήρε τη θέση του στο κάσαρο. Και συνεχίσαμε το ταξίδι.

### Γλωσσάρι

- **Μπουγάζι**: το στενό στόμιο του Βοσπόρου προς τη Μαύρη Θάλασσα.
- **μπάρκο**: μεγάλο ιστιοφόρο καράβι με τρία ή περισσότερα κατάρτια.
- **γραμματικός**: αυτός που κρατά τα χαρτιά και τους λογαριασμούς του καραβιού.
- **χιονιάς**: βόρειος κρύος άνεμος με χιόνι.
- **πλώρη**: το μπροστινό μέρος του καραβιού.
- **κουμπάρους**: άνθρωποι δεμένοι με οικογένεια από γάμο ή βάφτιση.
- **θυρίδα**: μικρό παράθυρο σε γραφείο, όπου ο υπάλληλος μιλά με τον κόσμο.
- **πρύμη**: το πίσω μέρος του καραβιού.
- **μετζήτι**: ασημένιο νόμισμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
- **τρεχαντήρι**: μικρό ελληνικό ξύλινο καράβι με πανιά.
- **ρούφαλας**: τόπος στη θάλασσα όπου το νερό γυρίζει και τραβά προς τα κάτω.
- **χάλαρα**: πέτρες και βράχοι στην ακτή ή στη θάλασσα.
- **ναύκληρο**: ο αρχηγός των ναυτών, κάτω από τον καπετάνιο.
- **όρνια**: μεγάλα πουλιά που τρώνε νεκρά ζώα.
- **κάσαρο**: το ψηλό μέρος του καταστρώματος στην πρύμη.

## Οι κουρσάροι

Η «Παναγιά η Κλεφτρίνα» είναι το μυστικό των κουρσάρων. Χωρίς κατάρτι και πανί, κάθεται αραγμένο μέσα στο Κλεφταύλακο. Μοιάζει με βόα που χωνεύει μέσα στα πυκνά κλαδιά του δάσους. Το φως των αστεριών τρέμει από πάνω του. Το σώμα του καραβιού είναι αλειμμένο με πίσσα. Τα πλάγιά του είναι ντυμένα με φελλό. Μπροστά και πίσω έχει χάλκινο φράχτη. Όλα αυτά μόλις ξεχωρίζουν από τα σκοτεινά νερά και τις πέτρες της ακρογιαλιάς.

Τα τέσσερα μικρά χάλκινα κανόνια κάνουν τους θαλασσινούς να τρέμουν με τον βρυχηθμό τους. Οι μπαλντάδες βάφονται συχνά στο αίμα τους. Υπάρχουν και τα τρομπόνια, τα τσεκούρια και οι γάντζοι. Οι γάντζοι πιάνουν τα πλευρά των καραβιών σαν νύχια αετού. Όλα είναι θαμμένα στο σκοτάδι και δεν ξεχωρίζουν. Μόνο πού και πού δυναμώνουν οι φωτιές και χρυσώνουν πέτρες και νερά. Τότε φαίνονται στο κατάστρωμα τα σχοινιά, κουλουριασμένα σαν φίδια. Φαίνεται η πεινασμένη κόψη των όπλων. Φαίνεται και πηγμένο αίμα εδώ κι εκεί. Άλλο τίποτα.

Γύρω ψηλώνουν οι άγριοι, απότομοι βράχοι του Καβομαλιά. Είναι σκέτη πέτρα, σκοτεινοί γίγαντες. Σκύβουν πάνω από το μυστικό, λες και θέλουν να το φυλάξουν από κακό μάτι.

Εκεί οι κουρσάροι μαυρίζουν σαν ίσκιοι και φαντάσματα. Άλλοι είναι ξαπλωμένοι στο σκοτάδι και άλλοι μαζεμένοι στις φωτιές. Είναι κάπου σαράντα, και όλοι διαλεχτοί, ένας ένας. Πατρίδα τους είναι κάθε νησί της Άσπρης θάλασσας. Είναι κάθε λιμάνι του Μωριά και της Ρούμελης. Θρησκεία τους είναι το κούρσεμα. Λατρεία τους είναι το μυστικό. Αρχηγός τους είναι ο καπετάν Λαχτάρας. Είναι φοβερός στη δύναμη, μεγάλος στην τόλμη, θαυμαστός στα σχέδια. Είναι δράκος αχόρταγος για κλοπή και αίμα.

Ο Λαχτάρας είναι ξαπλωμένος ψηλά, σε μια όρθια πέτρα. Στηρίζει τη φαρδιά πλάτη του στη χορταριασμένη πλαγιά. Πιάνει τα γκρίζα γένια του και κοιτάζει κάτω. Μοιάζει με θεό της θάλασσας που θέλει να γνωρίσει το απέραντο βασίλειό του. Δίπλα του η φωτιά ψηλώνει με πολλές γλώσσες. Τρώει την τροφή της και σκορπά χρώματα ουράνιου τόξου. Τα χρώματα πέφτουν στα χρυσωμένα όπλα του και στις αλυσίδες του με τα διαμάντια. Πέφτουν στα μεταξωτά βρακιά, στα άσπρα παπούτσια, στα δαχτυλίδια με τα ρουμπίνια.

Ανάμεσα στα πόδια του κάθεται μαζεμένος ο Καρακαχπές, ο σκύλος του. Έχει μαύρο τρίχωμα και φουντωτή ουρά. Τον κοιτάζει στα μάτια, σαν να τον ρωτά γιατί σκέφτεται. Σαν να του υπόσχεται: αν όλοι τον αρνηθούν, αυτός θα μείνει πάντα πιστός υπηρέτης του. Θα είναι ο φύλακάς του ως τον τάφο.

Κάθε νύχτα ο καπετάν Λαχτάρας κάθεται έτσι μόνος εκεί, στη μαύρη πέτρα. Έχει τη φωτιά δίπλα του και τον σκύλο στα πόδια του. Κάθεται, καπνίζει το τσιμπούκι του και σκέφτεται. Τι σκέφτεται; Όχι βέβαια τη γυναίκα του και το μοναχοπαίδι του. Τους έχει κλειδωμένους στον Πύργο του Φονιά. Ούτε σκέφτεται τα τόσα αίματα. Ούτε τα λόγια των θυμάτων του, που τον παρακαλούν θερμά. Μετά σκύβουν το κεφάλι στο σκληρό μεγάλο μαχαίρι του.

Τώρα δεν σκέφτεται ούτε τα πολλά πλούτη. Βαρέλια τα φλουριά, αρμαθιές τα ασημένια νομίσματα, στέρνες που δεν αδειάζουν τα ισπανικά χρυσά νομίσματα. Ασημένιες λάμπες λαδιού, πουκάμισα αγίων με πολύτιμες πέτρες, πολύ ακριβά όπλα. Ψηλές στοίβες τα γουναρικά, τα μάλλινα υφάσματα, τα ακριβά ρούχα, τα μαντίλια. Ψηλές στοίβες τα μεταξωτά, οι ακριβές γούνες και τα ακριβά μάλλινα. Αυτά κάθονται ασφαλή, κλεισμένα στις βουβές σπηλιές. Δεν έχουν άλλον μάρτυρα παρά τον Θεό και τα χέρια του.

Μια εβδομάδα τώρα κάτι άλλο τον βασανίζει σαν δαίμονας και τον κρατά ανήσυχο. Είναι ο Τρακάδας, ο βλάμης του. Τον είχε βλάμη, κουμπάρο στο παιδί του, δεξί χέρι στο κούρσο. Τον είχε αρχηγό στο πλήρωμα και φονιά για τους σκλάβους του. Πέντε ολόκληρα χρόνια. Τον είχε ακόμη σύντροφο στα δικά του εγκλήματα. Κάθε φορά ο Τρακάδας τον γλίτωνε από κάθε σύντροφο που δεν υπάκουε ή ήταν δύσκολος. Το έκανε με μια μαχαιριά ή μια πέτρα στον λαιμό. Πόσοι και πόσοι δεν ξάπλωσαν έτσι για να μην ξυπνήσουν ποτέ! Πόσα χοντρά μερίδια δεν έφτασαν έτσι στις αποθήκες του καπετάν Λαχτάρα! Δεν πήγαν στα σπίτια εκείνων των ανθρώπων και δεν στόλισαν τις γυναίκες τους!

Τώρα ήρθε και η δική του σειρά. Ο Λαχτάρας τον τελείωσε με ένα ψίχουλο φαρμάκι. Μα τι να γίνει; Ποιος του είπε να μάθει όλα του τα μυστικά; Ποιος του είπε να ξέρει όλες τις κρυψώνες του; Έπρεπε να το έχει πάντα στον νου του.

Η φτελιά ριζώνει στην όχθη του ποταμού. Δροσίζει καλά τις ρίζες της στο νερό. Μεγαλώνει, δυναμώνει και είναι περήφανη για τον γείτονά της. Όμως αργά ή γρήγορα τα χιόνια θα λιώσουν μια μέρα στα βουνά. Τότε το ρέμα θα κατεβεί στριφογυριστό. Στον θυμό του θα πάρει μαζί και τη γειτόνισσα φτελιά. Τι φταίει το ποτάμι;

Έτσι ο καπετάν Λαχτάρας προσπαθεί να δικαιολογηθεί στην ταραγμένη συνείδησή του. Μα δεν την ησυχάζει καθόλου. Δεν την ησυχάζει, γιατί και ο Τρακάδας δεν ησυχάζει στον τάφο του. Οι φόνοι και τα κρίματα έπλεξαν ένα σχοινί από τρίχες. Δεν αφήνουν την ψυχή να περάσει στον κόσμο της ανάπαυσης. Φορτωμένη με χοντρές αλυσίδες, σαν σκλάβα, σέρνεται στους τόπους όπου αμάρτησε. Θρηνεί και χτυπά τον εαυτό της. Είναι βαριά και δεν λυτρώνεται ποτέ.

Με το σακούλι στην πλάτη και το ραβδί στο χέρι, ο κουρσάρος γυρίζει στα σταυροδρόμια. Είναι φάντασμα σκοτεινό και αμίλητο. Πολλοί γνωστοί του θέλησαν να του μιλήσουν. Τον φώναξαν να τον κεράσουν στην ταβέρνα. Προσπάθησαν να τον βάλουν στην εκκλησία. Μα εκείνος φεύγει μακριά. Σβήνει από κοντά τους σαν βαρύ σύννεφο. Αφήνει γύρω του ένα ουρλιαχτό και θλίψη.

Κάθε νύχτα, τέτοια ώρα, έρχεται πάντα στον βλάμη του. Κρατά γυμνό το κυρτό σπαθί στο χέρι του, που είναι γεμάτο τρίχες σαν δάσος. Έχει σταγόνες φρέσκο αίμα στο μαύρο πρόσωπό του. Απλώνει τον σκούφο του και ζητά μερίδιο από τα λάφυρα, όπως έκανε και ζωντανός. Ο άφοβος καπετάνιος γίνεται νευρικός και ανήσυχος. Πιάνει τα γένια του. Φυσά τον καπνό του τσιμπουκιού μπροστά του σαν σύννεφο. Ελπίζει να κρύψει το ενοχλητικό φάντασμα.

— Ε, παιδιά! Ορθοί στο κούρσο! θέλει να φωνάξει, όπως πάντα στην ώρα της επίθεσης.

Μα ο λαιμός του μοιάζει φραγμένος με αγκάθια. Σκίζει τη φωνή του και την αφήνει να βγει χωρίς μορφή. Την ίδια στιγμή ένα πύρινο σφύριγμα σκίζει το σκοτάδι. Είναι δυνατό, με στόμα από χαλκό, σαν να οδηγεί κοπάδια ο Σαρίγκαλος. Ακούγεται ένας βαρύς γδούπος, ένα κύλημα από μικρές πέτρες. Ακούγεται ένας κούφιος κρότος, συνεχής, σαν να πήραν ζωή τα βράχια. Και μέσα στον θόρυβο ακούγεται μια άγρια φωνή, σαν κραυγή κουκουβάγιας. Λέει:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

Ο καπετάν Λαχτάρας πνίγεται τώρα στον ιδρώτα. Γνωστή του είναι η φωνή, γνωστό το σφύριγμα και ο θόρυβος. Δεν είναι άλλος από τον Τρακάδα, τον βλάμη του. Απόψε έρχεται με περισσότερη μανία και με πιο φριχτή συνοδεία. Δεν κρατά στο χέρι γυμνό το κυρτό σπαθί του. Δεν έχει στο πρόσωπο λεκέδες από φρέσκο αίμα. Φορά το φτωχικό σακούλι του και κρατά το σπασμένο ραβδί του. Μα το πρόσωπό του είναι τόσο στεγνό! Το βλέμμα του είναι τόσο άγριο! Το σώμα του είναι τόσο καμπουριασμένο, μικρό και ελάχιστο! Γι' αυτό μπορεί να τρομάξει και γίγαντα.

Ο καπετάνιος κάθεται παράλυτος στον βράχο του. Θέλει να απλώσει το χέρι στα όπλα. Μα το χέρι μένει ακίνητο, σαν δεμένο με αλυσίδα στην πέτρα. Θέλει να βγάλει φωνή, μα δεν μπορεί. Γυρίζει το βλέμμα δεξιά κι αριστερά για να δει τους συντρόφους του. Ξεχωρίζει μαύρους ίσκιους που τρέχουν και πηδούν με σηκωμένα μαλλιά. Είναι τρελοί από τον φόβο. Άλλοι πέφτουν στη θάλασσα. Άλλοι τσακίζονται στις σπηλιές. Άλλοι παίρνουν τις πλαγιές. Άλλοι ανεβαίνουν στις ράχες των βουνών και τρέχουν ακόμη. Τρέχουν να φύγουν από έναν αόρατο εχθρό.

Ρίχνει μια ματιά στον σκύλο του. Θέλει να του θυμίσει την παλιά υπόσχεση. Μα κι εκείνος, με σηκωμένες τις τρίχες, τρέμει ολόκληρος. Μόνο γρυλίζει και προσπαθεί να χαθεί κάτω από τα πόδια του αφέντη του.

Και όμως κοντά του στέκεται ο Τρακάδας, μικρός και τεράστιος μαζί. Είναι τόσο κοντά που ο Λαχτάρας νιώθει την ανάσα του σαν καυτό άνεμο στο πρόσωπο. Ο ίσκιος του πέφτει στο στήθος του σαν Καβομαλιάς. Γελά, τον κοιτάζει στα μάτια και τον γεμίζει με την άγρια φωνή του:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

— Να μοιράσουμε τι; ρωτά το ελεύθερο πνεύμα μέσα στο κεφάλι του καπετάνιου. Θέλεις τα ρούχα μου; Θέλεις τα όπλα και τα χρυσαφικά μου; Δικά σου είναι. Δικός σου είμαι κι εγώ. Μπροστά σου με έχεις χωρίς θέληση και χωρίς βοήθεια. Μη ζητάς όμως τα κρυμμένα πλούτη. Τα ξέρεις και τα ξέρω. Μην τα ζητάς!

Το είπε ή δεν το είπε; Ο βρικόλακας το άκουσε. Από το φτωχό στήθος του βγήκε ένα γέλιο δυνατό, βαρύ, κοροϊδευτικό. Ο Λαχτάρας είδε ένα χέρι σκελετού να απλώνεται πάνω του. Τον σήκωσε στον ώμο σαν πούπουλο. Ένιωσε έναν χτύπο. Είδε τα αστέρια να κινούνται από πάνω του, σαν γρήγορα καράβια με γεμάτα πανιά. Πού πάνε τα καράβια των αστεριών με τα γεμάτα πανιά; Στο κούρσο πάνε. Στο κούρσο και στο αίμα τρέχει κι αυτός.

— Ε, παιδιά, ορθοί! θέλει να φωνάξει, όπως πάντα στην ώρα της επίθεσης.

Μα δεν βλέπει τίποτα γύρω του. Τίποτα ζωντανό μέσα στο μυστικό. Όλα είναι ζαρωμένα. Τα μικρά χάλκινα κανόνια, οι ματωμένοι μπαλντάδες, τα τρομπόνια, τα τσεκούρια, οι γάντζοι. Είναι ζαρωμένα σαν να τα πιάνει ρίγος. Φαίνονται τρομαγμένα και διστακτικά, όπως οι κουρσάροι πριν και όπως ο Καρακαχπές. Κανείς δεν έρχεται να τον προστατέψει. Κανείς δεν τολμά να φωνάξει στον σκληρό βλάμη του: φτάνει!

Εκείνος, παντοδύναμος αφέντης εκεί μέσα, τρέχει γρήγορα από το πίσω μέρος ως το μπροστινό. Δένει τον Λαχτάρα σφιχτά στο μηχάνημα της άγκυρας με τα σχοινιά. Σηκώνει το κατάρτι στη μέση. Απλώνει το πανί. Λύνει τα σχοινιά που το δένουν στη στεριά. Πάλι τον κοιτάζει στα μάτια και ρίχνει πάλι την άγρια φωνή του:

Τάω-τω και πίσω δεν κοιτώ! Τ' αχνάρια μου πάνε μπροστά κι εγώ γυρίζω πίσω. Έλα, βλάμη, σήκω, σήκω να μοιράσουμε!

Το σώμα του Τρακάδα, σκελετός, έγινε τώρα ο σάκος του Αιόλου με τους ανέμους. Άφησε έναν δυνατό άνεμο. Το τεμπέλικο πανί φούσκωσε αμέσως. Η θάλασσα ταράχτηκε. Και το μυστικό πέταξε σαν βέλος από το αυλάκι στα ανοιχτά.

Γύρω του ο καπετάν Λαχτάρας βλέπει τις στεριές να τρέχουν προς τα πίσω. Είναι σαν σκοτεινά σύννεφα, όταν φυσά δυνατός βοριάς. Βλέπει το κύμα να τον καβαλά. Βλέπει από πάνω του το φουσκωμένο πανί σαν ακονισμένο σπαθί. Πνίγεται και λυσσά από την απελπισία και τον εφιάλτη. Τι θα γίνει; Πού τον στέλνει έτσι σφιχτοδεμένο ο μισητός σύντροφος; Προσπαθεί να λύσει τα σχοινιά. Θέλει να φωνάξει, μα δεν μπορεί. Η κόλαση φυσά και βράζει μέσα του. Φυσά και βράζει, μα δεν βγαίνει έξω για να τον ξαλαφρώσει. Παλεύει και παλεύει, και στο τέλος βγάζει σαν βρυχηθμό την κατάρα:

— Σύρε στον σαββατιανό λύκο! Σύρε!

Με τη φωνή κάπως έσπασαν όλα τα δεσίματα. Ο καπετάνιος πήδησε όρθιος. Τρέχει με σηκωμένα μαλλιά για να φύγει από τον βρικόλακα. Πηδά φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, ανεβαίνει πλαγιές, κατεβαίνει σάρες. Πηδά και φεύγει σαν ζαρκάδι.

Πίσω του ο Καρακαχπές, με σηκωμένες τρίχες κι εκείνος, ρίχνεται στα βήματά του. Φύγε! του λέει με το γάβγισμά του. Σκίζει το βρακί του με τα δόντια του. Ο υπηρέτης και σύντροφος έγινε τώρα εχθρός! Ο καπετάν Λαχτάρας τον βλέπει έτσι και παίρνει το γάβγισμα για φωνή του βλάμη του. Στη λάμψη των ματιών του βλέπει την άγρια φλόγα του Τρακάδα. Και φεύγει ακόμη, με παράλυτα γόνατα και κομμένη φωνή. Πηδά φαράγγια, σέρνεται σε ρεματιές, ανεβαίνει πλαγιές, κατεβαίνει σάρες.

Ένα διπλό μπλουμ! ακούστηκε ξαφνικά στη ρίζα ενός βράχου. Και η θάλασσα έκλεισε για πάντα τα μάτια εκείνων που έφευγαν.

Μα την ίδια στιγμή άλλα μάτια, πιο αγνά και πιο λαμπρά, άνοιξαν απέναντι: η ανατολή. Και η πλάση χάρηκε. Ρουμπίνια τρέμουν στα νερά. Σμαράγδια παίζουν στους κάμπους.

Το σώμα του Λαχτάρα πλανιέται στη θάλασσα, αδερφωμένο με τον Καρακαχπέ. Τώρα τρομάζει τους θαλασσινούς. Και κάτω στον κάμπο του Λαχιού αναπαύεται γυμνός και φτωχικός ο σκελετός του Τρακάδα.

### Γλωσσάρι

- **μυστικό**: γρήγορο καράβι με πανιά, το αγαπούσαν οι κουρσάροι.
- **κουρσάρων**: οι κουρσάροι είναι πειρατές.
- **κούρσο**: η επίθεση και η κλοπή από πειρατές.
- **βλάμη**: φίλος που έγινε αδερφός με όρκο.
- **βρικόλακας**: νεκρός που γυρίζει από τον τάφο και τρομάζει τους ζωντανούς.
- **Καρακαχπές**: τουρκικό παρατσούκλι, «μαύρη πόρνη». Το όνομα του σκύλου.
- **Καβομαλιά**: το ακρωτήριο Μαλέας, στη νότια Πελοπόννησο.
- **Άσπρης θάλασσας**: η Άσπρη θάλασσα είναι το Αιγαίο.
- **Μωριά**: η Πελοπόννησος.
- **μπαλντάδες**: μεγάλα τσεκούρια.
- **τρομπόνια**: κοντά όπλα με φαρδύ στόμιο.
- **γάντζοι**: στραβά σίδερα που πιάνουν και τραβούν.
- **αχνάρια**: τα σημάδια που αφήνουν τα πόδια στο χώμα.
- **σάρες**: πολλές μικρές πέτρες σε πλαγιά.
- **σαββατιανό λύκο**: λόγια κατάρας.

## Τελώνια

Ήταν η ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια. Μπροστά μου είδα τη φωτιά του Στρόμπολι, σαν φανό. Ο γενναίος Νότος έσπρωξε την «Άγια Μαύρα» μου από τη Μαρσίλια ως εδώ. Πήγαινε με δέκα, δώδεκα κόμπους την ώρα. Πέρασα καλά τον Καβακάρσο, μια σωστή Μάνη, σκληρή στο χώμα και στους ανθρώπους. Άφησα πίσω μου τη βουβή Καπρέα και την Έλβα με τα ψηλά βουνά. Άφησα και τη Σπιανόζα με τα δάση. Και το Μοντεχρήστο, μια ξερή και άχαρη πυραμίδα.

Τώρα όμως ο Νότος έγινε σαν γέρος που κλαίει και γκρινιάζει. Άρχισε να ζαρώνει τα φρύδια του. Ο Συρόκος, ο υγρός άνεμος, σήκωνε κύματα σαν στοιχειά. Ο ουρανός σκεπάστηκε με σύννεφα και έγινε κατασκότεινος. Κατέβηκε ως τα σχοινιά του καραβιού. Έπνιξε τα πάντα στην υγρασία και στους ατμούς. Το κατάστρωμα γλιστρούσε, βρεγμένο σαν να το έπλυναν με σαπουνάδα. Τα σίδερα, τα κατάρτια, το μηχάνημα της άγκυρας, το δοιάκι ήταν γεμάτα ιδρώτα. Μούσκεψαν τα πανιά. Τα σχοινιά φούσκωσαν σαν χορτασμένα φίδια.

— Μπρε!

Δεν μου άρεσαν καθόλου τα σημάδια. Είπα να κλείσουν καλά τους χώρους του φορτίου. Είπα στον Κριτσέπη να καθίσει ξύπνιος στο τιμόνι. Η πλώρη ίσια στον φανό του Στρόμπολι.

— Καλό πνίξιμο! ακούω πίσω μου μια στριγκή φωνή.

Με έπιασαν σπασμοί. Την ήξερα πολύ καλά την καταραμένη φωνή. Ήταν του Κάργα, του παιδικού μου φίλου. Τώρα ήταν και σύντροφός μου στη σκούνα.

Μαζί του βύζαξα το γάλα της μάνας μου. Μαζί μεγαλώσαμε στη σκούνα του πατέρα μου. Την ίδια μέρα βγήκαν οι πρώτες τρίχες στα μουστάκια μας. Η άρρωστη μάνα του πέθανε πριν τον κόψει από το γάλα. Ο πατέρας του πνίγηκε στο Καβοντιλάρμε της Καλαβρίας, πριν τον δει παλικάρι. Έμεινε ορφανός και πάμφτωχος. Ο δικός μου πατέρας τον πήρε στο σπίτι και μας έκανε αδέρφια. Μαζί στο σχολείο, μαζί στα παιχνίδια. Πάντα οι δυο μας. Όχι δύο. Ψέματα. Οι τρεις μας έπρεπε να πω. Γιατί και η Σμαρώ ήταν πάντα μαζί μας. Η Σμαρώ, η ακριβή χαρά μας και ο μοναδικός καβγάς μας.

Ξαφνικά όμως ο πατέρας μας άρπαξε και μας έριξε στην «Άγια Μαύρα». Η θάλασσα μας μάγεψε. Όλη η κουβέντα μας ήταν για τα καράβια. Όνειρό μας ήταν να μπούμε σε μεγάλο καράβι. Σε ένα μπάρκο, σε μια νάβα, σε ακόμη μεγαλύτερο. Να χωρά χίλια κοιλά. Πέντε, δέκα, εκατό χιλιάδες κοιλά. Να έχει πολλά πανιά, δάσος τα κατάρτια, σύρματα τα σχοινιά. Και να ταξιδεύουμε μακριά, πολύ μακριά, σε απέραντες θάλασσες, πίσω από τον ήλιο. Καπετάνιος εγώ, καπετάνιος εκείνος. Να συναντιόμαστε στον δρόμο και να χαιρετιόμαστε:

— Ε, από το μπάρκο!... Ποιος καπετάνιος;

— Ο Μήτρος του Τράχηλα!

— Ε, από τη νάβα!... Ποιος;

— Ο φίλος του Μήτρου, ο Λάμπρος Κάργας!

— Και για πού με το καλό;

— Για την Αμερική... Κι εσείς;

— Για την Αυστραλία.

— Τι φορτίο;

— Μοσχοκάρυδα, μπανάνες, καφέδες, ζαχαροκάλαμο... Κι εσείς;

— Διαμαντόπετρες, πολύτιμες πέτρες, μεταξωτά, κεχριμπάρι, φίλντισι!

Όταν τελείωνε το φανταστικό ταξίδι, καθένας γύριζε στο νησί φορτωμένος ασημένια νομίσματα.

— Και όταν γυρίσεις πίσω; ρωτούσε ο ένας τον άλλον.

— Θα πάρω τη Σμαρώ γυναίκα μου.

Τέλος, όταν πέθανε ο καπετάν Τραχήλης, ο Κάργας έγινε σύντροφος στη σκούνα. Αλλά μόλις κλείσαμε τα συμβόλαια, ανέβηκε στο καράβι διαφορετικός.

— Το δοιάκι, λέει, δε μ' αρέσει.

— Μα γιατί;

— Έτσι. Έχει κεφάλι φιδιού. Να βάλουμε κεφάλι σκύλου.

— Μα τι σε πειράζει φίδι ή σκυλί; Τη δουλειά του την κάνει.

— Δεν την κάνει.

Και φραπ! Το δοιάκι στη φωτιά. Έκανε καινούργιο με κεφάλι σκύλου. Έπειτα άρχισε με όλα τα πράγματα του καραβιού. Πάνε οι χοντροί στύλοι, πάνε οι κοντοί στύλοι, πάνε τα μικρά στρογγυλά κεφάλια. Στην πλώρη είχαμε ένα ξύλινο άγαλμα, έναν Μακεδόνα. Δεν του άρεσε.

— Να βάλουμε, λέει, δελφίνι.

Έβαλε δελφίνι. Το ξύλο που βγαίνει μπροστά από την πλώρη είχε έναν σκαλισμένο σταυρό στην άκρη.

— Όχι σταυρό, λέει. Λουλούδι θα βάλω.

— Μα τι σε πειράζει σταυρός, λουλούδι; Ίδιο είναι.

— Όχι. Καλύτερα λουλούδι.

Πάλι άλλα έξοδα. Έβαλε λουλούδι σε εκείνο το ξύλο. Το μηχάνημα της άγκυρας το έβαψε πράσινο και την καμπίνα μας κόκκινη. Την κουζίνα την έβαψε κατάμαυρη και τα κατάρτια κίτρινα. Έπειτα ήθελε να βάψει και το σώμα του καραβιού. Ήταν γαλάζιο, φρεσκοβαμμένο.

— Όχι γαλάζιο, λέει. Κάτασπρο είναι ομορφότερο.

— Μα το άσπρο λερώνει εύκολα. Έπειτα δεν έχει ανάγκη ακόμα.

— Έχει, δεν έχει, θα το βάψω. Δεν μπορώ να το βλέπω με τέτοιο χρώμα. Στο στομάχι μου κάθεται.

Τι να του πω; Είχε μανία με την αλλαγή. Το κεφάλι του ήταν ίδιο πυξίδα. Ούτε ένα σημάδι της δεν έμενε στη θέση του. Σε λίγο από τα άψυχα πέρασε στους ανθρώπους. Έδιωχνε τον ένα, έπαιρνε τον άλλον, έβριζε τον τρίτο. Έπειτα στράφηκε στον Ζέπο μας, το σκυλί του καραβιού. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου τον είχε μαζί του όλη του τη ζωή! Τον έδερνε, τον κλωτσούσε, τον άφηνε νηστικό. Τέλος μια νύχτα τον έπνιξε στη μέση του καναλιού. Από τη Μεσσήνα έφερε ένα κοπρόσκυλο που βαριόταν ακόμη και να γαβγίσει.

— Μωρέ, γιατί, βλάμη; τον ρωτώ.

— Έτσι. Δεν τα θέλω τέτοια στο καράβι μου.

Στο καράβι του! Δεν κρατήθηκα άλλο.

— Άκουσε, Λάμπρο, του λέω. Εγώ δεν σ' έβαλα αφέντη εδώ μέσα. Σ' έβαλα σύντροφο.

— Σύντροφο, μου απαντά με θυμό, για να σου ανοίξω τα μάτια.

Τώρα κατάλαβα! Δεν είχε μόνο μανία με την αλλαγή. Είχε κάτι περισσότερο. Ήθελε να φαίνεται ο μόνος καραβοκύρης στη σκούνα. Τον έτρωγε το «εγώ» του. Ο χοντροναύτης φούσκωσε τόσο με το καπετανιλίκι, που πίστεψε ότι ήταν παιδί αυτοκράτορα. Όλα τα ήξερε και όλα τα όριζε. Γη, θάλασσα, ουρανός, καράβια, όλα δικά του. Κι αν δεν ήταν δικά του, δεν έπρεπε να είναι κανενός άλλου. Μπορούσε να πετάξει και τη ζωή, αν του έλεγες ότι ζουν και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι. Μοναδικός στο είδος του, μοναδικός στην τέχνη του.

Με έπιασε απελπισία. Η όρεξη για δουλειά πέταξε, πέταξαν και τα όνειρα. Ο αετός, που γύριζε στον αέρα, έχασε τα φτερά του. Έμεινε στη γη εργάτης και ψωμοζήτης. Ψωμοζήτης και πονετικός. Ήξερα ποιος μου έκοψε τα φτερά. Κι όμως λυπόμουν να τον διώξω. Ήρθαν δύσκολες χρονιές. Πάθαμε ζημιές στα ταξίδια. Αν ήθελα να χαλάσω τη συντροφιά, ο Κάργας δεν θα έπαιρνε ούτε το απόθεμα. Ας πάει να χαθεί! σκέφτηκα. Ο πατέρας μου τον έκανε άνθρωπο. Δεν πρέπει εγώ να τον καταστρέψω.

— Τι λόγο είπες, βλάμη; τον ρωτώ τώρα.

— Έτσι, τον είπα, μου απαντά με θυμό. Φοβάσαι μήπως αληθέψει; Μη φοβάσαι!...

— Μπα, τι να φοβηθώ; ψιθύρισα και έδειξα αδιαφορία. Μα γιατί να πεις τον κακό σου λόγο;

— Τον είπα. Μα δε μου λες. Αλήθεια παίρνεις τη Σμαρώ γυναίκα σου;

Χωρίς να περιμένει απάντηση, έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτί. Πλησίασε στον φανό της πυξίδας και διάβασε γρήγορα:

«Η Σμαρώ, παιδί μου, δεν είναι για σένα. Η Μαριώ του καπετάν Τραχήλη την αρραβώνιασε με τον γιο της, τον προστάτη σου. Έπειτα μάθε και τη δική μου συμβουλή. Μην απλώνεις το χέρι σου εκεί που δεν φτάνεις. Τι έχεις να κάνεις εσύ με το κορίτσι του καπετάν Πανώργιου; Εκείνη είναι καραβοκυροπούλα και μπορεί να πάρει μόνο καραβοκύρη».

— Τ' ακούς! μου λέει. Δεν είναι ψέμα, ε;

— Όχι βέβαια, δεν είναι ψέμα, του απάντησα ήσυχα. Ξέρεις ότι αγαπούσα τη Σμαρώ από τότε που ήμαστε μικρά παιδιά.

— Κι εγώ την αγαπούσα, είπε εκείνος. Κι εγώ από τότε την αγαπούσα, και τώρα την αγαπώ. Και θα την αγαπώ όσο ζω! Να μην απλώνω εκεί που δε φτάνω. Και γιατί δε φτάνω εγώ στη Σμαρώ! Πού είσαι εσύ καλύτερος από μένα; Τι έχεις περισσότερο; Καραβοκύρης εσύ, καραβοκύρης κι εγώ. Ίσα την έχουμε τη σκούνα. Μισή και μισή. Θέλεις τώρα να πάρω το τσεκούρι και να τη χωρίσω στη μέση;

Σηκώθηκε όρθιος με άγριο πρόσωπο. Γύριζε τα μάτια του δεξιά κι αριστερά, σαν να ζητούσε το καταραμένο εργαλείο. Είδα ότι ήταν καλό να τελειώσει η κουβέντα μας. Όμως ήθελα και να τον πειράξω λίγο. Ήθελα να χαρώ με την απελπισία του.

— Τι τα θέλεις αυτά; ψιθύρισα. Η Σμαρώ με παίρνει γιατί μ' αγαπά.

— Σ' αγαπά! Εκείνη σ' αγαπά! Εσένα! Χμ!

Για να πω την αλήθεια, τον λυπήθηκα. Δεν πίστευα ότι αγαπούσε τόσο τη Σμαρώ. Δεν πίστευα ότι σε μια τόσο στραβή ψυχή χωρούσε τόση αγάπη. Κι όμως χωρούσε. Ίσως δεν ήταν δαίμονας αυτό που καθόταν σε θρόνο μέσα του. Ίσως ήταν άγγελος που φέρνει μύρα. Αυτός τον έσπρωχνε να αλλάζει τα πάντα στην «Άγια Μαύρα» μας, ανθρώπους και πράγματα.

Ο Έρωτας έχει δύο πρόσωπα. Ανάλογα με τη στιγμή, μας δείχνει στον κόσμο με φτερά αγγέλου ή με νύχια δαίμονα. Μας υψώνει στον Όλυμπο ή μας γκρεμίζει στα Τάρταρα. Τώρα, παντοδύναμος, έπαιζε στα χέρια του την ψυχή του φίλου μου. Την έκανε Μέδουσα. Κι εκείνος αγαπούσε τη Σμαρώ από τότε. Ήξερε τις ιδέες που βασιλεύουν σαν τύραννοι στο νησί μας. Ένα βαθύ φαράγγι τον χώριζε από την αγάπη του. Προσπαθούσε να το πηδήξει με κάθε τρόπο. Αλλιώς ήθελε να χαθεί μέσα του και να πάρει μαζί του όλη την πλάση.

Γύριζα στο ψηλό πίσω μέρος του καραβιού με τα χέρια πίσω και σκεφτόμουν. Ξαφνικά νιώθω κάποιον να τραβά το αδιάβροχό μου. Γυρίζω και βλέπω τον Κάργα. Με χέρι που τρέμει μου δείχνει κάτι ψηλά στο κατάρτι. Σήκωσα τα μάτια μου και ανατρίχιασα. Τα χαμήλωσα και τρόμαξα. Πάλι τα σήκωσα. Ένα Τελώνιο ήταν εκεί, ένα χλωμό κίτρινο φως, σαν αηδιαστική μύξα. Ήταν πολύ μικρό στον όγκο, αλλά τρεις φορές μεγάλο στη δύναμη και στη σημασία.

Αλλά ο σύντροφός μου μού φάνηκε πιο φοβερό Τελώνιο. Είχε πρόσωπο με ανοιχτό γέλιο, μάτια πύρινα, χέρια σαν σκελετού. Ήταν ένας ζωντανός Σατανάς, από εκείνους που τελωνίζουν τις ψυχές ψηλά στο άπειρο. Άφησε, είπα, τον σκοτεινό θρόνο του και ήρθε κάτω. Ήρθε να τελωνίσει και τη δική μου ψυχή. Ήρθε να τη βασανίσει και να τη σκίσει με τα νύχια του. Θα την παραδώσει στις φλόγες, πριν ακόμη βγάλει τη σάρκα της.

— Καλό πνίξιμο! σφύριξε πάλι στα αυτιά μου.

Πριν κουνηθώ από τη θέση μου, έφυγε μακριά. Πηδούσε στο κατάστρωμα και ούρλιαζε σαν ξωτικό.

— Τα φώτα!... Σβήστε τα φώτα!... φώναξα αμέσως σαν βροντή.

Μα οι ναύτες είχαν δει τα Τελώνια. Βγήκαν στο κατάστρωμα με όλα τα χάλκινα σκεύη της κουζίνας. Ταψιά, κατσαρόλες, καζάνια, καπάκια χτυπούσαν στα χέρια τους. Έκαναν μια σωστή καταιγίδα από ήχους και φωνές. Το νευρικό μέταλλο άστραφτε και ούρλιαζε. Έσκιζε το στήθος του χωρίς λύπηση. Μιλούσε δυνατά με πάταγο, φώναζε με ρυθμό. Έσπρωχνε κύματα οργής και λύσσας, να σκίσει τον ουρανό. Κλαγγή, γδούπος, στρίγκλισμα, κραυγή, θρήνος, όλα ανακατεμένα. Έτρεχαν εδώ κι εκεί, τάραζαν το σώμα του καραβιού. Κουνούσαν τα πανιά και τα σχοινιά, ανακάτευαν την άβυσσο.

Τα Τελώνια όμως έμεναν στη θέση τους. Δεν έδιναν καμία σημασία στην ταραχή και στον θόρυβο. Τώρα δεν ήταν δύο, δεν ήταν τρία. Ήταν εκατό, χίλια. Το χλωμό κίτρινο φως τους έτρεχε εδώ κι εκεί. Έτρεχε στο μπροστινό κατάρτι, στο πίσω, στα τριγωνικά πανιά, στις ψηλές άκρες, στα άλλα πανιά. Απλωνόταν και έσβηνε, και κινιόταν σαν φίδι που έφαγε τη λαμπυρίδα. Μακριά, βαθιά μέσα στο σκοτάδι, άστραψε γρήγορα. Άσπρισαν η θάλασσα και τα πανιά μας. Ένας κεραυνός χύθηκε, με στήθος από χαλκό, και τα τράνταξε όλα. Ο δαίμονας απαντούσε χωρίς φόβο στη φτωχή κραυγή μας. Απελπίστηκα.

— Το γουρούνι, μωρέ! Τι το φυλάτε το γουρούνι! φώναξα.

— Δε σκούζει, καπετάνιε! μου λέει ο Μπίρκος.

Τρέχω κοντά, το κλωτσάω, το σπρώχνω, τραβώ τις τρίχες του, του ξεριζώνω τα αυτιά. Τίποτα. Το θρεφτό μας ήταν μαζεμένο στην πλώρη, γερμένο στο πλάι. Η μουσούδα του ήταν χωμένη σε μια νεροκολοκύθα. Έμενε ακίνητο πάνω στα νερά του και δεν έβγαζε γρυ από τον φόβο του.

Ο κεραυνός άστραφτε και βροντούσε γύρω μας. Αριστερά, δεξιά, μπροστά και πίσω μας, γρήγορα, ο ένας μετά τον άλλον. Λες και βιαζόταν να κάψει όλο το σύμπαν. Η σκούνα, χτυπημένη από τα κύματα, αρπαγμένη από τον άνεμο, τρανταζόταν σε κάθε ξύλο της. Πηδούσε τρελή και έτρεχε μπροστά για να ξεφύγει από τον κίνδυνο. Ακριβώς μπροστά στην πλώρη ήταν το Στρόμπολι, αόρατο μέσα στο σκοτάδι. Κάθε λεπτό τίναζε θεόρατες φλόγες από τον ανήσυχο κρατήρα του. Έβγαζε κόκκινες πέτρες και λάβα. Η λάβα κυλούσε κάτω σαν πύρινο ποτάμι και έβαφε αίμα τα σκοτεινά νερά.

Το σκυλί του συντρόφου μου, το τεμπέλικο και ύπουλο, ήταν τώρα αναμαλλιασμένο. Αυτό έγινε από τις κλωτσιές των ναυτών και από τον τρόμο του. Κάθισε με πείσμα στο τσιμπούκι και ούρλιαζε. Έδειχνε τα δόντια του, σαν σπαθιά, στον κεραυνό. Λες και ήθελε να τον φοβερίσει.

Μα το ψωμάκι, σάστισα. Πρώτη φορά στη ζωή μου σάστισα.

— Βόηθα, τύχη της Σμαρώς, είπα μέσα μου.

Αλλά ένας φοβερός βρόντος έκοψε στη μέση τη σκέψη μου. Βρόμα, θειάφι και λαμπρό φως τύφλωσαν αμέσως τα μάτια μου. Έπνιξαν την ανάσα μου. Έγδαραν το στήθος μου σαν τσιγκέλια. Ο κεραυνός έπεσε στο κατάστρωμα σαν πύρινη σούβλα. Τετέλεσται!

Η καταραμένη ευχή του Κάργα ακούστηκε, και με το παραπάνω. Καλό πνίξιμο! Πάει τώρα η σκούνα, πάνε τα δώρα του γάμου. Πάει και ο καημένος ο γαμπρός στον πάτο.

— Να το ήξερες, καημένη μάνα, και ν' άναβες ένα κερί στον Αϊ-Νικόλα! σκέφτηκα.

Τρέχω να βρω τον δρόμο του κεραυνού. Γυρίζω στο κατάστρωμα, ψάχνω εδώ, ψάχνω εκεί. Τίποτα δεν βλέπω. Οι ναύτες γύρω μου κρατούσαν τώρα νεκρά τα χάλκινα σκεύη. Ήταν χλωμοί και γύριζαν στα τέσσερα. Έπιαναν τα σανίδια και έψαχναν τις άκρες του καραβιού με αγωνία θανάτου.

Όμως η «Άγια Μαύρα», σαν να μην ένιωθε πληγή πάνω της, πηδούσε ακόμη στα κύματα. Έτρεχε σαν φάλαινα προς το ηφαίστειο. Ψηλά στα κατάρτια, στα τριγωνικά πανιά, στις άκρες, στα άλλα πανιά, έπαιζαν τα βρόμικα Τελώνια. Τα συχαμένα Τελώνια έριχναν κάτω το χλωμό κίτρινο φως τους, διαπεραστικό. Λες και ήθελαν να τρυπήσουν την ψυχή μας με λόγχη. Γύρω μας οι αστραπές, σαν αλυσίδες, έσκιζαν το κατάμαυρο χάος. Λες και έβαζαν ένα φλογερό σύνορο στον δρόμο μας.

— Βαράτε, μωρέ, και μας έπνιξαν! φωνάζω.

Άρχισε πάλι ο χάλκινος θόρυβος κάτω από τα κατάρτια. Όμως στο κάτασπρο φως μιας αστραπής βλέπω τον Κριτσέπη. Είχε ένα κερί της Μεγάλης Παρασκευής στο χέρι. Κυνηγούσε τα Τελώνια στα χοντρά σχοινιά των καταρτιών. Το πλησίαζε και εκείνα έφευγαν. Το έπαιρνε και πάλι φανερώνονταν. Έπαιζαν κρυφτό μαζί του! Ρίχνω μια ματιά γύρω και βλέπω και όλους τους άλλους. Μαύρο φίδι με δάγκωσε.

— Μωρέ, πού άφησες το τιμόνι; τον ρωτώ.

— Το πήρε ο καπετάν Κάργας, μου απαντά. Σύρε, λέει, να ξεκουραστείς λιγάκι.

— Στον Κάργα τ' άφησες! φωνάζω τρελός.

Και τρέχω στο ψηλό πίσω μέρος του καραβιού. Δεν έκανα δύο πηδήματα και κύλησα κάτω ανάσκελα. Ο σύντροφός μου έκανε αμέσως το θέλημά του. Μια στραβή κίνηση του τιμονιού και η «Άγια Μαύρα» μας έσπασε πάνω στα βράχια.

Πηδώ στον βράχο. Τι να δω! Το ηφαίστειο, σαν πληγωμένος γίγαντας, έχυνε ποτάμι το αίμα του από τα πλευρά του. Απαντούσε με φριχτό πάταγο στους στεναγμούς της σκούνας μας. Ξαφνικά φοβερές φλόγες βγήκαν μέσα από τις πέτρες, κόκκινες σαν αφρός και στοιχειωμένες. Κλείστηκαν γύρω από το ξύλο. Και ίσως η Χάρυβδη τράβηξε κάτω την «Άγια Μαύρα» με όλα τα κακούργα Τελώνια.

Όμως μαζί τους ήταν και ο Λάμπρος Κάργας ο σύντροφος.

### Γλωσσάρι

- **Τελώνιο**: κιτρινωπό φως στα κατάρτια πριν από την καταιγίδα. Οι ναύτες το φοβούνταν σαν δαίμονα.
- **τελωνίζουν**: εδώ, ζητούν λογαριασμό από την ψυχή μετά τον θάνατο.
- **σκούνα**: ιστιοφόρο καράβι με δύο ή περισσότερα κατάρτια και πανιά κατά μήκος.
- **δοιάκι**: το ξύλο ή το σίδερο με το οποίο γυρίζουν το τιμόνι του καραβιού.
- **κατάστρωμα**: το πάνω «πάτωμα» του καραβιού.
- **πλώρη**: το μπροστινό μέρος του καραβιού.
- **κοιλά**: παλιό μέτρο για το σιτάρι.
- **βλάμη**: φίλος που έγινε αδερφός με όρκο.
- **γρυ**: πολύ μικρός ήχος.
- **καραβοκύρης**: ο ιδιοκτήτης του καραβιού.
- **κοπρόσκυλο**: βρισιά, σκυλί χωρίς αξία.
- **χοντροναύτης**: βρισιά, χοντρός και πρόστυχος ναύτης.
- **τσιμπούκι**: ένα μέρος του καραβιού.
- **Τετέλεσται**: «τελείωσε», τα τελευταία λόγια του Χριστού.
- **Χάρυβδη**: τέρας του μύθου που ρουφά τα καράβια στον βυθό.
