# Ιστορίες αλλόκοτες (επίπεδο B1)

*Edgar Allan Poe*

## Το σύστημα του δόκτορος Γκουντρόν και του καθηγητού Πλουμ

Το φθινόπωρο του 18 . . . έκανα ένα ταξίδι στη νότια Γαλλία. Η διαδρομή μου με έφερε λίγα μίλια μακριά από ένα ιδιωτικό θεραπευτήριο, ας πούμε φρενοκομείο. Είχα ακούσει γι' αυτό από τους φίλους μου τους γιατρούς. Δεν είχα επισκεφθεί ποτέ τέτοιο ίδρυμα, και βρήκα πως ήταν καλή ευκαιρία. Έτσι πρότεινα στον συνταξιδιώτη μου να κάνουμε έναν γύρο μίας ή δύο ωρών. Ήθελα να πάρω μια μικρή ιδέα από το ίδρυμα. Ο συνταξιδιώτης μου ήταν ένας τζέντλεμαν που τον είχα γνωρίσει τυχαία πριν από λίγες μέρες. Εκείνος όμως αρνήθηκε την πρότασή μου. Από τη μια έκανε πως βιαζόταν πολύ. Από την άλλη ομολόγησε ότι η θέα ενός τρελού του προκαλούσε πραγματική αποστροφή. Με παρακάλεσε όμως να μη θυσιάσω την περιέργειά μου από ευγένεια προς αυτόν. Μου είπε ότι θα συνέχιζε σιγά σιγά τον δρόμο του. Έτσι θα είχα καιρό να τον προλάβω την ίδια μέρα ή την επόμενη.

Αλλά ενώ με αποχαιρετούσε, σκέφτηκα ότι ίσως δεν θα μπορούσα να μπω ελεύθερα στο ίδρυμα. Του είπα αυτόν τον φόβο μου. Τότε μου απάντησε ότι είχα δίκιο. Αν δεν γνώριζα προσωπικά τον διευθυντή, τον κύριο Μαγιάρ, ή δεν είχα συστατική επιστολή για εκείνον, δεν θα κατάφερνα τίποτα. Γιατί ο κανονισμός σε τέτοια ιδρύματα είναι πολύ αυστηρός.

— Αλλά τότε τι να κάνω; ρώτησα.

— Να σας πω. Εγώ γνώρισα τον κύριο Μαγιάρ πριν από λίγα χρόνια. Με χαρά λοιπόν θα σας πάω ως την πόρτα του φρενοκομείου και θα σας παρουσιάσω. Σας ζητώ μόνο συγγνώμη, γιατί δεν μπορώ να μπω μαζί σας. Αυτό συμβαίνει επειδή έχω αυτή την αντιπάθεια για τους τρελούς.

Τον ευχαρίστησα. Αφήσαμε τον δρόμο και μπήκαμε σε ένα χορταριασμένο μονοπάτι. Μετά από μισή ώρα δρόμο, το μονοπάτι χανόταν σε ένα δάσος, που σκέπαζε τους πρόποδες ενός λόφου. Περάσαμε αυτά τα υγρά και σκοτεινά δάση, που είχαν μήκος δύο μίλια περίπου. Βρεθήκαμε μπροστά στο φρενοκομείο.

Ήταν ένας πύργος με φανταστική όψη και πολύ ερειπωμένος. Φαινόταν τόσο παλιός και τόσο εγκαταλειμμένος, που ήταν αδύνατο να μένει κανείς εκεί.

Όταν τον είδα, με έπιασε αληθινή φρίκη. Σταμάτησα το άλογό μου και σχεδόν αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Ντράπηκα όμως για την αδυναμία μου και προχώρησα. Έφτασα στην κύρια πύλη, που ήταν μισόκλειστη. Εκεί είδα το πρόσωπο ενός ανθρώπου που μας παρατηρούσε. Σε μια στιγμή ο άνθρωπος αυτός μας πλησίασε. Μίλησε στον σύντροφό μου, τον φώναξε με το όνομά του και του έσφιξε φιλικά το χέρι. Του ζήτησε να κατέβει από το άλογο. Ήταν ο ίδιος ο κύριος Μαγιάρ. Ήταν όμορφος άντρας, με ευγενικό παράστημα και βάδισμα ανθρώπου παλιάς αριστοκρατικής καταγωγής. Είχε απλούς τρόπους και ένα ύφος σοβαρό, αξιοπρεπές και επιβλητικό.

Ο φίλος μου με παρουσίασε και είπε στον κύριο Μαγιάρ ότι ήθελα να επισκεφθώ το ίδρυμά του. Ο κύριος Μαγιάρ τον διαβεβαίωσε ότι θα με φρόντιζε με κάθε τρόπο, και τότε εκείνος μας αποχαιρέτησε. Από εκείνη τη στιγμή δεν τον ξαναείδα.

Όταν έφυγε, ο διευθυντής με έβαλε στο σαλόνι, ένα δωμάτιο στενό αλλά πολύ καθαρό. Ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα που έδειχναν πολύ λεπτό γούστο, έβλεπα μερικά βιβλία, σχέδια, βάζα με λουλούδια και μουσικά όργανα. Μια όμορφη και χαρούμενη φλόγα στριφογύριζε μέσα στο τζάκι.

Στο πιάνο καθόταν μια νέα γυναίκα σπάνιας ομορφιάς και τραγουδούσε κομμάτια του Βελλίνη. Όταν μπήκα, σταμάτησε και με δέχτηκε με πολύ λεπτή χάρη. Μιλούσε χαμηλόφωνα, και στη στάση της υπήρχε κάτι χλωμό και φευγαλέο. Είδα ίχνη θλίψης στο πρόσωπό της, που ήταν πολύ χλωμό αλλά όχι χωρίς ομορφιά. Φορούσε βαρύ πένθος. Η όψη της μου ενέπνευσε σεβασμό και ενδιαφέρον, ανακατεμένα με θαυμασμό.

Μου είχαν πει στο Παρίσι ότι το ίδρυμα του κυρίου Μαγιάρ ακολουθούσε το λεγόμενο σύστημα της «πραότητας». Εκεί δεν υπήρχε καμία σωματική τιμωρία. Οι ασθενείς κλείνονταν σε περιορισμό πολύ σπάνια. Πίστευαν ότι είχαν πλήρη ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα τους επέβλεπαν πολύ αυστηρά. Οι περισσότεροι είχαν την άδεια να κυκλοφορούν μέσα στο σπίτι και στο κτήμα. Ήταν ντυμένοι όπως ντύνεται κάθε άνθρωπος που είναι υγιής στο μυαλό.

Τα ήξερα αυτά, και γι' αυτό πήρα όλα τα μέτρα μου μπροστά σε αυτή την κυρία. Γιατί τίποτα δεν με βεβαίωνε ότι δεν ήταν τρελή. Και πράγματι θα μπορούσα να το πιστέψω, εξαιτίας της ανήσυχης λάμψης στα μάτια της. Περιορίστηκα λοιπόν να μιλήσω για γενικά θέματα. Διάλεξα εκείνα που δεν μου φαίνονταν ικανά να προσβάλουν ή να ερεθίσουν μια τρελή.

Μου απαντούσε σε ό,τι της έλεγα με τρόπο τελείως λογικό. Έκανε μάλιστα και δικές της παρατηρήσεις, γεμάτες καλή κρίση. Αλλά από μακρά πείρα ήξερα καλά την ψυχολογία των τρελών. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να εμπιστεύομαι τέτοια σημάδια πνευματικής υγείας, όσο φανερά και αν ήταν.

Πρόσεξα λοιπόν να μην απομακρυνθώ σε αυτή τη συζήτηση από την αρχική μου επιφύλαξη.

Εκείνη τη στιγμή ένας υπηρέτης με κομψή στολή έφερε σε έναν δίσκο φρούτα, κρασί και άλλα αναψυκτικά. Πήρα κι εγώ το μερίδιό μου.

Σε λίγο η κυρία βγήκε από το δωμάτιο. Όταν έφευγε, ρώτησα τον οικοδεσπότη μου με ένα χαρακτηριστικό νεύμα.

— Όχι, είπε, ω όχι! . . . Είναι συγγενής μου, η ανεψιά μου . . . ένα τέλειο πλάσμα από κάθε άποψη.

— Σας ζητώ χίλιες φορές συγγνώμη για την υποψία μου, απάντησα. Αλλά θα συμφωνήσετε ότι το λάθος μου συγχωρείται. Η οργάνωση του ιδρύματός σας εκτιμάται πάρα πολύ στο Παρίσι. Έτσι μου ήρθε η ιδέα ότι χάρη σε εσάς ένας άνθρωπος άρρωστος στο μυαλό θα μπορούσε να φαίνεται υγιής. Καταλαβαίνετε;

— Μάλιστα, μάλιστα . . . Ας το αφήσουμε. Εγώ μάλλον έπρεπε να σας ευχαριστήσω για την επαινετή επιφύλαξη που δείξατε. Είναι σπάνιο να βρούμε τόση σύνεση στους νέους. Πολλές φορές λυπηθήκαμε για θλιβερά επεισόδια, που τα προκάλεσαν απερίσκεπτοι επισκέπτες μας. Όταν εφαρμόστηκε το πρώτο μου σύστημα, οι ασθενείς ήταν ελεύθεροι να πηγαίνουν όπου ήθελαν. Μερικές φορές έπεφταν σε επικίνδυνους παροξυσμούς από τα απερίσκεπτα λόγια όσων είχαν άδεια να μπουν στο ίδρυμά μας. Γι' αυτό αναγκάστηκα να κλείσω την είσοδο. Τώρα δεν αφήνω κανέναν να μπει, αν δεν έχει αποδείξει ότι είναι φρόνιμος άνθρωπος.

— Είπατε το πρώτο σας σύστημα. Μήπως τότε το σύστημα της πραότητας, για το οποίο έγινε θόρυβος, δεν εφαρμόζεται πια εδώ;

— Πριν από μερικές εβδομάδες, απάντησε, αποφασίσαμε να το εγκαταλείψουμε εντελώς.

— Αλήθεια; Με εκπλήσσει!

— Αναγκαστήκαμε, κύριε, να παραδεχτούμε ότι έπρεπε να γυρίσουμε στις παλιές μεθόδους. Το σύστημα της πραότητας παρουσίασε πάρα πολλούς κινδύνους, και τα πλεονεκτήματά του υπερεκτιμήθηκαν. Έχω κάθε λόγο να πιστεύω, κύριε, ότι αν το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε ποτέ πιστά, αυτό έγινε στο ίδρυμά μου. Κάναμε ό,τι μας υπαγόρευε λογικά η φιλανθρωπία. Λυπάμαι που η επίσκεψή σας δεν έγινε λίγο νωρίτερα, γιατί θα κρίνατε μόνος σας. Φαντάζομαι ότι ξέρετε το σύστημα της πραότητας με όλες τις λεπτομέρειές του.

— Όχι, όχι εντελώς. Οι πληροφορίες μου είναι ελλιπείς.

— Λοιπόν, το σύστημά μου, σε γενικές γραμμές, στηρίζεται στον σεβασμό προς τη διανοητική ατέλεια των ασθενών. Στηρίζεται και στο χάδι των αδυναμιών τους. Αποφεύγαμε να πιέζουμε τις παράλογες ιδέες που γεννά το μυαλό ενός τρελού. Αντίθετα, όχι μόνο κολακεύαμε αυτές τις ιδέες, αλλά και τις ενθαρρύναμε. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίναμε τις περισσότερες από τις πιο ριζικές θεραπείες μας. Για το άρρωστο μυαλό ενός τρελού, το πιο δυνατό επιχείρημα είναι να φτάσεις την ιδέα του ως το παράλογο. Είχαμε, για παράδειγμα, άτομα που φαντάζονταν ότι ήταν κοτόπουλα. Η θεραπεία ήταν να δεχτούμε το πράγμα ως γεγονός. Έπειτα πείθαμε τον ασθενή ότι ήταν βλακεία του που δεν καταλάβαινε ότι ήταν πραγματικό κοτόπουλο. Επιπλέον, για μια ολόκληρη εβδομάδα δεν του έδινα καμία άλλη τροφή, εκτός από εκείνη που τρώει ένα κοτόπουλο. Με αυτή τη μέθοδο, με λίγους σπόρους σιταριού και καναβούρι, κάναμε αληθινά θαύματα.

— Ώστε με αυτόν τον τρόπο δεχόσασταν την έμμονη ιδέα του ασθενή;

— Βεβαίως όχι. Στηριζόμασταν πολύ σε απλές διασκεδάσεις, όπως μουσική, χορός, γυμναστική, ασκήσεις, χαρτιά, ορισμένα βιβλία και τα λοιπά. Κάναμε πως είχαμε μπροστά μας έναν ασθενή με μια συνηθισμένη αρρώστια. Ποτέ δεν μιλούσαμε για τρέλα. Πολύ σημαντικό μέρος της θεραπείας ήταν ότι βάζαμε τους ασθενείς να επιβλέπει ο ένας τον άλλον. Όταν δείχνατε εμπιστοσύνη στο μυαλό ή στην κρίση του τρελού, αυτός σας ανήκε με ψυχή και σώμα. Έτσι μπορούσαμε να κάνουμε και μερικές οικονομίες στο προσωπικό των φυλάκων μας.

— Και δεν χρησιμοποιούσατε κανένα είδος τιμωρίας;

— Όχι.

— Και δεν απομονώνατε τους ασθενείς σας;

— Σπάνια. Από καιρό σε καιρό κάποιος ασθενής τύχαινε να πάθει παροξυσμό τρέλας. Τότε τον βάζαμε σε ένα ιδιαίτερο κελί, για να μη μεταδοθεί η μανία του στους άλλους. Τον κρατούσαμε εκεί ώσπου να μπορεί να σταλεί στην οικογένειά του. Και αυτό γιατί δεν ασχολούμαστε με μανιακούς τρελούς. Αυτοί στέλνονται συνήθως στα δημόσια φρενοκομεία.

— Τώρα που τα αλλάξατε όλα αυτά, νομίζετε ότι είναι καλύτερα;

— Βεβαίως. Το σύστημα είχε μερικά ελαττώματα, ακόμα και κινδύνους. Σήμερα, ευτυχώς, το σύστημα αυτό έχει εγκαταλειφθεί στη Γαλλία.

— Εκπλήσσομαι πολύ από όσα μου είπατε, είπα. Γιατί θεωρούσα βέβαιο ότι σήμερα δεν χρησιμοποιείται κανένα άλλο είδος φροντίδας για την τρέλα σε όλο τον κόσμο.

— Είστε πολύ νέος, φίλε μου, απάντησε ο οικοδεσπότης μου. Αλλά θα έρθει μια μέρα που θα καταλάβετε μόνος σας όσα γίνονται σε τέτοια ιδρύματα. Τότε δεν θα πιστεύετε τις φήμες των άλλων. Μην πιστεύετε τίποτα από όσα ακούτε να σας διηγούνται. Και μην πιστεύετε ούτε τα μισά από όσα βλέπετε με τα ίδια σας τα μάτια. Όσο για το φρενοκομείο μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιος αμαθής σας εξαπάτησε. Αλλά μετά το γεύμα θα έχετε ξεκουραστεί αρκετά από τον κόπο του ταξιδιού. Τότε θα χαρώ να σας δείξω το ίδρυμα. Θα σας εξηγήσω και το σύστημα. Για μένα, και για όσους το είδαν να εφαρμόζεται, είναι αναμφίβολα το πιο αποτελεσματικό από όσα χρησιμοποιούνται ως σήμερα.

— Είναι δικό σας σύστημα; ρώτησα. Ένα σύστημα που το εφηύρατε εσείς;

— Είμαι περήφανος, είπε, να αναγνωρίσω ότι είναι δικό μου, τουλάχιστον εν μέρει.

Έτσι η συζήτηση με τον κύριο Μαγιάρ κράτησε μία ή δύο ώρες. Στο διάστημα αυτό μου έδειξε το πάρκο και τα θερμοκήπια του κτήματος.

— Δεν μπορώ να σας δείξω τους ασθενείς, είπε. Αρκεί κανείς να είναι λίγο ευαίσθητος, για να του φαίνονται αηδιαστικά τέτοια θεάματα. Και δεν θέλω να σας κόψω την όρεξη πριν από το φαγητό. Γιατί θα γευματίσετε μαζί μου. Θα σας προσφέρω μοσχαράκι με κουνουπίδια και με πηχτή σάλτσα, καθώς και ένα ποτήρι κρασί Κλω-Βουζώ. Ε, τότε τα νεύρα σας θα είναι όσο πιο ήρεμα γίνεται.

Στις έξι ανήγγειλαν το γεύμα. Ο οικοδεσπότης μου με οδήγησε σε μια μεγάλη τραπεζαρία. Εκεί ήταν συγκεντρωμένη μια μεγάλη συντροφιά, από είκοσι ως τριάντα άτομα. Ήταν άνθρωποι σημαντικοί, όπως μου φάνηκε, και βέβαια καλής ανατροφής. Τα ρούχα τους όμως έδειχναν υπερβολικό πλούτο, πολυτέλεια και παλιομοδίτικη μεγαλοπρέπεια. Παρατήρησα ότι τουλάχιστον τα δύο τρίτα από τους καλεσμένους ήταν κυρίες. Αρκετές από αυτές δεν ήταν καθόλου ντυμένες με την τελευταία μόδα του Παρισιού. Πολλές κυρίες που είχαν περάσει τα εβδομήντα, για παράδειγμα, έδειχναν ένα σωρό κοσμήματα, δαχτυλίδια, βραχιόλια και σκουλαρίκια. Άφηναν το στήθος και τα μπράτσα τους αυθάδικα γυμνά. Παρατήρησα επίσης ότι οι τουαλέτες τους δεν ήταν πετυχημένες. Τουλάχιστον οι περισσότερες δεν ταίριαζαν με τα πρόσωπα που τις φορούσαν.

Γύρισα το βλέμμα μου ολόγυρα και αναγνώρισα τη νέα κυρία, την τόσο γοητευτική. Ήταν εκείνη που μου είχε γνωρίσει ο κύριος Μαγιάρ στο μικρό σαλόνι. Αλλά ξαφνιάστηκα πολύ όταν την είδα με φόρεμα του 18ου αιώνα και παπούτσια με ψηλά τακούνια. Στο κεφάλι της φορούσε ένα κάλυμμα από δαντέλες Βρυξελλών, πολύ βρόμικο. Ήταν υπερβολικά μεγάλο και έκανε το κεφάλι της κωμικά μακρύ. Όταν την είδα την πρώτη φορά φορούσε βαρύ πένθος, που της πήγαινε καλύτερα.

Με μια λέξη, στο ντύσιμο όλου αυτού του κόσμου φαινόταν μια μεγάλη τάση για παραξενιές. Έτσι γύρισα στις πρώτες μου σκέψεις για το περίφημο σύστημα της πραότητας. Ρωτούσα τον εαυτό μου μήπως ο κύριος Μαγιάρ ήθελε να με κοροϊδέψει. Έτσι θα με γλίτωνε από τη δυσάρεστη εντύπωση ενός γεύματος με τρελούς. Αλλά θυμήθηκα ότι στο Παρίσι μού είχαν μιλήσει για τις ασυνήθιστες παραξενιές των ανθρώπων του νότου. Μου έφτασε λοιπόν να ανταλλάξω λίγες λέξεις με μερικούς καλεσμένους, και οι φόβοι μου έσβησαν εντελώς.

Η τραπεζαρία αυτή, αρχιτεκτονικά, δεν ήταν άσχημη, αλλά δεν είχε κομψότητα. Το παρκέ, για παράδειγμα, δεν είχε χαλιά και τα παράθυρα δεν είχαν κουρτίνες. Τα παντζούρια ήταν ερμητικά κλεισμένα με σιδερένιες βέργες, όπως στα μαγαζιά. Παρατήρησα ότι η τραπεζαρία αποτελούσε μόνη της άλλοτε μια πτέρυγα του σπιτιού. Και αυτό γιατί οι τρεις πλευρές του παραλληλόγραμμου είχαν παράθυρα, και μόνο στην τέταρτη πλευρά βρισκόταν η πόρτα. Συνολικά υπήρχαν δέκα παράθυρα.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο με μεγαλοπρέπεια. Το σκέπαζαν σχεδόν ολόκληρο ασημένια σκεύη, και ήταν ξέχειλο από λεπτά φαγητά. Η ποσότητα ήταν τόσο μεγάλη, που θα χόρταινε ένας λαός από γίγαντες. Σε όλη μου τη ζωή δεν είχα δει τόση αφθονία και τόσο άγρια επίδειξη. Είναι αλήθεια ότι από άποψη καλαισθησίας η διάταξη είχε ελαττώματα. Τα μάτια μου, συνηθισμένα σε λιγότερο φως, πονούσαν από τον ατελείωτο αριθμό των κεριών. Τα κεριά στέκονταν σε ασημένια κηροπήγια, παντού πάνω στο τραπέζι, όπου υπήρχε έστω και μια μικρή θέση.

Πολλοί υπηρέτες μας σέρβιραν. Μπροστά σε ένα μεγάλο τραπέζι, στην άκρη της αίθουσας, κάθονταν επτά ή οκτώ μουσικοί. Κρατούσαν βιολιά, φλάουτα, τρομπόνια και ένα τύμπανο. Κατά διαστήματα στο γεύμα, οι άθλιοι αυτοί με κούραζαν με διάφορους ήχους, που υποτίθεται ότι ήταν μουσική. Όλοι φαίνονταν να τους νιώθουν, εκτός από εμένα. Γενικά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι υπήρχε πλήρης βαβυλωνία σε ό,τι έβλεπα. Αλλά τι σημασία είχε; Μήπως ο κόσμος δεν αποτελείται από κάθε είδος ανθρώπων, σκέψεων, συνηθειών και κοινωνικών συνθηκών; Άλλωστε είχα ταξιδέψει αρκετά, για να εφαρμόζω το ρητό που λέει να μην εκπλήσσεσαι με τίποτα. Γι' αυτό δεν δίστασα να καθίσω στο τραπέζι, δεξιά από τον οικοδεσπότη μου. Και επειδή είχα μεγάλη όρεξη, τίμησα όλη αυτή την παράταξη των φαγητών.

Παρ' όλα αυτά, η συζήτηση ήταν γενική και πολύ εύθυμη. Οι γυναίκες, φυσικά, φλυαρούσαν. Γρήγορα παρατήρησα ότι όλοι στη συντροφιά ήταν πολύ καλά αναθρεμμένοι. Η μνήμη του οικοδεσπότη μου ήταν από μόνη της ένας ολόκληρος κόσμος από ευχάριστα ανέκδοτα. Μου φάνηκε ότι ευχαριστιόταν να συζητά για τη θέση του ως διευθυντή του φρενοκομείου. Ξαφνιάστηκα πολύ όταν είδα ότι η τρέλα ήταν το αγαπημένο θέμα σχεδόν όλης της συντροφιάς. Διηγούνταν μια σειρά από διασκεδαστικά επεισόδια για διάφορα είδη τρέλας.

— Έχουμε εδώ έναν κρεμανταλά, είπε ένας κοντόχοντρος κύριος που καθόταν στα δεξιά μου. Έναν κρεμανταλά που φανταζόταν ότι ήταν τσαγιέρα. Και, σε παρένθεση, δεν είναι παράξενο, ανάμεσα στα άλλα, να φωλιάσει μια τέτοια τρέλα στο μυαλό των τρελών; Είναι ζήτημα αν σε όλα τα φρενοκομεία της Γαλλίας θα βρείτε έναν τρελό που να νομίζει ότι είναι τσαγιέρα. Ο κύριος αυτός ήταν μια τσαγιέρα αγγλικής κατασκευής. Δεν παρέλειπε ποτέ να τρίβεται ο ίδιος κάθε πρωί με ένα δέρμα ελαφιού και μια κιμωλία.

— Έπειτα, είπε ένας άλλος ψηλός, που καθόταν ακριβώς απέναντί μου, είχαμε πριν από λίγο καιρό και έναν άλλον. Αυτός φανταζόταν ότι ήταν γάιδαρος, αν και δεν είχε άδικο που το νόμιζε. Ήταν πολύ θορυβώδης και δυσκολευόμασταν πολύ να τον περιορίσουμε. Για πολύ καιρό δεν έτρωγε τίποτα άλλο παρά γαϊδουράγκαθα. Του κόψαμε αυτή τη μανία, επειδή δεν τον αφήναμε να πάρει άλλη τροφή. Συνεχώς κλωτσούσε με τα ξυλοπάπουτσά του, όπως για παράδειγμα . . .

— Κύριε Δε-Κοκ, θα σας είμαι υπόχρεη αν συγκρατήσετε τις ορμές σας.

Αυτό το είπε μια γριά κυρία, που τον διέκοψε. Καθόταν δίπλα στον ομιλητή και είχε φάει την κλωτσιά.

— Θα έχετε την καλοσύνη να μαζέψετε λίγο τα πόδια σας. Με τα καμώματά σας μου χαλάσατε το μεταξωτό μου φόρεμα. Σας ρωτώ, είναι τόσο απαραίτητο να στολίζετε τα λόγια σας με κινήσεις; Ο φίλος μας εδώ θα σας καταλάβαινε καλά και χωρίς όλη αυτή τη μιμική, έχετε τον λόγο μου. Είστε σχεδόν τόσο μεγάλος γάιδαρος όσο και εκείνος για τον οποίο μιλάτε. Οι κλωτσιές είναι εντελώς φυσικές, μα τη ζωή μου.

— Συγγνώμη, δεσποινίς, είπε ο κύριος Δε-Κοκ, που τα έχασε από τα λόγια της. Συγγνώμη. Δεν είχα σκοπό να σας ενοχλήσω. Δεσποινίς Λαπλάς, ο κύριος Δε-Κοκ ζητά την τιμή να τσουγκρίσει το ποτήρι του με το δικό σας.

Τότε ο κύριος Δε-Κοκ χαιρέτησε τον εαυτό του και φίλησε το ίδιο του το χέρι με πομπώδη τρόπο. Έπειτα τσούγκρισε το ποτήρι του με της κυρίας.

— Επιτρέψτε μου, φίλε μου, είπε ο κύριος Μαγιάρ γυρίζοντας προς εμένα, να σας στείλω λίγο μοσχαράκι. Περιμένω την κρίση σας.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή έφτασαν τρεις γεροδεμένοι υπηρέτες. Άφησαν χωρίς δυσκολία πάνω στο τραπέζι μια κολοσσιαία πιατέλα. Μέσα της, όπως μου φάνηκε τουλάχιστον, ήταν το περίφημο τέρας.

Όταν όμως το εξέτασα καλά, ανακάλυψα ότι όλο αυτό το θηρίο δεν ήταν παρά ένα μικρό ψητό μοσχαράκι. Το είχαν σερβίρει ολόκληρο, με ένα μήλο στα δόντια, ακριβώς όπως σερβίρουν τον λαγό στην Αγγλία.

— Όχι, ευχαριστώ, απάντησα. Να σας πω την αλήθεια, δεν έχω ιδιαίτερη κλίση προς το μοσχαράκι με κουνουπίδια. Ποτέ δεν έμεινα ευχαριστημένος με αυτό το ζώο. Θα προτιμούσα να το αλλάξουμε με λίγο κουνέλι.

Στις άκρες του τραπεζιού είδα πιάτα με κουνέλια, που μου φάνηκαν μαγειρεμένα με τον γαλλικό τρόπο. Είναι φαγητό που σας το συνιστώ ιδιαίτερα.

— Πέτρε, φώναξε ο οικοδεσπότης μου, πάρε το πιάτο του κυρίου και σερβίρισέ του μια καλή μερίδα κουνελιού-γάτου.

— Τι, είπατε! ρώτησα.

— Κουνελιού-γάτου, μου απάντησε.

— Να σας πω την αλήθεια, σας ευχαριστώ. Προτιμώ να πάρω μόνος μου ένα κομμάτι χοιρομέρι.

— Διάβολε, είπα, δεν ξέρει κανείς τι τρώνε στο τραπέζι τους αυτοί οι άνθρωποι της επαρχίας. Δεν θέλω για τίποτα στον κόσμο το κουνέλι-γάτο τους. Για τους ίδιους λόγους δεν θα ήθελα ούτε τον γάτο-κουνέλι τους.

— Και έπειτα, συνέχισε κάποιος με σκελετωμένο πρόσωπο, από την άλλη άκρη του τραπεζιού, είχαμε για κάποιο διάστημα έναν ακόμα. Ανάμεσα σε άλλα παρόμοια παραδείγματα, αυτός πίστευε ακλόνητα ότι ήταν τυρί της Κορδούης. Κουνούσε ένα μαχαίρι στο χέρι και καλούσε τους φίλους του να κόψουν ένα κομμάτι από τη μέση του μηρού του.

— Ήταν μεγάλος τρελός, συμφωνώ, τον διέκοψε ένας άλλος καλεσμένος. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρίνει με ένα πρόσωπο που όλοι γνωρίζουμε, εκτός από τον ξένο μας. Αυτός νόμιζε ότι ήταν μπουκάλι σαμπάνιας. Και έφευγε συνεχώς φωνάζοντας πότε πουμ και πότε πςς . . . ς, ως εξής:

Και αυτός που τα διηγιόταν έβαλε τον δείκτη του δεξιού του χεριού στο αριστερό του μάγουλο. Χτυπούσε το μάγουλο και πλατάγιζε τη γλώσσα του, για να μιμηθεί τον κρότο της σαμπάνιας. Αυτόν τον κρότο κάνει η σαμπάνια όταν βγαίνει με αφρούς από το μπουκάλι. Όπως παρατήρησα, ο τρόπος αυτός δεν άρεσε και τόσο στον κύριο Μαγιάρ. Αλλά ήταν άνθρωπος του κόσμου και δεν το έδειξε καθόλου. Η συζήτηση συνεχίστηκε από έναν μικροσκοπικό άνθρωπο, πολύ λεπτό και με μεγάλη περούκα.

— Και έπειτα, είπε, ήταν ένας τρελός που φανταζόταν τον εαυτό του για βάτραχο. Και, μα την αλήθεια, έμοιαζε τρομακτικά με αυτό το ζώο. Λυπάμαι που δεν τον είδατε, είπε γυρίζοντας προς εμένα. Θα διασκεδάζατε τρελά αν βλέπατε με πόση επιδεξιότητα και φυσικότητα έπαιζε τον ρόλο του. Κύριε, αν αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν βάτραχος, θα ήταν μεγάλο κρίμα, μπορώ να το βεβαιώσω. Κόαζε πάντα . . . κοάξ, κοάξ . . . Έβγαζε την πιο τέλεια μουσική νότα, ένα πραγματικό σι-μπεμόλ. Ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι με τους αγκώνες του (έτσι), αφού ρουφούσε ένα ή δύο ποτήρια κρασί. Και όταν άνοιγε διάπλατα το στόμα του (έτσι), γύριζε τα μάτια του (έτσι) και τα μισόκλεινε (έτσι). Α, κύριε, σας βεβαιώνω ότι θα μένατε έκθαμβος μπροστά στη μεγαλοφυΐα αυτού του ανθρώπου!

— Δεν έχω λόγους να αμφιβάλλω.

— Και έπειτα, είπε ένας άλλος από τους καλεσμένους, είχαμε και έναν μπιρμπαντάκο που φανταζόταν ότι ήταν μια πρέζα ταμπάκου. Στενοχωριόταν υπερβολικά, γιατί δεν μπορούσε να πιάσει τον εαυτό του ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα, όπως πιάνουν τον ταμπάκο.

— Κι έπειτα ο Ιούλιος Ντεζουλιέρ! Τι παράξενος τύπος! Τρελάθηκε, γιατί φανταζόταν ότι ήταν νεροκολοκύθα. Παρακαλούσε συνεχώς τον μάγειρα να τον ρίξει στον τέντζερη. Αλλά ο μάγειρας, πειραγμένος από αυτό, δεν τον άκουγε. Όσο για μένα, μα την αλήθεια, δεν βλέπω γιατί ένα βραστό κολοκύθι Ντεζουλιέρ να μην ήταν θαυμάσιο φαγητό;

— Με εκπλήσσετε, είπα, και έριξα στον κύριο Μαγιάρ ένα ερωτηματικό βλέμμα.

— Α! Α! είπε εκείνος. Απλώς αστείο! Ησυχάστε, κύριε. Ο κύριος αυτός είναι πειραχτήρι. Δεν πρέπει να παίρνουμε τα λόγια του κατά γράμμα.

Ένας άλλος από τους καλεσμένους μας διηγήθηκε το εξής:

— Ήταν και ο Μπουφών Λεγκράν, πολύ παράξενος στο είδος του. Ο έρωτας του τάραξε τα μυαλά και τον έκανε να πιστεύει ότι είχε δύο κεφάλια. Έλεγε ότι το ένα ήταν του Κικέρωνα. Το άλλο ήταν σύνθετο. Το ένα μέρος του, από το μέτωπο ως το στόμα, ανήκε στον Δημοσθένη. Το άλλο μέρος, από το στόμα ως το πηγούνι, ανήκε στον λόρδο Μπρουμ. Ήταν αδύνατο να κάνει λάθος. Σας το αποδείκνυε με ακαταμάχητη λογική, γιατί ήταν εξαιρετικά εύγλωττος. Είχε αληθινό πάθος για τη ρητορική τέχνη και δεν άφηνε ευκαιρία να την επιδεικνύει. Για παράδειγμα, μια από τις συνήθειές του, όταν έτρωγε, ήταν να πηδά πάνω στο τραπέζι (έτσι) . . .

Εκείνη τη στιγμή ένας φίλος του ομιλητή, που καθόταν δίπλα του, έβαλε το χέρι στον ώμο του. Του ψιθύρισε μερικές λέξεις στο αυτί. Αμέσως ο πρώτος σταμάτησε και ξανάπεσε στο κάθισμά του.

— Και έπειτα, είπε τότε εκείνος που είχε διακόψει τον ομιλητή, ήταν και ο Μπουγιάρ, η σβούρα. Τον λέω σβούρα, γιατί είχε μια παράξενη και πολύ κωμική μανία, που όμως δεν ήταν χωρίς λογική. Φανταζόταν ότι είχε μεταμορφωθεί σε σβούρα. Θα σκάγατε από τα γέλια, αν βλέπατε πώς γύριζε πάνω στο ένα τακούνι, με αυτόν τον τρόπο. Παρατηρήστε . . .

Μόλις ετοιμαζόταν να κάνει την κίνηση, του μίλησε ο φίλος που είχε βάλει πριν σε σιωπή. Του είπε κι εκείνος δυο λέξεις στο αυτί και τον ησύχασε αμέσως.

— Αλλά τότε, βρόντηξε με μεγάλη φωνή μια γριά κυρία, ο κύριός σας ο Μπουγιάρ ήταν τρελός! Όχι μόνο τρελός, αλλά και εντελώς ηλίθιος τρελός! Γιατί, σας ρωτώ, ποιος άκουσε ποτέ να μιλούν για άνθρωπο-σβούρα; Θα ήταν παράξενο. Μιλήστε μου καλύτερα για την κυρία Ζοαγέλ. Αυτή ήταν πολύ φρόνιμη, όπως ξέρει όλος ο κόσμος. Είχε μόνο μια βίδα λυμένη, που διασκέδαζε όσους την πλησίαζαν. Είχε παρατηρήσει, ύστερα από ώριμη σκέψη, ότι είχε μεταμορφωθεί σε μικρό κόκορα. Όμως, αν και μικρός κόκορας, ήταν πολύ λογική με τον εαυτό της. Σήκωνε τα φτερά της με θαυμαστή φυσικότητα (έτσι), και το τραγούδι της σας ευχαριστούσε. Κοκορικό, κοκορικό, ο, ο, ο, ο, ο, ο, ο, ο, ο, ο.

— Κυρία Ζοαγέλ, θα σας είμαι υπόχρεος να κάθεστε λίγο πιο ευπρεπώς, τη διέκοψε θυμωμένος ο κύριος Μαγιάρ. Ένα από τα δύο: ή θα φερθείτε όπως πρέπει, ή θα φύγετε αμέσως από το τραπέζι. Διαλέξτε!

Δεν ξαφνιάστηκα πολύ όταν άκουσα να λένε αυτή την κυρία κυρία Ζοαγέλ. Ήταν η ίδια ακριβώς που είχε αναλάβει να περιγράψει την κυρία Ζοαγέλ. Η κυρία, λέω, κοκκίνισε ως τα φρύδια και φάνηκε εξαιρετικά δυσαρεστημένη που την επανέφεραν στην τάξη. Έσκυψε το κεφάλι χωρίς να απαντήσει. Αλλά μια νεότερη κυρία ξανάπιασε το θέμα της συζήτησης. Ήταν η όμορφη νέα γυναίκα που συναντήσαμε στην αρχή της διήγησής μας.

— Ω! Η κυρία Ζοαγέλ ήταν τρελή, φώναξε. Αντίθετα, υπήρχε μεγάλη λογική στις ιδέες της κυρίας Ευγενίας Σαλοαφέττ. Ήταν νέα γυναίκα, εξαιρετικά όμορφη, πολύ επιφυλακτική και πολύ μελαγχολική. Έβρισκε ότι ο συνηθισμένος τρόπος του ντυσίματος ήταν πολύ άσχημος. Συνήθιζε να μένει έξω από τα ρούχα της, ενώ έπρεπε να είναι μέσα. Τίποτα πιο εύκολο. Αρκούσε να κάνετε έτσι, να έτσι, και έπειτα έτσι! . . .

— Για όνομα του Θεού, δεσποινίς Σαλοαφέττ! φώναξαν μαζί δώδεκα από τους παρόντες. Τι πάτε να κάνετε; Σταματήστε, φτάνει! Βλέπουμε καλά πώς πρέπει να κάνει κανείς. Αρκετά, αρκετά!

Και πολλοί σηκώθηκαν για να εμποδίσουν τη δεσποινίδα Σαλοαφέττ να μοιάσει με την Αφροδίτη των Μεδίκων. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν από το κεντρικό μέρος του πύργου οξείες κραυγές, αληθινά ουρλιαχτά. Ομολογώ ότι αυτές οι κραυγές ενόχλησαν πολύ τα νεύρα μου. Αλλά η επίδρασή τους στους καλεσμένους ήταν πραγματικά τρομακτική και προκαλούσε οίκτο. Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα τέτοιο τρόμο να πιάνει μια ομάδα λογικών ανθρώπων. Όλοι μισοσηκώθηκαν και έπειτα μαζεύτηκαν στα καθίσματά τους. Έτρεμαν τρομοκρατημένοι, σαν να φοβούνταν ότι ο θόρυβος θα ξαναρχόταν. Πράγματι ξαναήρθε, πιο δυνατός και πιο κοντά. Έπειτα ακούστηκε για τρίτη φορά, ιδιαίτερα τρομακτικός. Και τέλος ακούστηκε για τέταρτη φορά, φανερά πιο αδύναμος. Όταν ο θόρυβος φάνηκε να σταματά τελείως, οι καλεσμένοι συνήλθαν αμέσως. Άρχισαν πάλι τη φλυαρία τους, με ενδιαφέρον και με ανέκδοτα τόσο πλούσια όσο και πριν. Τότε τόλμησα να ζητήσω εξήγηση για τον θόρυβο αυτό.

— Δεν είναι τίποτα. Ένα εντελώς ασήμαντο πράγμα, είπε ο κύριος Μαγιάρ. Τον έχουμε συνηθίσει και δεν του δίνουμε σχεδόν καμία σημασία. Από καιρό σε καιρό οι τρελοί αρχίζουν να ουρλιάζουν όλοι μαζί. Ερεθίζει ο ένας τον άλλον, ακριβώς όπως τα σκυλιά τη νύχτα. Μερικές φορές αυτή η συναυλία από ουρλιαχτά είναι η αρχή μιας γενικής απόπειρας απόδρασης. Όταν συμβαίνει αυτό, είναι πολύ φυσικό να παίρνουμε και μερικά μέτρα.

— Και πόσους έχετε υπό επιτήρηση;

— Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε περισσότερους από δέκα.

— Γυναίκες κυρίως, πρόσθεσα.

— Όχι, καθόλου. Όλοι είναι δυνατοί άντρες, σας το εγγυώμαι.

— Αλήθεια! Εγώ τουλάχιστον νόμιζα ότι οι περισσότεροι τρελοί ανήκουν στο ωραίο φύλο.

— Γενικά αυτό συμβαίνει, αλλά όχι πάντα. Δεν είναι πολύς καιρός που είχαμε . . . περίπου . . . είκοσι επτά άτομα. Ανάμεσά τους δεν ήταν λιγότερες από δεκαοκτώ γυναίκες. Αλλά τελευταία τα πράγματα άλλαξαν πολύ, όπως βλέπετε.

— Μάλιστα . . . άλλαξαν πολύ, όπως βλέπετε, είπε ο κύριος που είχε κλωτσήσει τη δεσποινίδα Λαπλάς.

— Μάλιστα, άλλαξαν, όπως γνωρίζετε, επανέλαβαν μαζί όλοι οι καλεσμένοι.

— Κρατήστε όλοι τη γλώσσα σας, είπε ο κύριος Μαγιάρ κατακόκκινος από θυμό.

Στα λόγια αυτά οι παρόντες σώπασαν για ένα λεπτό. Μια κυρία μάλιστα υπάκουσε κατά γράμμα στη διαταγή του κυρίου Μαγιάρ. Έβγαλε τη γλώσσα της και την έπιασε με τα δύο της χέρια. Την κράτησε έτσι με αξιέπαινη υπομονή ως το τέλος του γεύματος.

— Αυτή η αξιαγάπητη κυρία, είπα χαμηλόφωνα στον κύριο Μαγιάρ και έσκυψα προς το μέρος του. Η καλή αυτή κυρία, που μίλησε πριν από λίγο και μας χάρισε το κοκορικό της, είναι, υποθέτω, ακίνδυνη. Πραγματικά ακίνδυνη.

— Ακίνδυνη; φώναξε ειλικρινά έκθαμβος. Τι; Πώς; Τι εννοείτε μ' αυτό;

— Είναι ελαφρώς άρρωστη, είπα, και ακούμπησα το δάχτυλο στο μέτωπό μου. Φαντάζομαι ότι δεν είναι πολύ, επικίνδυνα άρρωστη. Ε;

— Θεέ μου! Τι θέλετε να πείτε μ' αυτό; Η κυρία αυτή είναι φίλη της οικογένειας, μια παλιά φίλη. Η κυρία Ζοαγέλ είναι απόλυτα υγιής, όπως και εγώ ο ίδιος. Έχει κάποιες εκκεντρικότητες, είναι αλήθεια. Αλλά, όπως ξέρετε, όλες οι γριές είναι λίγο πολύ εκκεντρικές.

— Σύμφωνοι, είπα, σύμφωνοι . . . Και οι κύριοι; Και οι κυρίες;

— Είναι φίλοι μου και φύλακες, με διέκοψε ο κύριος Μαγιάρ και ορθώθηκε ψηλά . . . Είναι οι καλοί μου φίλοι και συνεργάτες.

— Τι, όλοι; Ακόμα και οι γυναίκες;

— Απόλυτα, είπε. Δεν θα πετυχαίναμε τίποτα χωρίς τις γυναίκες. Δεν υπάρχουν καλύτερες φύλακες για τους τρελούς από τις γυναίκες. Έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τα λαμπερά τους μάτια κάνουν θαύματα. Είναι ένα είδος γοητείας, όπως του φιδιού. Εννοείτε;

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως. Έχουν κάτι παράξενο. Ε; Κάτι το πρωτότυπο. Δεν είναι αλήθεια;

— Παράξενο, πρωτότυπο; Πώς; Αυτή είναι η βάση της σκέψης σας; Πραγματικά; Εμείς οι άνθρωποι του νότου δεν μας αρέσει να κάνουμε τον σπουδαίο. Ζούμε όπως μας καπνίσει και περνάμε ευχάριστη ζωή με όλα αυτά τα διάφορα πράγματα. Εννοείτε; . . .

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως.

— Και έπειτα έχουμε και το Κλω-Βουζώ, που μας ζεσταίνει λίγο το κεφάλι. Βλέπετε, είναι λίγο δυνατό. Εννοείτε;

— Αναμφιβόλως, είπα, αναμφιβόλως. Αλήθεια, κύριε, δεν μου είπατε ότι το νέο σας σύστημα, που αντικατέστησε το περίφημο σύστημα της πραότητας, ήταν πολύ αυστηρό;

— Όχι. Καθόλου. Βεβαίως ο περιορισμός είναι γενικός. Αυτό είναι ανάγκη. Αλλά η θεραπεία — εννοώ την ιατρική θεραπεία — είναι πολύ ευχάριστη για τους ασθενείς.

— Και το νέο αυτό σύστημα το εφηύρατε εσείς;

— Όχι εντελώς. Για μερικές από τις βάσεις του συστήματος αυτού, η τιμή ανήκει στον δόκτορα Γκουντρόν. Βεβαίως έχετε ακούσει γι' αυτόν. Επίσης κάποιες αλλαγές οφείλονται στον περίφημο Πλουμ. Αυτός, αν δεν κάνω λάθος, είναι επιστήθιος φίλος σας.

— Ντρέπομαι να το ομολογήσω, απάντησα, αλλά ακούω για πρώτη φορά τα ονόματα αυτών των δύο κυρίων.

— Προς Θεού! φώναξε ο κύριος Μαγιάρ. Έστρεψε αμέσως το κάθισμά του και σήκωσε τα χέρια στον ουρανό. Θέλω να πιστέψω ότι δεν σας κατάλαβα καλά. Ελπίζω να μη θέλετε να πείτε ότι δεν ακούσατε ποτέ για τον σοφό δόκτορα Γκουντρόν και τον περίφημο καθηγητή Πλουμ!

— Είμαι αναγκασμένος να ομολογήσω την άγνοιά μου, απάντησα, γιατί πρέπει πάνω απ' όλα να σέβομαι την αλήθεια. Παρ' όλα αυτά, σας βεβαιώνω ότι νιώθω βαθιά ταπεινωμένος, γιατί δεν γνώρισα τις εργασίες αυτών των κυρίων. Δεν αμφιβάλλω καθόλου για τη μεγάλη τους αξία. Θα φροντίσω το συντομότερο να ζητήσω τα έργα τους και να τα μελετήσω με προσοχή και σκέψη. Κύριε Μαγιάρ, οφείλω να ομολογήσω ότι με κάνετε να ντρέπομαι για τον εαυτό μου.

Και έλεγα αλήθεια!

— Φτάνει πια, καλέ και εξαίρετε φίλε, είπε με καλοσύνη και μου έσφιξε το χέρι. Ας πιούμε γι' αυτή την περίσταση κι ένα ποτήρι Σωτέρν.

Ήπιαμε. Η συντροφιά ακολούθησε το παράδειγμά μας, αλλά το πολλαπλασίασε. Όλος ο κόσμος φλυαρούσε, αστειευόταν, γελούσε, έκανε χίλιες τρέλες. Τα βιολιά γρατζουνούσαν και το τύμπανο χτυπούσε πιο δυνατά. Τα τρομπόνια μούγκριζαν όπως οι ταύροι του Φάλαρη μέσα στις φλόγες. Όσο δυνάμωνε η επίδραση του κρασιού, τόσο πιο θορυβώδης γινόταν η σκηνή. Στο τέλος έγινε πανδαιμόνιο.

Στο διάστημα αυτό ο κύριος Μαγιάρ κι εγώ είχαμε μπροστά μας μπουκάλια Σωτέρν και Κλω-Βουζώ. Συνεχίσαμε τη συζήτησή μας με δυνατή φωνή. Μια λέξη με συνηθισμένη φωνή είχε τόσες πιθανότητες να ακουστεί, όσες και το τραγούδι ενός ψαριού στο βάθος του Νιαγάρα.

— Αλλά, κύριε, φώναξα στο αυτί του, μου μιλήσατε λίγο πριν από το γεύμα για έναν κίνδυνο. Ήταν ο κίνδυνος που έβγαινε από το παλιό σας σύστημα, το σύστημα της πραότητας. Ποιος είναι λοιπόν;

— Μάλιστα, απάντησε, υπήρχαν μερικές φορές αληθινοί κίνδυνοι. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις ιδιοτροπίες των τρελών. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ποτέ συνετό να αφήνουμε έναν τρελό να περπατά ελεύθερος χωρίς φύλακες. Αυτή είναι και η γνώμη του δόκτορα Γκουντρόν και του καθηγητή Πλουμ. Ένας τρελός μπορεί για κάποιο χρόνο να βρίσκεται στη λεγόμενη περίοδο ηρεμίας. Αλλά πρέπει πάντα να περιμένει κανείς ότι θα ξαναγυρίσει στην περίοδο της ταραχής. Εξάλλου η πονηριά του είναι κυριολεκτικά παροιμιώδης. Του περνά μια ιδέα από το κεφάλι; Κρύβει τα σχέδιά του με θαυμαστή επιδεξιότητα. Με τέχνη ξεγελά τη φρόνηση. Για την ψυχολογία, αυτό είναι ένα από τα μοναδικά προβλήματα στη μελέτη της ανθρώπινης ψυχής. Όταν ένας τρελός σας φαίνεται πολύ φρόνιμος, πιστέψτε με, είναι καιρός να του φορέσετε τον ζουρλομανδύα.

— Αλλά ο κίνδυνος για τον οποίο μου μιλήσατε, αγαπητέ μου κύριε; Από τότε που διευθύνετε το ίδρυμα αυτό, έχετε δική σας πείρα. Σας έδωσε αυτή η πείρα λόγο να θεωρείτε επικίνδυνο έναν ελεύθερο τρελό;

— Εδώ; . . . Η δική μου πείρα; Ε, λοιπόν, σας απαντώ, ναι! Για παράδειγμα: δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έγινε ένα παράξενο γεγονός σε αυτό το σπίτι. Το σύστημα της πραότητας, ξέρετε, ίσχυε τότε, και οι τρελοί ήταν ελεύθεροι ο καθένας. Φέρονταν με τόσο αξιοπρόσεκτη φρονιμάδα, που μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι μαγείρευαν κάποιο διαβολικό σχέδιο. Και πράγματι, ένα ωραίο πρωί οι φύλακες βρέθηκαν δεμένοι χειροπόδαρα και κλεισμένοι μέσα στα κελιά. Εκεί τους φύλαγαν σαν τρελούς οι ίδιοι οι τρελοί, που είχαν πάρει τα καθήκοντα των φυλάκων.

— Ω! το παραφουσκώνετε! Ποτέ μου δεν άκουσα τόσο απίθανη ιστορία.

— Και όμως είναι αλήθεια! Όλα αυτά έγιναν από το λάθος ενός τρελού. Αυτός φαντάστηκε — δεν ξέρω πώς — ότι είχε εφεύρει το καλύτερο σύστημα, πρωτοφανές ως τότε. — Εννοείτε, το καλύτερο σύστημα διοίκησης των τρελών. — Ήθελε αναμφίβολα να δοκιμάσει την εφεύρεσή του. Για τον σκοπό αυτό έπεισε και τους άλλους τρελούς να τον βοηθήσουν να πάρουν την εξουσία.

— Και το κατάφερε;

— Βεβαίως . . . Το αποτέλεσμα ήταν να ανταλλάξουν τα καθήκοντά τους οι επιτηρητές και οι επιτηρούμενοι. Αλλά η ανταλλαγή δεν ήταν δίκαιη. Οι τρελοί αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ οι φύλακες κλείστηκαν αμέσως στα κελιά και έπαθαν . . . ντρέπομαι να το ομολογήσω.

— Υποθέτω ότι δεν άργησε να ξεσπάσει αντεπανάσταση. Αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ. Οι χωρικοί της περιοχής και οι επισκέπτες που έρχονταν να δουν το ίδρυμα θα ειδοποίησαν τις αρχές.

— Δεν το μαντέψατε. Ο αρχηγός των ανταρτών ήταν πιο φανερός από ό,τι φαντάζεστε. Δεν άφησε κανέναν επισκέπτη να μπει, εκτός από έναν νέο. Το αρκετά βλακώδες πρόσωπό του δεν μπορούσε να του προκαλέσει την παραμικρή ανησυχία. Τον άφησε να επισκεφθεί το ίδρυμα μόνο για να περάσει η ώρα και για να τον κοροϊδέψει λιγάκι. Αφού διασκέδασε αρκετά μαζί του, τον άφησε να φύγει.

— Και πόσο κράτησε η βασιλεία των τρελών;

— Ω! Κράτησε αρκετά! Έναν μήνα τουλάχιστον, ίσως και περισσότερο, δεν θυμάμαι καλά. Στο μεταξύ οι τρελοί το γλεντούσαν. Έβγαλαν τα παλιόρουχά τους και φόρεσαν τα πολυτελή φορέματα και τα κοσμήματα που βρήκαν στον πύργο. Άνοιξαν τα πλούσια κελάρια με τα κρασιά. Ήξεραν να πίνουν καλά και κολύμπησαν μέσα σε αυτά. Πέρασαν ζωή και κότα!

— Ποια ήταν η ιδιαίτερη θεραπεία που εφάρμοζε ο αρχηγός των ανταρτών;

— Ως προς αυτό, σας το ξαναλέω, ένας τρελός δεν στερείται κρίσης. Και, μα την πίστη μου, η θεραπεία αυτή άξιζε περισσότερο από την παλιά που χρησιμοποιούσαν, κατά τη γνώμη μου. Ήταν σύστημα απόλυτα τέλειο, απλό, διαυγές, όχι βαρύ, ένα πολύ ευχάριστο σύστημα . . . Ήταν . . .

Στο σημείο αυτό οι πληροφορίες του κυρίου Μαγιάρ διακόπηκαν ξαφνικά από μια νέα σειρά ουρλιαχτών. Έμοιαζαν με εκείνα που μας είχαν ταράξει πριν από λίγο. Αλλά οι φωνές φαίνονταν να πλησιάζουν πολύ γρήγορα.

— Θεέ μου, φώναξα, οι τρελοί θα έφυγαν σίγουρα . . .

— Φοβάμαι πολύ ότι δεν έχετε δίκιο, είπε ο κύριος Μαγιάρ. Είχε γίνει υπερβολικά χλωμός.

Μόλις τελείωσε τη φράση του, ακούστηκαν κάτω από τα παράθυρα διαπεραστικές φωνές και βρισιές. Την ίδια στιγμή έγινε ολοφάνερο ότι πολλά άτομα από έξω προσπαθούσαν να μπουν στην αίθουσα. Τράνταζαν την πόρτα, χτυπώντας την με ένα μεγάλο σφυρί. Τα παντζούρια τραβιούνταν προς τα έξω με καταπληκτική δύναμη.

Ακολούθησε σκηνή τρομερής σύγχυσης. Ο κύριος Μαγιάρ, προς μεγάλη μου έκπληξη, κρύφτηκε κάτω από τον μπουφέ, ενώ εγώ περίμενα από αυτόν μεγαλύτερη ψυχραιμία. Οι μουσικοί της ορχήστρας πριν από ένα τέταρτο φαίνονταν τόσο μεθυσμένοι, που δεν μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους. Τώρα πετάχτηκαν στα πόδια τους, άρπαξαν τα όργανά τους και ανέβηκαν στο τραπέζι. Έπαιξαν τον εθνικό ύμνο με υπεράνθρωπη δύναμη, αλλά όχι με μουσική ακρίβεια.

Στο μεταξύ ο κύριος που τον είχαν εμποδίσει πριν με τόση δυσκολία να πηδήσει πάνω στο τραπέζι βρέθηκε τώρα εκεί. Στεκόταν ανάμεσα σε μπουκάλια και ποτήρια. Μόλις στάθηκε σταθερά, άρχισε να βγάζει λόγο. Ο λόγος του θα ήταν ίσως πολύ ωραίος, αν μπορούσε να ακουστεί. Την ίδια στιγμή, εκείνος που έδειχνε συμπάθεια για την τέχνη της σβούρας άρχισε να γυρίζει γύρω από τον εαυτό του. Γύριζε και ολόγυρα στην αίθουσα με πρωτοφανή ταχύτητα, με τα χέρια σταυρωμένα, σε ορθή γωνία με το σώμα. Έμοιαζε με αληθινή σβούρα και έσπρωχνε όσους συναντούσε. Έπειτα άκουσα μια ατέλειωτη σειρά από Πουμ και Πςς . . . ς, δηλαδή από σαμπάνια που ανοίγει. Κατάλαβα ότι τα έβγαζε ο κύριος που στη διάρκεια του γεύματος έπαιξε με τόση λεπτότητα τον ρόλο της σαμπάνιας. Στο μεταξύ ο άνθρωπος-βάτραχος κόαζε, σαν να εξαρτιόταν από τις νότες αυτές η σωτηρία της ψυχής του. Πάνω από όλο αυτόν τον δαιμονισμένο θόρυβο υψωνόταν το γκάρισμα του γαϊδάρου. Η παλιά μου φίλη, η κυρία Ζοαγέλ, φαινόταν τόσο τρομερά συγχυσμένη, που ακόμα μου έρχονται δάκρυα για την τύχη της. Στεκόταν όρθια σε μια γωνία κοντά στο τζάκι και δεν σταματούσε να φωνάζει: κοκορικόοοοοοοοοο!

Τέλος ήρθε η κύρια περιπέτεια, που έφερε τη λύση του δράματος.

Όλη η αντίσταση περιοριζόταν μόνο σε κραυγές και κοκορίκια. Τίποτα άλλο δεν έμπαινε μπροστά στις επιθέσεις των εισβολέων. Έτσι τα δέκα παράθυρα έσπασαν πολύ γρήγορα και σχεδόν όλα μαζί.

Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω την έκπληξη και τον τρόμο μου όταν είδα τι έγινε. Ένα πλήθος παράξενων πλασμάτων σκαρφάλωνε στα παράθυρα και ορμούσε εναντίον μας. Πολεμούσαν με κλωτσιές και με τα νύχια, και ούρλιαζαν. Τα πήρα για χιμπατζήδες, ουρακοτάγκους και μεγάλες μαϊμούδες του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.

Δέχτηκα ένα δυνατό σκούντημα, που με πέταξε κάτω από έναν καναπέ. Εκεί έμεινα άναυδος. Έμεινα ένα τέταρτο της ώρας και άκουγα με τα δυο μου αυτιά ό,τι γινόταν στην αίθουσα. Έτσι έφτασα επιτέλους σε μια ικανοποιητική εξήγηση αυτής της τραγωδίας. Όπως κατάλαβα, ο κύριος Μαγιάρ είχε διηγηθεί την ιστορία ενός τρελού που ξεσήκωσε τους συντρόφους του σε επανάσταση. Στην πραγματικότητα δεν είχε κάνει τίποτα άλλο από το να διηγηθεί τα δικά του κατορθώματα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν πράγματι, δύο ή τρία χρόνια πριν, διευθυντής του ιδρύματος. Αλλά τρελάθηκε και ο ίδιος και μπήκε ανάμεσα στους ασθενείς. Αυτή η λεπτομέρεια ήταν άγνωστη στον συνταξιδιώτη μου, που με είχε φέρει εκεί.

Οι φύλακες, δέκα τον αριθμό, πιάστηκαν ξαφνικά. Τους άλειψαν με πίσσα, τους τύλιξαν προσεκτικά με φτερά και τους φυλάκισαν σε υπόγεια κελιά. Έμειναν εκεί κλεισμένοι περισσότερο από έναν μήνα. Σε όλο αυτό το διάστημα ο κύριος Μαγιάρ τους έδινε με εξαιρετική γενναιοδωρία πίσσα και φτερά. Αυτά ήταν το κύριο μέρος του συστήματός του. Τους έδινε επίσης νερό και ψωμί όσο ήθελαν. Και με μια αντλία τους κατέβρεχε κάθε μέρα, ώσπου να πνιγούν σχεδόν.

Τέλος ένας από αυτούς γλίτωσε από τον υπόνομο και κατάφερε να ελευθερώσει και τους άλλους.

Το σύστημα της πραότητας ξαναμπήκε σε εφαρμογή στον πύργο, με σημαντικές αλλαγές. Δεν μπορώ όμως να μην αναγνωρίσω ότι το σύστημα του κυρίου Μαγιάρ ήταν από κάθε άποψη τέλειο.

Όπως είχε παρατηρήσει πολύ σωστά, ήταν μέθοδος «απλή, διαυγής και καθόλου καταθλιπτική».

Δεν έχω παρά λίγες λέξεις να προσθέσω. Έψαξα σε όλες τις βιβλιοθήκες της Ευρώπης για τα έργα του δόκτορα Γκουντρόν και του καθηγητή Πλουμ. Ως σήμερα όμως, με όλες τις προσπάθειές μου, δεν κατάφερα να βρω ούτε ένα αντίτυπο.

### Γλωσσάρι

- **φρενοκομείο**: νοσοκομείο για τρελούς ανθρώπους.
- **πραότητας**: ηρεμία και καλοσύνη, χωρίς σκληρότητα.
- **οικοδεσπότης**: αυτός που δέχεται καλεσμένους στο σπίτι του.
- **βαρύ πένθος**: μαύρα ρούχα που φορά κανείς όταν έχει πεθάνει δικός του άνθρωπος.
- **παροξυσμούς**: ξαφνικές και δυνατές κρίσεις μιας αρρώστιας.
- **καναβούρι**: μικροί σπόροι που τρώνε τα πουλιά.
- **θερμοκήπια**: γυάλινα κτίρια όπου μεγαλώνουν φυτά.
- **τουαλέτες**: επίσημα γυναικεία φορέματα (παλιά σημασία).
- **δαντέλες**: λεπτό ύφασμα με τρύπες και σχέδια.
- **βαβυλωνία**: μεγάλη σύγχυση και ακαταστασία.
- **κρεμανταλά**: ψηλός και αδύνατος άνθρωπος.
- **τσαγιέρα**: σκεύος για το τσάι.
- **γαϊδουράγκαθα**: φυτά με αγκάθια, που τα τρώνε τα γαϊδούρια.
- **χοιρομέρι**: κρέας από το πόδι του χοίρου.
- **σι-μπεμόλ**: μια μουσική νότα.
- **πρέζα**: λίγος καπνός ανάμεσα σε δύο δάχτυλα.
- **ταμπάκο**: καπνός σε σκόνη, που τον μυρίζουν.
- **μπιρμπαντάκο**: πονηρός άνθρωπος, που αγαπά τις διασκεδάσεις.
- **νεροκολοκύθα**: είδος μεγάλου κολοκυθιού.
- **τέντζερη**: μεγάλη βαθιά κατσαρόλα.
- **σβούρα**: παιχνίδι που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του.
- **επιστήθιος φίλος**: πολύ στενός φίλος.
- **πανδαιμόνιο**: πολύ μεγάλη φασαρία και ακαταστασία.
- **ζουρλομανδύα**: ρούχο που δένει τα χέρια ενός τρελού.
- **ζωή και κότα**: ζωή χωρίς έγνοιες, με πολλές απολαύσεις.
- **γκάρισμα**: η φωνή του γαϊδάρου.
- **πίσσα**: μαύρη κολλώδης ύλη.
- **αντλία**: μηχάνημα που τραβά και ρίχνει νερό.
- **υπόνομο**: σωλήνας κάτω από τη γη για τα βρώμικα νερά.
- **ουρακοτάγκους**: μεγάλοι πίθηκοι.

## Το πηγάδι και το εκκρεμές

Impia tortorum lougos huc turba furores Sanguinis innoncui, non satiata, aluit. Sospite nunc patriâ, fracto nunc funeris antro, Mors ubi dira fuit, vita salusque patent.

(Τετράστιχο που γράφτηκε για να χαραχτεί στις πόρτες μιας αγοράς. Επρόκειτο να τη χτίσουν στο μέρος όπου ήταν άλλοτε η λέσχη των Ιακωβίνων στο Παρίσι.)

Υπέφερα, υπέφερα μέχρι θανάτου από αυτή την ατελείωτη αγωνία. Όταν με έλυσαν επιτέλους και κατάφερα να ανακαθίσω, μου φάνηκε ότι με εγκατέλειψαν οι αισθήσεις μου. Η καταδίκη μου, η τρομερή καταδίκη σε θάνατο, ήταν η τελευταία λέξη που έφτασε καθαρά στα αυτιά μου. Μετά από αυτό, μου φάνηκε ότι οι φωνές των ιεροεξεταστών έλιωναν σε έναν αόριστο ψίθυρο ονείρου. Ο ψίθυρος αυτός μου έφερε στο μυαλό μια ιδέα περιστροφής. Αυτό έγινε αναμφίβολα επειδή ο ήχος του έμοιαζε με τον ήχο του τροχού ενός μύλου. Αλλά αυτό κράτησε λίγο και έσβησε ξαφνικά.

Παρ' όλα αυτά, εξακολούθησα να βλέπω, με επίμονο τρόμο, τα χείλη των δικαστών με τα μαύρα ρούχα. Τα χείλη αυτά μου φαίνονταν πιο λευκά από το χαρτί όπου γράφω αυτές τις γραμμές. Ήταν τόσο λεπτά, που με τρόμαζαν. Είχαν μια ανελέητη έκφραση αυστηρότητας, άκαμπτης θέλησης και αυστηρής περιφρόνησης για τον ανθρώπινο πόνο. Έβλεπα ακόμα αυτά τα χείλη να στάζουν την απόφαση που καθόριζε το μέλλον μου. Τα έβλεπα να σφίγγονται καθώς έλεγαν τη θανατική καταδίκη. Τα έβλεπα να σχηματίζουν τις συλλαβές του ονόματός μου, και ανατρίχιαζα, γιατί δεν άκουγα κανέναν ήχο.

Είδα επίσης, για λίγες στιγμές φρίκης και παραληρήματος, τις σκούρες κουρτίνες στους τοίχους της αίθουσας. Κυμάτιζαν αόριστα, σχεδόν ανεπαίσθητα. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε επτά μεγάλα κηροπήγια στο τραπέζι. Στην αρχή μού φάνηκαν σαν η ίδια η επιείκεια, σαν λευκοί άγγελοι που μου έφερναν τη σωτηρία.

Αλλά τότε ξαφνικά με έπιασε η πιο θανάσιμη ζάλη. Ένιωσα όλο μου το νευρικό σύστημα να τρέμει, σαν να το είχαν αγγίξει με ηλεκτρική συστοιχία. Τα αγγελικά οράματα μεταμορφώθηκαν σε φαντάσματα χωρίς νόημα, σε φαντάσματα από φλόγες. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσα να ελπίζω καμία βοήθεια από αυτά.

Και τότε μου ήρθε η σκέψη της γλυκιάς γαλήνης που θα βρούμε μόνο στον τάφο. Πέρασε από το πνεύμα μου σαν δυνατή μουσική. Η σκέψη αυτή ήρθε σιγά σιγά, σχεδόν κρυφά, και μου φάνηκε ότι πέρασε πολλή ώρα ώσπου να την καταλάβω. Αλλά μόλις κατάφερα να τη νιώσω και να την κάνω δική μου, οι σκιές των δικαστών χάθηκαν σαν με μαγεία.

Τα μεγάλα κηροπήγια εξαφανίστηκαν κι εκείνα, αφού έσβησαν τελείως οι φλόγες τους.

Το σκοτάδι κυριάρχησε. Κάθε αίσθησή μου φάνηκε να σβήνει. Ήταν σαν η ψυχή μου να έπεφτε με ζάλη και ορμή και να χανόταν στον Άδη. Τότε η σιωπή, η ηρεμία και η νύχτα έγιναν ολόκληρο το σύμπαν γύρω μου.

Λιποθύμησα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχασα τελείως τις αισθήσεις μου. Μου έμενε ακόμα λίγη συνείδηση για όσα γίνονταν. Μάταια θα προσπαθήσω να την ορίσω ή έστω να δώσω μια μικρή ιδέα της. Δεν είχα εξαφανιστεί εντελώς. Στον πιο βαθύ ύπνο, στο παραλήρημα, στη λιποθυμία, ακόμα και στο βάθος του τάφου, ποτέ δεν χάνονται όλα τελείως.

Αλλιώς δεν θα υπήρχε αθανασία για τον άνθρωπο.

Όταν ξυπνάμε από τον πιο βαθύ ύπνο, σπάμε το αραχνένιο νήμα του ονείρου, όποιο κι αν είναι. Όμως ένα δευτερόλεπτο μετά (τόσο εύθραυστο είναι το νήμα) δεν θυμόμαστε αν ονειρευτήκαμε. Στην επιστροφή στη ζωή μετά τη λιποθυμία υπάρχουν δύο στάδια. Πρώτα έρχεται η συνείδηση της ηθικής ή πνευματικής ύπαρξης. Δεύτερη έρχεται η συνείδηση της φυσικής ύπαρξης. Ας υποθέσουμε ότι στο δεύτερο στάδιο θυμόμαστε τα συναισθήματα που νιώσαμε στο πρώτο. Τότε μπορούμε να φανταστούμε ότι θα βρούμε πολύ πλούσιες αναμνήσεις από τον άλλο κόσμο. Και τι είναι λοιπόν, τελικά, αυτή η άβυσσος; Πώς να ξεχωρίσουμε τουλάχιστον το σκοτάδι της από το σκοτάδι του τάφου;

Αλλά ας πούμε ότι δεν καταφέρνουμε να φέρουμε πίσω όποτε θέλουμε τα συναισθήματα αυτού που ονόμασα πρώτο στάδιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να ξαναβγούν πολύ αργότερα από μόνα τους. Τότε μας εκπλήσσουν με το μυστήριο της προέλευσής τους.

Μόνο όποιος δεν έχει λιποθυμήσει ποτέ δεν βλέπει στις φλόγες του τζακιού ανάκτορα, φανταστικά κεφάλια και κεφάλια πολύ γνωστών ανθρώπων. Μόνο αυτός δεν ανακαλύπτει μέσα στις σπίθες θλιβερά οράματα, που οι κοινοί άνθρωποι δεν τα διακρίνουν. Μόνο αυτός δεν ονειρεύεται πάνω στο άρωμα ενός καινούριου λουλουδιού. Μόνο αυτός δεν ακολουθεί με τη σκέψη μια μουσική φράση, που δεν είχε ποτέ πριν τραβήξει την προσοχή του.

Έκανα ξανά και ξανά πεισματικές προσπάθειες να ξυπνήσω τη μνήμη μου. Με φλογερή επιμονή προσπαθούσα να μαζέψω μερικά κουρέλια από εκείνη τη φαινομενική ανυπαρξία όπου είχε πέσει η ψυχή μου. Υπήρξαν στιγμές που ονειρεύτηκα ότι τα κατάφερα.

Είχα επίσης σύντομες, πολύ σύντομες αναμνήσεις. Αργότερα, ξύπνιος πια, κατάλαβα ότι ανήκαν σε εκείνη την περίοδο της μισής αναισθησίας. Οι σκιές αυτές των αναμνήσεων μου λένε, χωρίς ακρίβεια όμως, ότι μεγάλα φαντάσματα με σήκωσαν. Έπειτα με έσυραν σιωπηλά προς τα κάτω, κάτω, πιο κάτω ακόμα. Ώσπου μια φοβερή ζάλη με έπνιξε, μόνο στη σκέψη ότι αυτή η κάθοδος δεν θα τελείωνε ποτέ. Μου θυμίζουν επίσης την αόριστη φρίκη που με έπιασε για την αφύσικη ησυχία της καρδιάς μου. Τότε εμφανίζεται η αίσθηση ότι όλα γύρω μου σταματούν ξαφνικά.

Φαίνεται ότι αυτοί που με μεταφέρουν (μια πομπή από φαντάσματα) πέρασαν τα όρια του απείρου. Σταμάτησαν εξαντλημένοι ύστερα από τον μάταιο κόπο τους.

Μετά ξαναβρίσκω μια εντύπωση χαλαρότητας και υγρασίας. Και τέλος εμφανίζεται το παραλήρημα μιας μνήμης που σπαρταρά μέσα στη φρίκη της.

Ξαφνικά παίρνω συνείδηση της κίνησης και του θορύβου, της θορυβώδους κίνησης της καρδιάς μου. Οι χτύποι της αντηχούν στα αυτιά μου. Έπειτα ξανάρχονται ο θόρυβος, η κίνηση και η αφή, ένα μυρμήγκιασμα σε όλο μου το σώμα. Έπειτα η απλή αίσθηση ότι υπάρχω, αλλά χωρίς σκέψη (και αυτή η κατάσταση κράτησε πολύ). Έπειτα, ολότελα ξαφνικά, η σκέψη και ένας φρικτός τρόμος. Και μια δυνατή προσπάθεια να καταλάβω την αληθινή μου κατάσταση. Έπειτα μια δυνατή επιθυμία να ξαναπέσω στην αναισθησία. Ύστερα, με ένα ακράτητο ξύπνημα της συνείδησής μου, προσπαθώ να κινηθώ και το κατορθώνω.

Τότε θυμάμαι πολύ καθαρά τη δίκη, τους δικαστές, τις σκούρες κουρτίνες, την απόφαση. Θυμάμαι και πώς έμεινα άφωνος και λιποθύμησα.

Όλα όσα έγιναν μετά τα είχα ξεχάσει εντελώς. Αργότερα, με μεγάλες προσπάθειες, κατάφερα να τα θυμηθώ αόριστα.

Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα ανοίξει τα μάτια. Είχα την εντύπωση ότι ήμουν ξαπλωμένος χωρίς δεσμά. Άπλωσα το χέρι, και έπεσε βαριά σε κάτι υγρό και σκληρό. Το άφησα έτσι για λίγες στιγμές και προσπαθούσα να φανταστώ πού ήμουν και τι είχα γίνει. Ήθελα σύντομα να χρησιμοποιήσω τα μάτια μου, αλλά δεν τολμούσα. Φοβόμουν να ρίξω το πρώτο μου βλέμμα στα πράγματα γύρω μου. Όχι επειδή φοβόμουν ότι θα έβλεπα φρικτά πράγματα. Με έπιανε φρίκη μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να μην έβλεπα τίποτα. Τέλος, με σφιγμένη καρδιά, άνοιξα γρήγορα τα μάτια μου. Και η υποψία μου επιβεβαιώθηκε. Με τύλιγε το σκοτάδι μιας αιώνιας νύχτας. Ανάπνεα με δυσκολία. Ένιωθα την πυκνότητα της νύχτας να με βαραίνει και να με πνίγει. Ο αέρας ήταν απελπιστικά βαρύς. Έμεινα ξαπλωμένος χωρίς να κινηθώ και έβαλα σε ενέργεια όλες τις δυνάμεις του μυαλού μου. Θυμήθηκα τις διάφορες μεθόδους των ιεροεξεταστών. Από εκεί προσπαθούσα να βγάλω ποια μπορούσε να είναι η τωρινή μου κατάσταση. Φαινόταν ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την απόφαση. Παρ' όλα αυτά, ούτε για μια στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να είχα πεθάνει. Μια τέτοια υπόθεση δεν συμφωνεί με την πραγματικότητα της ύπαρξης, ό,τι κι αν λένε τα φανταστικά βιβλία.

Αλλά πού ήμουν και σε ποια κατάσταση βρισκόμουν;

Ήξερα ότι οι καταδικασμένοι σε θάνατο παραδίδονταν στην πυρά (autodafé). Ήξερα επίσης ότι μια τέτοια τελετή θα γινόταν την ίδια νύχτα της δίκης μου. Μήπως με είχαν φέρει στο μπουντρούμι για να περιμένω την επόμενη θυσία, που θα γινόταν μετά από λίγους μήνες; Κατάλαβα ότι δεν μπορούσε να είναι έτσι. Τα διαθέσιμα θύματα τα είχαν ήδη πάρει. Εξάλλου το παλιό μου μπουντρούμι, όπως όλα τα μπουντρούμια στο Τολέδο, είχε πάτωμα από πέτρα. Και το φως δεν έλειπε εντελώς από εκεί.

Ξαφνικά μια φρικτή σκέψη μου έστειλε το αίμα κύματα στην καρδιά, και για λίγο ξανάπεσα στην αναισθησία. Μόλις συνήλθα, πετάχτηκα με ένα πήδημα στα πόδια μου. Ένας σπαρακτικός τρόμος έσειε όλο μου το σώμα. Άπλωσα γρήγορα τα χέρια πάνω και γύρω μου, προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν βρήκα τίποτα. Όμως φοβόμουν να κάνω ένα βήμα μπροστά, μήπως χτυπήσω στους τοίχους ενός τάφου. Ο ιδρώτας έβγαινε σαν μαργαριτάρια από όλους μου τους πόρους. Μαζευόταν στο μέτωπό μου σε μεγάλες παγωμένες σταγόνες. Αλλά τέλος δεν μπορούσα πια να αντέξω αυτή την αγωνία της αμφιβολίας. Έκανα ένα βήμα μπροστά με προσοχή, με τεντωμένα χέρια και γουρλωμένα μάτια. Έψαχνα μια αδύναμη αχτίδα φωτός. Έκανα πολλά βήματα, αλλά παντού υπήρχε μόνο σκοτάδι και χάος. Ανάσανα πιο ελεύθερα, γιατί μου φάνηκε ότι η τύχη που με περίμενε δεν ήταν ίσως η χειρότερη απ' όλες.

Τότε συνέχιζα προσεκτικά την πορεία μου. Ενώ προχωρούσα, μου ξαναήρθαν στη μνήμη, η μία μετά την άλλη, οι αμέτρητες αόριστες φήμες για τα βασανιστήρια του Τολέδο. Για τα μπουντρούμια αυτά λέγονταν πολλά παράξενα. Τα θεωρούσα πάντα μύθους, αλλά ήταν τόσο παράξενοι και τόσο φοβεροί, που τους επαναλάμβανα μόνο χαμηλόφωνα.

Ήμουν προορισμένος να πεθάνω από την πείνα σε αυτόν τον κόσμο του υπόγειου σκοταδιού; Ή μήπως με περίμενε κάποια άλλη, πιο τρομερή τύχη; Το τέλος θα ήταν ο θάνατος, και ο θάνατος αυτός θα ήταν πιο σκληρός από τον συνηθισμένο. Αυτό το είχα καταλάβει, και ο χαρακτήρας των δικαστών μου δεν με άφηνε να αμφιβάλλω. Ο τρόπος και η ώρα αυτού του θανάτου ήταν η μόνη μου έγνοια, το μόνο μου βάσανο.

Τέλος τα τεντωμένα χέρια μου χτύπησαν σε ένα εμπόδιο. Ήταν τοίχος, φτιαγμένος, όπως φαινόταν, από πέτρες, πολύ ίσιος, πολύ κρύος και γλοιώδης. Τον ακολούθησα από κοντά, με όλη την καχύποπτη προσοχή που μου έφερε η ανάμνηση των παλιών διηγήσεων. Αυτή η μέθοδος όμως δεν με άφηνε καθόλου να υπολογίσω το μέγεθος του μπουντρουμιού μου. Γιατί μπορούσα να κάνω όλο τον γύρο και να γυρίσω στο σημείο της αφετηρίας μου χωρίς να το καταλάβω. Τόσο ομοιόμορφος ήταν ο τοίχος.

Έψαξα λοιπόν το μαχαίρι μου, που το είχα στην τσέπη όταν με πήγαν στην αίθουσα των ιεροεξεταστών. Αλλά δεν ήταν εκεί. Είχαν αντικαταστήσει τα ρούχα μου με έναν μανδύα από χοντρή λινάτσα. Σκεφτόμουν να βάλω τη λεπίδα σε μια στενή ρωγμή του τοίχου. Έτσι θα σημάδευα το σημείο της αφετηρίας μου. Η δυσκολία ήταν πολύ απλή. Αλλά η ταραγμένη φαντασία μου τη θεωρούσε ανυπέρβλητη. Επιτέλους έσκισα ένα κομματάκι πανί από τον μανδύα μου και το στερέωσα κάθετα στον τοίχο. Προχωρούσα ψηλαφώντας για να βρω τον δρόμο μου. Έτσι, όταν θα τελείωνα τον γύρο μου, θα έπρεπε οπωσδήποτε να συναντήσω αυτό το πανάκι.

Αυτό τουλάχιστον πίστευα. Αλλά δεν είχα υπολογίσει το μήκος του κελιού μου και τις δυνάμεις μου. Το έδαφος ήταν υγρό και γλιστρούσε. Προχώρησα λίγο τρεκλίζοντας, έπειτα μπερδεύτηκα και έπεσα.

Η υπερβολική κούραση με κάρφωσε εκεί και αποκοιμήθηκα σε εκείνη τη στάση.

Όταν ξύπνησα, άπλωσα το χέρι μου και βρήκα δίπλα μου ένα ψωμί και μια κανάτα νερό. Ήμουν πολύ εξαντλημένος για να σκεφτώ γι' αυτό, και ήπια και έφαγα άπληστα. Σε λίγο ξανάρχισα τον γύρο της φυλακής μου. Όχι χωρίς κόπο, έφτασα τέλος εκεί όπου είχα κρεμάσει το κουρελάκι.

Ως την πτώση μου είχα μετρήσει 52 βήματα. Από τη στιγμή που ξανάρχισα, μέτρησα άλλα 48, ώσπου να ξαναβρώ το κουρελάκι. Δηλαδή εκατό βήματα συνολικά. Και επειδή δύο βήματα ισοδυναμούν με μία υάρδα, συμπέρανα ότι το μπουντρούμι είχε περίμετρο πενήντα υάρδες. Όμως βρήκα πολλές γωνίες στον τοίχο, και δεν μπορούσα να σχηματίσω καθαρή γνώμη για το σχήμα του υπογείου. Γιατί δεν μπορούσα πια να αμφιβάλλω ότι ήταν κρύπτη.

Έδινα λίγο ενδιαφέρον και βέβαια καμία ελπίδα σε αυτές τις έρευνες. Αλλά μια αόριστη περιέργεια με έσπρωχνε να συνεχίσω. Όταν άφησα τον τοίχο, αποφάσισα να διασχίσω το πάτωμα. Στην αρχή περπάτησα με μεγάλη προσοχή. Γιατί το έδαφος φαινόταν στερεό, αλλά το σκέπαζε μια επικίνδυνη λάσπη.

Επιτέλους στάθηκα σταθερά και δεν δίστασα να βαδίσω αποφασιστικά. Προσπαθούσα να προχωρώ όσο μπορούσα σε ευθεία γραμμή. Έκανα έτσι δέκα ή δώδεκα βήματα μπροστά, όταν το υπόλοιπο από το κουρελάκι μπλέχτηκε στα πόδια μου. Το πάτησα, γλίστρησα και έπεσα με το πρόσωπο κάτω. Μέσα στη σύγχυση της πτώσης δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία σε μια εκπληκτική λεπτομέρεια. Αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ενώ ήμουν ακόμα ξαπλωμένος κάτω, πρόσεξα. Το πηγούνι μου ακουμπούσε στο έδαφος της φυλακής, ενώ τα χείλη και το μισό πρόσωπό μου ήταν στον αέρα. Την ίδια στιγμή το μέτωπό μου έλουζαν βρόμικοι ατμοί. Μια χαρακτηριστική μυρωδιά από μουχλιασμένα μανιτάρια ανέβαινε στα ρουθούνια μου. Άπλωσα το χέρι και ανατρίχιασα. Είχα πέσει κοντά στο χείλος ενός στρογγυλού πηγαδιού.

Φυσικά δεν είχα τότε τον τρόπο να μετρήσω το μέγεθός του. Αλλά ψηλάφησα τον τοίχο ακριβώς κάτω από το χείλος και κατάφερα να αποσπάσω ένα μικρό κομμάτι. Το άφησα να πέσει στο βάθος του πηγαδιού. Για αρκετά δευτερόλεπτα άκουγα τον κρότο της πέτρας, καθώς χτυπούσε στα τοιχώματα της αβύσσου. Τέλος βούτηξε στα νερά με έναν θλιβερό πάταγο, και ακολούθησαν φοβεροί ήχοι. Την ίδια ώρα άκουσα πάνω από το κεφάλι μου σαν θόρυβο από πόρτα. Ήταν σαν να την άνοιξαν γρήγορα, για να την κλείσουν ακόμα πιο γρήγορα. Μια αδύναμη αχτίδα φωτός έσκισε το σκοτάδι και χάθηκε απότομα. Είδα καθαρά ποια τύχη μου είχαν ετοιμάσει, και χάρηκα για το απρόοπτο αυτό περιστατικό. Αν είχα κάνει ένα ακόμα βήμα πριν πέσω, ο κόσμος δεν θα με ξανάβλεπε. Ο θάνατος από τον οποίο γλίτωσα ανήκε σε εκείνο το είδος που θεωρούσα ανόητο και απίθανο. Έτσι θεωρούσα όσα μου διηγήθηκαν για την Ιερά Εξέταση. Για τα θύματα της τυραννίας της υπήρχε μια επιλογή. Ή θάνατος με τα πιο φρικτά σωματικά βασανιστήρια, ή ο άλλος θάνατος με τα πιο σκληρά ηθικά βασανιστήρια. Για μένα ήταν ο δεύτερος. Τα μακρά βάσανα είχαν τσακίσει τα νεύρα μου. Ήμουν πια ώριμος από κάθε άποψη για τα βάσανα που μου προορίζονταν.

Τρέμοντας ολόκληρος πλησίασα ψηλαφητά τον τοίχο. Είχα αποφασίσει να πεθάνω εκεί, παρά να αντιμετωπίσω το τρομερό πηγάδι. Η φαντασία μου το πολλαπλασίαζε και το έβαζε σε διάφορα σημεία του μπουντρουμιού μου. Σε άλλη περίσταση θα είχα το θάρρος να βάλω τέλος στα βάσανά μου, πέφτοντας σε μια από αυτές τις αβύσσους. Αλλά εκείνη τη στιγμή είχα γίνει ο τελευταίος από τους δειλούς. Δεν μπορούσα να ξεχάσω όσα είχα διαβάσει για το πηγάδι αυτό. Ένα ξαφνικό τέλος της ζωής ήταν κάτι που οι ιεροεξεταστές, στην ακραία σκληρότητά τους, δεν μπορούσαν να δεχτούν.

Η ταραχή του μυαλού μου με κράτησε ξύπνιο για πολλές ώρες. Αλλά τέλος αποκοιμήθηκα πάλι. Όταν ξύπνησα, βρήκα δίπλα μου, όπως και πριν, ένα ψωμί και μια κανάτα νερό. Διψούσα φοβερά και άδειασα την κανάτα μονορούφι. Το νερό θα είχε μέσα ναρκωτικό, γιατί μόλις το ήπια με έπιασε ακαταμάχητος ύπνος. Με βάρυνε βαθύς ύπνος, όμοιος με τον ύπνο του θανάτου. Πόσο κράτησε, φυσικά, δεν κατάφερα να το καταλάβω. Όταν όμως άνοιξα ξανά τα μάτια μου, παρατήρησα ότι τα πράγματα γύρω μου φαίνονταν. Μια παράξενη λάμψη, κίτρινη σαν θειάφι, μου έδειχνε το μέγεθος και το σχήμα της φυλακής μου. Δεν μπόρεσα να βρω από πού ερχόταν. Είχα κάνει μεγάλο λάθος ως προς το μέγεθός της. Η συνολική περίμετρος των τοίχων δεν ξεπερνούσε τις είκοσι πέντε υάρδες. Η παρατήρηση αυτή με έριξε για μια στιγμή σε μεγάλη ταραχή, μια ταραχή εντελώς μάταιη. Γιατί μέσα σε τόσα δεινά γύρω μου, τι σημασία μπορούσε να έχει το μέγεθος του μπουντρουμιού μου; Το μυαλό μου όμως ενδιαφερόταν υπερβολικά γι' αυτή την ανοησία. Προσπαθούσε να ανακαλύψει το λάθος που είχε μπει κατά τύχη στον υπολογισμό μου. Τέλος βρέθηκε η αλήθεια. Στην πρώτη μου εξερεύνηση είχα μετρήσει πενήντα δύο βήματα ως τη στιγμή της πτώσης. Τότε θα ήμουν ένα ή δύο βήματα μακριά από το κουρελάκι και είχα τελειώσει σχεδόν όλον τον γύρο του υπογείου. Εκείνη τη στιγμή αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, θα είχα γυρίσει πάλι πίσω στα βήματά μου. Έτσι υπολόγισα διπλή την πραγματική περίμετρο. Η ταραχή του μυαλού μου με εμπόδισε να προσέξω κάτι. Είχα τον τοίχο στα αριστερά μου όταν άρχισα τον γύρο και στα δεξιά μου όταν τον τελείωσα.

Το ίδιο έπαθα και με το σχήμα της φυλακής. Καθώς βάδιζα ψηλαφητά, βρήκα αρκετές γωνίες, και αυτές με έκαναν να συμπεράνω ότι η φυλακή μου ήταν ακανόνιστη. Το βαθύ σκοτάδι μπορεί να έχει μεγάλη επίδραση στην κρίση εκείνου που συνέρχεται από λήθαργο ή από ύπνο. Οι γωνίες αυτές οφείλονταν μόνο σε μερικές μικρές εσοχές και κοιλώματα, που δεν είχαν κανονική σειρά.

Στο σύνολό της η φυλακή μου είχε σχήμα τετράγωνο. Αυτό που είχα πάρει για τοίχο από πέτρα, μου φαινόταν τώρα από σίδερο ή από κάποιο άλλο μέταλλο. Ήταν μεγάλες πλάκες, και οι ενώσεις τους σχημάτιζαν τις εσοχές που είχα παρατηρήσει. Σε όλη την επιφάνεια του μετάλλου υπήρχαν μεγάλες βρόμικες ζωγραφιές. Έδειχναν τα άσχημα και αποκρουστικά σύμβολα που εφηύρε η σκοτεινή δεισιδαιμονία των μοναχών. Μορφές δαιμόνων με απειλητική όψη και σκελετωμένα σώματα, καθώς και άλλες φρικτές εικόνες, σκέπαζαν και ντρόπιαζαν τους τοίχους. Παρατήρησα ότι τα τέρατα αυτά είχαν πολύ καθαρές γραμμές. Αλλά τα χρώματά τους φαίνονταν σβησμένα και ξεθωριασμένα από την υγρασία του αέρα. Εξέτασα το έδαφος. Ήταν στρωμένο με πέτρες. Στη μέση το στρογγυλό πηγάδι άνοιγε το τεράστιο στόμα του, από το οποίο είχα γλιτώσει ευτυχώς.

Όλα αυτά τα διέκρινα κάπως αόριστα και όχι χωρίς κόπο. Γιατί, ενώ κοιμόμουν, η θέση του σώματός μου είχε αλλάξει πολύ. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα, σε όλο το μήκος του σώματός μου, πάνω σε ένα ξύλινο κουτί, πολύ χαμηλό.

Με κρατούσε στερεά δεμένο ένα σκοινί, που τύλιγε πολλές φορές το σώμα μου. Μόνο το κεφάλι μου και το αριστερό μου χέρι έμεναν ελεύθερα. Η τροφή μου ήταν τοποθετημένη δίπλα μου, και έπρεπε να κάνω σοβαρές προσπάθειες για να την πάρω. Είδα με τρόμο ότι είχαν πάρει την κανάτα με το νερό. Λέω με τρόμο, γιατί διψούσα υπερβολικά. Το σχέδιο των διωκτών μου ήταν αναμφίβολα να δυναμώσουν τη δίψα μου, γιατί η τροφή στον δίσκο ήταν πολύ αλμυρή.

Κοίταξα ψηλά και παρατήρησα την οροφή της φυλακής μου. Βρισκόταν τριάντα ή σαράντα πόδια πάνω από το κεφάλι μου και έμοιαζε στην κατασκευή με τους τοίχους. Ένας από τους πίνακες έδειχνε κάτι πολύ παράξενο, που κέντρισε την περιέργειά μου. Ήταν μια εικόνα του Χρόνου, με τη μορφή που του δίνουν συνήθως. Αντί όμως για δρεπάνι κρατούσε κάτι άλλο. Αφηρημένος στην αρχή, το πήρα για τεράστιο εκκρεμές, σαν εκείνα των παλιών ρολογιών. Το εργαλείο αυτό όμως είχε κάτι ιδιαίτερο στην όψη του, που με έκανε να το εξετάσω με ξεχωριστή προσοχή. Ήταν τοποθετημένο ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Κάρφωσα το βλέμμα πάνω του και νόμισα ότι το είδα να κινείται. Σε λίγο η ιδέα μου επιβεβαιώθηκε. Η αιώρησή του ήταν μικρή και γι' αυτό αργή. Το παρατήρησα για λίγα λεπτά με κάποιο φόβο, αλλά κυρίως με έκπληξη. Στο τέλος βαρέθηκα να παρακολουθώ τη μονότονη κίνησή του και εξέτασα τα άλλα πράγματα του κελιού. Ένας ελαφρύς ψίθυρος τράβηξε την προσοχή μου. Κοίταξα κάτω και είδα πολλούς τεράστιους ποντικούς να τρέχουν στο έδαφος. Ενώ τους παρατηρούσα, έφταναν σε πυκνές φάλαγγες, πολύ γρήγορα, με άπληστα μάτια. Τους τραβούσε η μυρωδιά του κρέατος.

Για να τους διώξω, χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες και συνεχής προσοχή. Πέρασε σχεδόν μισή ώρα, ίσως και μία (δεν μπορώ να πω ακριβώς, γιατί είχα πολύ ατελή αίσθηση του χρόνου). Τότε σήκωσα τα μάτια μου προς τα πάνω.

Αυτό που είδα με θάμπωσε και με τρόμαξε. Το εκκρεμές είχε κατέβει περίπου μία υάρδα. Φυσική συνέπεια ήταν να αυξηθεί και η ταχύτητά του. Αλλά αυτό που με τάραξε κυρίως ήταν ότι με πλησίαζε φανερά. Παρατήρησα τότε — περιττό να σας πω με τι τρόμο — την κάτω άκρη του. Ήταν ένα μισοφέγγαρο από γυαλιστερό ατσάλι, ενός ποδιού μήκος περίπου από το ένα κέρατο ως το άλλο. Τα κέρατα αυτά ήταν γυρισμένα προς τα πάνω. Η κάτω άκρη φαινόταν ακονισμένη σαν ξυράφι και είχε και το σχήμα του. Κρεμόταν από ένα μπρούντζινο σύρμα. Όλο αυτό σφύριζε καθώς αιωρούνταν στο κενό.

Δεν μπορούσα πια να αμφιβάλλω για την τύχη που μου ετοίμαζε η εφευρετικότητα των μοναχών. Οι πράκτορες της Ιεράς Εξέτασης ήξεραν ότι είχα ανακαλύψει το πηγάδι. Με το πηγάδι αυτό βασάνιζαν έναν τόσο αυθάδη αιρετικό όπως εγώ. Το θεωρούσαν γενικά το ακραίο τέλος των ποινών της Ιεράς Εξέτασης.

Τυχαία γλίτωσα από το να πέσω στο πηγάδι. Ήξερα ότι από τις κύριες παραδόσεις αυτών των ποινών ήταν να πιάνουν τον καταδικασμένο στην παγίδα. Τον αιφνιδίαζαν και με τα βασανιστήρια.

Επειδή δεν έπεσα στην άβυσσο, τα διαβολικά τους σχέδια δεν επέτρεπαν να με ρίξουν αυτοί. Επομένως με περίμενε σίγουρα ένας διαφορετικός και γλυκύτερος θάνατος.

Γλυκύτερος! Μισογέλασα μέσα στην αγωνία μου, γιατί χρησιμοποίησα μια τόσο αντιφατική λέξη. Γιατί λοιπόν να περιγράψω τις μακριές, μακριές ώρες της αγωνίας, πιο φοβερής από τον θάνατο; Τις πέρασα μετρώντας την κίνηση του εκκρεμούς. Από δάχτυλο σε δάχτυλο, από γραμμή σε γραμμή, η πολύ αργή κάθοδός του ήταν για μένα ένας αιώνας. Και πάντα πλησίαζε πιο χαμηλά. Πέρασαν μέρες, ίσως πολλές μέρες, ώσπου ένιωσα την πνοή του κοντά μου. Η μυρωδιά του ακονισμένου ατσαλιού χάιδευε τα ρουθούνια μου.

Ικέτευσα τον Θεό, τον ενόχλησα με τις προσευχές μου. Τον παρακαλούσα να κατεβεί το εκκρεμές όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Με κυρίεψε φρενίτιδα και τρέλα. Έβαλα όλη μου τη δύναμη για να ανασηκωθώ και να πλησιάσω μόνος μου το τρομερό γιαταγάνι που ερχόταν. Έπειτα έπεσα πίσω, ήσυχος ξαφνικά, και έμεινα ξαπλωμένος. Χαμογελούσα σε αυτόν τον θάνατο με την αφέλεια ενός παιδιού που πλησιάζει ένα πολύ κοφτερό αντικείμενο. Έπεσα σε μια νέα περίοδο τέλειας αναισθησίας, που όμως ήταν πολύ σύντομη. Γιατί όταν γύρισα στη ζωή, δεν κατάλαβα καμία αισθητή κάθοδο του εκκρεμούς. Μπορεί όμως η περίοδος αυτή να ήταν πολύ μεγάλη. Γιατί δεν αμφέβαλλα καθόλου ότι στην αγωνία μου με παρακολουθούσαν δαίμονες. Αυτοί πρόσεξαν τη λιποθυμία μου και σταμάτησαν για λίγες στιγμές την κάθοδο του εκκρεμούς.

Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου, ένιωθα πιο αδύναμος από όσο μπορώ να πω και πονούσα από τη μακριά ακινησία. Το περίεργο είναι ότι, με όλη την αγωνία και τον πόνο μου, το σώμα μου ζητούσε τροφή. Με πολύ κόπο κατάφερα να απλώσω το αριστερό μου χέρι, όσο μου επέτρεπαν τα δεσμά. Πήρα μερικά υπολείμματα, που τα είχαν αφήσει οι ποντικοί.

Ενώ έφερνα ένα κομμάτι ψωμί στα χείλη μου, με έπιασε μια αόριστη ιδέα, μια ιδέα χαράς και ελπίδας.

Όμως τι με έδενε πια με την ελπίδα; Όπως είπα, ήταν μια αόριστη ιδέα. Δεν είναι σπάνιο να σκέφτεται κανείς ιδέες που δεν ολοκληρώνονται. Η ιδέα αυτή όμως πέθανε μόλις γεννήθηκε.

Μάταια προσπαθούσα να τη συμπληρώσω, να της δώσω ξανά ζωή. Η μακρά ταλαιπωρία είχε εξαντλήσει σχεδόν όλες τις δυνάμεις του μυαλού μου. Έγινα σαν ξεμωραμένος, σαν μωρουδάκι.

Η κίνηση του εκκρεμούς γινόταν κάθετα προς το μήκος του σώματός μου. Παρατήρησα ότι η κοφτερή άκρη ήταν τοποθετημένη έτσι, ώστε να διαπεράσει την καρδιά μου. Στην αρχή θα άγγιζε ξυστά το λινό μου ρούχο. Έπειτα θα ξαναγύριζε για να το κόψει επιφανειακά. Η δύναμη του εκκρεμούς και η αντοχή του ατσαλιού ήταν τόσο μεγάλες, που θα τρυπούσαν και ατσάλινους τοίχους. Όμως, για αυτή τη μικρή δουλειά που είπα, θα χρειαζόταν αρκετός χρόνος. Δεν τόλμησα να σκεφτώ περισσότερο. Γι' αυτό συγκέντρωσα όλη τη δύναμη της προσοχής μου. Ήταν σαν να έφτανε αυτό το πείσμα για να σταματήσει εκεί η μανία του ατσαλιού. Προσπάθησα να φανταστώ πρώτα το τρίψιμο της λεπίδας όταν θα έσκιζε τον μανδύα μου. Φαντάστηκα ακόμα την πολύ οξεία αίσθηση που θα έδινε στα νεύρα μου το τρίψιμο του υφάσματος. Επέμενα τόσο πολύ σε αυτές τις ανόητες λεπτομέρειες, που τα δόντια μου χτυπούσαν.

Και συνέχιζε να κατεβαίνει με απόλυτη κανονικότητα. Ένιωθα υπερβολική ευχαρίστηση να υπολογίζω τη σχέση ανάμεσα στην ταχύτητά του προς τα κάτω και στην ταχύτητά του στο πλάι.

Δεξιά, αριστερά, φεύγει και ξανάρχεται με τα βελούδινα βήματα της τίγρης. Ο οξύς και βραχνός κρότος του περνούσε την καρδιά μου. Και πότε με έπιαναν γέλια και πότε ούρλιαζα, ανάλογα με την ιδέα που με κυρίευε.

Και κατέβαινε κανονικά και αλύπητα. Αιωρούνταν σε απόσταση μόλις τριών δαχτύλων από το στήθος μου. Έκανα βίαιες, μανιασμένες προσπάθειες να ελευθερώσω το αριστερό μου χέρι. Ήταν ελεύθερο μόνο από τον αγκώνα ως την παλάμη. Μπορούσα, χωρίς μεγάλο κόπο, να απλώσω το χέρι μου ως το πιάτο δίπλα μου και να το φέρω στο στόμα. Τίποτα παραπάνω.

Αν μπορούσα να σπάσω τα δεσμά πάνω από τον αγκώνα, θα έπιανα το εκκρεμές. Θα προσπαθούσα να το σταματήσω . . . αν είναι δυνατόν, παρακαλώ, να σταματήσουμε μια καταιγίδα.

Και κατέβαινε και κατέβαινε!

Λαχάνιαζα και σε κάθε αιώρηση προσπαθούσα να σπάσω τα δεσμά μου. Στριφογύριζα σε κάθε πέρασμα του εκκρεμούς και κουλουριαζόμουν. Με τον πυρετό της πιο τρελής απελπισίας, τα μάτια μου το ακολουθούσαν μακριά, καθώς αύξανε η ταχύτητά του. Αλλά ένας σπασμός τα έκλεινε τη στιγμή που κατέβαινε. Ω! Πόσο πιο επιθυμητός θα ήταν ο θάνατος!

Και όμως ανατρίχιαζα στη σκέψη ότι έμενε μόνο λίγη απόσταση ακόμα. Τότε αυτό το κοφτερό και λαμπερό δρεπάνι θα χτυπούσε στο στήθος μου. Η ελπίδα τάραζε τα νεύρα μου και έκανε το σώμα μου να σφίγγεται. Η ελπίδα, που επισκέπτεται ακόμα και αυτές τις κρύπτες της Ιεράς Εξέτασης.

Υπολόγισα ότι χρειάζονταν δέκα ή δώδεκα περάσματα για να έρθει το ατσάλι σε επαφή με το στήθος μου. Και η παρατήρηση αυτή σκόρπισε στην ψυχή μου μεγάλη γαλήνη. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλές ώρες, ίσως πολλές μέρες, κατάφερα να σκεφτώ.

Σκέφτηκα ότι το σκοινί που με τύλιγε γύρω από το σώμα μου ήταν μονοκόμματο.

Το πρώτο φιλί του κυρτού ξυραφιού, σε οποιοδήποτε σημείο του σκοινιού, θα ελευθέρωνε αρκετά το αριστερό μου χέρι. Αλλά πόσο τρομερά κοντά θα ήταν τότε η λεπίδα! Η παραμικρή άτυχη κίνηση θα έφερνε τον θάνατο.

Αλλά ήταν δυνατόν να μην το είχαν σκεφτεί αυτό οι δήμιοί μου; Μπορούσα να είμαι βέβαιος ότι η κόψη του εκκρεμούς θα συναντούσε το σκοινί πάνω στο στήθος μου;

Έτρεμα γιατί έβλεπα να σβήνει και αυτή η αδύναμη ελπίδα μου, η τελευταία σίγουρα. Σήκωσα το κεφάλι μου για να κοιτάξω το στήθος μου. Το σκοινί σκέπαζε προσεκτικά τα άκρα και τον κορμό μου σε όλα τα σημεία. Άφηνε μόνο το μέρος που θα συναντούσε ακριβώς την άκρη του εκκρεμούς.

Μόλις άφησα το κεφάλι μου να ξαναπέσει στην πρώτη του θέση, μια λάμψη φώτισε το μυαλό μου. Ήταν το μισό από την ατελή ιδέα απελευθέρωσης, για την οποία μίλησα πριν από λίγο. Το άλλο μισό είχε κυματίσει αόριστα στο μυαλό μου, όταν προσπαθούσα να φέρω την τροφή στα καυτά χείλη μου. Και να που η ιδέα παρουσιαζόταν τώρα ολόκληρη, αδύνατη ακόμα, μόλις σχηματισμένη, αλλά πλήρης. Χωρίς να αργήσω, με τη νευρική ενέργεια της απελπισίας, άρχισα να την πραγματοποιώ.

Εδώ και ώρες, γύρω από το ξύλινο κουτί όπου ήμουν ξαπλωμένος, έβραζε κυριολεκτικά ένας στρατός από ποντικούς. Θορυβώδεις, αυθάδεις και πεινασμένοι, κάρφωναν πάνω μου τα κόκκινα μάτια τους. Σαν να περίμεναν μόνο τη στιγμή της πλήρους ακινησίας μου, για να με καταβροχθίσουν.

Με ποια τροφή, σκέφτηκα, είχαν συνηθίσει μέσα σε αυτό το πηγάδι!

Παρ' όλες τις προσπάθειές μου να τους εμποδίσω, έφαγαν ό,τι είχε το πιάτο, καθώς και μερικά αποφάγια.

Ως εκείνη τη στιγμή κουνούσα το χέρι μου γύρω από το πιάτο. Αλλά οι ποντικοί συνήθισαν αυτή την ομοιόμορφη κίνηση και έπαψαν να τη φοβούνται. Η αναίδειά τους έφτανε ως το σημείο να μου δαγκώνουν τα δάχτυλα. Με ό,τι είχε απομείνει από το λιπαρό κρέας άλειψα το σκοινί μου, όσο έφτανε το χέρι μου. Έπειτα σήκωσα το χέρι μου από το έδαφος και έμεινα ακίνητος, κρατώντας την ανάσα μου.

Στην αρχή τα άπληστα ζώα ξαφνιάστηκαν και ανησύχησαν από την ακινησία μου. Φοβήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια. Μερικοί έμειναν στο πηγάδι. Αλλά αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή. Δεν είχα μαντέψει μάταια την απληστία τους. Είδαν ότι δεν κουνιόμουν, και ένας ή δύο, οι πιο τολμηροί, σκαρφάλωσαν στο κρεβάτι μου. Άρχισαν να μυρίζουν το σκοινί. Αυτό ήταν το σήμα της γενικής επίθεσης. Εφεδρείες έφτασαν μέσα από το πηγάδι. Σκαρφάλωσαν στα ξύλα, τα κατέλαβαν με έφοδο και όρμησαν πάνω μου κατά εκατοντάδες. Η κανονική κίνηση του εκκρεμούς δεν τους ενοχλούσε και πολύ. Απέφευγαν τον κίνδυνο και επιτίθονταν όλοι μαζί στο αλειμμένο σκοινί. Σπρώχνονταν, μαζεύονταν πάνω μου και, ολοένα περισσότεροι, χόρευαν πάνω στον λαιμό μου. Τα κρύα χείλη τους ζητούσαν τα δικά μου. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω από το βάρος του πλήθους αυτού. Μια αηδία, που καμία λέξη εδώ κάτω δεν μπορεί να την περιγράψει, φούσκωνε το στήθος μου. Βαριές αναθυμιάσεις πάγωναν την καρδιά μου. Ένα λεπτό ακόμα και, πίστεψα, τα βάσανά μου θα τελείωναν.

Ένιωσα καθαρά ότι το σκοινί άρχισε να χαλαρώνει. Ένιωθα ότι σε πολλά σημεία είχε ήδη φαγωθεί. Με υπεράνθρωπη σταθερότητα έμεινα ακίνητος.

Οι προβλέψεις μου δεν με γέλασαν. Δεν υπέφερα άδικα. Ένιωσα τέλος ότι είχα ελευθερωθεί, ότι το σκοινί κρεμόταν κομμάτια κατά μήκος του σώματός μου. Αλλά ήδη το εκκρεμές άγγιζε το στήθος μου. Είχε κόψει τη λινάτσα του ρούχου μου. Πέρασε το λινό ύφασμα από κάτω. Πέρασε ακόμα δύο φορές, και μια αίσθηση άγριου πόνου διέτρεξε τα νεύρα μου. Αλλά ήρθε η στιγμή της απελευθέρωσής μου. Με μια κίνηση του χεριού μου οι ελευθερωτές μου σκορπίστηκαν με θόρυβο. Με ακριβή και προσεκτική κίνηση γλίστρησα αργά έξω από τον κύκλο των δεσμών, μακριά από τα όρια του κοιμητηρίου. Για μια στιγμή τουλάχιστον ήμουν ελεύθερος!

Ελεύθερος! Αλλά μέσα στα δίχτυα της Ιεράς Εξέτασης! Μόλις άφησα το φρικτό στρώμα και πάτησα στο πάτωμα του μπουντρουμιού μου, η δαιμονική κίνηση του εργαλείου σταμάτησε. Το είδα να τραβιέται ως την οροφή. Ήταν μια προειδοποίηση που έριξε την καρδιά μου σε απελπισία. Δεν μπορούσα να αμφιβάλλω ότι κατασκόπευαν και τις παραμικρές κινήσεις μου. Ελεύθερος! Γλίτωσα από τον θάνατο με αυτή τη μορφή, μόνο για να υποστώ κάτι χειρότερο από τον θάνατο. Θα είχε τη μορφή μιας άλλης αγωνίας. Με αυτή την ιδέα, γύρισα τα ανήσυχα μάτια μου στους σιδερένιους τοίχους της φυλακής. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε γίνει κάτι εξαιρετικό στο δωμάτιο, κάποια σημαντική αλλαγή. Στην αρχή δεν μπορούσα να την καταλάβω καθαρά. Έμεινα για μερικές στιγμές αφηρημένος, μέσα στο όνειρο και στον φόβο, πλάθοντας φανταστικές και ανόητες υποθέσεις.

Εκείνη τη στιγμή ανακάλυψα από πού ερχόταν η λάμψη, η κίτρινη σαν θειάφι, που φώτιζε το κελί μου. Ερχόταν από μια ρωγμή μισού ποδιού πλάτος, που απλωνόταν κατά μήκος των τοίχων, στη βάση τους. Έτσι πείστηκα ότι οι τοίχοι ήταν μετέωροι, και τους κρατούσε από τα πλάγια κάποια μηχανή. Έσκυψα και προσπάθησα, αλλά μάταια, να δω μέσα από τη ρωγμή. Μόλις σήκωσα το κεφάλι μου, κατάλαβα ποια ήταν η μυστηριώδης αλλαγή στην κρύπτη μου. Είχα παρατηρήσει ότι τα χρώματα των τοιχογραφιών είχαν ξεθωριάσει και κιτρινίσει, αν και τα περιγράμματά τους ξεχώριζαν αρκετά. Τώρα τα χρώματα αυτά έπαιρναν ξαφνικά, και όλο και πιο πολύ, μια δυνατή λάμψη. Αυτή η λάμψη έδινε στα τέρατα όψεις και μορφές που θα τρόμαζαν και πιο γερά νεύρα από τα δικά μου. Μάτια δαιμόνων, άγρια και τρομακτικά ζωηρά, καρφώνονταν πάνω μου. Φαίνονταν να με ακολουθούν, όπου κι αν γύριζα και απ' όπου κι αν τα κοίταζα. Έλαμπαν με μια απαίσια λάμψη, και μάταια προσπαθούσα να τη θεωρήσω φανταστική. Φανταστική! Κι όμως ανέπνεα αέρα από ζεσταμένο σίδερο. Η φυλακή μου είχε γεμίσει από μια αποπνικτική μυρωδιά. Μια λάμψη, ολοένα πιο δυνατή, έδινε νέα ζωή στα μάτια των τεράτων που παρακολουθούσαν την αγωνία μου. Ένα κόκκινο χρώμα, ολοένα πιο έντονο, απλωνόταν πάνω σε αυτές τις εικόνες της φρίκης και του αίματος. Λαχάνιαζα. Μόλις μπορούσα να αναπνεύσω. Δεν μου έμενε πια καμία αμφιβολία για τα σχέδια των διωκτών μου, αυτών των πολύ φανατικών ανθρώπων.

Απομακρύνθηκα από το καυτό μέταλλο και πήγα προς το κέντρο της φυλακής μου. Απειλούμενος να καώ, σκέφτηκα τη δροσιά του πηγαδιού. Η σκέψη αυτή ήταν βάλσαμο για την ψυχή μου. Έτρεξα στο στόμιο του πηγαδιού και βύθισα τα μάτια μου ως τον πάτο. Η λάμψη της πυρωμένης οροφής το φώτιζε προς όλες τις κατευθύνσεις. Όμως το μυαλό μου, σε στιγμές τρέλας, δεν ήθελε να καταλάβει τι γινόταν. Αλλά τέλος η αλήθεια επιβλήθηκε. Έσπασε την πόρτα του λογικού μου και το φώτισε.

Ω! Οτιδήποτε άλλο, μα όχι αυτό! Όχι τέτοιο βασανιστήριο! Όχι τέτοιος θάνατος! Ούρλιαζα άγρια, τραβήχτηκα από το χείλος του πηγαδιού, έκρυψα το πρόσωπο στα δύο μου χέρια και έκλαψα πικρά.

Η ζέστη αυξήθηκε γρήγορα, και σήκωσα πάλι τα μάτια, ενώ με τίναζε τρομερός πυρετός. Η φυλακή μου είχε πάθει νέα αλλαγή, και η αλλαγή αφορούσε φανερά το σχήμα της. Όπως και την πρώτη φορά, δεν κατάφερα να καταλάβω αμέσως τι γινόταν. Αλλά η αμφιβολία αυτή δεν κράτησε πολύ. Η καταδίωξη της Ιεράς Εξέτασης γινόταν πιο γρήγορη, πεισμωμένη από τη διπλή αποτυχία. Έβλεπα ότι δεν μπορούσα να παίξω με τον Βασιλιά της Φρίκης. Η φυλακή μου ήταν τετράγωνη. Ξαφνικά είδα ότι δύο από τις σιδερένιες γωνίες έγιναν οξείες και οι άλλες δύο αμβλείες.

Η τρομερή μεταμόρφωση προχωρούσε γρήγορα, με έναν υπόκωφο ψίθυρο, με ένα τρίξιμο που μόλις ακουγόταν. Σε ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού το κελί έγινε ρόμβος. Αλλά η μεταμόρφωση δεν θα σταματούσε εκεί. Δεν είχα ούτε την επιθυμία ούτε την ελπίδα να τη σταματήσω εκεί. Θα προτιμούσα να κολλήσω το στήθος μου σε αυτούς τους πυρωμένους τοίχους. Θα τους έκανα ρούχο αιώνιας ειρήνης.

«Ο θάνατος», φώναξα, «όλοι οι θάνατοι μαζί, αλλ' όχι να πνιγώ στο πηγάδι».

Τρέλα! Πώς δεν καταλάβαινα ότι σε αυτό το πηγάδι έπρεπε να βρίσκεται το καυτό μέταλλο που με πίεζε από παντού; Μπορούσα να αντισταθώ στη ζέστη του! Αλλά και αν γινόταν αυτό, πώς θα μπορούσα να αντισταθώ στην πίεσή του;

Και να που ο ρόμβος πλάταινε με ταχύτητα που δεν μου άφηνε ούτε χρόνο να τον παρακολουθήσω. Το κέντρο του, και φυσικά και η πιο μακριά διαγώνιός του, έπεφταν πάνω στην ανοιχτή άβυσσο.

Απομακρύνθηκα, αλλά οι τοίχοι πλησίαζαν και με έσπρωχναν μπροστά με ακαταμάχητη δύναμη.

Ήρθε η στιγμή που το σώμα μου ήταν κουλουριασμένο, για να αποφύγει τους καυτούς τοίχους. Στο στερεό έδαφος της φυλακής δεν είχα πια παρά ένα κομμάτι ενός ποδιού πλάτος.

Έπαψα να αγωνίζομαι. Αλλά η αγωνία της ψυχής μου ξέσπασε σε μια κραυγή απελπισίας. Ένιωσα ότι τρέκλιζα στο χείλος του πηγαδιού.

Απέστρεψα τα μάτια μου!

Ξαφνικά άκουσα ανάκατες φωνές ανθρώπων και δυνατούς ήχους από σάλπιγγες. Ένα βραχνό μουγκρητό, σαν από αμέτρητους κεραυνούς. Οι πύρινοι τοίχοι τραβήχτηκαν αμέσως πίσω. Ένα χέρι έπιασε το μπράτσο μου, ακριβώς τη στιγμή που έπεφτα εξαντλημένος στην άβυσσο. Ήταν το χέρι του στρατηγού Λασσάλ. Ο γαλλικός στρατός είχε μπει στο Τολέδο.

Η Ιερά Εξέταση είχε πέσει στα χέρια των εχθρών της.

### Γλωσσάρι

- **εκκρεμές**: βάρος που κινείται δεξιά και αριστερά, όπως στα παλιά ρολόγια.
- **μπουντρούμι**: σκοτεινή υπόγεια φυλακή.
- **Ιερά Εξέταση**: παλιό δικαστήριο της Εκκλησίας που τιμωρούσε τους αιρετικούς.
- **αιρετικό**: άνθρωπος που πιστεύει κάτι διαφορετικό από την Εκκλησία.
- **πυρά**: φωτιά όπου έκαιγαν ανθρώπους ως τιμωρία.
- **δήμιοί μου**: αυτοί που θα με εκτελούσαν.
- **μισοφέγγαρο**: σχήμα σαν το φεγγάρι όταν φαίνεται το μισό.
- **ρόμβος**: σχήμα με τέσσερις ίσες πλευρές και λοξές γωνίες.
- **λινάτσα**: χοντρό πανί.
- **υάρδα**: αγγλικό μέτρο μήκους, λίγο μικρότερο από ένα μέτρο.
- **κρύπτη**: σκοτεινό υπόγειο δωμάτιο, σαν τάφος.
- **δρεπάνι**: εργαλείο με κυρτή λεπίδα για το κόψιμο του χόρτου.
- **γιαταγάνι**: μεγάλο κυρτό μαχαίρι.
- **Απέστρεψα**: γύρισα αλλού.
- **ηλεκτρική συστοιχία**: παλιά μπαταρία.

## Η συνάντησις

«Εκεί κάτω θα με περιμένεις! Σίγουρα θα σε ξαναβρώ σε εκείνον τον βαθύ και σκοτεινό κάμπο.»

(Αυτό το έγραψε ένας Άγγλος Δεσπότης πάνω στον τάφο της γυναίκας του.)

Μυστηριώδη και άτυχε άνθρωπε!

Σε θάμπωσε η λάμψη της ίδιας σου της φαντασίας. Γκρεμίστηκες, ενώ τα ωραία σου νιάτα έλαμπαν ακόμη. Σε ξαναβλέπω με τον νου μου!

Μου παρουσιάζεσαι ακόμη μια φορά. Δεν σε βλέπω όπως είσαι τώρα, μέσα στο σκοτάδι του Άδη. Σε βλέπω όπως έπρεπε να είσαι. Σκορπίζεις σε όλους τους ανέμους μια ζωή γεμάτη μεγαλείο και όνειρα. Βρίσκεσαι μέσα στη σκοτεινή πόλη των οραμάτων, στη Βενετία σου. Είναι ένας παράδεισος γεμάτος άστρα, κοντά στη θάλασσα. Τα παλάτια της χρωστούν τη μορφή τους στο πνεύμα του Παλλάδιο. Έχουν μεγάλα παράθυρα, που λες και ονειρεύονται πάνω στα μυστηριώδη και σιωπηλά νερά της.

Ναι! Το ξαναλέω, όπως έπρεπε να ήσουν!

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι κόσμοι εκτός από αυτόν εδώ κάτω. Υπάρχουν άλλες σκέψεις από τις σκέψεις των πολλών. Υπάρχουν και άλλες θεωρίες από τις θεωρίες των σοφιστών.

Και τότε ποιος θα μπορούσε να αμφιβάλλει για το μεγαλείο της πράξης σου; Ποιος θα σε κατηγορούσε για τις ονειροπόλες ώρες σου; Ποιος θα έλεγε πως σπαταλούσες την ακούραστη δράση σου σε εξωφρενικές τρέλες;

* * *

Εκεί στη Βενετία, κοντά στη Γέφυρα των στεναγμών, συνάντησα τον άνθρωπο στον οποίο μιλώ τώρα. Ήταν η τρίτη ή η τέταρτη φορά που τον έβλεπα.

Και πώς να ξεχάσω αυτή τη συνάντηση!

Η σκοτεινιά της νύχτας, η Γέφυρα των στεναγμών, η ομορφιά της γυναίκας! Και ο αέρας του ρομαντισμού που πλανιόταν πάνω στο στενό κανάλι!

Μαύρη, πίσσα ήταν η νύχτα.

Το μεγάλο ρολόι της περίφημης Πιάτζα χτυπούσε την πέμπτη ώρα.

Η Πλατεία του Καμπανέλου ήταν έρημη και σιωπηλή. Τα φώτα στο παλιό Παλάτι των Δόγηδων είχαν σβήσει σχεδόν όλα.

Γύριζα από την Πιατζέτα και πήγαινα σπίτι μου μέσα από το Μεγάλο Κανάλι.

Η γόνδολά μου έστριβε στο κανάλι του Αγίου Μάρκου. Εκείνη τη στιγμή όμως μια γυναικεία φωνή ακούστηκε ξαφνικά στα βάθη της νύχτας.

Ήταν μια φωνή άγρια, τρελή, και δεν σταματούσε. Τρομαγμένος, σηκώθηκα όρθιος, ενώ ο γονδολιέρης μου άφηνε να του γλιστρήσει από τα χέρια το μοναδικό του κουπί. (Οι γόνδολες, όπως ξέρετε, έχουν μόνο ένα κουπί.) Μέσα σε τέτοιο σκοτάδι ήταν δύσκολο να το ξαναβρεί. Έτσι το ρεύμα, που κυλούσε από το μεγάλο προς το μικρό κανάλι, μας πήρε μαζί του.

Σαν μεγάλο μαύρο πουλί, η γόνδολά μας παρασυρόταν σιγά σιγά προς τη Γέφυρα των στεναγμών.

Ξαφνικά πολλές, πολλές δάδες φάνηκαν στα παράθυρα και στη μεγάλη σκάλα του παλατιού. Ένα χλωμό φως που έτρεμε διέλυσε το σκοτάδι.

Ένα παιδάκι είχε γλιστρήσει από τα χέρια της μάνας του. Από το παράθυρο του τελευταίου ορόφου του ψηλού παλατιού έπεσε στο σκοτεινό κανάλι.

Τα ήσυχα νερά σκέπασαν αδιάφορα το σωματάκι του παιδιού. Ως τότε μόνο η γόνδολά μου βρισκόταν στο κανάλι. Τώρα όμως φάνηκαν ξαφνικά πολλοί άνθρωποι από όλες τις μεριές. Έπεφταν με γενναιότητα μέσα στο ρεύμα και άρχισαν να ψάχνουν το μικρό αγγελούδι.

Μα η θάλασσα το είχε σκεπάσει και ο κόπος τους πήγαινε χαμένος.

Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω μια γυναίκα όρθια στο μεγάλο πλατύσκαλο του παλατιού. Το πλατύσκαλο ήταν από μαύρο μάρμαρο και ακουμπούσε στο νερό. Όσοι την είδαν δεν μπόρεσαν ποτέ να την ξεχάσουν.

Ήταν η μαρκησία Αφροδίτη. Όλη η Βενετία τη λάτρευε. Ήταν η πιο χαρούμενη και η πιο θαυμαστή από τις γυναίκες αυτής της χώρας, όπου όλες είναι ωραίες. Ήταν η νεαρή σύζυγος, αλίμονο, του γέρου ραδιούργου Μεντόνι. Ήταν η μητέρα του ωραίου παιδιού, του πρώτου και μοναδικού της παιδιού! Το παιδί βρισκόταν τώρα, τυλιγμένο στα σπάργανά του, στα βάθη του σκοτεινού νερού.

Στέκεται ίσια και επιβλητική.

Τα λεπτά της πόδια, γυμνά και λευκά σαν το ασήμι, καθρεφτίζονται στον μαύρο μαρμάρινο καθρέφτη από κάτω της. Τα μαλλιά της τα είχε λύσει όταν γύρισε από τον χορό. Είναι μαλλιά σε μπούκλες, με αντανακλάσεις σαν του υάκινθου, και πάνω τους λάμπουν αμέτρητα διαμάντια. Τυλίγονται γύρω από ένα κεφάλι κλασικής ομορφιάς.

Ύφασμα λευκό σαν το χιόνι και ελαφρύ σαν τον αέρα φαίνεται να σκεπάζει μόνο το λεπτό της σώμα. Όσο αέρινο κι αν είναι όμως αυτό το φόρεμα, τίποτα δεν ταράζει τις πτυχές του. Πέφτει γύρω της ακίνητο, όπως το βαρύ μαρμάρινο ρούχο της αρχαίας Νιόβης. Τόσο ήρεμος, ζεστός και βαρύς ήταν ο αέρας εκείνου του καλοκαιρινού μεσονυχτίου. Και τόσο ακίνητη έμενε αυτή η γυναίκα, σαν άγαλμα.

Αλλά, παράξενο πράγμα, δεν χαμηλώνει τα μεγάλα φωτεινά της μάτια προς τον τάφο. Εκεί βρίσκεται, τυλιγμένη στα σπάργανα, η μόνη της ελπίδα. Τα στρέφει προς μια παράξενα διαφορετική κατεύθυνση.

Η φυλακή της Παλαιάς Δημοκρατίας είναι βέβαια από τα πιο επιβλητικά κτίρια. Γιατί όμως η μαρκησία την κοιτάζει τόσο πεισματικά, ενώ κοντά της χάνεται το μόνο της παιδί; Ακριβώς απέναντι από τα παράθυρα της κρεβατοκάμαράς της ανοίγεται εκεί κάτω μια εσοχή γεμάτη σκοτάδι. Τι μπορούσε να μένει ακόμη σε αυτή τη σκοτεινή γωνία; Τι υπήρχε στην αρχιτεκτονική του κτιρίου, στα θαυμαστά του αετώματα, τυλιγμένα με κισσούς; Η μαρκησία του Μεντόνι τα είχε δει όλα χιλιάδες φορές! Αλλά τι λέω; Ποιος δεν ξέρει τι γίνεται σε τέτοιες στιγμές; Τα μάτια μας είναι σαν καθρέφτης με πολλά πρίσματα και πολλαπλασιάζουν τις εικόνες του πόνου μας. Στρέφονται μακριά, προς τα πιο απίθανα μέρη, και ψάχνουν την αιτία της θλίψης μας. Και συχνά αυτή η αιτία βρίσκεται πολύ κοντά μας.

Λίγα σκαλοπάτια πιο ψηλά από τη μαρκησία υπάρχει μια θολωτή πύλη, που βλέπει στο κανάλι. Κάτω από αυτήν στέκεται ο ακόλαστος Μεντόνι, ντυμένος ακόμη με τα ρούχα του χορού. Πού και πού γρατζουνά μηχανικά την κιθάρα του. Με αέρα μεγάλης βαρεμάρας δίνει μερικές συμβουλές στους ανθρώπους που προσπαθούν να σώσουν το παιδί του.

Εγώ, από την κατάπληξή μου, δεν μπορούσα να κάνω καμία κίνηση. Πέρασα ανάμεσα από τις ταραγμένες ομάδες των ανθρώπων που κοίταζαν, όρθιος και χλωμός μέσα στη μαύρη μου γόνδολα. Στα μάτια τους θα έμοιαζα με φάντασμα που φέρνει κακοτυχία.

Όλες οι προσπάθειες πήγαν χαμένες. Πολλοί από τους καλύτερους κολυμβητές έφευγαν ήδη, βαθιά απογοητευμένοι. Η τύχη του παιδιού φαινόταν πολύ απελπιστική. Αλλά μήπως και η τύχη της μητέρας ήταν καλύτερη;

Τότε ένας άνθρωπος βγήκε από τα βάθη της σκοτεινής γωνίας για την οποία σας μίλησα. Ήταν τυλιγμένος σε έναν μανδύα. Αυτή η γωνία βρισκόταν μέσα στις σκιές της φυλακής της Παλαιάς Δημοκρατίας, ακριβώς απέναντι από τα παράθυρα της μαρκησίας. Ο άνθρωπος φάνηκε στο φωτισμένο μέρος και σταμάτησε μια στιγμή στην απότομη όχθη. Έπειτα βούτηξε με το κεφάλι στο κανάλι.

Σε μια στιγμή φάνηκε στη μαρμάρινη σκάλα, κοντά στη μαρκησία. Κρατούσε στα χέρια του το παιδί, ζωντανό, που ανέπνεε ακόμη. Τότε ο μανδύας του, βαρύς από το νερό, έπεσε μπροστά στα πόδια του. Οι θεατές, κατάπληκτοι, είδαν το χαριτωμένο πρόσωπο ενός νέου. Το όνομά του ήταν τότε ξακουστό σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.

Ο σωτήρας δεν είπε ούτε λέξη. Αλλά η μαρκησία θα αρπάξει σίγουρα το παιδί της. Θα το σφίξει στην καρδιά της, θα αγκαλιάσει το τόσο λεπτό αυτό σωματάκι και θα το πνίξει στα φιλιά.

Αλλοίμονο, όχι!

Άλλη το πήρε από τα χέρια του ξένου, άλλη το πηγαίνει εκεί κάτω, μέσα στο μέγαρο.

Και η μαρκησία! Τα χείλη της, τα ωραία της χείλη, τρέμουν. Τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα. Εκείνα τα μάτια, όμοια με την άκανθα του Πλίνιου, είναι γλυκά και υγρά. Ναι! Τα μάτια της είναι φουσκωμένα από δάκρυα.

Η γυναίκα ολόκληρη τινάχτηκε στα βάθη της ψυχής της. Το άγαλμα έδωσε σημάδι ζωής! Το χλωμό μαρμάρινο πρόσωπό της, η καμπύλη του μαρμάρινου κόλπου της, η λευκότητα των μαρμάρινων ποδιών της: όλα κοκκίνισαν. Όλο το σώμα της σκεπάστηκε αμέσως από τα κύματα ενός κοκκινίσματος που δεν μπορούσε να κρατήσει. Ένα ελαφρύ ρίγος τινάζει το λεπτό σώμα της. Έτσι ακριβώς η αύρα της Νεάπολης ταράζει ελαφρά τους ωραίους λευκούς κρίνους, που είναι σκορπισμένοι στη χλόη. Γιατί κοκκίνισε η κυρία;

Σε αυτή την ερώτηση δεν υπάρχει απάντηση.

Μήπως με τη μεγάλη της ταραχή, με τον τρόμο της μητρικής της καρδιάς, ξέχασε κάτι; Μήπως βγήκε από την κάμαρά της χωρίς να φορέσει παντόφλες στα λεπτά της πόδια; Μήπως ξέχασε εντελώς να σκεπάσει με το πέπλο που της ταίριαζε τους ωραίους βενετσιάνικους ώμους της;

Σε ποια άλλη αιτία να αποδώσει κανείς αυτό το κοκκίνισμα; Τι άλλο εξηγεί την παράξενη λάμψη του τρυφερού της βλέμματος; Τι εξηγεί το πολύ ταραγμένο ανεβοκατέβασμα αυτού του κόλπου; Τι εξηγεί το δυνατό σφίξιμο του χεριού της που τρέμει; Ο Μεντόνι γυρίζει στο παλάτι, και εκείνη τη στιγμή το χέρι της συναντά τυχαία το χέρι του ξένου.

Αλλά τότε πώς να εξηγήσουμε τη χαμηλή φωνή; Πώς να εξηγήσουμε τον πολύ χαμηλό τόνο των μυστηριωδών λόγων της; Η κυρία τους επανέλαβε βιαστικά, όταν τον αποχαιρετούσε.

— Ενίκησες! είπε (εκτός αν με γέλασε ο ψίθυρος του νερού).

— Ενίκησες! . . . Μια ώρα μετά την ανατολή του ήλιου . . . θα ενωθούμε! . . . Ας γίνει! . . .

* * *

Ο θόρυβος είχε σταματήσει.

Τα φώτα απομακρύνθηκαν και χάθηκαν μέσα στο παλάτι.

Ο ξένος όμως, που τον είχα αναγνωρίσει, στεκόταν ακόμη όρθιος στη σκάλα. Φαινόταν ταραγμένος πέρα από κάθε περιγραφή. Τα μάτια του άστραφταν και έψαχναν γύρω για μια γόνδολα.

Το πιο απλό ήταν να του προσφέρω τη γόνδολά μου, και εκείνος δέχτηκε.

Πήραμε αμέσως ένα κουπί από τον σταθμό των βαρκών και ξεκινήσαμε για το σπίτι του νέου.

Σύντομα συνήλθε. Με όλα τα σημάδια της φιλίας, μίλησε για τη μικρή γνωριμία που είχαμε παλιότερα.

Υπάρχουν μερικά πράγματα που μου αρέσει να τα εξηγώ με λεπτομέρειες. Ένα από αυτά είναι και ο ξένος. Ας μου επιτραπεί να τον λέω έτσι, αφού ήταν πάντα και για όλους ένας ξένος.

Το ανάστημά του ήταν λίγο πιο μικρό από το μέσο. Υπήρχαν όμως στιγμές δυνατού πάθους που φαινόταν να μεγαλώνει πέρα από κάθε προσδοκία. Το κορμί του ήταν ευλύγιστο, αρμονικό και λίγο λεπτό. Από αυτό μπορούσε κανείς να προβλέψει τη δράση και την αποφασιστικότητα που έδειξε στη Γέφυρα των στεναγμών.

Είχε κάνει πραγματικά κατορθώματα, με δύναμη Ηρακλή, σε αρκετά επικίνδυνες στιγμές. Πολύ περισσότερο όμως είχε το στόμα και το πηγούνι θεού. Είχε παράξενα μάτια, άγρια, βαθιά και πολύ γλυκά μαζί. Ήταν μάτια μαύρα, που το χρώμα τους πήγαινε από το βαθύ γκρίζο ως το πιο γυαλιστερό μαύρο. Τα πλούσια μαλλιά του ήταν μαύρα και σγουρά. Το μέτωπό του, ασυνήθιστα πλατύ, είχε πού και πού τη λάμψη του ελεφαντόδοντου. Όλα τα χαρακτηριστικά του ήταν τόσο κανονικά, που ήταν η τελευταία λέξη του κλασικού. Έμοιαζαν με εκείνα της προτομής του αυτοκράτορα Κόμμοδου.

Κι όμως, το πρόσωπό του ήταν από εκείνα που τα βλέπει κανείς ίσως μία φορά στη ζωή. Μετά δεν τα ξαναβλέπει. Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο, κάποιο κυρίαρχο χαρακτηριστικό που να το κρατά στη μνήμη. Ήταν ένα από εκείνα τα πρόσωπα που τα ξεχνά κανείς μόλις τα δει. Όμως σου δίνουν μια αόριστη και συνεχή επιθυμία να τα ξαναφέρεις στη μνήμη σου. Αναμφίβολα τα συναισθήματα, καθώς περνούσαν γρήγορα, καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό του. Αλλά αυτός ο καθρέφτης, όπως όλοι οι καθρέφτες, δεν κρατούσε κανένα ίχνος από ό,τι είχε δείξει.

Όταν χωρίσαμε εκείνη τη νύχτα, με παρακάλεσε να τον επισκεφτώ την επόμενη μέρα πολύ νωρίς το πρωί. Η επιμονή του με ξάφνιασε.

Λίγο μετά την ανατολή του ήλιου πήγα στο μέγαρό του.

Αυτό το μέγαρο ήταν ένα από τα μεγαλοπρεπή κτίρια που υψώνονται στις όχθες του Μεγάλου Καναλιού, κοντά στο Ριάλτο. Είχε ρυθμό επιβλητικό και φανταστικό μαζί.

Με οδήγησαν από μια πλατιά, γυριστή σκάλα με δάπεδο από ψηφιδωτά σε ένα διαμέρισμα. Ο απίστευτος πλούτος του με θάμπωσε μόλις μπήκα.

Είχα κυριολεκτικά τυφλωθεί και είχα μείνει άναυδος από τη μεγαλοπρέπειά του.

Ήξερα ότι ο νέος μου φίλος ήταν πλούσιος. Ο κόσμος μιλούσε για την περιουσία του με τόσο μεγάλα λόγια, που κι εγώ έλεγα ελαφρά πως ήταν υπερβολή. Αλλά με το πρώτο βλέμμα γύρω μου απόρησα. Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει στην Ευρώπη τόση περιουσία; Πώς μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτή την πριγκιπική μεγαλοπρέπεια, που άστραφτε γύρω μου;

Αν και (όπως είπα) ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει, τα βραδινά φώτα έκαιγαν ακόμη λαμπρά στην αίθουσα.

Από αυτό και από την κούραση που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του φίλου μου, κατάλαβα κάτι. Δεν είχε αγγίξει το κρεβάτι του την προηγούμενη νύχτα.

Η αρχιτεκτονική και η διακόσμηση της αίθουσας έδειχναν την επιθυμία να θαμπώνουν. Οι αρχιτέκτονες είχαν ασχοληθεί πολύ λίγο με αυτό που λέγεται διακοσμητική ενότητα. Εδώ δεν υπήρχε ο ακριβής χαρακτήρας κανενός έθνους. Το βλέμμα περνούσε από αντικείμενο σε αντικείμενο και δεν σταματούσε σε κανένα. Δεν σταματούσε στις γελοιογραφίες των Ελλήνων ζωγράφων, ούτε στα ιταλικά ανάγλυφα της καλής εποχής. Δεν σταματούσε ούτε στους αιγυπτιακούς κολοσσούς, με την ακόμη άτεχνη τεχνοτροπία τους. Σε όλες τις πλευρές του δωματίου πλούσια παραπετάσματα έτρεμαν στην πνοή μιας μουσικής. Η μουσική αυτή ήταν σοβαρή και μελαγχολική, και κανείς δεν έβρισκε από πού ερχόταν. Οι αισθήσεις είχαν ναρκωθεί από ένα μείγμα αρωμάτων, που φαίνονταν αντίθετα μεταξύ τους. Τα αρώματα έβγαιναν από θυμιατά με παράξενα σχήματα. Από αυτά ανέβαιναν ταυτόχρονα γλώσσες από πράσινες ή βιολετιές φλόγες, με φωτεινές πολύχρωμες ανταύγειες. Οι ακτίνες του ήλιου που ανέτελλε χύνονταν σε όλη την αίθουσα. Έμπαιναν από παράθυρα φτιαγμένα από ένα ενιαίο κομμάτι κόκκινο γυαλί. Το φως της μέρας άστραφτε από παντού και αντανακλούσε ξανά και ξανά στα ασημένια παραπετάσματα. Αυτά έπεφταν από το ύψος των κορνιζών. Το φυσικό φως ανακατευόταν με το τεχνητό. Με τους ανάμεικτους τόνους του πλημμύριζε ένα χαλί από πλούσια χρυσή τσόχα της Χιλής. Το χαλί έμοιαζε με υγρό κρεβάτι.

— Α! α! α! — Α! α! α!

Έτσι γέλασε ο ιδιοκτήτης του μεγάρου. Μου έδειξε ένα κάθισμα, ενώ ο ίδιος απλώθηκε σε έναν σοφά. Κατάλαβε ότι ο παράξενος τρόπος που με δέχτηκε δεν μπορούσε παρά να με ξαφνιάσει λίγο.

— Βλέπω, είπε, ότι ξαφνιάζεστε με τη διακόσμηση του μεγάρου μου, με τα αγάλματά μου, με τις εικόνες μου. Ξαφνιάζεστε με τις εκκεντρικές μου ιδέες για την αρχιτεκτονική και για τα υφαντά μου. Αυτή η έκθεση αντικειμένων σας ξαφνιάζει κάπως. Αλλά συγγνώμη, αγαπητέ μου κύριε — και εδώ η φωνή του πήρε τόνο πραγματικής οικειότητας — συγγνώμη για το ασεβές μου γέλιο. Η αλήθεια είναι ότι φαινόσασταν λίγο σαστισμένος! Μερικά πράγματα είναι τόσο κωμικά, που πρέπει κανείς ή να πιαστεί από γέλια ή να πεθάνει! . . . Το να πεθάνει κανείς από γέλια θα ήταν ο πιο ένδοξος από τους ένδοξους θανάτους. Ο σιρ Θωμάς Μουρ — δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος ο σιρ Θωμάς Μουρ — πέθανε κι αυτός γελώντας, όπως θα θυμάστε. Στα «Παράδοξα» του Ραβίζιους Τέξτωρ υπάρχει επίσης ένας μακρύς κατάλογος προσώπων που είχαν τον ίδιο λαμπρό θάνατο! . . . Θα το ξέρετε άλλωστε: στη Σπάρτη, νότια από την ακρόπολη, ανακάλυψαν μια βάση. Βρισκόταν μέσα σε ένα χάος από ερείπια που δύσκολα ξεχώριζαν. Πάνω της διάβαζε κανείς αυτά τα γράμματα: ΛΑΣΜ. Τι να σήμαιναν αυτά τα γράμματα; Χωρίς αμφιβολία θα ήταν μέρος της λέξης ΓΕΛΑΣΜΑ.

— Στη Σπάρτη υπήρχαν πολλοί ναοί και βωμοί, αφιερωμένοι σε ένα σωρό θεούς. Κανένας δεν σώθηκε. Δεν είναι παράξενο να σώθηκε ένας και μόνος, ο βωμός του θεού του γέλιου;

— Για σταθείτε όμως μια στιγμή, συνέχισε ο ίδιος, με αλλαγή στη φωνή και στη στάση του. Είχα άδικο να αστειευτώ εις βάρος σας; Το ξάφνιασμά σας για ό,τι βλέπετε είναι πολύ δικαιολογημένο. Όλη η Ευρώπη δεν έχει να δείξει κάτι ίσο με αυτό το σαλόνι, που είναι αληθινά βασιλικό. Οι άλλες αίθουσες του παλατιού μου δεν συγκρίνονται με αυτή εδώ. Οι άλλες είναι απλώς η τελευταία λέξη της μόδας, της ανόητης μόδας. Αυτό εδώ το παλάτι όμως είναι κάτι καλύτερο από τη μόδα. Αλλά, βλέπετε, ο κόσμος είναι ζηλιάρης. Κάποιος που του περισσεύουν τα λεφτά θα μπορούσε να θελήσει να το μιμηθεί. Γι' αυτό πήρα τα μέτρα μου για να προλάβω κάθε τέτοιο κίνδυνο. Εσείς, ένα άλλο πρόσωπο, ο θαλαμηπόλος μου και εγώ, φυσικά, είμαστε οι μόνοι που θαυμάσαμε αυτό το βασιλικό πράγμα.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, υποκλίθηκα για να δείξω την ευγνωμοσύνη μου. Η εντύπωση αυτού του μεγαλείου με βάραινε, όπως και τα αρώματα, η μουσική και ο εκκεντρικός τρόπος που μου μιλούσε. Όλα αυτά με έκαναν ανίκανο να πω με λόγια τι σήμαινε για μένα μια τόσο κολακευτική εξαίρεση.

Στον χαιρετισμό μου πάνω σηκώθηκε, με έπιασε από το μπράτσο και με πήγε γύρω στο σαλόνι. Και συνέχισε:

— Εδώ, όπως βλέπετε, υπάρχουν εικόνες όλων των εποχών, από τα παλιά ελληνικά χρόνια μέχρι τον Σιμαμπουέ. Και από τον Σιμαμπουέ πάλι ως σήμερα. Αυτή η συλλογή ταιριάζει απόλυτα με αυτή την αίθουσα. Ιδού μερικά αριστουργήματα ενός μεγάλου ζωγράφου. Ιδού τα ατελείωτα σκίτσα καλλιτεχνών που ήταν κάποτε ένδοξοι. Αυτούς όμως τους παραγνώρισαν, κι έτσι μπόρεσα να πάρω φτηνά τα έργα τους.

Έπειτα γύρισε ξαφνικά και ρώτησε:

— Πώς βρίσκετε αυτήν την Παναγία του Ελέους;

— Μα αυτό είναι γνήσιο έργο του Γουίδο! Πώς καταφέρατε να το αποκτήσετε; Αυτή η εικόνα είναι για τη ζωγραφική ό,τι είναι η Αφροδίτη για τη γλυπτική!

Αυτά φώναξα με μεγάλο θαυμασμό, γιατί το μάτι μου είχε καρφωθεί από ώρα σε αυτό το έκτακτο έργο τέχνης.

— Α! είπε σκεπτικός. Η Αφροδίτη, η ωραία Αφροδίτη των Μεδίκων, εννοείτε. Η Αφροδίτη με το λεπτό κεφαλάκι και με τα χρυσά μαλλιά. Ένα μέρος από το αριστερό χέρι (εδώ η φωνή του χαμήλωσε πολύ και τον άκουγα δύσκολα) είναι νεότερο. Το ίδιο και όλο το δεξί. Και αυτή η κίνηση του δεξιού χεριού μου φαίνεται προσποιημένη.

Και ύστερα από λίγο πρόσθεσε:

— Μιλήστε μου για τον Κανόβα! Και αυτός ο Απόλλων! Μου φαίνεται απλή αντιγραφή, χωρίς αμφιβολία! Ίσως είμαι τρελός και ανόητος. Όμως δεν καταφέρνω να διακρίνω σε αυτόν τον Απόλλωνα την έμπνευση που τόσο παίνεψαν. Δεν μπορώ να μην προτιμήσω από αυτόν το άγαλμα του Αντίνοου. Δεν ήταν ο Σωκράτης που έλεγε ότι ο γλύπτης βρίσκει το άγαλμά του μέσα στο παρθένο κομμάτι του μαρμάρου; Το ίδιο δεν λέει και ο Μιχαήλ Άγγελος στο θαυμάσιο δίστιχό του;

Non la l' ottimo artista alcun concetto Che un marmo solo in se non circonscriva.

(Ο καλύτερος τεχνίτης δεν έχει καμία ιδέα που να μη βρίσκεται από πριν μέσα στο άψυχο μάρμαρο.)

Ο καθένας έχει παρατηρήσει τη διαφορά ανάμεσα στο φέρσιμο ενός καλογεννημένου ανθρώπου και ενός χωριάτη. Αυτή όμως τη διαφορά δεν είναι εύκολο να την ορίσουμε. Αυτή την παρατήρηση την έκανα για τον άνθρωπο στο παλάτι του οποίου βρισκόμουν. Και την έκανα κυρίως για τον ηθικό του κόσμο, για τον χαρακτήρα του. Μέσα στο πνεύμα του υπήρχε πράγματι κάτι εξαιρετικό. Αυτό τον έβαζε, χωρίς αμφιβολία, στην πρώτη θέση ανάμεσα στους άλλους θνητούς. Δεν μπορώ να το ορίσω αλλιώς παρά σαν ένα ξεχείλισμα της σκέψης του. Είχε μέσα του μια έντονη και συνεχή σκέψη. Αυτή πλημμύριζε ακόμη και τις πιο ασήμαντες πράξεις του και τα ίδια του τα αστεία.

Και έπειτα είχε έναν τόσο ιδιαίτερο τρόπο να μιλά! Μέσα στην πιο ήσυχη ομιλία του διέκρινα κάτι που έτρεμε, κάτι που κινούνταν αλλιώς μέσα του. Αυτό πολλές φορές μου έδινε κάποια ανησυχία. Συχνά σταματούσε σε μια φράση, σαν να είχε ξεχάσει τι ήθελε να πει. Τέντωνε το αυτί και πρόσεχε, σαν να άκουγε κάποιον να μιλά, σαν να περίμενε κάποιον.

Σε μια τέτοια στιγμή αφηρημάδας, το βλέμμα μου έπεσε σε μια σελίδα του «Ορφέα». Είναι η ωραία τραγωδία του ποιητή και σοφού Πολιτιανού. Είναι η πρώτη από τις ιταλικές τραγωδίες στη σειρά του χρόνου.

Το βιβλίο ήταν ριγμένο πάνω σε έναν καναπέ κοντά μου. Η προσοχή μου στράφηκε σε μια σελίδα σημειωμένη με μολύβι, προς το τέλος της τελευταίας πράξης. Ήταν μια σελίδα του πιο δυνατού πάθους. Παρά τον ανήθικο χαρακτήρα της, ξυπνά μια άγνωστη συγκίνηση σε κάθε άντρα που τη διαβάζει. Και κάνει όλες τις γυναίκες να αναστενάζουν. Ολόκληρη η σελίδα ήταν υγρή από φρέσκα δάκρυα. Στο περιθώριό της βρήκα γραμμένους τους εξής αγγλικούς στίχους:

Για μένα στάθηκες, αγάπη μου,  
ό,τι η ψυχή μου λαχτάρησε . . .  
Ένα καταπράσινο νησί  
στην αγκαλιά της θάλασσας,  
μια πηγή και ένας βωμός,  
πλημμυρισμένα από άνθη και μαγεμένους καρπούς.  
Και όλα αυτά ήταν δικά μου.

***

Όνειρο τόσο μαγικό που δεν μπορούσε να κρατήσει!  
Γεμάτο αστέρια ελπίδες, που ανέτειλαν  
για να σκεπαστούν αμέσως με σύννεφα.  
Από το μέλλον μου φωνάζει μια φωνή:  
— Εμπρός!  
Αλλά προς το Παρελθόν, μια σκοτεινή άβυσσο,  
το πνεύμα μου φτερουγίζει,  
σιωπηλό, ακίνητο, λυπημένο.

***

Γιατί, αλίμονο! αλίμονο! για μένα  
το φως της ζωής έσβησε.  
«Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια,  
λέει η θάλασσα με επίσημο τόνο στην αμμουδιά.  
Το δέντρο που έκαψε ο κεραυνός δεν θα ανθίσει.  
Ο πληγωμένος αετός δεν θα ξαναπετάξει!»

***

Ένα συνεχές ούρλιασμα είναι η ζωή μου.  
Και όλα τα όνειρα των νυχτών μου  
πηγαίνουν εκεί, στη βαθιά λάμψη των ματιών σου.  
Εκεί τα πόδια σου αντανακλώνται,  
μέσα σε έναν αέρινο χορό,  
σε ένα ιταλικό ποτάμι.

***

Αλίμονο! Καταραμένη να 'ναι η νύχτα  
που σε πήρε πάνω στα κύματα.  
Μακριά από τον έρωτα, κοντά σε έναν αριστοκράτη σύζυγο,  
γέρο και άρρωστο, σε ένα κρεβάτι ανίερο.  
Μακριά από μένα, από τον συννεφιασμένο ουρανό μας,  
όπου κλαίει η ιτιά, η ασημένια.

Πίστευα πάντα ότι ο νέος μου φίλος δεν ήξερε αγγλικά. Όμως δεν ξαφνιάστηκα καθόλου που είχε γράψει αγγλικούς στίχους. Γιατί ήξερα πόσο μεγάλες ήταν οι γνώσεις του. Ήξερα και την ιδιαίτερη ευχαρίστηση που ένιωθε να τις κρύβει.

Όμως ο τόπος όπου γράφτηκε το ποίημα με έβαλε σε σκέψεις. Στην αρχή είχε σημειώσει τη λέξη «Λονδίνο». Έπειτα τη διέγραψε, αλλά όχι τόσο που να μη διακρίνεται. Είπα ότι η λέξη με έβαλε σε σκέψεις. Γιατί θυμόμουν ότι τον είχα ρωτήσει αν συνάντησε στο Λονδίνο τη μαρκησία Μεντόνι. Εκείνη είχε μείνει εκεί πολλά χρόνια πριν από τον γάμο της. Αυτός μου απάντησε ότι δεν είχε επισκεφτεί ποτέ την πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρετανίας. Προσθέτω και κάτι ακόμη. Είχα ακούσει πολλές φορές ότι ο ήρωας της ιστορίας μου ήταν Άγγλος, όχι μόνο από καταγωγή αλλά και από ανατροφή. Δεν το είχα πιστέψει, γιατί μου φαινόταν απίθανο.

* * *

— Ιδού μία εικόνα που δεν είδατε ακόμη, μου λέει.

Δεν είχε προσέξει ότι ξεφύλλιζα την τραγωδία. Σήκωσε ένα παραπέτασμα και μου έδειξε μια εικόνα της μαρκησίας Αφροδίτης.

Ποτέ η ανθρώπινη τέχνη δεν έφτιαξε πιο τέλειο έργο για να δείξει μια ομορφιά πάνω από την ανθρώπινη.

Το αέρινο πλάσμα που μου είχε φανεί την προηγούμενη νύχτα στη σκάλα του Παλατιού των Δόγηδων το ξανάβλεπα μπροστά μου. Αλλά στο πρόσωπό της, που το φώτιζαν χαμόγελα, έβρισκε κανείς εκείνη τη σκιά της μελαγχολίας. Είναι ένα ακατανόητο μυστήριο. Αυτή η σκιά δεν χωρίζεται ποτέ από την τέλεια ομορφιά. Η μαρκησία είχε το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στο στήθος της. Με το αριστερό έδειχνε ένα αγγείο, δουλεμένο με περίεργο τρόπο. Από τα μικροσκοπικά της πόδια φαινόταν μόνο το ένα, που μόλις ακουμπούσε στο πάτωμα.

Το βλέμμα μου πήγε από την εικόνα στο πρόσωπο του φίλου μου. Και μου ήρθαν στον νου οι στίχοι από τον «Μπουσσύ Δ' Αμπράζ» του Σάπμαν:

«Στηλώνεται εκεί σαν αρχαίο ρωμαϊκό άγαλμα.  
Θα μείνει εκεί έως ότου ο θάνατος τον κάνει μάρμαρο.»

— Εμπρός! είπε τέλος, και γύρισε προς ένα ατόφιο ασημένιο τραπέζι.

Πάνω του υπήρχαν ποτήρια με παράξενο χρώμα. Υπήρχαν και δύο μεγάλα ετρουσκικά αγγεία, δουλεμένα με το ίδιο παράξενο σχέδιο που είδαμε στην εικόνα της μαρκησίας.

Τα αγγεία αυτά ήταν γεμάτα, όπως μου φάνηκε, με κρασί Γιοχάνισμπεργ.

— Εμπρός! είπε απότομα. Ας πιούμε. Είναι νωρίς ακόμη! Δεν πειράζει! Ας πιούμε!

Στο διπλανό δωμάτιο ένα χερουβείμ με βαρύ χρυσό ρόπαλο χτυπούσε την πρώτη ώρα μετά την ανατολή του ήλιου. Τότε εκείνος πρόσθεσε ονειροπόλα:

— Είναι πολύ νωρίς, αλήθεια! . . . Μα τι μας νοιάζει; Ας πιούμε! Ας χύσουμε μια σπονδή προς τιμήν του μεγαλοπρεπούς ήλιου που φάνηκε. Αυτές οι λάμπες προσπαθούν να μικρύνουν τη λάμψη του.

Μου γέμισε το ποτήρι. Και ενώ εγώ έπινα στην υγειά του, αυτός κατέβασε πολλά ποτήρια.

— Ο ρεμβασμός, είπε.

Συνέχισε τα ασύνδετα λόγια του και έστρεψε το δυνατό φως μιας λάμπας προς ένα από τα πολύτιμα ετρουσκικά αγγεία.

— Ο ρεμβασμός, ιδού ο κύριος σκοπός της ζωής μου. Όπως βλέπετε, έφτιαξα επίτηδες ένα καταφύγιο κατάλληλο για τον ρεμβασμό μου. Μέσα στην καρδιά της Βενετίας, θα μπορούσα να φτιάξω κάτι πιο χαριτωμένο από αυτό; Είναι αλήθεια ότι αυτό το καταφύγιο είναι ένα ανακάτεμα από όλους τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και τα στολίδια. Η αγνότητα του ιωνικού ρυθμού συγκρούεται με αυτά τα πανάρχαια έργα. Αυτές οι αιγυπτιακές σφίγγες φαίνονται σαν ξένοι κόσμοι μέσα στα χρυσά χαλιά. Μόνο οι υπερβολικά σχολαστικοί άνθρωποι θα κατηγορήσουν αυτό το ανακάτεμα στην επίπλωση. Η ενότητα της καταγωγής, και προπάντων η ενότητα του χρόνου, τρομάζουν τον άνθρωπο. Τον απομακρύνουν από την πραγματική μεγαλοπρέπεια. Κάποτε κι εγώ είχα αυτές τις ιδέες, αλλά τις έδιωξα γρήγορα, γιατί είναι η πιο μεγάλη τρέλα. Ό,τι βρίσκεται εδώ ταιριάζει τέλεια με τις δικές μου ιδέες για την τέχνη. Το πνεύμα, όπως αυτά τα μαυριτανικά θυμιατά, στριφογυρίζει μέσα στις φλόγες. Αυτή η παράξενη διακόσμηση με βοηθά να ετοιμάσω πιο τέλεια την ατμόσφαιρα της ονειροπόλησης. Είναι η ατμόσφαιρα των ονείρων, προς τα οποία θα ταξιδέψω πολύ σύντομα.

Αλλά ενώ τα έλεγε αυτά, σταμάτησε ξαφνικά. Άφησε το κεφάλι του να πέσει και φάνηκε σαν να ήθελε να ακούσει έναν κρότο. Εγώ δεν μπορούσα να τον ακούσω.

Έπειτα τινάχτηκε, κοίταξε δεξιά και αριστερά και ψιθύρισε τους στίχους του Επισκόπου του Τσιστέστερ:

«Εκεί κάτω θα με περιμένεις! Θα βιαστώ να σε βρω σε αυτή τη βαθιά κοιλάδα.»

Μετά από μια στιγμή, σαν να είχε ζαλιστεί από το κρασί, ξανάπεσε βαρύς στο ανάκλιντρο.

Ακούστηκαν γρήγορα βήματα στη σκάλα και ένα χτύπημα στην πόρτα. Αμέσως η πόρτα άνοιξε. Ένας υπηρέτης του μεγάρου Μεντόνι όρμησε μέσα. Με φωνή πνιγμένη από τη συγκίνηση, ψέλλισε αυτές τις ασύνδετες λέξεις:

— Η κυρία μου! η κυρία μου! Δηλητηριασμένη, φαρμακωμένη! Ω! ωραία, ωραία Αφροδίτη!

Έξαλλος, έτρεξα στον καναπέ και προσπάθησα να ξυπνήσω αυτόν που κοιμόταν, για να του πω την τρομερή είδηση. Όμως τα μέλη του ήταν ξυλιασμένα, τα χείλη του γκρίζα . . . Τα μάτια του, που άλλοτε έλαμπαν, ήταν σβησμένα από τον Θάνατο.

Τρέκλισα προς τα πίσω, ως το τραπέζι. Τότε το χέρι μου σκόνταψε σε ένα σπασμένο και μαυρισμένο ποτήρι. Και ξαφνικά όλη η τρομερή αλήθεια έλαμψε μπροστά στα μάτια μου.

### Γλωσσάρι

- **γονδολιέρης**: αυτός που οδηγεί τη γόνδολα.
- **μαρκησία**: γυναίκα με τίτλο ευγενείας.
- **ραδιούργου**: ραδιούργος: άνθρωπος που κάνει κρυφά κακά σχέδια.
- **ακόλαστος**: άνθρωπος που ζει χωρίς ηθικά όρια.
- **κόλπου**: κόλπος: το στήθος (παλιά λέξη).
- **πλατύσκαλο**: το πλατύ και επίπεδο μέρος μιας σκάλας.
- **σπάργανα**: τα πανιά που τυλίγουν ένα μωρό.
- **μανδύα**: μανδύας: φαρδύ ρούχο χωρίς μανίκια, που φοριέται πάνω από τα άλλα.
- **αετώματα**: το τριγωνικό πάνω μέρος ενός κτιρίου.
- **παραπετάσματα**: μεγάλα βαριά υφάσματα στον τοίχο ή στα παράθυρα.
- **θυμιατά**: σκεύη όπου καίνε θυμίαμα για να βγαίνει άρωμα.
- **θαλαμηπόλος**: υπηρέτης που φροντίζει το δωμάτιο και τα ρούχα του κυρίου του.
- **χερουβείμ**: είδος αγγέλου· εδώ, μορφή που χτυπά την ώρα.
- **σπονδή**: λίγο κρασί που χύνουν προς τιμήν κάποιου.
- **ρεμβασμός**: όταν ο νους ταξιδεύει και ονειρεύεται.

## Λίγεια

. . . «Και στο βάθος βρίσκεται η θέληση, που δεν πεθαίνει ποτέ. Ποιος γνωρίζει τα μυστήρια της θέλησης και τη δύναμή της; Ο ίδιος ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη θέληση. Αυτή επιβάλλεται σε κάθε πράγμα μόνο με την έντασή της. Με τη δική του θέληση παραδίνεται ο άνθρωπος στους αγγέλους. Και αν ο θάνατος είναι οριστικός γι' αυτόν, αυτό οφείλεται μόνο στην αδυναμία της θέλησής του.» Ιωσήφ Γλάνβιλ

Η ψυχή μου δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς την εποχή και τον τόπο που είδα πρώτη φορά τη λαίδη Λίγεια. Γιατί ο χρόνος και οι θλίψεις αδυνάτισαν τη μνήμη μου. Ίσως φταίει και ο τρόπος που με κυρίεψε εκείνο το αίσθημα: αναπτύχθηκε μέσα στην καρδιά μου σιγά σιγά. Θυμάμαι όμως ότι αργότερα τη συνάντησα πολλές φορές σε μια μεγάλη, αρχαία, ερειπωμένη πόλη, στις όχθες του Ρήνου. Για τους γονείς της νομίζω ότι μου είχε μιλήσει, γιατί κατάγονταν, όπως θυμάμαι, από αρχαία γενιά.

Λίγεια! Λίγεια! Ήμουν τότε αφοσιωμένος στις μελέτες μου. Μου έφτανε μόνο το γλυκό της όνομα για να πλάσω τη μορφή της στη φαντασία μου. Και τώρα, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, θυμάμαι θολά ότι δεν έμαθα ποτέ το πατρικό της όνομα. Δεν θυμάμαι καν αν αυτό έγινε από ιδιοτροπία της Λίγειάς μου. Ή μήπως έγινε από μένα, για να δείξω την αφοσίωσή μου; Και μην απορείτε γι' αυτό. Πώς να μην ξεχάσω τις αιτίες, αφού το ίδιο το γεγονός, όπως είπα, μένει μόνο θολά στη μνήμη μου; Η χλωμή Αστοφέτ των Αιγυπτίων έχει σκοτεινά φτερά. Αν ήρθε ποτέ σε γάμους με κακούς οιωνούς, ήρθε και στον δικό μου.

Ό,τι όμως θυμάμαι πολύ καθαρά είναι η εικόνα της Λίγειάς μου. Ήταν ψηλή και λεπτή, και τις τελευταίες μέρες της ζωής της έγινε πολύ αδύνατη. Το βάδισμά της ήταν ήρεμο και μεγαλοπρεπές. Περπατούσε ελαφρά, σαν σκιά. Όταν έμπαινε στο γραφείο μου, την καταλάβαινα μόνο από το χιονάτο της χέρι στον ώμο μου. Η μορφή της δεν είχε καθόλου εκείνο το κανονικό πρότυπο ομορφιάς που ορίζουν τα βιβλία για τον αρχαίο κόσμο. Κι όμως, ήταν πολύ γοητευτική και αέρινη. Ο λόρδος Βερούλαμ λέει σωστά για την ομορφιά: «Δεν μπορεί να υπάρξει έκτακτη ομορφιά χωρίς κάτι παράξενο στις αναλογίες.» Εγώ είδα τη μορφή της Λίγειας, θαυμάσια επειδή ήταν παράξενη. Αμέσως ζήτησα να ανακαλύψω αυτό το παράξενο και ακανόνιστο στοιχείο που έβρισκα σε αυτήν.

Το έψαξα στο άψογο, χλωμό και πλατύ μέτωπό της. Το έψαξα στο δέρμα της, που έμοιαζε με το πιο καθαρό ελεφαντόδοντο. Το έψαξα στο μέρος πάνω από τους κροτάφους, που προεξείχε. Το έψαξα στα σγουρά, μαύρα και γυαλιστερά μαλλιά της, που τους ταίριαζε απόλυτα η φράση του Ομήρου «κόμη υακίνθου». Παρατηρούσα το σχήμα της μύτης της, που ήταν ανεπαίσθητα γαμψή. Τα ρουθούνια της είχαν αρμονική καμπύλη και έδειχναν πνεύμα ελεύθερο και περήφανο. Μόνο στα εβραϊκά ανάγλυφα έβρισκα παρόμοια τελειότητα. Έπειτα κοίταζα το γοητευτικό και θεϊκό στόμα της, τα ωραία χείλη με το ζωηρό τους χρώμα και τα λαμπερά δόντια. Στο πλάτος του πιγουνιού της έβρισκα τη χάρη και τη μεγαλοπρέπεια, τη γλυκύτητα και το ελληνικό πνεύμα. Έβρισκα εκείνο τον τύπο που ο Απόλλων είχε αποκαλύψει στον Κλεομένη σε όνειρο.

Και στο τέλος θαύμαζα τα μεγάλα της μάτια. Αλλά πού να βρω το πρότυπο εκείνων των ματιών, που ήταν μεγαλύτερα από κάθε ανθρώπινο μάτι; Ίσως μέσα τους κρυβόταν το μυστήριο για το οποίο μιλά ο λόρδος Βερούλαμ. Ήταν σχιστά, όπως τα πιο όμορφα μάτια της δορκάδας. Σε στιγμές μεγάλης ζωντάνιας της Λίγειας, αυτό το χαρακτηριστικό με ξάφνιαζε παράξενα. Τότε εκείνη έμοιαζε στην αναμμένη μου φαντασία με τη λαμπερή Ουρί των Μωαμεθανών. Οι κόρες των ματιών της ήταν πολύ λαμπερές και μαύρες, κάτω από μακριές μαύρες βλεφαρίδες. Το ίδιο χρώμα είχαν και τα λίγο ακανόνιστα φρύδια της. Αλλά το παράξενο μέσα σε αυτά τα μάτια δεν είχε σχέση με το σχήμα, το χρώμα ή τη λάμψη τους. Το αποδίδω σίγουρα στην έκφραση. Α! πόσο άδεια από νόημα είναι αυτή η λέξη! Είναι ένας απλός ήχος, ένας μεγάλος χώρος όπου καταφεύγει όλη μας η άγνοια για τα άυλα πράγματα. Πόσες μακριές ώρες αφιέρωνα στη μελέτη εκείνων των ματιών! Πόσες φορές, μια ολόκληρη καλοκαιρινή νύχτα, προσπαθούσα να τα ερευνήσω! Εκείνες οι κόρες έκρυβαν κάτι στο βάθος τους, κάτι αόριστο . . . βαθύτερο κι από το ίδιο το πηγάδι του Δημόκριτου. Και με πάθος είχα αφοσιωθεί στο να το ανακαλύψω. Τέλος, τα μάτια της είχαν γίνει για μένα οι δίδυμοι αστέρες της Λήδας. Και εγώ ήμουν ο πιο θερμός αστρολόγος τους.

Ανάμεσα στα πολλά παράξενα παθήματα της ψυχής υπάρχει ένα πολύ καταπληκτικό. Πολλές φορές προσπαθούμε να θυμηθούμε κάτι που έχουμε ξεχάσει από καιρό. Βρισκόμαστε τότε στην ίδια την άκρη της μνήμης, και όμως δεν μπορούμε να το θυμηθούμε. Το ίδιο γινόταν και με μένα, όταν μελετούσα τα μάτια της Λίγειας. Μου φαινόταν ότι πλησίαζα στην πλήρη κατανόηση της έκφρασής τους. Και όμως δεν μπορούσα να την κατακτήσω, και στο τέλος την έχανα εντελώς! Και με ποιο παράξενο μυστήριο έβρισκα παρόμοιες εκφράσεις ακόμη και στα πιο κοινά αντικείμενα του έξω κόσμου! Έβρισκα και ένα αίσθημα παρόμοιο με αυτό που μου προκαλούσε η έκφραση των ματιών της. Ούτε αυτό μπορούσα να το ορίσω ή να το καταλάβω καθαρά.

Το έβρισκα, για παράδειγμα, στην εντύπωση που μου έκανε ένα κλήμα που μεγάλωνε γρήγορα. Το έβρισκα σε μια χρυσαλλίδα που πετούσε, σε μια φάλαινα ή σε έναν ορμητικό χείμαρρο. Το έβρισκα στη θέα του Ωκεανού, σε έναν μετεωρίτη που έπεφτε και στο βλέμμα των πολύ γέρων ανθρώπων. Το έβρισκα όταν κοίταζα δύο αστέρια με τηλεσκόπιο. Ήταν προπάντων το ένα από αυτά, έκτου μεγέθους, διπλό, με λάμψη που άλλαζε, κοντά στο μεγάλο αστέρι της Λήδας. Το έβρισκα στους ήχους κάποιων έγχορδων οργάνων και, τέλος, σε κομμάτια από τα βιβλία που διάβαζα. Θυμάμαι μάλιστα ένα κομμάτι του Γλάνβιλ που μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Ίσως επειδή ήταν τόσο παράξενο, μου έδινε πάντα το ίδιο αίσθημα.

«Και μένει εκεί αθάνατη η θέληση, αλλά κανείς δεν γνωρίζει τα μυστήριά της ούτε τη δύναμή της. Ο Θεός είναι μια μεγάλη θέληση που μπαίνει παντού. Και ο άνθρωπος, επειδή η θέλησή του είναι αδύναμη, υποτάσσεται στα πνεύματα και παραδίνεται ολόκληρος στον θάνατο.»

Μετά από καιρό και από άλλες σκέψεις, κατέληξα σε κάτι. Είδα μια μακρινή σχέση ανάμεσα σε αυτό το κομμάτι και σε ένα μέρος του χαρακτήρα της Λίγειας. Γιατί στα έργα, στις σκέψεις και στα λόγια της υπήρχε μια παράξενη ένταση. Μου φαινόταν αποτέλεσμα ή τουλάχιστον σημάδι της γιγάντιας δύναμης της θέλησής της. Και πήρα θετικές αποδείξεις για αυτό στις μακριές συζητήσεις μας. Η Λίγεια φαινόταν πάντα γαλήνια, κι όμως ήταν το πιο δυστυχισμένο θύμα ενός άγριου πάθους. Το μέγεθός του το υπολόγιζα από το θαυμάσιο άνοιγμα των ματιών της, που με μάγευαν και με τρόμαζαν μαζί. Το υπολόγιζα και από τη μαγική μελωδία και τον καθαρό τόνο της φωνής της. Το υπολόγιζα από την άγρια δύναμη των παράξενων λόγων της. Η αντίθεση με την απαγγελία της διπλασίαζε το αποτέλεσμά τους.

Οι γνώσεις της Λίγειάς μου ήταν απέραντες. Ήξερε σε βάθος τις κλασικές γλώσσες. Και στις νεότερες γλώσσες δεν τη βρήκα ποτέ κατώτερη από μένα. Έλυνε τα πιο σκοτεινά ακαδημαϊκά ζητήματα και δεν έκανε ποτέ λάθος. Πόσο αυτή η μοναδική φύση της γυναίκας μου έχει καταπλήξει και κυριέψει την προσοχή μου, ιδίως τώρα! Η μόρφωσή της, όπως είπα, ήταν απέραντη, και δεν γνώρισα άλλη γυναίκα με τόσες γνώσεις. Αλλά και από τους άντρες, ποιος πέρασε ποτέ με τόση επιτυχία το μεγάλο πεδίο των ηθικών, φυσικών και μαθηματικών επιστημών; Δεν είχα προσέξει τότε, όπως το βλέπω τώρα, ότι οι γνώσεις της ήταν απέραντες και καταπληκτικές. Ένιωθα όμως τη μεγάλη της υπεροχή. Με την πίστη ενός μαθητή, την άφηνα να με οδηγεί στο χάος των μεταφυσικών ερευνών. Με αυτές ασχολούμασταν με ζήλο τα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Τότε, γεμάτος θρίαμβο, ζωηρές χαρές και αέρινες ελπίδες, έβλεπα ένα μακρύ μονοπάτι να ανοίγει σιγά σιγά μπροστά μου. Ήταν λαμπρό, και κανείς δεν το είχε πατήσει. Από αυτό θα έφτανα τελικά σε μια σοφία τόσο θεϊκή και πολύτιμη. Μετά από μερικά χρόνια όμως είδα αυτές τις ελπίδες να πετούν και να χάνονται. Πόσο μεγάλη ήταν τότε η θλίψη μου! Χωρίς τη Λίγεια ήμουν σαν παιδί που ψάχνει με τα χέρια στο σκοτάδι. Μόνο εκείνη μπορούσε να ρίξει φως στα μυστήρια των μελετών μας. Χωρίς αυτήν, όλα εκείνα τα βιβλία, άλλοτε αέρινα και λαμπρά, έγιναν άχαρα και σκοτεινά.

Ήδη όμως τα ωραία της μάτια περνούσαν όλο και πιο σπάνια από εκείνες τις σελίδες. Η Λίγεια αρρώστησε. Τα παράξενα μάτια της έβγαζαν σπίθες. Τα δάχτυλά της πήραν το χρώμα του διάφανου κεριού. Οι γαλάζιες φλέβες στο μέτωπό της χτυπούσαν δυνατά. Είδα να πλησιάζει ο θάνατος, και το πνεύμα μου πάλευε απελπισμένα με το μισητό Αδραέλ.

Αλλά και εκείνη, προς μεγάλη μου έκπληξη, έκανε κάθε προσπάθεια για να διώξει τον θάνατο. Με βάση τον χαρακτήρα της, υπέθετα ότι θα τον δεχόταν ήρεμα, αλλά γελάστηκα. Στην πάλη της με τη σκιά έδειξε αντίσταση που τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Εγώ αναστέναζα από αγωνία μπροστά σε εκείνο το θλιβερό θέαμα. Ζητούσα να την παρηγορήσω και να της φέρω πίσω τη γαλήνη. Αλλά ο πόθος της για τη ζωή, και μόνο για τη ζωή, ήταν τόσο άγριος. Γι' αυτό κάθε προσπάθειά μου θα ήταν σκέτη τρέλα. Παρ' όλα αυτά, με όλα τα βάσανα και τις ταραχές του ανυπότακτου πνεύματός της, κράτησε την εξωτερική της γαλήνη. Δεν την έχασε ως την τελευταία της πνοή. Η φωνή της γινόταν σιγά σιγά πιο βαθιά και πιο γλυκιά. Αλλά δεν ήθελα να σταθώ στο νόημα εκείνων των λόγων, που τους έλεγε με τόση γαλήνη.

Το μυαλό μου ταραζόταν, όποτε έδινα το αυτί μου στην υπεράνθρωπη μελωδία της φωνής της. Ταραζόταν και από τους πόθους και τις επιθυμίες της, που κανένα ανθρώπινο αυτί δεν είχε ακούσει ως τότε. Ότι με αγαπούσε, το ήξερα καλά. Σε ένα στήθος σαν το δικό της, ο έρωτας δεν μπορούσε να είναι ένα συνηθισμένο πάθος. Το μέγεθος όμως αυτής της παθιασμένης αφοσίωσης το κατάλαβα κυρίως τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Για ολόκληρες ώρες κρατούσε το χέρι μου στο δικό της και μου έχυνε μια πλημμύρα αισθημάτων. Κατάλαβα τότε ότι τον καυτό πόθο της για ζωή τον ξυπνούσε το πάθος του έρωτα. Αλλά ήταν ένας έρωτας, αλίμονο, που δεν ικανοποιήθηκε. Εκείνον τον άγριο και καυτό πόθο να ζήσει, και μόνο να ζήσει, δεν έχω λέξεις να τον περιγράψω.

Ακριβώς τα μεσάνυχτα της ημέρας που πέθανε, με φώναξε με επισημότητα κοντά στο κρεβάτι της. Μου ζήτησε να της επαναλάβω τους εξής στίχους, που είχε γράψει η ίδια πριν από λίγες μέρες:

«Ιδού, ήρθε επιτέλους μια νύχτα γιορτής, μετά από αυτά τα τελευταία θλιβερά χρόνια. Πλήθος αγγέλων με φτερά, που φορούν πέπλα και βρέχονται από τα δάκρυά τους, κοιτάζουν μέσα σε ένα θέατρο. Βλέπουν ένα δράμα από ελπίδες και φόβους. Και η ορχήστρα παίζει πού και πού τη μουσική των σφαιρών.»

«Μίμοι, φτιαγμένοι κατ' εικόνα του Υψίστου, πετούν εδώ κι εκεί, ψιθυρίζουν και μουρμουρίζουν χαμηλόφωνα. Είναι άθλιες μαριονέτες. Τις οδηγεί η δυνατή θέληση των άυλων όντων. Αυτά γυρίζουν τη σκηνή από το ένα μέρος στο άλλο. Και από τα φτερά τους τινάζουν την αόρατη Δυστυχία.»

«Αλλά ιδού, ένα ον που σέρνεται! Μπαίνει από το έρημο μέρος της σκηνής και περνά μέσα από το πλήθος των μίμων. Είναι κόκκινο από αίμα και προχωρεί στριφογυρίζοντας. Στριφογυρίζει! Στριφογυρίζει! Και οι μίμοι, με θανάσιμη αγωνία, γίνονται η τροφή του. Τα Σεραφείμ κλαίνε με λυγμούς, καθώς βλέπουν τον σκώληκα να μασά θρόμβους ανθρώπινου αίματος.»

«Όλα τα φώτα σβήνουν, όλα εντελώς. Οι μορφές που τρέμουν σκεπάζονται από την αυλαία, που πέφτει ορμητικά. Και οι άγγελοι, χλωμοί, σηκώνονται και βγάζουν τα πέπλα τους. Βεβαιώνουν ότι αυτό το δράμα είναι μια τραγωδία που λέγεται άνθρωπος. Και ήρωάς της είναι ο κατακτητής Σκώληξ.»

— Ω! Θεέ! φώναξε μετά από αυτούς τους στίχους η Λίγεια.

Στάθηκε στα πόδια της και άπλωσε με σπασμούς τα χέρια της προς τον ουρανό.

— Δεν θα νικηθεί ποτέ αυτός ο κατακτητής; Δεν είμαστε μέρος και μόριό Σου; Ποιος λοιπόν γνωρίζει τα μυστήρια της θέλησης και τη δύναμή της; Ο άνθρωπος, επειδή η θέλησή του είναι αδύναμη, υποτάσσεται στους αγγέλους και παραδίνεται ολόκληρος στον θάνατο.

Αφού τα είπε αυτά, εξαντλημένη από τη συγκίνηση, άφησε τα λευκά της χέρια να πέσουν. Γύρισε στο νεκρικό της κρεβάτι. Τη στιγμή που ξεψυχούσε, άκουσα έναν μπερδεμένο ψίθυρο να βγαίνει από τα χείλη της. Έσκυψα το αυτί μου. Άκουσα πάλι τις τελευταίες λέξεις από το κομμάτι του Γλάνβιλ:

«ο άνθρωπος, επειδή η θέλησή του είναι αδύναμη, υποτάσσεται στους αγγέλους και παραδίνεται ολόκληρος στον θάνατο».

Πέθανε. Εγώ ήμουν συντετριμμένος από τη λύπη και δεν άντεχα τη φρικτή μου μοναξιά στην ερειπωμένη εκείνη πόλη. Από την άλλη, είχα από τη Λίγεια σημαντική περιουσία. Ζήτησα ανακούφιση για μερικούς μήνες σε κουραστικά ταξίδια. Τέλος εγκαταστάθηκα σε ένα έρημο κτίριο, σε ένα από τα πιο έρημα και άγρια μέρη της ωραίας Αγγλίας. Το εξωτερικό του κτιρίου ήταν φθαρμένο και οι τοίχοι του πρασίνιζαν από τα χρόνια. Στο εσωτερικό όμως δούλεψα με επιμονή, για να το στολίσω όσο πιο μεγαλοπρεπώς μπορούσα. Αυτή την κλίση την είχα από παιδί. Τώρα την ξανάβρισκα, ίσως με την ελπίδα να ξεχάσω λίγο τις θλίψεις μου.

Αλίμονο! Μπορούσε κανείς να ανακαλύψει μέσα μου τις αρχές της τρέλας. Αρκούσε να δει τα μεγαλοπρεπή και φανταστικά παραπετάσματα και τα επιβλητικά αιγυπτιακά ανάγλυφα. Αρκούσε να δει τα αλλόκοτα έπιπλα, τις κορνίζες και τα παράξενα αραβουργήματα πάνω στα ολόχρυσα χαλιά! Είχα γίνει σκλάβος του οπίου εδώ και καιρό. Το όπιο έδινε σε κάθε σκέψη και πράξη μου το χρώμα των ονείρων του.

Δεν θα πω με λεπτομέρειες τόσα άλλα μικροπράγματα. Θα περιοριστώ στην περιγραφή του καταραμένου θαλάμου. Εκεί οδήγησα τη δεύτερη γυναίκα μου, τη λαίδη Ροβένα δε Τρεμαίν, μια ξανθή και γαλανομάτα νέα γυναίκα. Η διακόσμηση εκείνου του νυφικού θαλάμου μένει στη μνήμη μου με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε τη θυμάμαι, μου φαίνεται παράξενο. Πώς οι γονείς της κοίταξαν μόνο την περιουσία μου; Πώς δέχτηκαν να μπει η κόρη τους ως νύφη σε έναν τέτοιο θάλαμο;

Η θλιμμένη μνήμη μου κρατά πολύ ζωηρά όλες τις λεπτομέρειες εκείνου του παράξενου θαλάμου. Κι όμως, τόσα σημαντικά πράγματα της ξεφεύγουν. Και στη φανταστική πολυτέλεια του θαλάμου δεν υπήρχε κάποιο σύστημα ή αρμονία που να βοηθά τη μνήμη. Ο θάλαμος ήταν μέρος ενός ψηλού πύργου, οχυρωμένου σαν φρούριο. Ήταν πεντάγωνος και πολύ μεγάλος. Ένα μόνο παράθυρο έπιανε όλη τη δυτική πλευρά. Το σκέπαζε ένα μεγάλο τζάμι με θαμπό χρώμα. Από αυτό το φως του ήλιου ή του φεγγαριού έμπαινε στον θάλαμο χλωμό και γκρίζο. Πάνω από το παράθυρο απλωνόταν το δίχτυ του παλιού κτιρίου, στερεωμένο στον τοίχο του πύργου.

Η πολύ ψηλή οροφή του θαλάμου ήταν από σκούρη βελανιδιά και σχημάτιζε θόλο. Ήταν στολισμένη με πολύ παράξενα και φανταστικά στολίδια, σε ρυθμό μισό γοτθικό και μισό δρυιδικό. Από το κέντρο της κρεμόταν με χοντρή χρυσή αλυσίδα μια λάμπα, επίσης χρυσή, σε σχήμα θυμιατού. Από τα αλλόκοτα σχέδιά της χυνόταν πολύχρωμο φως. Σε διάφορα μέρη του θαλάμου υπήρχαν σπάνιοι ανατολίτικοι σοφάδες. Σε πολλά σημεία υπήρχαν λυχνίες σε ανατολίτικο ρυθμό. Το νυφικό κρεβάτι ήταν σε ινδικό ρυθμό, χαμηλό, από σκαλιστό έβενο. Από πάνω είχε ένα κάλυμμα που έμοιαζε με σάβανο.

Αλλά αυτό που κυρίως ξάφνιαζε τη φαντασία ήταν, αλίμονο, τα παραπετάσματα. Αυτά σκέπαζαν ολόκληρους εκείνους τους τεράστιους τοίχους. Το ύφασμά τους ήταν χρυσό και πολύ ακριβό. Είχε σκόρπιες αλλόκοτες μορφές, που άλλαζαν όψη ανάλογα με το σημείο όπου στεκόταν κανείς. Μόλις έμπαινε κάποιος, οι μορφές φαίνονταν τερατώδεις μπροστά στα μάτια του. Καθώς προχωρούσε, άλλαζαν σιγά σιγά. Έτσι ο θεατής, αλλάζοντας θέσεις, έβλεπε τον εαυτό του ανάμεσα σε ένα σωρό αηδιαστικές μορφές. Έμοιαζαν με τα πλάσματα της δεισιδαιμονίας του Βορρά. Ένα δυνατό ρεύμα αέρα έμπαινε με τέχνη μέσα από τον τοίχο, πίσω από τα παραπετάσματα. Αυτό δυνάμωνε το φανταστικό θέαμα. Έδινε σε όλα μια τρομακτική και φρικτή ζωή.

Τέτοιος ήταν ο θάλαμος όπου πέρασα τον πρώτο μήνα του γάμου με τη δεύτερη γυναίκα μου. Δεν αμφέβαλλα καθόλου ότι η γυναίκα μου, η Ροβένα, φοβόταν το άγριο ύφος μου. Με απόφευγε και με αγαπούσε ελάχιστα, αλλά αυτό με ευχαριστούσε. Τη μισούσα σαν δαίμονας μάλλον παρά σαν άνθρωπος. Η μνήμη μου απολάμβανε συνεχώς να ξαναφέρνει την αγαπημένη μου Λίγεια, τη σεβαστή και ωραία μου νεκρή. Βυθιζόμουν σε απολαύσεις χωρίς όνομα μέσα στις αναμνήσεις μου. Ήταν αναμνήσεις της αγνότητας, της σοφίας και του παθιασμένου έρωτα.

Καιγόμουν για εκείνη από ένα πάθος ίσως πιο δυνατό και από το δικό της. Αυτό γινόταν κυρίως σε στιγμές έξαψης, που μου έφερνε το όπιο. Τη φώναζα δυνατά με το όνομά της μέσα στη σιωπή της νύχτας. Τη φώναζα και την ημέρα, στις σκιερές γωνιές των κοιλάδων. Ήταν σαν να μπορούσα με αυτή την άγρια δύναμη του πάθους μου να τη φέρω πίσω στη ζωή. Είχε φύγει άραγε για πάντα; Ήταν δυνατόν;

Τις πρώτες μέρες του δεύτερου μήνα από τον γάμο μας, η λαίδη Ροβένα αρρώστησε ξαφνικά. Η αρρώστια κράτησε αρκετά. Τις φοβερές νύχτες του πυρετού ήταν σε λήθαργο και παραμιλούσε. Μιλούσε για ήχους και κινήσεις που τους αντιλαμβανόταν αόριστα στο δωμάτιο. Εγώ όμως δεν έδινα σημασία. Τα λόγια της τα απέδιδα στη σύγχυση από τον πυρετό. Τα απέδιδα κυρίως στην επίδραση του φανταστικού θαλάμου. Μετά από καιρό, τέλος, έγινε καλά.

Αλλά δεν πέρασε πολύς χρόνος. Μια νέα κρίση, πιο δυνατή από την πρώτη, την έριξε πάλι στο θλιβερό εκείνο κρεβάτι. Η γυναίκα μου ήταν από τη φύση της αδύναμη. Από τότε δεν κατάφερε πια να ξαναβρεί την παλιά της υγεία. Η αρρώστια γινόταν κάθε μέρα πιο επικίνδυνη, και οι γιατροί δεν μπορούσαν να δώσουν την παραμικρή βοήθεια. Τέλος έγινε χρόνια. Μαζί άρχισε να αναπτύσσεται μέσα της και ένας νευρικός ερεθισμός, που δυνάμωνε σιγά σιγά. Εξαιτίας του, τα πιο κοινά πράγματα την τρόμαζαν. Μιλούσε τώρα πιο συχνά και πιο επίμονα για ελαφρούς θορύβους και αλλόκοτες κινήσεις στα παραπετάσματα. Έλεγε ότι αυτά ήταν η κύρια αιτία της αρρώστιας της.

Μια νύχτα μου ζήτησε πιο ζωηρά να προσέξω τους ανυπόφορους θορύβους που την τάραζαν. Είχε ξυπνήσει από έναν ταραγμένο ύπνο και είχε μισοσηκωθεί στο κρεβάτι. Μου μιλούσε χαμηλόφωνα για θορύβους που δεν μπορούσα να ακούσω, για κινήσεις που δεν μπορούσα να δω. Εγώ ήμουν ξαπλωμένος σε ένα ντιβάνι δίπλα στο κρεβάτι της. Με έναν αόριστο τρόμο, εξέταζα πώς είχε αλλάξει το αδύνατο πρόσωπό της. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά πίσω από τα παραπετάσματα. Προσπάθησα να πείσω την άρρωστη ότι οι αδύναμοι ήχοι και οι μορφές που άλλαζαν στο παραπέτασμα προέρχονταν από τον άνεμο. Κατά βάθος όμως δίσταζα κι εγώ ο ίδιος. Το νεκρικά χλωμό πρόσωπό της μου έδειξε ότι μάταια προσπαθούσα να της δώσω θάρρος.

Φαινόταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Έτρεξα να πάρω από τον διπλανό θάλαμο ένα μικρό μπουκάλι ελαφρύ κρασί, που είχαν συστήσει οι γιατροί. Αλλά καθώς περνούσα κάτω από το φως της λάμπας, ξαφνιάστηκα από δύο αλλόκοτα πράγματα. Ένιωσα ένα ον, αισθητό αλλά αόρατο, να με αγγίζει ελαφρά. Την ίδια στιγμή είδα κάτι πάνω στο χαλί, στο κέντρο του φωτεινού κύκλου που έκανε η λάμπα. Ήταν μια αδύναμη και αόριστη σκιά, πολύ ωραίας μορφής. Μόνο σαν σκιά σκιάς μπορούσε να τη δει κανείς. Επειδή όμως βρισκόμουν κάτω από την επίδραση του οπίου, έδωσα ελάχιστη προσοχή. Στη Ροβένα δεν είπα τίποτα γι' αυτό.

Πήρα το μπουκάλι, γύρισα κοντά στη γυναίκα μου και έφερα στα χείλη της ένα κύπελλο γεμάτο κρασί. Εκείνη είχε ήδη συνέλθει και το κράτησε με τα δικά της χέρια. Έπειτα ξάπλωσα πάλι στον σοφά και κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω της.

Ξαφνικά τότε άκουσα καθαρά έναν ελαφρύ θόρυβο από βήματα πάνω στο χαλί, προς το μέρος του κρεβατιού. Αμέσως μετά η Ροβένα έφερε το κρασί στα χείλη της. Τότε είδα — μπορεί να ήταν πλάσμα της φαντασίας μου — είδα να πέφτουν μέσα στο κύπελλο τρεις ή τέσσερις σταγόνες. Έπεφταν σαν από αόρατη πηγή, και ήταν ένα υγρό διαυγές και κοκκινωπό. Εγώ τις είδα, αλλά εκείνη δεν τις είδε, και ήπιε το κρασί χωρίς δισταγμό. Εγώ δεν είπα τίποτα για αυτό που έγινε. Το είχα δει καθαρά, αλλά το θεώρησα δημιούργημα μιας αναμμένης φαντασίας. Αυτή την άρρωστη δύναμη της φαντασίας τη δυνάμωναν οι τρόμοι της γυναίκας μου, το όπιο και η ώρα της νύχτας.

Αμέσως όμως μόλις ήπιε η γυναίκα μου, η κατάστασή της χειροτέρεψε καταπληκτικά. Την τρίτη νύχτα μετά το γεγονός, οι υπηρέτες ετοίμαζαν την κηδεία της. Εγώ τότε ήμουν ολομόναχος μπροστά στο σαβανωμένο πτώμα της Ροβένας, μέσα σε εκείνον τον φανταστικό θάλαμο. Νόμιζα ότι αλλόκοτες μορφές στριφογύριζαν σαν σκιές γύρω μου. Ίσως αυτό ήταν όνειρο από το όπιο. Έριχνα ανήσυχος το βλέμμα στις μορφές του παραπετάσματος και στα πολύχρωμα φώτα της λάμπας. Προσπαθούσα να θυμηθώ όσα έγιναν την προηγούμενη νύχτα. Τυχαία κοίταξα το σημείο όπου είχα δει τη σκιά, αλλά δεν τη βρήκα πια εκεί. Ανακουφίστηκα λίγο και κοίταξα πάλι τη χλωμή και επιβλητική μορφή στο κρεβάτι. Ένιωσα τότε ένα πλήθος αναμνήσεων της Λίγειάς μου να με κυριεύει. Η καρδιά μου πλημμύρισε, ορμητικά σαν παλίρροια, από τον ανείπωτο πόνο που είχα νιώσει και στον θάνατό της. Η νύχτα προχωρούσε. Εγώ είχα πολύ πικρές σκέψεις για εκείνη, τη μοναδική μεγάλη μου λατρεία. Έμενα με το βλέμμα καρφωμένο στο πτώμα της Ροβένας.

Θα ήταν περίπου μεσάνυχτα, όταν ξαφνικά ένας λυγμός διέκοψε τους ρεμβασμούς μου. Ήταν χαμηλός και ελαφρύς, αλλά ακουγόταν πολύ καθαρά από το νεκρικό κρεβάτι. Τέντωσα το αυτί μου, με την αγωνία ενός τρόμου από δεισιδαιμονία, αλλά ο ήχος είχε σταματήσει. Κοίταξα το πτώμα επίμονα, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ούτε την ελάχιστη κίνηση. Κι όμως ήμουν βέβαιος ότι δεν είχα γελαστεί. Είχα ακούσει πολύ καθαρά, και είχα πλήρη συνείδηση του εαυτού μου. Συγκέντρωσα λοιπόν με πείσμα την προσοχή μου στο πτώμα. Και πραγματικά διέκρινα καθαρά ένα πολύ αδύναμο, μόλις ορατό κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Οι φλέβες στα βλέφαρά της είχαν φουσκώσει. Με πίεζε απερίγραπτη φρίκη και τρόμος. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματά και τα μέλη μου να νεκρώνουν.

Αλλά τελικά ξαναβρήκα το θάρρος μου. Σκέφτηκα ότι η Ροβένα ζούσε και ότι είχα γελαστεί όταν την πέρασα για νεκρή. Αμέσως φρόντισα, από καθήκον, να την επαναφέρω στη ζωή. Το έκανα εντελώς μόνος, γιατί δεν είχα υπηρέτες κοντά μου. Και δεν μπορούσα να τους φωνάξω, επειδή δεν ήθελα ούτε για μια στιγμή να βγω από τον θάλαμο. Και η φωνή μου δεν έφτανε ως τα δωμάτιά τους. Σε λίγο όμως το πτώμα γύρισε πάλι στην προηγούμενη κατάστασή του. Το χρώμα στα μάγουλα έδωσε τη θέση του σε μια χλωμάδα πιο λευκή κι από μάρμαρο. Τα χείλη σφίχτηκαν και ζάρωσαν, όπως των νεκρών. Σε όλο το σώμα απλώθηκε μια θανάσιμη παγωνιά. Έπεσα πάλι ανατριχιάζοντας στο ντιβάνι και αφέθηκα στα παλιά μου όνειρα για τη Λίγεια.

Μια ώρα πέρασε έτσι, όταν ξαφνικά ακούω ξανά έναν αόριστο θόρυβο από το κρεβάτι. Τέντωσα το αυτί μου με τεράστιο φόβο. Ο θόρυβος ερχόταν από έναν αναστεναγμό. Όρμησα πάλι προς το πτώμα και είδα, είδα καθαρά τα χείλη του να συσπώνται. Σε λίγο χαλάρωσαν και φάνηκε μια λαμπρή σειρά από δόντια σαν μαργαριτάρια. Η έκσταση και ο βαθύς τρόμος πάλευαν τώρα μέσα στο πνεύμα μου. Η όρασή μου σκοτείνιασε και το λογικό με εγκατέλειψε. Μόνο με επίμονο αγώνα κατάφερα να ξαναβρώ το θάρρος μου. Έτσι έδωσα τη βοήθεια που μου επέβαλλε πάλι το καθήκον. Το μέτωπο, τα μάγουλα και ο λαιμός είχαν πάρει ένα ελαφρύ χρώμα ζωής. Σε όλο το σώμα κυκλοφορούσε μια ζέστη που την ένιωθες. Στο μέρος της καρδιάς υπήρχαν ελαφριοί χτύποι που μόλις φαίνονταν.

Η γυναίκα μου ζούσε! Και με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο προσπαθούσα να τη φέρω ολόκληρη πίσω στη ζωή. Της έτριψα τα χέρια και τους κροτάφους. Έκανα ό,τι ήξερα από πείρα και από πολλές ιατρικές μελέτες, αλλά μάταια. Το κοκκίνισμα και οι χτύποι εξαφανίστηκαν πάλι. Τα χείλη ξαναπήραν τη νεκρική τους έκφραση. Σε μια στιγμή η παγωμένη ψυχρότητα του θανάτου γύρισε στο πτώμα. Τώρα είχε την όψη σώματος που είχε ενταφιαστεί εδώ και πολύ καιρό.

Και εγώ βυθίστηκα πάλι στα όνειρά μου για τη Λίγεια. Τότε πάλι — πιστέψτε με, ανατριχιάζω ακόμη, ενώ γράφω αυτές τις γραμμές — άκουσα έναν λυγμό από το κρεβάτι. Αλλά πώς να περιγράψω τους ανείπωτους τρόμους εκείνης της νύχτας; Να πω πόσες φορές, τη μία μετά την άλλη, ως το χάραμα, επαναλήφθηκε το φρικτό δράμα της ανάστασης; Αυτό κατέληγε πάντα σε έναν θάνατο πιο βέβαιο, που δεν διορθωνόταν. Ή να πω ότι κάθε νέα αγωνία έμοιαζε με πάλη με έναν αόρατο αντίπαλο; Το αποτέλεσμα ήταν κάθε φορά μια νέα παράξενη αλλαγή στην όψη του πτώματος.

Είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της φοβερής νύχτας, όταν, Θεέ μου! — ήταν πραγματικό αυτό που έβλεπα! — το πτώμα κινήθηκε ξανά. Αυτή τη φορά κινήθηκε πιο ζωηρά, αν και ερχόταν από έναν θάνατο πιο βέβαιο και πιο φρικτό. Για αρκετή ώρα ήμουν ξαπλωμένος ακίνητος στον σοφά. Με έτρωγαν τα πιο δυνατά συναισθήματα, και το πιο μικρό από αυτά ήταν ένας τεράστιος τρόμος. Το πτώμα, είπα, κινήθηκε ξανά. Το κοκκίνισμα ανέβαινε στο πρόσωπο με παράξενη δύναμη και τα μέλη χαλάρωναν. Τα βλέφαρα έμεναν κλειστά και οι νεκρικές ταινίες έδειχναν τη Ροβένα ως νεκρή. Κι όμως φανταζόμουν ότι η γυναίκα μου είχε ξαναζωντανέψει εντελώς. Αυτό που είχα απλώς φανταστεί, το είδα σε λίγο να γίνεται πραγματικότητα.

Η Ροβένα, τυλιγμένη με το σάβανο, σηκώθηκε. Ταλαντευόταν, με αδύναμο βήμα και με τα μάτια κλειστά, σαν άνθρωπος μέσα σε όνειρο. Και προχώρησε με θάρρος ως το μέσο του θαλάμου. Δεν τρόμαξα, δεν κινήθηκα καθόλου. Ένα σμήνος από σκέψεις χωρίς όνομα γεννήθηκαν μέσα μου από το ύφος, τη στάση και το βάδισμα του φαντάσματος. Όρμησαν στον εγκέφαλό μου, με παρέλυσαν, με πέτρωσαν. Την κοίταζα ακίνητος, ενώ στις σκέψεις μου βασίλευε μια τρελή αταξία και μια ανήσυχη ταραχή.

Ήταν άραγε αυτή η ζωντανή Ροβένα; Ήταν πράγματι αυτή; Η ξανθή και γαλανομάτα Ροβένα; Αλλά γιατί, ναι, γιατί να αμφιβάλλω γι' αυτό; Το στόμα, που το έσφιγγε ακόμη η νεκρική ταινία, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι το στόμα της; Και τα μάγουλά της, ναι, ήταν ακριβώς τα ρόδινα μάγουλά της. Και το πιγούνι με τα λακκάκια; Αλλά είχε λοιπόν ψηλώσει το ανάστημά της στη διάρκεια της αρρώστιας της;

Με αυτή τη σκέψη με κυρίεψε αμέσως μια απερίγραπτη τρέλα. Με ένα πήδημα βρέθηκα μπροστά της. Εκείνη όμως οπισθοχώρησε, μόλις την πλησίασα. Ξεσκέπασε το κεφάλι της από το σάβανο και άφησε να πέσουν ακατάστατα μακριά και πλούσια μαλλιά. Ήταν μαλλιά πιο μαύρα από τα φτερά του κόρακα, πιο μαύρα από τα μεσάνυχτα. Και τότε άρχισε να ανοίγει αργά, αργά τα μάτια της.

— Α! φώναξα. Δεν γελιέμαι πια! Είναι τα σχιστά μάτια, τα μαύρα και παράξενα μάτια της χαμένης μου αγάπης, της λαίδης, της λαίδης Λίγειας!!

### Γλωσσάρι

- **θέληση**: η δύναμη μέσα μας που μας κάνει να θέλουμε και να πράττουμε.
- **όπιο**: δυνατό ναρκωτικό από φυτό.
- **θάλαμος**: μεγάλο δωμάτιο.
- **παραπετάσματα**: μεγάλα βαριά υφάσματα στον τοίχο.
- **σκώληκα**: σκώληκας: σκουλήκι.
- **σάβανο**: το πανί που τυλίγει τον νεκρό.
- **λήθαργο**: λήθαργος: πολύ βαθύς ύπνος, σαν θάνατος.
- **νεκρική ταινία**: το πανί που δένει το στόμα του νεκρού.
- **δορκάδας**: δορκάδα: μικρό ζώο με μεγάλα μάτια, που τρέχει γρήγορα.
- **Αδραέλ**: ο άγγελος του θανάτου.
- **μίμοι**: ηθοποιοί που παίζουν με κινήσεις.
- **δεισιδαιμονίας**: δεισιδαιμονία: φόβος και πίστη σε μαγικά ή σε κακά πνεύματα.
- **οιωνούς**: οιωνός: σημάδι για το τι θα γίνει στο μέλλον.
- **αλλόκοτες**: αλλόκοτος: πολύ παράξενος.
- **ρεμβασμούς**: ρεμβασμός: όταν ο νους ταξιδεύει και ονειρεύεται.

## Ο δαίμων της διαφθοράς

Οι φρενολόγοι μελέτησαν τις ιδιότητες και τις τάσεις, τα πρώτα ελατήρια της ανθρώπινης ψυχής. Στη μελέτη τους όμως άφησαν έξω μια φυσική κλίση. Αυτή η κλίση υπάρχει πολύ καθαρά. Κι όμως την ξέχασαν και όλοι οι ηθικολόγοι που ήρθαν πριν από τους φρενολόγους. Η αλαζονεία του λογικού μας ήταν η αιτία αυτής της παράλειψης. Αφήσαμε την ύπαρξή της να κρύβεται από τα μάτια μας, επειδή μας έλειπε η πίστη. Ήταν πίστη στην αποκάλυψη, δηλαδή στη μαγεία. Όταν λέμε εδώ πίστη, εννοούμε την πίστη στην αποκάλυψη ή την πίστη στα μάγια.

Η ιδέα δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο πνεύμα μας, γιατί αυτή η τάση είναι περιττή. Αυτή η κλίση δεν απαντούσε σε καμία ανάγκη. Τίποτα λοιπόν δεν μας επέτρεπε να τη θεωρούμε αναγκαία. Ακόμη κι αν η γνώση αυτού του πρώτου ελατηρίου επιβαλλόταν μόνη της, δεν θα τα καταφέρναμε. Δεν θα καταλαβαίναμε, και δεν έχουμε καταλάβει ως σήμερα, πώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει στους σκοπούς μας. Είτε για λίγο είτε για πάντα, στους σκοπούς της ανθρωπότητας.

Η φρενολογία, όπως και τα περισσότερα συστήματα της μεταφυσικής, δημιουργήθηκε με έναν συλλογισμό εκ των προτέρων. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Υπάρχει ο άνθρωπος που απλώς καταλαβαίνει και παρατηρεί. Και υπάρχει ο άνθρωπος που σκέφτεται με τον νου ή με τη λογική. Αυτός ο δεύτερος, περισσότερο από τον πρώτο, προσπαθεί να φανταστεί από παντού τα σχέδια του Θεού. Και του αποδίδει σκέψεις.

Αφού κατάλαβε καλά τις προθέσεις του Ιεχωβά, φτιάχνει ατέλειωτα συστήματα για τη φύση του πνεύματος. Στη φρενολογία, για παράδειγμα, πρώτα ορίσαμε — όπως είναι άλλωστε φυσικό — ότι η Πρόνοια ήθελε να τρώει ο άνθρωπος. Δώσαμε λοιπόν στον άνθρωπο ένα όργανο τροφής. Και αυτό το όργανο είναι το μαστίγιο του Θεού. Με αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να τρώει, είτε θέλει είτε δεν θέλει.

Η δεύτερη ανακάλυψή μας απέδωσε στα σχέδια του Θεού και τον σκοπό να συνεχίζεται το ανθρώπινο είδος. Σχεδόν με πλειοψηφία, βρήκαμε σε αυτόν τον σκοπό την έδρα κάθε συμπάθειας. Και ούτω καθεξής για τον αγώνα της ζωής, για την ιδεολογία, για τη δημιουργικότητα. Με μια λέξη, κάθε όργανο απαντούσε ή σε ένα ηθικό ένστικτο ή σε μια καθαρά πνευματική ικανότητα. Σε αυτή τη μοιρασιά των νόμων της ανθρώπινης δράσης, οι μαθητές του Σπουρτσχάιμ έκαναν ένα μόνο πράγμα. Άδικα ή παράλογα, γενικά ή ειδικά, ακολούθησαν, τουλάχιστον κατ' αρχήν, τα ίχνη των προηγούμενων. Όριζαν κάθε σημείο με βάση την ιδέα μιας γνωστής από πριν μοίρας των ανθρώπων. Και έπαιρναν ως βάση τους σκοπούς του Δημιουργού.

Πιο φρόνιμο και πιο ασφαλές θα ήταν να στηρίξουν αυτή την ταξινόμηση (αν χρειάζεται καθόλου τάξη) σε ένα γεγονός. Πολλές πράξεις του ανθρώπου έρχονται από τη συνήθεια, και κάποιες άλλες είναι εξαιρετικές, μόνο εξαιρετικές. Έτσι έπρεπε να κάνουν, αντί να τη στηρίξουν στην ιδέα ότι η θεότητα έγραψε από πριν αυτά τα γεγονότα. Αν δεν μπορούμε να μάθουμε τον Θεό από τα ορατά του έργα, τι θα κάνουμε για τα ανεξιχνίαστα σχέδιά του; Αυτά τα σχέδια δίνουν ζωή στα ίδια τα έργα. Αν δεν μπορούμε να μπούμε στα αντικειμενικά του έργα, πώς θα γνωρίζαμε τις υποκειμενικές του διαθέσεις; Πώς θα γνωρίζαμε τις φάσεις της δημιουργίας του;

Αν χρησιμοποιούσαν την επαγωγή, δηλαδή τη μέθοδο εκ των υστέρων, οι φρενολόγοι θα δέχονταν κάτι παράξενο. Θα το δέχονταν ως έμφυτο και κύριο νόμο της ανθρώπινης δράσης. Θα το ονομάζαμε διαστροφή, εκτός αν υπάρχει άλλη λέξη που να εκφράζει καλύτερα τη σκέψη μου. Με τη σημασία που δίνω σε αυτή τη λέξη, φανερώνει πραγματικά ένα ελατήριο χωρίς αίτιο, ένα αίτιο χωρίς αιτία. Με αυτή την ώθηση ενεργούμε χωρίς σκοπό που να μπορούμε να καταλάβουμε. Αυτά τα λόγια θα φανούν σίγουρα αντιφατικά. Μπορώ λοιπόν να αλλάξω την πρόταση. Της δίνω αυτή τη μορφή: με αυτή την ώθηση ενεργούμε μόνο για το αίτιο, χωρίς κανέναν σκοπό.

Θεωρητικά δεν υπάρχει λόγος πιο παράλογος. Στην πράξη όμως τίποτα δεν είναι πιο δυνατό. Μερικά πνεύματα, σε μερικές περιστάσεις, δεν μπορούν καθόλου να αντισταθούν. Το ότι αναπνέω δεν είναι για μένα πιο βέβαιο από αυτό. Αυτή είναι η αλήθεια. Μια οποιαδήποτε πράξη, ένα κακό ή ένα λάθος, είναι συχνά η μόνη και αναμφισβήτητη δύναμη που μας σπρώχνει. Μόνο αυτή μας σπρώχνει να την κάνουμε. Και αυτή η βίαιη τάση να κάνουμε το κακό από αγάπη για το κακό δεν αναλύεται σε μικρότερα στοιχεία. Είναι ένα ελατήριο ριζικό, κύριο — στοιχειώδες.

Δεν θα παραλείψω να προσθέσω κάτι. Ίσως επιμένουμε σε μια πράξη επειδή νιώθουμε ότι αυτή η επιμονή είναι ένοχη. Τότε η συμπεριφορά μας θα ήταν απλή αλλαγή των συνηθειών μας, ως συνέπεια μιας φρενολογικής διαμάχης. Αλλά αρκεί μια στιγμή για να αποκαλύψουμε το ψέμα αυτής της ιδέας. Η πολεμικότητα της φρενοπάθειας έχει ως κύριο λόγο την ανάγκη της άμυνας, όπως την προστασία μας από το άδικο . . . Αυτός ο νόμος αφορά μόνο τη δική μας βελτίωση και την επιθυμία για αυτήν. Άρα και η επιθυμία της βελτίωσης θα αλλάζει παράλληλα με κάθε άλλο νόμο. Και αυτός ο νόμος θα ήταν απλώς μια παραλλαγή της πολεμικότητας της φρενοπάθειας. Αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που ονομάζω διαστροφή; Εδώ όχι μόνο δεν κινδυνεύει η επιθυμία να διατηρηθεί το γένος. Αντίθετα, τώρα μόλις γεννιέται ένα εντελώς αντίθετο αίσθημα.

Μια έρευνα της δικής μας συνείδησης είναι, προπάντων, ο καλύτερος τρόπος να απορρίψουμε αυτό το επιχείρημα. Ας πούμε ότι κάποιος έχει πλήρη εξουσία πάνω στην ψυχή του και την εξετάζει σε βάθος. Αυτός δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτή η τάση είναι ριζική. Είναι λιγότερο φανερή παρά ακατανόητη.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη βασανίστηκε σε κάποια στιγμή της ζωής του από μια τέτοια επιθυμία. Για παράδειγμα, από τη ζωηρή επιθυμία να σκανδαλίσει τον ακροατή του με περιστροφές στα λόγια του. Εκείνος που μιλά ξέρει ότι δυσαρεστεί, ενώ έχει τη μεγαλύτερη πρόθεση να ευχαριστήσει. Συνήθως είναι σύντομος, ακριβής και καθαρός. Η πιο λακωνική και φωτεινή έκφραση του έρχεται στα χείλη και ζητά να βγει. Αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει βία για να τη σταματήσει. Φοβάται και θα ήθελε να αποφύγει την αγανάκτηση του ακροατή. Κι όμως είναι σκλάβος αυτής της ιδέας, που με τις περιστροφές και τις παρενθέσεις γεννά αυτή την τριβή. Η ιδέα αυτή αρκεί. Η κλίση γίνεται σχέδιο, το σχέδιο επιθυμία, η επιθυμία ανάγκη που δεν νικιέται. Και η ανάγκη αυτή πρέπει να ικανοποιηθεί, με μεγάλη μας θλίψη για τις συνέπειες που θα έρθουν.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα έργο που πρέπει να γίνει σε πολύ λίγο χρόνο. Ξέρουμε καλά ότι μια καθυστέρηση θα είναι καταστροφική. Είναι η κύρια κρίση της ζωής μας. Σαν φωνή σάλπιγγας, μας καλεί να ενεργήσουμε αμέσως. Καιγόμαστε, αγανακτούμε από ανυπομονησία να κάνουμε αυτό το έργο. Μόνο η σκέψη των λαμπρών αποτελεσμάτων αρκεί για να ανάψει την ψυχή μας. Πρέπει, πρέπει οπωσδήποτε να αρχίσουμε αυτό το έργο την ίδια μέρα, κι όμως το αναβάλλουμε για αύριο. Γιατί; Μόνο έτσι μπορούν να απαντήσουν: ο λόγος είναι ότι καταλαβαίνουμε πως αυτό είναι διεστραμμένο. Χρησιμοποιώ τη λέξη χωρίς να δώσω και την ακριβή της σημασία.

Έρχεται το αύριο και μαζί του μια μεγαλύτερη ανησυχία, που μας σπρώχνει να κάνουμε το καθήκον μας. Αλλά όσο μεγαλώνει αυτή η στενοχώρια, υπάρχει και μια επιθυμία χωρίς όνομα. Είναι πραγματικά τρομακτική, σχεδόν ακατανίκητη, και δεν χορταίνει: θέλουμε να αναβάλουμε κι άλλο. Κάθε στιγμή που περνά αυξάνει τη δύναμη αυτής της επιθυμίας. Έχουμε ακόμη μία τελευταία ώρα για να δράσουμε. Ανατριχιάζουμε από τη βία της μάχης μέσα μας. Εκεί παλεύουν το ορισμένο και το αόριστο, η πραγματικότητα και η σκιά. Αλλά αν η μάχη έφτασε σε αυτό το σημείο, τότε θα νικήσει η σκιά, και μάταια αγωνιζόμαστε. Η καμπάνα ηχεί. Είναι το πένθιμο χτύπημα για την ευτυχία μας που πέρασε. Είναι ακόμη το λάλημα του κόκορα για τη σκιά που τόσο μας παρέλυσε. Σταματά, σβήνει, είναι η απελευθέρωση! Η παλιά μας δράση εμφανίστηκε. Από εδώ και πέρα θα δουλέψουμε. Αλλοίμονο! Είναι πολύ αργά!

Στεκόμαστε όρθιοι στην άκρη ενός κρημνού. Νιώθουμε την άβυσσο, και μας πιάνει ζάλη και ίλιγγος. Η πρώτη μας σκέψη είναι να απομακρυνθούμε από τον κίνδυνο. Αλλά χωρίς καμία πιθανή αιτία μένουμε στη θέση μας. Σιγά σιγά και διαδοχικά, η ζάλη, ο ίλιγγος και η φρίκη μας πυκνώνουν στο σκοτεινό σύννεφο ενός αισθήματος χωρίς όνομα. Με αλλαγές που μόλις τις νιώθουμε, το σύννεφο αυτό παίρνει μια μορφή. Είναι όπως ο ατμός πάνω από το μπουκάλι, απ' όπου βγαίνει το πνεύμα από τις Χίλιες και μία αραβικές νύχτες.

Αλλά μέσα από το πνεύμα μας, στην άκρη της αβύσσου, βγαίνει μια μορφή όλο και πιο χειροπιαστή. Είναι πιο τρομερή από όλα τα πνεύματα και όλους τους δαίμονες των παραμυθιών. Κι όμως, δεν είναι παρά μια ιδέα. Αλλά είναι μια ιδέα τρομερή, μια ιδέα που σας παγώνει ως το μεδούλι των κοκάλων. Σας δίνει τις άγριες ηδονές της φρίκης. Είναι απλούστατα η σκέψη του τι θα νιώσουμε αν πέσουμε από ένα τόσο μεγάλο ύψος. Και αυτή η πτώση, αυτός ο ξαφνικός αφανισμός, μας γίνεται από τότε υπερβολικά επιθυμητή. Ο μόνος λόγος είναι ότι από αυτήν γεννιέται το πιο οδυνηρό και το πιο φρικτό όραμα. Είναι το φρικτότερο από όλα τα φρικτά και φοβερά οράματα θανάτου και θλίψης που έφτασαν ποτέ στη φαντασία μας. Η κρίση μας μάς απομακρύνει από την άκρη της αβύσσου. Και αυτό ακριβώς μας φέρνει πιο κοντά της, με μεγαλύτερη δύναμη.

Ένας άνθρωπος τρέμει στην άκρη μιας αβύσσου και ονειρεύεται να πέσει μέσα. Δεν υπάρχει στη φύση πάθος πιο σατανικό και πιο ανυπόμονο από το δικό του. Το να σκεφτούμε τώρα, ή να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε, έστω και μια στιγμή, σημαίνει ότι θα καταστραφούμε σίγουρα. Γιατί η σκέψη μάς πιέζει να αποφύγουμε τον κίνδυνο, και αυτή η ίδια αρκεί να μας κάνει ανίκανους. Αν δεν μας κρατήσει το χέρι ενός φίλου, ή αν δεν τραβηχτούμε ξαφνικά πίσω, θα γκρεμιστούμε αμέσως και θα συντριβούμε.

Ας αναλύσουμε αυτές τις πράξεις και όλες τις άλλες του ίδιου είδους. Θα δούμε ότι έρχονται μόνο από το πνεύμα της διαστροφής. Καταλαβαίνουμε ότι δεν πρέπει να τις κάνουμε, και αυτός είναι ο μόνος λόγος που τις κάνουμε. Πέρα από αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να βρούμε νόμο που να καταλαβαίνουμε. Θα μπορούσαμε χωρίς δισταγμό να δούμε τη διαστροφή ως άμεση υποβολή του βασιλιά του Άδη. Όμως είναι βέβαιο ότι σε κάποιες περιστάσεις γίνεται για το καλό.

***

Όσα σας εξήγησα λεπτομερώς, σας τα εξήγησα για να μου επιτρέψετε οπωσδήποτε να απαντήσω στην ερώτησή σας. Θέλω να σας εξηγήσω γιατί είμαι εδώ. Θέλω να σας δείξω τι μπορεί τώρα να δικαιολογήσει αυτά τα δεσμά που με βασανίζουν. Και τι μπορεί να δικαιολογήσει την παρουσία μου σε αυτό το κελί του καταδίκου. Χωρίς αυτές τις μακριές εξηγήσεις, δεν θα με είχατε καταλάβει καθόλου. Ή μάλλον θα με περνούσατε για τρελό, όπως όλος ο κόσμος.

Ιδού, για να απαλλαγείτε πιο εύκολα από μένα, θα με θεωρήσετε ένα από τα αμέτρητα θύματα του δαίμονα της διαστροφής. Δεν υπάρχει άλλη πράξη που να μελετήθηκε πιο προσεκτικά. Για ολόκληρες εβδομάδες, για μήνες, ζύγιζα τους διάφορους τρόπους για να κάνω αυτή τη δολοφονία. Απέρριψα πολλά σχέδια, γιατί έκρυβαν έστω και μια πιθανότητα να ανακαλυφθώ. Μια μέρα, τέλος, διάβαζα γαλλικά απομνημονεύματα. Εκεί βρήκα μια αρρώστια, σχεδόν θανατηφόρα, που έπαθε μια κυρία Πιλώ από ένα τυχαία δηλητηριασμένο κερί. Αμέσως αυτή η ιδέα κυρίευσε τη φαντασία μου.

Ήξερα ότι το θύμα μου είχε τη συνήθεια να διαβάζει στο κρεβάτι. Ήξερα επίσης ότι το δωμάτιό της ήταν πνιγηρό και αεριζόταν άσχημα. Αλλά δεν χρειάζεται να σας κουράζω με άχρηστες λεπτομέρειες. Ούτε χρειάζεται να σας περιγράψω τα εύκολα κόλπα με τα οποία άλλαξα το κερί του κηροπηγίου με ένα δικό μου. Το επόμενο πρωί βρέθηκε νεκρή στο κρεβάτι. Η ιατροδικαστική γνωμάτευση ήταν: «απέθανε από επίσκεψη του Θεού».

Κληρονόμησα την περιουσία της και πέρασα καλά για πολλά χρόνια. Ούτε μία φορά δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορούσε να ανακαλυφθεί το έγκλημα. Εξαφάνισα προσεκτικά και τα υπόλοιπα του κεριού. Δεν άφησα ούτε την παραμικρή σκιά υποψίας, ούτε στη φαντασία, ότι εγώ δολοφόνησα τη γυναίκα. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι μεγάλο αίσθημα ικανοποίησης φύτρωνε στην καρδιά μου. Αυτό γινόταν όταν φανταζόμουν την τέλεια ευημερία της κατάστασής μου. Για πολύ καιρό συνήθισα να απολαμβάνω αυτό το αίσθημα. Μου έδινε μεγαλύτερες χαρές από όλα τα υλικά αγαθά που μου έφερε το έγκλημα.

Αλλά σιγά σιγά ήρθε η στιγμή που αυτή η ευχαρίστηση άλλαξε, με βήματα που σχεδόν δεν φαίνονταν. Έγινε μια σκέψη τυραννική και διεστραμμένη, που με κούραζε γιατί με ενοχλούσε. Μόλις που μου άφηνε μια στιγμή ανάπαυσης. Είναι πολύ κοινό πράγμα να έχουμε τα αυτιά μας κουρασμένα, ή μάλλον τη μνήμη, από ένα είδος βουητού. Είναι σαν ηχώ από ένα άθλιο τραγούδι ή από ένα κομμάτι όπερας χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Και η νευρική ταραχή δεν είναι μικρότερη όταν το τραγούδι ή το ύφος της όπερας έχουν κάποια δική τους αξία.

Έτσι λοιπόν άρχισα κι εγώ να σκέφτομαι την ευημερία μου και να επαναλαμβάνω χαμηλόφωνα αυτή τη φράση: «Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ».

Μια μέρα, καθώς γύριζα στους δρόμους, είπα σχεδόν δυνατά τις συνηθισμένες συλλαβές. Με μια ασυνήθιστη ευστροφία τις επανέλαβα σε νέα μορφή:

«Δεν έχω να φοβηθώ, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ. Μάλιστα, εφόσον δεν κάνω την ανοησία να καταγγείλω ο ίδιος τον εαυτό μου!»

Μόλις είπα αυτές τις λέξεις, ένιωσα πάγο να περνά την καρδιά μου.

Είχα κάποια πείρα από αυτές τις εξάρσεις της διαστροφής, που με βασάνιζαν όταν προσπαθούσα να αναλύσω τη φύση τους. Δεν υποψιαζόμουν καν ότι δεν θα μπορούσα, με κανέναν τρόπο, να νικήσω τις επιθέσεις τους. Και ιδού, αυτή η πρόσκαιρη αυθυποβολή: η πιθανότητα να καταγγείλω τον εαυτό μου! Αυτή με ένωνε με τη σκιά του θύματός μου. Αυτή με τραβούσε προς τον θάνατο. Πρώτα πρώτα προσπάθησα να τινάξω από πάνω μου αυτόν τον λήθαργο. Άρχισα να περπατώ νευρικά — πιο γρήγορα — ακόμη πιο γρήγορα — και τέλος άρχισα να τρέχω. Ένιωσα την καταστροφική ανάγκη να φωνάξω με όλες μου τις δυνάμεις. Κάθε νέα σκέψη που ερχόταν μου πρόσθετε και νέους τρόμους. Γιατί, αλλοίμονο, ήξερα πολύ καλά ότι κάθε σκέψη, στην κατάσταση που ήμουν, σήμαινε την καταστροφή μου.

Σαν τρελός, πηδούσα μέσα στους δρόμους που ήταν γεμάτοι ανθρώπους. Τέλος οι περαστικοί τρόμαξαν και άρχισαν να με κυνηγούν. Τότε κατάλαβα ότι η δυστυχία μου πλησίαζε. Αν μπορούσα να ξεσκίσω τη γλώσσα μου, θα το έκανα. Αλλά μια άγρια φωνή ήχησε στα αυτιά μου, και ένα χέρι ακόμη πιο άγριο με άρπαξε από τον ώμο. Γύρισα πίσω και ζήτησα να αναπνεύσω ξανά. Για μια στιγμή έζησα όλη τη φρίκη του πνιγμού. Έγινα τυφλός, κουφός, ανόητος. Και μου φάνηκε ότι ένας αόρατος δαίμονας μου έδινε από πίσω μια γερή γροθιά. Το μυστικό, που ήταν τόσο καιρό κρυμμένο, βγήκε από την ψυχή μου.

Φαίνεται ότι μίλησα με πολύ καθαρή φωνή, με καθαρό τονισμό και με μεγάλη ταχύτητα. Ήταν σαν να φοβόμουν μήπως με διακόψουν πριν από το τέλος της δήλωσής μου. Αυτή η δήλωση ήταν σύντομη, αλλά θεμελιώδης, αφού με έκανε λεία του δήμιου και του Άδη.

Όταν είπα όλα όσα χρειάζονταν για να πείσω εντελώς τη δικαιοσύνη, έπεσα με τα μούτρα κάτω, λιπόθυμος.

Αλλά γιατί να πω περισσότερα; Τώρα, ιδού με, φορτωμένος αλυσίδες σε αυτή τη φυλακή. Αύριο θα είμαι ελεύθερος. Αλλά πού;

### Γλωσσάρι

- **διαστροφή**: η δύναμη μέσα μας που μας σπρώχνει στο κακό, μόνο επειδή είναι κακό.
- **φρενολόγοι**: φρενολογία: παλιά θεωρία που εξηγούσε τον χαρακτήρα από το σχήμα του κεφαλιού.
- **φρενοπάθειας**: φρενοπάθεια: αρρώστια του νου.
- **ηθικολόγοι**: άνθρωποι που γράφουν και μιλούν για το σωστό και το λάθος.
- **ελατήριο**: αυτό που μας σπρώχνει να κάνουμε κάτι.
- **εκ των προτέρων**: από πριν, χωρίς να έχουμε δει τα γεγονότα.
- **εκ των υστέρων**: μετά, αφού έχουμε δει τα γεγονότα.
- **επαγωγή**: τρόπος σκέψης που ξεκινά από τα γεγονότα και φτάνει σε έναν κανόνα.
- **κρημνού**: κρημνός: ψηλή απότομη άκρη.
- **άβυσσο**: άβυσσος: πολύ βαθύ κενό.
- **ίλιγγος**: ζάλη από το ύψος.
- **απομνημονεύματα**: βιβλίο όπου κάποιος γράφει τα γεγονότα της ζωής του.
- **κηροπηγίου**: κηροπήγιο: αντικείμενο που κρατά το κερί.
- **λήθαργο**: λήθαργος: πολύ βαθύς ύπνος ή μούδιασμα του νου.
- **δήμιου**: δήμιος: αυτός που εκτελεί τους καταδικασμένους.

## Χοπ-Φρωγκ

Δεν γνώρισα ποτέ άνθρωπο που να αγαπά τις φάρσες όσο αυτός ο βασιλιάς. Φαινόταν ότι ζούσε μόνο για να κάνει φάρσες. Αν κάποιος έλεγε μια τέτοια ιστορία, και μάλιστα αν την έλεγε καλά, κέρδιζε με σιγουριά την εύνοιά του.

Έτσι φρόντιζε οι επτά υπουργοί του να είναι σπουδαίοι άνθρωποι, με ταλέντο υπουργών αλλά και φαρσέρ. Όλοι ήταν ζωντανά αντίγραφα της Μεγαλειότητάς του. Του έμοιαζαν στο πλάτος, στο πάχος και στο λίπος τους. Του έμοιαζαν και στα ασύγκριτα ταλέντα τους ως κωμικοί. Δεν κατάφερα ποτέ να λύσω αυτό το ζήτημα: πρέπει να είναι κανείς χοντρός για να κάνει φάρσες; Ή μήπως υπάρχει ένα ορισμένο πάχος που ταιριάζει μόνο στη φάρσα; Όμως είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ένας λεπτός farceur είναι ένα rara avis in terris.

Οι λεπτές υποχρεώσεις του κωμικού δεν ήταν καθόλου σκοτούρα για τον βασιλιά. Τη φάρσα την έκρινε κυρίως από το πλάτος της. Και από αγάπη για την τέχνη του άρεσε και το μήκος της. Οι λεπτότητες τον κούραζαν. Θεωρούσε καλύτερο ανάστημα τον Γαργαντούα του Ραμπελαί και τον Ζαντίκ του Βολταίρου. Και πάνω απ' όλα, για το γούστο του, οι φάρσες με πράξεις ήταν καλύτερες από τα αστεία με λόγια.

Στην εποχή της ιστορίας μου, οι μορφωμένοι γελωτοποιοί δεν ήταν ακόμη της μόδας. Πολλές μεγάλες «δυνάμεις» της Ευρώπης είχαν ακόμη τους τρελούς τους. Αυτοί φορούσαν ακόμη ρούχα κεντημένα με βραχιόλια που κουδούνιζαν. Έπρεπε να είναι πάντα έτοιμοι να λένε αμέσως πειράγματα που ταίριαζαν στη στιγμή. Σε αντάλλαγμα, έπαιρναν τα δώρα που έπεφταν από το βασιλικό τραπέζι.

Ο βασιλιάς μας, αν και δεν χρειάζεται να το πούμε, είχε τον τρελό του. Η αλήθεια είναι ότι, αν κάποια ανάγκη του ζητούσε ένα είδος τρέλας, αυτή ερχόταν ως αντίβαρο. Ισορροπούσε τη βαρετή σοφία των επτά σοφών του υπουργείου του — χωρίς να μετρήσουμε τον ίδιο. Ωστόσο ο τρελός του, ο γελωτοποιός του από επάγγελμα, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά τρελός. Η αξία του, στα μάτια του βασιλιά, τριπλασιαζόταν, επειδή ήταν νάνος και καμπούρης. Εκείνη την εποχή οι νάνοι ήταν στις βασιλικές αυλές τόσο συνηθισμένοι όσο και οι τρελοί. Πολλοί μονάρχες δεν ήξεραν πώς να περάσουν τις μέρες τους. Αυτές οι μέρες, όπως ξέρουμε, είναι στην αυλή πολύ πιο μεγάλες απ' ό,τι αλλού. Τα κατάφερναν μόνο με έναν γελωτοποιό που τους έκανε να γελούν, και έναν νάνο για να γελούν σε βάρος του. Όμως, όπως είπα και άλλοτε, ενενήντα φορές στις εκατό οι γελωτοποιοί είναι πυγμαίοι, στρογγυλοί και ογκώδεις. Γι' αυτό ο δικός μας βασιλιάς είχε μια μοναδική ευκαιρία και χαρά. Στο πρόσωπο του Χοπ-Φρωγκ (αυτό ήταν το όνομα του τρελού) είχε έναν τριπλό θησαυρό σε έναν μόνο άνθρωπο.

Συμπεραίνω από πριν κάτι για το όνομα Χοπ-Φρωγκ. Δεν το έδωσαν στον νάνο εκείνοι που τον κράτησαν στα χέρια τους στη βάφτιση. Το όνομα αυτό το έδωσε με γενική ψήφο όλο το υπουργείο. Ο λόγος ήταν ότι δεν μπορούσε να περπατά όπως όλος ο κόσμος. Πραγματικά, ο Χοπ-Φρωγκ δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς μια προσπάθεια κίνησης: κάτι ανάμεσα στο πήδημα και στο σύρσιμο. Αυτή η κίνηση ήταν για τον βασιλιά ανεξάντλητη πηγή γέλιου. Ήταν φυσικά και μια προσωπική ευχαρίστηση. Γιατί όλη η αυλή θεωρούσε τον μονάρχη τέλεια φτιαγμένο, παρά το πλάτος και το γελοίο σχήμα του προσώπου του.

Με τα κακοφτιαγμένα πόδια του, ο Χοπ-Φρωγκ κινούνταν με μεγάλη δυσκολία και κόπο σε δρόμο ή σε ξύλινο πάτωμα. Όμως η φύση φαίνεται ότι θέλησε να τον ανταμείψει για τα αδύναμα κάτω μέλη του. Του έδωσε χέρια με γιγάντια δύναμη στους μυς. Χάρη σε αυτά έκανε καταπληκτικά ευέλικτα κόλπα, όταν έβρισκε δέντρα, σκοινιά ή οτιδήποτε άλλο όπου μπορούσε να σκαρφαλώσει. Σε τέτοιες ασκήσεις έμοιαζε περισσότερο με σκίουρο ή με πίθηκο παρά με βάτραχο.

Δεν θα μπορούσα να πω ακριβώς από ποια χώρα καταγόταν ο Χοπ-Φρωγκ. Μάλλον ήταν από κάποια βάρβαρη χώρα, για την οποία κανείς δεν είχε ακούσει να μιλούν. Η χώρα αυτή βρισκόταν πολύ μακριά από την αυλή του βασιλιά μας. Ο Χοπ-Φρωγκ και ένα μικρό κορίτσι, μόλις λίγο λιγότερο νάνος από αυτόν, ξεριζώθηκαν από τα πατρικά τους σπίτια. Εκείνη είχε σωστές αναλογίες και χόρευε θαυμάσια. Τους έστειλε δώρο στον βασιλιά ένας από τους νικηφόρους στρατηγούς του.

Μετά από όλα αυτά, δεν πρέπει να εκπλήσσομαι για τη στενή οικειότητα των δύο αιχμαλώτων. Και πράγματι, σε λίγο έγιναν αφοσιωμένοι φίλοι. Τον Χοπ-Φρωγκ δεν τον εκτιμούσαν πολύ, παρά τα αμέτρητα κόλπα που έκανε. Έτσι δεν μπορούσε να προσφέρει πολλές υπηρεσίες στην Τριπέττα. Όμως εκείνη, με τη χάρη και τη μεγάλη ομορφιά της, έγινε εξαιρετικά θαυμαστή και εκλεκτή. Γι' αυτό είχε και μεγάλη επιρροή. Ποτέ δεν παρέλειπε να τη χρησιμοποιεί για το καλό του Χοπ-Φρωγκ, όποτε δινόταν αφορμή.

Δεν ξέρω για ποια μεγάλη περίσταση, ο βασιλιάς αποφάσισε να δώσει ένα μπαλ-μασκέ. Κάθε φορά που γινόταν μια μασκαράτα ή κάτι παρόμοιο, ζητούσαν το ταλέντο του Χοπ-Φρωγκ και της Τριπέττας. Δεν άφηναν ποτέ αυτή την ευκαιρία. Ο Χοπ-Φρωγκ κυρίως ήταν πολύ εφευρετικός. Ήξερε να οργανώνει θεάματα, να παρουσιάζει πρωτότυπους ρόλους και να φτιάχνει στολές για μπαλ-μασκέ. Χωρίς τη βοήθειά του, δεν μπορούσαν να τα κάνουν αυτά.

Η νύχτα του χορού έφτασε. Μια πολυτελής αίθουσα στολίστηκε, με την επίβλεψη της Τριπέττας. Είχε όλα τα νέα πράγματα που μπορούσαν να κάνουν τη μασκαράτα πιο εντυπωσιακή. Όλη η αυλή περίμενε με πυρετό. Όσο για τις στολές και τα πρόσωπα, φαντάζεται κανείς ότι ο καθένας είχε διαλέξει τα δικά του. Πολλοί είχαν αποφασίσει τους ρόλους τους μία εβδομάδα ή έναν μήνα πριν. Πραγματικά δεν υπήρχε καμία αμφιβολία σε αυτό το θέμα, εκτός μόνο για τον βασιλιά και τους επτά υπουργούς. Γιατί δίσταζαν; Δεν μπορώ να το πω. Ίσως και αυτό να ήταν ένας τρόπος αστεϊσμού τους. Πιο πιθανό όμως είναι ότι το λίπος καθυστερούσε τις ιδέες τους. Ο χρόνος περνούσε, και γι' αυτό ο βασιλιάς, ως τελευταίο καταφύγιο, ζήτησε την Τριπέττα και τον Χοπ-Φρωγκ.

Οι δύο μικροί φίλοι υπάκουσαν στην πρόσκληση του βασιλιά. Τον βρήκαν καθισμένο να πίνει κρασί με τα επτά μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Όμως ο μονάρχης φαινόταν απελπιστικά κακόκεφος. Ήξερε ότι ο Χοπ-Φρωγκ μισούσε το κρασί, γιατί το κρασί ερέθιζε τα νεύρα του φτωχού καμπουράκου μέχρι την τρέλα. Και η τρέλα δεν έχει τίποτα ιδιαίτερα ευχάριστο. Όμως ο βασιλιάς αγαπούσε τις χοντρές φάρσες. Για δική του ευχαρίστηση έδωσε στον Χοπ-Φρωγκ να πιει . . . για να τον «ευχαριστήσει», όπως έλεγε.

— Έλα εδώ, Χοπ-Φρωγκ, είπε, τη στιγμή που ο γελωτοποιός και η φίλη του έμπαιναν στην αίθουσα. Πιες αυτό το ποτήρι στην υγεία των απόντων φίλων σου (εδώ ο Χοπ-Φρωγκ αναστέναξε). Και βάλε τη φαντασία σου να δουλέψει για χάρη μου. Χρειαζόμαστε πρόσωπα, πρόσωπα με χαρακτήρα, κάτι καινούριο και πάνω από το συνηθισμένο. Έχουμε αρκετή κουραστική μονοτονία από αυτούς τους χορούς. Έλα, πιες. Το κρασί θα φωτίσει τις ιδέες σου.

Ο Χοπ-Φρωγκ προσπάθησε, όπως συνήθιζε, να απαντήσει αστεία στην πρόταση του βασιλιά. Όμως αυτό ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Εκείνη τη μέρα ήταν τα γενέθλια του φτωχού νάνου. Η διαταγή να πιει «στην υγεία των απόντων φίλων» έφερε δάκρυα στα μάτια του. Έπεσαν βαριά και πικρά, αυτά τα δάκρυα, μέσα στην κούπα που έπαιρνε ταπεινά από το χέρι του τυράννου.

— Χα! χα! χα! είπε ο τύραννος και ξεκαρδίστηκε στα γέλια, ενώ ο νάνος άδειαζε την κούπα με το ζόρι. — Να το αποτέλεσμα ενός ποτηριού κρασί! Τα μάτια έγιναν σαν αστραπή!

Ο καημένος ο διαβολάκος! Τα μάτια του άστραφταν περισσότερο παρά έλαμπαν, γιατί το κρασί ενεργούσε στον ερεθισμένο εγκέφαλό του έντονα και απότομα. Άφησε νευρικά την κούπα στο τραπέζι. Προχώρησε ανάμεσα σε αυτούς που τον τριγύριζαν, με ένα βλέμμα μισότρελο. Όλοι φαίνονταν να χαίρονται με το κέφι της Μεγαλειότητάς του.

— Και τώρα στις δουλειές μας, είπε ο πρωθυπουργός, ένα πολύ πρόστυχο υποκείμενο.

— Ναι, είπε ο βασιλιάς. Εμπρός, Χοπ-Φρωγκ, βοήθησέ μας. Πρόσωπα με χαρακτήρα, μικρέ μου. Όλοι μας χρειαζόμαστε χαρακτήρα. Χα! χα! χα!

Και σαν να ήταν αυτό μια θαυμάσια λέξη, και οι επτά συνέχισαν τα γέλια όλοι μαζί.

Ο Χοπ-Φρωγκ γέλασε κι αυτός, αλλά σιγανά και με ύφος λίγο αφηρημένο.

— Εμπρός, εμπρός, είπε ο βασιλιάς με ανυπομονησία. Δεν βρίσκεις τίποτα να σκεφτείς;

— Προσπαθώ να βρω κάτι καινούριο, απάντησε ο νάνος με αφηρημένο ύφος, γιατί το κρασί τον είχε ζαλίσει τελείως.

— Προσπαθείς! απάντησε ο τύραννος με αγριότητα. Τι εννοείς με αυτό; Α, κατάλαβα! Μελαγχολείς και χρειάζεσαι κι άλλο κρασί. Εμπρός. Πιες για χάρη μου και αυτό.

Γέμισε ένα άλλο ποτήρι κρασί και το άπλωσε προς τον καμπούρη. Εκείνος αρκέστηκε να το κοιτάξει, σαν να μην το ήθελε.

— Πιες, σου λέω, φώναξε το θηρίο, ή θα σε πάρουν όλοι οι διάβολοι . . .

Ο νάνος δίσταζε. Ο βασιλιάς έγινε κατακόκκινος από λύσσα. Οι κόλακες γελούσαν με αρκετή όρεξη. Η Τριπέττα, χλωμή σαν πεθαμένη, προχώρησε προς το κάθισμα του βασιλιά. Γονάτισε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να λυπηθεί τον φίλο της.

Ο τύραννος την κοίταξε καλά για μερικές στιγμές, φανερά κατάπληκτος από τέτοια τόλμη. Φαινόταν ότι δεν ήξερε τι να πει ούτε τι να κάνει. Δεν ήξερε πώς να βρει μια έκφραση ίση με την οργή του. Στο τέλος, χωρίς να πει ούτε μία συλλαβή, την έσπρωξε με βία μακριά του. Και της πέταξε κατάμουτρα το γεμάτο ποτήρι κρασί.

Το φτωχό κορίτσι σηκώθηκε όπως μπορούσε καλύτερα. Χωρίς να βγάλει ούτε έναν αναστεναγμό, πήρε τη θέση της στο κάτω μέρος του τραπεζιού.

Για ένα λεπτό έγινε απόλυτη σιωπή. Θα μπορούσα να ακούσω ένα φύλλο ή ένα φτερό που πέφτει. Τη σιωπή αυτή τη διέκοψε ένα υπόκωφο τρίξιμο, τραχύ και παρατεταμένο. Φαινόταν να βγαίνει από τις τέσσερις γωνίες της αίθουσας.

— Τι; Τι; Γιατί κάνεις αυτόν τον θόρυβο; ρώτησε ο βασιλιάς και γύρισε με οργή προς τον νάνο.

Ο νάνος φαινόταν ότι είχε συνέλθει από το μεγάλο μεθύσι του. Κοίταζε τον τύραννο κατάμουτρα, σταθερά και σίγουρα. Ξαναφώναξε:

— Εγώ; Εγώ; Πώς μπορώ να είμαι εγώ;

— Ο ήχος φαινόταν να έρχεται απ' έξω, παρατήρησε ένας από τους αυλικούς. Φαντάζομαι ότι θα ήταν ο παπαγάλος στο παράθυρο. Θα χτυπούσε το ράμφος του στα σίδερα του κλουβιού του.

— Αλήθεια, απάντησε ο μονάρχης, σαν να ανακουφίστηκε από την εξήγηση αυτή. Όμως, μα την ιπποτική μου τιμή, θα ορκιζόμουν ότι αυτός εδώ ο αλήτης έτριξε τα δόντια.

Τότε ο νάνος άρχισε να γελά. (Ο βασιλιάς αγαπούσε πολύ τα γέλια, γι' αυτό δεν ήθελε να εμποδίσει κανέναν να γελά.) Έδειξε έναν στρατό από μακριά δόντια, δυνατά και πολύ τρομακτικά. Βεβαίωσε επίσης ότι θα έπινε όσο κρασί ήθελαν. Ο μονάρχης ησύχασε. Ο Χοπ-Φρωγκ άδειασε ακόμη ένα ποτήρι, χωρίς να φανεί δυσαρεστημένος. Έπειτα μπήκε αμέσως και με μεγάλη επιδεξιότητα στα σχέδια της μασκαράτας.

— Δεν θα μπορούσα να πω πώς σχηματίστηκε αυτή η σύνδεση των ιδεών, παρατήρησε με φρόνηση.

Μιλούσε σαν να μην είχε δοκιμάσει ποτέ κρασί στη ζωή του.

— Αλλά ήταν ακριβώς όταν η Μεγαλειότητά σας χτύπησε τη μικρή και της πέταξε κρασί στα μούτρα. Ακριβώς όταν η Μεγαλειότητά σας έκανε όλα αυτά, ο παπαγάλος έκανε τόσο θόρυβο από την άλλη πλευρά του παραθύρου. Τότε μου ήρθε στον νου μια μοναδική διασκέδαση. Είναι ένα από τα αστεία της χώρας μας, που τα κάνουμε συχνά στις μασκαράτες. Εδώ όμως θα φανούν σαν κάτι καινούριο. Δυστυχώς για το παιχνίδι αυτό θα χρειαζόταν μια παρέα από οκτώ πρόσωπα, και . . .

— Ε, καλά, εμείς είμαστε οκτώ! φώναξε ο βασιλιάς, περήφανος για τη λεπτή οξυδέρκειά του, που ανακάλυψε αυτή τη σύμπτωση. Είμαστε οκτώ, ακριβώς — εγώ και οι επτά υπουργοί μου. Εμπρός. Ποιο είναι αυτό το παιχνίδι;

— Το λέμε «οι οκτώ δεμένοι ουρακοτάγκοι», απάντησε ο καμπούρης. Είναι αλήθεια ένα πολύ ευχάριστο παιχνίδι, όταν ξέρουν να το παίζουν.

— Αυτό είναι δουλειά μας, είπε ο βασιλιάς, σηκώνοντας και χαμηλώνοντας τα φρύδια.

— Το ευχάριστο στο παιχνίδι, συνέχισε ο Χοπ-Φρωγκ, είναι ο τρόμος που προκαλεί στις γυναίκες.

— Τέλεια! γέλασαν όλοι μαζί ο βασιλιάς και οι υπουργοί του.

— Θα σας μεταμφιέσω εγώ ο ίδιος σε ουρακοτάγκους, συνέχισε ο νάνος. Μπορείτε να βασιστείτε σε μένα. Η ομοιότητα θα είναι τόσο καταπληκτική, ώστε οι μασκαρεμένοι θα σας περάσουν για αληθινά ζώα. Φυσικά θα τρομάξουν τόσο όσο και θα εκπλαγούν.

— Να ένα θαυμάσιο πράγμα! φώναξε ο βασιλιάς. Είμαι ικανός να σε κάνω άνθρωπο.

— Οι αλυσίδες θα έχουν σκοπό να αυξήσουν τη σύγχυση με τον θόρυβό τους. Θα νομίσουν ότι ξεφύγατε όλοι από τους φύλακές σας. Η Μεγαλειότητά σας δεν μπορεί να φανταστεί το αποτέλεσμα μιας μασκαράτας από οκτώ δεμένους ουρακοτάγκους. Οι περισσότεροι θα τους περάσουν για αληθινούς. Θα ορμήσουν με άγριες φωνές ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες με κομψά και πολυτελή ρούχα. Η αντίθεση θα είναι ασύγκριτη.

— Πρέπει να γίνει αυτό, είπε ο βασιλιάς.

Το υπουργικό συμβούλιο αργούσε. Γι' αυτό ο βασιλιάς σηκώθηκε απότομα για να αρχίσει πρώτος να εκτελεί το σχέδιο του Χοπ-Φρωγκ. Ο τρόπος που θα μεταμφιέζονταν ως ουρακοτάγκοι ήταν πολύ απλός, αλλά αρκετός για τον σκοπό τους. Εκείνη την εποχή τα ζώα αυτά ήταν λίγο γνωστά στα διάφορα μέρη του πολιτισμένου κόσμου. Ο νάνος θα τους έδινε μια όψη αρκετά κτηνώδη και πολύ άσχημη. Έτσι φυσικά δεν είχε καμία υποχρέωση να τα αντιγράψει πιστά από τη φύση. Πρώτα ο βασιλιάς και οι υπουργοί φόρεσαν πολύ στενά πουκάμισα και παντελόνια. Έπειτα τους άλειψαν με κατράμι. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος από την παρέα πρότεινε να χρησιμοποιήσουν και φτερά. Όμως ο νάνος απέρριψε εντελώς την ιδέα. Πρόλαβε να δείξει στα οκτώ πρόσωπα, με χοντρά επιχειρήματα, ότι το δέρμα του ουρακοτάγκου μιμείται καλύτερα με λινό ύφασμα. Συνεπώς, πάνω στο κατράμι έβαλαν ένα στρώμα από λινάτσα. Έπειτα έφεραν μια μακριά αλυσίδα.

Την πέρασαν πρώτα γύρω από το σώμα του βασιλιά και την έδεσαν. Έπειτα την πέρασαν γύρω από τον κορμό ενός άλλου κυρίου της παρέας και τον έδεσαν κι αυτόν. Μετά έδεσαν όλους τους άλλους με τον ίδιο τρόπο. Όταν τελείωσαν αυτές οι προετοιμασίες, τα πρόσωπα της παρέας απομακρύνθηκαν όσο μπορούσαν το ένα από το άλλο. Σχημάτισαν έναν κύκλο, για να δείχνει το πράγμα πιο φυσικό. Ο Χοπ-Φρωγκ κατάφερε να περάσει το υπόλοιπο της αλυσίδας διαγώνια μέσα στον κύκλο των αλυσοδεμένων. Έτσι κάνουν σήμερα στο Βόρνεο εκείνοι που δένουν χιμπατζήδες ή μεγάλους πιθήκους.

Το μεγάλο σαλόνι της μασκαράτας ήταν ένα στρογγυλό δωμάτιο, πολύ ψηλό. Το φως του ήλιου έμπαινε μόνο από ένα άνοιγμα στην οροφή. Τη νύχτα (γιατί η σάλα χρησίμευε μόνο για τις νυχτερινές γιορτές) τη φώτιζε στη μέση ένας τεράστιος πολυέλαιος. Κρεμόταν με μια αλυσίδα από το κέντρο του πάνω ανοίγματος. Ανέβαινε και κατέβαινε χάρη σε ένα συνηθισμένο αντίβαρο. Όμως δεν ήθελαν να χαλάει η διακόσμηση της σάλας. Γι' αυτό το βαρίδι βρισκόταν έξω από τον θόλο και πάνω από τη στέγη.

Η τακτοποίηση της σάλας είχε αφεθεί στην επίβλεψη της Τριπέττας. Όμως σε μερικές λεπτομέρειες την οδήγησε, όπως φαινόταν, η πιο σίγουρη κρίση του φίλου της του νάνου. Με τη συμβουλή του αφαιρέθηκε ο πολυέλαιος εκείνη τη φορά. Το κερί θα έλιωνε μέσα στον πολύ ζεστό αέρα, και κανείς δεν θα απέφευγε τις σταγόνες του. Θα χαλούσαν πολύ τα πολυτελή ρούχα των καλεσμένων. Εξαιτίας του συνωστισμού, αυτοί θα αναγκάζονταν να στέκονται στο κέντρο, δηλαδή κάτω από τον πολυέλαιο. Πολλά καντηλέρια τοποθετήθηκαν σε διάφορα σημεία της αίθουσας, με τρόπο που να μην ενοχλούν το πλήθος. Και ένα φανάρι που έβγαζε ωραία αρώματα μπήκε στο δεξί χέρι κάθε Καρυάτιδας. Οι Καρυάτιδες ήταν σκαλισμένες στον τοίχο, και ήταν πενήντα ή εξήντα συνολικά.

Κατά τη συμβουλή του Χοπ-Φρωγκ, οι οκτώ ουρακοτάγκοι περίμεναν υπομονετικά τα μεσάνυχτα. Ήθελαν να γεμίσει όλη η αίθουσα από μάσκες, πριν εμφανιστούν. Μόλις το ρολόι χτύπησε το τελευταίο του χτύπημα, όρμησαν μέσα. Ή, για να το πούμε καλύτερα, κύλησαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα στη σάλα. Ήταν μπερδεμένοι στα δεσμά τους, γι' αυτό μερικοί έπεσαν και όλοι σκόνταψαν, τουλάχιστον όταν έμπαιναν.

Η ταραχή των καλεσμένων ήταν μεγάλη, και έδωσε στον βασιλιά ωραία και χαριτωμένη διάθεση. Όπως ήλπιζαν, πολλοί καλεσμένοι νόμισαν ότι αυτά τα άγρια πλάσματα ήταν πραγματικά ζώα. Ίσως όχι ακριβώς ουρακοτάγκοι, αλλά ζώα κάποιου είδους. Πολλές γυναίκες λιποθύμησαν από τον τρόμο. Ο βασιλιάς είχε απαγορεύσει κάθε όπλο στην αίθουσα. Αν δεν είχε πάρει αυτή την προφύλαξη, όλη η παρέα θα πλήρωνε το αστείο με το αίμα της. Όλοι όρμησαν προς τις πόρτες. Όμως ο βασιλιάς είχε διατάξει να τις κλείσουν καλά μετά την είσοδό του. Τα κλειδιά είχαν δοθεί στα χέρια του νάνου, με δική του συμβουλή.

Ο θόρυβος είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Κάθε μάσκα σκεφτόταν μόνο τη δική της ασφάλεια, γιατί υπήρχε πραγματικός κίνδυνος από την αναταραχή του τρομαγμένου πλήθους. Τότε είδαν την αλυσίδα που κρατούσε συνήθως τον πολυέλαιο να κατεβαίνει σιγά σιγά. Κατέβηκε ώσπου το βαρίδι στην άκρη της αλυσίδας έφτασε τρία πόδια πάνω από το πάτωμα.

Σε λίγο ο βασιλιάς και οι επτά σύντροφοί του σκόνταψαν στη σάλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο τέλος βρέθηκαν στο κέντρο, και φυσικά ήρθαν σε άμεση επαφή με την αλυσίδα. Ο νάνος δεν είχε απομακρυνθεί ούτε μια σπιθαμή από αυτούς. Ενώ ήταν εκεί, τους θύμισε να προσέχουν τη σύγχυση που απειλούσε. Έπειτα έπιασε την αλυσίδα τους στο σημείο όπου τα δύο μέρη που διέσχιζαν τον κύκλο τέμνονταν σε ορθή γωνία. Γρήγορα σαν τη σκέψη, πέρασε εκεί το βαρίδι από το οποίο κρεμόταν συνήθως ο πολυέλαιος. Σε μια στιγμή η αλυσίδα του πολυελαίου κινήθηκε από κάποια αόρατη δύναμη. Τραβήχτηκε πολύ προς τα πάνω και άφησε το βαρίδι ψηλά. Έτσι ανέβασε και τους ουρακοτάγκους, στριμωγμένους σαν σταφύλια, τον έναν πάνω στον άλλον και τον έναν απέναντι στον άλλον.

Εκείνη τη στιγμή οι μάσκες συνήλθαν λίγο από τον θόρυβό τους. Άρχισαν να βλέπουν όλη τη σκηνή σαν κωμωδία που είχε ετοιμαστεί με μεγάλη επιδεξιότητα. Όταν είδαν τους πιθήκους σε αυτή τη στάση, έβγαλαν ένα τρομερό γέλιο.

— Φυλάξτε τους μου! φώναξε τότε ο Χοπ-Φρωγκ, και η οξεία φωνή του νίκησε εύκολα τον θόρυβο. Φυλάξτε τους, νομίζω ότι τους ξέρετε. Αν μπορούσα μόνο να τους εξετάσω ήσυχα, θα μπορούσα να σας πω ποιοι ήταν!

Εδώ σηκώθηκε πάνω από τα κεφάλια του πλήθους και βρήκε τρόπο να πλησιάσει τον τοίχο. Πήρε ένα φανάρι από μια Καρυάτιδα. Γύρισε όπως είχε πάει στο κέντρο της αίθουσας. Πήδηξε με ευκινησία πιθήκου πάνω από το κεφάλι του βασιλιά. Από εκεί σκαρφάλωσε λίγα βήματα πιο πάνω στην αλυσίδα. Έσκυψε τον κορμό του για να εξετάσει το σταφύλι των ουρακοτάγκων και φώναξε δυνατά:

«Θα σας πω ποιος είναι!»

Και τότε όλη η συγκέντρωση, μαζί και οι πίθηκοι, ξέσπασε σε γέλια. Εκείνη τη στιγμή ο γελωτοποιός έβγαλε απότομα ένα εκκωφαντικό σφύριγμα. Η αλυσίδα ανέβηκε ξανά τριάντα πόδια. Πήρε μαζί της τους ουρακοτάγκους, τρομαγμένους και ταραγμένους. Τους άφησε κρεμασμένους στον αέρα, στη μέση ανάμεσα στο άνοιγμα του θόλου και στο πάτωμα. Ο Χοπ-Φρωγκ, που ήταν δεμένος στην αλυσίδα, ανέβηκε μαζί της, πάντα στην ίδια θέση με τις οκτώ μάσκες. Χαμήλωνε πάντα τον κορμό του, για να δει δήθεν ποιοι ήταν. Όλοι οι παρόντες ταράχτηκαν τόσο από αυτό το ανέβασμα, ώστε έγινε νεκρική σιωπή. Κράτησε περίπου ένα λεπτό. Τη διέκοψε ένα υπόκωφο και σκληρό τρίξιμο. Ήταν όμοιο με εκείνο που είχε τραβήξει την προσοχή του βασιλιά και των συμβούλων. Τότε η Τριπέττα είχε δεχτεί στο πρόσωπο το κρασί από την κούπα του. Όμως αυτή τη φορά δεν υπήρχε τρόπος να ρωτήσει κανείς από πού ερχόταν ο θόρυβος. Ερχόταν από το σαγόνι του νάνου. Έσφιγγε τα δόντια του και τα έκανε να τρίζουν, με σάλιο στο στόμα. Κοίταζε με έκφραση μεγάλης λύσσας τα πρόσωπα του βασιλιά και των επτά συντρόφων του. Τα πρόσωπά τους ήταν στραμμένα προς αυτόν.

— Α! Α! είπε στο τέλος ο μανιασμένος γελωτοποιός. Α! Α! Τώρα αρχίζω να βλέπω ποιοι είναι αυτοί εδώ οι άνθρωποι.

Έκανε ότι ήθελε να δει τον βασιλιά από πολύ κοντά και πλησίασε το κατραμωμένο φανάρι. Από αυτό βγήκε απότομα ένα σεντόνι από μεγάλες φλόγες. Σε ένα δευτερόλεπτο το πολύ, οι οκτώ ουρακοτάγκοι καίγονταν σκληρά, μέσα στις κραυγές του πλήθους. Το πλήθος τους κοίταζε από κάτω με μεγάλη φρίκη και δεν μπορούσε να τρέξει να τους βοηθήσει.

Στο τέλος οι φλόγες δυνάμωσαν ξαφνικά πάρα πολύ. Ανάγκασαν τον γελωτοποιό να σκαρφαλώσει λίγο πιο ψηλά στην αλυσίδα, για να αποφύγει τον κίνδυνο. Όταν το έκανε αυτό, έγινε ξανά νεκρική σιωπή. Ο νάνος εκμεταλλεύτηκε την περίσταση για να ξαναμιλήσει.

— Τώρα, είπε, βλέπω ακριβώς τι είδους άνθρωποι είναι αυτές οι μάσκες. Είναι ένας μεγάλος βασιλιάς και οι επτά σύμβουλοί του. Ένας βασιλιάς που δεν ντράπηκε να χτυπήσει ένα μικρό κορίτσι απροστάτευτο. Και οι επτά σύμβουλοί του, που τον ενθάρρυναν σε αυτή τη σκληρότητα. Όσο για μένα, είμαι απλώς ο Χοπ-Φρωγκ ο γελωτοποιός, και αυτή εδώ είναι η τελευταία μου γελωτοποιία . . .

Το λινό και το κατράμι έδεναν πολύ καλά μεταξύ τους και κολλούσαν τον έναν με τον άλλον. Χάρη σε αυτό, ο νάνος είδε το έργο της εκδίκησής του να ολοκληρώνεται, μόλις τελείωσε τον μικρό του λόγο. Τα οκτώ σώματα κρέμονταν και κουνιούνταν στις αλυσίδες τους, μια βρωμερή μάζα, μαύρη, άσχημη και ακαθόριστη. Ο καμπούρης πέταξε τη δάδα και σκαρφάλωσε με επιδεξιότητα ως την οροφή. Χάθηκε από το άνοιγμά της. Θα νομίσει κανείς ότι η Τριπέττα βρισκόταν στη στέγη της αίθουσας. Θα νομίσει ότι ήταν συνένοχος του φίλου της στην τρομερή του εκδίκηση. Και ότι έφυγαν μαζί για τη χώρα τους, γιατί κανείς δεν ξαναείδε ποτέ ούτε τον έναν ούτε την άλλη.

Σημείωση: Είναι κάπως χρήσιμο να θυμίσουμε ότι η ιστορία εμπνεύστηκε από ένα ιστορικό γεγονός. Το γεγονός αυτό συνέβη στη Γαλλία, στη βασιλεία του Καρόλου VI. Για τον γάμο ενός ιππότη του Βερμαντοά με μια δεσποινίδα της βασίλισσας, ο βασιλιάς έδωσε έναν χορό. Ένας από τους ακολούθους του πρότεινε να μεταμφιεστεί σε άγριο, μαζί με πέντε άλλους φεουδάρχες. Ήθελαν να εκπλήξουν τις κυρίες. Ντύθηκαν με κομμάτια λινού, έβαλαν μέσα πίσσα και σκέπασαν όλο το σώμα τους με φτερά και στουπί. Όταν εμφανίστηκαν στη σάλα, κανείς δεν μπορούσε να τους αναγνωρίσει. Οι πέντε ήταν δεμένοι ο ένας με τον άλλον, και ο βασιλιάς τους οδηγούσε στον χορό. Ένας αφηρημένος άνθρωπος πλησίασε κατά τύχη ένα φανάρι, και η πίσσα πήρε φωτιά. Σε μια στιγμή όλοι βρέθηκαν μέσα στις φλόγες. Η δούκισσα του Μπερρύ αναγνώρισε επιτέλους τον βασιλιά και τον σκέπασε με τον μανδύα της. Έτσι τον έσωσε.

### Γλωσσάρι

- **farceur**: άνθρωπος που κάνει φάρσες.
- **rara avis in terris**: κάτι πολύ σπάνιο.
- **γελωτοποιοί**: άνθρωποι στην αυλή που κάνουν τον βασιλιά να γελά.
- **πυγμαίοι**: παλιά λέξη για πολύ κοντούς ανθρώπους. Σήμερα μπορεί να προσβάλει.
- **νάνος**: πολύ κοντός άνθρωπος. Η λέξη σήμερα μπορεί να προσβάλει.
- **καμπούρης**: άνθρωπος με καμπούρα στην πλάτη. Η λέξη σήμερα είναι προσβλητική.
- **μπαλ-μασκέ**: χορός όπου φορούν μάσκες.
- **κόλακες**: άνθρωποι που λένε ψεύτικα καλά λόγια στους δυνατούς για να κερδίσουν κάτι. Η λέξη είναι προσβλητική.
- **ουρακοτάγκοι**: μεγάλοι πίθηκοι.
- **κατράμι**: μαύρη ύλη που κολλά και καίγεται εύκολα.
- **λινάτσα**: χοντρό πανί.
- **πολυέλαιος**: μεγάλο φωτιστικό που κρέμεται από το ταβάνι.
- **βαρίδι**: βαρύ αντικείμενο που τραβά προς τα κάτω ένα σχοινί ή μια αλυσίδα.
- **καντηλέρια**: παλιά αντικείμενα που κρατούν κεριά.
- **Καρυάτιδες**: αγάλματα γυναικών στον τοίχο που στηρίζουν ή κρατούν κάτι.

## Η κατήγορος καρδία

Μάλιστα! . . . νευρικός, πολύ νευρικός, τρομερά νευρικός! Πάντα ήμουν έτσι και θα είμαι για πάντα! Αλλά γιατί επιμένετε να λέτε ότι είμαι τρελός; Οι δυστυχίες έκαναν τα νεύρα μου πιο λεπτά, αλλά δεν τα άλλαξαν ούτε τα αδυνάτισαν. Πιο δυνατή από όλες τις άλλες αισθήσεις μου είναι η ακοή, που την έχω εξαιρετική. Άκουγα τα πάντα — όλα όσα μπορούσα να ακούσω στον ουρανό και στη γη. Άκουσα πολλά πράγματα και από τον Άδη. Τότε πώς θα μπορούσα να είμαι τρελός; Ακούστε! Και προσέξτε με πόσο λογικό και συστηματικό τρόπο θα σας διηγηθώ όλη την ιστορία.

Δεν θα μπορούσα να πω πώς μπήκε στην αρχή η ιδέα στο μυαλό μου. Όμως από τη στιγμή που τη σκέφτηκα, με τάραζε μέρα και νύχτα. Αιτία δεν υπήρχε. Το πάθος δεν είχε καμία σχέση. Αγαπούσα αυτόν τον γέρο. Ποτέ δεν μου έκανε κακό. Ποτέ δεν με πρόσβαλε. Το χρυσάφι του; Ποτέ δεν το ζήλεψα. Νομίζω ότι ήταν το μάτι του! Μάλιστα, αυτό! Το ένα του μάτι έμοιαζε με μάτι γύπα. Ένα μάτι γαλάζιο και χλωμό, με ένα ασπράδι από πάνω. Κάθε φορά που το μάτι του έπεφτε πάνω μου, πάγωνε το αίμα μου. Και έτσι, σιγά σιγά, γλίστρησε στο μυαλό μου η σκέψη να πάρω τη ζωή του γέρου. Έτσι θα γλίτωνα από το μάτι του.

Τώρα, να το ζήτημα. Φαντάζεστε ότι είμαι τρελός, αλλά οι τρελοί δεν ξέρουν τίποτα! Έπρεπε να με δείτε. Έπρεπε να δείτε πόσο συνετός ήμουν σε όλη αυτή την υπόθεση! . . . Με πόση προσοχή, με πόση πρόνοια, με πόση μυστικότητα έκανα τη δουλειά μου! Ποτέ δεν συμπάθησα έναν άνθρωπο όσο αυτόν τον γέρο, σε όλη την εβδομάδα πριν από τον φόνο. Και κάθε νύχτα, όταν έρχονταν τα μεσάνυχτα, γύριζα το ρόπτρο της πόρτας του και την άνοιγα! Ω! τόσο ήσυχα! Όταν το άνοιγμα ήταν αρκετό για να περάσει το κεφάλι μου, έβαζα μέσα ένα κρυφοφάναρο. Ήταν κλειστό, πολύ κλειστό, για να μη φεύγει καθόλου φως. Και τότε περνούσα το κεφάλι μου στο δωμάτιο. Ω! θα γελούσατε αν βλέπατε με πόση προσοχή το έβαζα! Το προχωρούσα αργά, πολύ αργά, για να μην ταράξω τον ύπνο του γέρου. Χρειαζόταν τουλάχιστον μία ολόκληρη ώρα για να χώσω το κεφάλι μου στο άνοιγμα. Έπρεπε να φτάσει αρκετά μέσα, για να τον δω ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. Α! Πώς θα ήταν τόσο γνωστικός ένας τρελός; Και τότε, όταν το κεφάλι μου ήταν μέσα στο δωμάτιο, άνοιγα το φανάρι μου με προσοχή. Ω! με πόση προσοχή, γιατί οι στρόφιγγες έτριζαν! Το μισάνοιγα μόνο τόσο, ώστε να περνά μια λεπτή δέσμη φωτός. Αυτή τη δέσμη την έριχνα πάνω στο μάτι του γύπα. Αυτό το επανέλαβα για επτά ολόκληρες νύχτες — κάθε νύχτα ακριβώς στα μεσάνυχτα. Όμως έβρισκα πάντα το μάτι κλειστό, και έτσι δεν μπορούσα να τελειώσω το σχέδιό μου. Ο λόγος ήταν πολύ απλός: αυτό που με τάραζε δεν ήταν ο γέρος, αλλά το μάτι. Και κάθε πρωί, όταν ξημέρωνε, πήγαινα με θάρρος στο δωμάτιό του. Του μιλούσα ελεύθερα, τον φώναζα με το όνομά του με πολύ φιλικό τόνο και ρωτούσα πώς πέρασε τη νύχτα. Βλέπετε λοιπόν καλά: είναι μεγάλη αλήθεια ότι τίποτα απρόοπτο δεν έγινε στον γέρο, ώστε να υποψιαστεί κάτι. Δεν υποψιαζόταν ότι κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, τον παρακολουθούσα την ώρα που κοιμόταν.

Την όγδοη νύχτα πρόσεξα ακόμα περισσότερο από άλλες φορές, όταν άνοιγα την πόρτα.

Ο δείκτης ενός ρολογιού προχωρεί πιο γρήγορα από το δικό μου χέρι. Ποτέ πριν από εκείνη τη νύχτα δεν είχα τόσο δυνατό το μυαλό μου, τόσο μεγάλη τη φρόνησή μου. Μόλις που μπορούσα να κρατήσω τη χαρά μου. Σκεφτείτε: ήμουν εκεί και άνοιγα την πόρτα λίγο λίγο. Και ο γέρος δεν μπορούσε να φανταστεί τις πράξεις ούτε τις σκέψεις που έκρυβα. Και όμως δεν μπόρεσα να κρατήσω ένα ελαφρύ σαρκαστικό γέλιο. Ο γέρος το άκουσε μάλλον, γιατί έκανε μια ξαφνική κίνηση στο κρεβάτι του, σαν να τινάχτηκε. Τώρα νομίζετε σίγουρα ότι έφυγα . . . Καθόλου! Το σκοτάδι ήταν πυκνό και το δωμάτιο ήταν μαύρο σαν την πίσσα. Γιατί τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλεισμένα από φόβο για τους κλέφτες. Ήμουν βέβαιος ότι δεν μπορούσε να δει το άνοιγμα της πόρτας, και συνέχισα να τη σπρώχνω κανονικά κανονικά.

Είχα το κεφάλι μου μέσα στο δωμάτιο και ετοιμαζόμουν να ανοίξω το φαναράκι. Τότε ο αντίχειράς μου γλίστρησε, καθώς άνοιγα το φανάρι, που ήταν από τενεκέ. Ο γέρος τινάχτηκε στο κρεβάτι του και φώναξε:

— Ποιος είν' εκεί;

Έμεινα εντελώς ακίνητος και δεν είπα λέξη. Για μία ολόκληρη ώρα δεν κούνησα ούτε έναν μυ. Σε όλο αυτόν τον χρόνο δεν τον άκουσα να αποκοιμιέται. Έμεινε στο κρεβάτι του, μισοκαθισμένος, και άκουγε. Έτσι έκανε συχνά για πολλές νύχτες στη σειρά. Άκουγε προσεκτικά το ρολόι του θανάτου, που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο.

Τέλος άκουσα έναν αδύναμο αναστεναγμό, και κατάλαβα ότι ήταν μια διαμαρτυρία που ερχόταν από θανάσιμο τρόμο. Δεν ήταν πόνος δυστυχίας ή βασάνου. Ω! όχι! Ήταν ο χαμηλός και πνιχτός ήχος που ανέβαινε από το βάθος μιας ψυχής βασανισμένης από την αγωνία.

Δεν ήταν άγνωστος αυτός ο ήχος. Πόσες φορές, τη νύχτα, ακριβώς στα μεσάνυχτα, όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, είχε βγει από το δικό μου στήθος! Και με τον τρομακτικό του ήχο είχε κάνει πιο βαρύ το βάθος του σκοταδιού που με τρόμαζε. Λέω ότι δεν ήταν άγνωστος. Ήξερα τι ένιωθε ο γέρος και τον λυπόμουν, αν και γελούσα από το βάθος της καρδιάς μου. Ήξερα ότι είχε ανασηκωθεί από τον πρώτο μικρό θόρυβο και ότι είχε γυρίσει στο κρεβάτι του. Από τότε ο τρόμος του δεν έπαψε να μεγαλώνει. Έκανε ό,τι μπορούσε για να πειστεί ότι ο τρόμος αυτός δεν είχε αιτία, αλλά δεν τα κατάφερε. Είπε μόνος του: «Δεν είναι τίποτα, είναι ο άνεμος στο τζάκι, ή το πολύ ένα ποντίκι που τρέχει στο πάτωμα». Ή ακόμη: «Είναι σίγουρα απλώς η κραυγή ενός γρύλου». Ναι, έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να πάρει θάρρος με τέτοιες σκέψεις. Όμως ήταν όλα μάταια. Όλες οι προσπάθειες είναι μάταιες, γιατί ο θάνατος πλησιάζει. Είχε περάσει μπροστά του με τη μαύρη σκιά του, με την οποία σκεπάζει το θύμα του. Και ακριβώς αυτή η αόρατη σκιά απλωνόταν πάνω του με τη θλιβερή της δύναμη. Δεν μπορούσε ούτε να ακούσει ούτε να δει. Όμως η σκιά τον έκανε να νιώσει το κεφάλι μου μέσα στο δωμάτιο.

Περίμενα πολύ, με μεγάλη υπομονή, χωρίς να τον ακούσω να ξαπλώνει ξανά. Τότε αποφάσισα να ανοίξω λίγο το φανάρι μου — αλλά λιγάκι, ω! τόσο λιγάκι! Το άνοιξα, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο κρυφά. Τέλος μια χλωμή ακτίνα, σαν νήμα αράχνης, βγήκε από τη χαραμάδα του φαναριού. Έπεσε πάνω στο μάτι που έμοιαζε με μάτι γύπα. Ήταν ανοιχτό, πολύ ανοιχτό, ορθάνοιχτο. Αυτή η εικόνα με έκανε έξαλλο. Το είδα εντελώς καθαρά, ολόκληρο γαλάζιο, ένα ξεθωριασμένο γαλάζιο, με την άθλια δέσμη φωτός πάνω του. Ένιωσα να παγώνει το μεδούλι στα κόκαλά μου. Όμως δεν μπορούσα να δω το υπόλοιπο πρόσωπο του γέρου, ούτε ολόκληρο το πρόσωπό του. Γιατί με έναν ενστικτώδη τρόπο έριχνα την ακτίνα ακριβώς στο καταδικασμένο σημείο. Και εκείνη τη στιγμή . . . Δεν σας είπα ότι αυτό που λέτε τρέλα είναι μόνο υπερβολική οξύτητα των αισθήσεών μου; Εκείνη τη στιγμή, λέω, ένας ελαφρύς θόρυβος χτύπησε στο αυτί μου. Ήταν ένας θόρυβος πνιχτός και γρήγορος, σαν τον ήχο ενός ρολογιού τυλιγμένου σε βαμβάκι. Αυτόν τον ήχο τον ήξερα αρκετά καλά. Ήταν η καρδιά του γέρου που χτυπούσε. Όπως ο ήχος του τυμπάνου κεντρίζει το θάρρος του στρατιώτη, έτσι αυτός ο θόρυβος μεγάλωσε τη μανία μου.

Συγκρατήθηκα ακόμη λίγο και έμεινα σαν χτυπημένος από κεραυνό. Μόλις ανέπνεα. Κρατούσα το φανάρι ακίνητο. Με πόση επιμονή προσπαθούσα να κρατήσω την ακτίνα ακριβώς πάνω στο μάτι! Και την ίδια ώρα η καρδιά επιτάχυνε τον καταχθόνιο ρυθμό της. Γινόταν όλο και πιο γρήγορος και όλο και πιο καθαρός. Ο τρόμος του γέρου έφτανε στο κατακόρυφο. Ο θόρυβος, λέω, γινόταν κάθε στιγμή πιο καθαρός . . . Καταλαβαίνετε καλά; Σας είπα ότι ήμουν νευρικός; Είμαι, ναι. Και να, ήταν η φρικτή ώρα της νύχτας, μέσα στη νεκρική σιωπή αυτού του παλιού σπιτιού. Ο ψίθυρος ήταν τόσο παράξενος, ώστε μου προκάλεσε ανείπωτο τρόμο. Όμως κρατήθηκα ακόμη λίγα λεπτά και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Αλλά το τικ-τακ γινόταν όλο και πιο γρήγορο, όλο και πιο γρήγορο. Σκεφτόμουν ότι η καρδιά θα έσπαγε. Και τότε με έπιασε μια νέα ανυπομονησία: ο θόρυβος αυτός, αν τον άκουγε κανένας γείτονας! Η ώρα του γέρου είχε χτυπήσει. Με ένα μεγάλο ούρλιασμα άνοιξα το φαναράκι και πήδηξα στο δωμάτιο. Εκείνος έβγαλε μόνο μία κραυγή, μόνο μία. Σε μια στιγμή τον έριξα κάτω και τον έλιωσα με όλο το βάρος του κρεβατιού. Τότε γέλασα χαρούμενα, γιατί είδα ότι η δουλειά είχε αρχίσει. Αλλά για πολλά λεπτά η καρδιά συνέχισε να χτυπά με πνιχτό ήχο. Όμως κανείς δεν μπορούσε πια να ακούσει έναν τόσο αδύναμο ήχο μέσα από τον τοίχο. Τέλος σταμάτησε. Ο γέρος είχε πεθάνει. Έβαλα το κρεβάτι στη θέση του και κοίταξα τον νεκρό. Ναι, ήταν άκαμπτος σαν νεκρός. Ακούμπησα το χέρι μου στο μέρος της καρδιάς και το κράτησα εκεί μερικά λεπτά. Δεν χτυπούσε πια. Ο γέρος ήταν άκαμπτος, νεκρός. Επιτέλους το μάτι του δεν θα με τρόμαζε πια!

Αν επιμένετε να με νομίζετε τρελό, η ιδέα αυτή θα σβήσει όταν ακούσετε τι έκανα. Θα σας περιγράψω τα συνετά μέτρα που πήρα για να εξαφανίσω το σώμα. Η νύχτα περνούσε, και έπρεπε να τελειώσω τη δουλειά μου γρήγορα και χωρίς θόρυβο. Πρώτα απ' όλα πελέκησα τον νεκρό. Του έσπασα το κεφάλι, τα μπράτσα και τις κνήμες. Έπειτα έβγαλα τρεις μεγάλες σανίδες και τον έβαλα μέσα στο πάτωμα. Μετά ξανάβαλα τις σανίδες με τόση επιδεξιότητα, που κανένα ανθρώπινο μάτι, ούτε το δικό του, δεν θα έβλεπε τίποτα ακανόνιστο. Δεν είχα τίποτα να πλύνω — ούτε τον παραμικρό λεκέ, ούτε το παραμικρό σημάδι αίματος. Γι' αυτό είχα πάρει όλα τα μέτρα μου. Το παν εξαφανίστηκε μέσα σε ένα πακέτο, α! α!

Όταν τελείωσε αυτή η δουλειά, ήταν τέσσερις το πρωί, και είχε τόσο σκοτάδι όσο και τα μεσάνυχτα.

Όταν το ρολόι χτυπούσε αυτή την ώρα, ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα του δρόμου. Κατέβηκα να ανοίξω με ελαφριά καρδιά, γιατί τι είχα πια να φοβηθώ; Μπήκαν τρεις άνθρωποι με σοβαρό ύφος, σαν αξιωματικοί της αστυνομίας. Ένας γείτονας είχε ακούσει μια κραυγή τα μεσάνυχτα. Υποψιάστηκαν μήπως είχε γίνει κάποιο δυστύχημα, και οι αξιωματικοί αυτοί ανέλαβαν την ανάκριση.

Γέλασα, γιατί, το ξαναλέω, τι μπορούσα να φοβηθώ; Είπα καλημέρα σε αυτούς τους κυρίους. Την κραυγή, φώναξα, την έβγαλα εγώ στον ύπνο μου. Όσο για τον γέρο, συνέχισα, βρίσκεται στην εξοχή. Οδήγησα τους επισκέπτες μου σε όλες τις γωνιές του σπιτιού. Τους ανάγκασα να ψάξουν, να ψάξουν με προσοχή. Τέλος τους πήγα στο δικό του δωμάτιο. Τους έδειξα τα χρήματά του, που ήταν όλα εκεί και δεν τα είχε αγγίξει κανείς. Από τη μεγάλη μου σιγουριά, έβαλα τα καθίσματα στο δωμάτιο και τους παρακάλεσα να ξεκουραστούν εκεί.

Μια τόσο τέλεια επιτυχία μου έδινε εκπληκτικό θράσος. Έτσι εγώ ο ίδιος έβαλα το κάθισμά μου πάνω στο μέρος όπου ήταν το πτώμα του θύματός μου. Οι αστυνομικοί έμειναν έκπληκτοι. Οι τρόποι μου τους έπεισαν εντελώς. Είχα εξαιρετικά καλή διάθεση. Κάθισαν και μίλησαν για διάφορα πράγματα, και εγώ απαντούσα. Όμως σε λίγο κατάλαβα ότι κιτρίνιζα και ότι ήθελα να τους δω να φεύγουν. Είχα πονοκέφαλο και μου φαινόταν ότι άκουγα έναν ήχο στα αυτιά μου.

Αλλά έμειναν καθισμένοι και συνέχισαν να φλυαρούν. Ο ήχος γινόταν πιο γρήγορος, επέμενε και γινόταν όλο και πιο γρήγορος. Μίλησα πιο ελεύθερα, για να γλιτώσω από αυτό το βάσανο. Όμως η ταραχή συνεχιζόταν και κυρίευε κυριολεκτικά όλες μου τις δυνάμεις. Κι ας ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι ο θόρυβος δεν υπήρχε στα αυτιά μου. Είμαι βέβαιος ότι τότε έγινα πολύ χλωμός. Έγινα πιο ομιλητικός και σήκωσα τη φωνή μου. Αλλά ο ψίθυρος δυνάμωνε, και τι μπορούσα να κάνω;

Ήταν ένας ψίθυρος υπόκωφος, σβησμένος, γρήγορος, πραγματικός, σαν τον ήχο ενός ρολογιού σκεπασμένου με βαμβάκι. Λαχάνιαζα, και όμως οι αξιωματικοί της αστυνομίας δεν έδειχναν να ακούν τίποτα. Φλυαρούσα ακόμη πιο γρήγορα και πιο τολμηρά. Αλλά ο θόρυβος δεν έπαυε να δυναμώνει. Σηκώθηκα, μιλούσα με μεγάλη φωνή και με βίαιες κινήσεις, αλλά ο θόρυβος δεν έπαυε να δυναμώνει. Πώς γινόταν να μη θέλουν να φύγουν! Περπάτησα στο παρκέ προς όλες τις κατευθύνσεις, με βήματα αργά και πλατιά. Έκανα ότι είχα ταραχτεί πολύ από τις αντιρρήσεις αυτών των ανθρώπων. Αλλά ο θόρυβος δεν έπαυε να δυναμώνει. Ω! Θεέ μου, τι πρέπει να γίνει; Έβγαζα αφρούς, παραλογιζόμουν, καταριόμουν. Κούνησα το κάθισμα όπου καθόμουν πριν και το τσάκισα πάνω στο πάτωμα. Αλλά ο θόρυβος ανέβαινε πάντα, ο θόρυβος δεν έπαυε να δυναμώνει. Έγινε δυνατότερος, δυνατότερος, ακόμη δυνατότερος. Και αυτοί οι άνθρωποι, που συνέχιζαν να φλυαρούν, να αστειεύονται και να γελούν, πώς γινόταν να μην ακούν; Θεέ μου παντοδύναμε! Αλλά όχι, όχι, άκουγαν τα πάντα, υποψιάζονταν τα πάντα, ήξεραν τα πάντα, καταλάβαιναν τον τρόμο μου. Τέτοια ήταν η σκέψη μου, τέτοια εξακολουθεί να είναι για πάντα. Αλλά δεν ξέρω γιατί ήταν καλύτερη από αυτή την αγωνία. Ήταν πιο υποφερτή από αυτή την κοροϊδία! Δεν μπορούσα να υποφέρω άλλο την υποκρισία αυτών των γελοίων. Κατάλαβα ότι έπρεπε να φωνάξω ή να πεθάνω . . . και να, πάλι, ακούστε! δυνατότερα! δυνατότερα, δυνατότερα! ακόμη δυνατότερα!

«Κακούργοι, φώναξα, δεν αξίζει πια τον κόπο να κρύβω τίποτα. Το ομολογώ, εγώ έκανα το έγκλημα! — Σηκώστε τις σανίδες αυτές, εδώ χτυπά η βδελυρή καρδιά του!»

### Γλωσσάρι

- **κατήγορος**: αυτός που κατηγορεί κάποιον για κάτι.
- **γύπα**: ο γύπας είναι μεγάλο πουλί που τρώει νεκρά ζώα.
- **ρόπτρο**: το μεταλλικό χερούλι της πόρτας.
- **κρυφοφάναρο**: φανάρι που μπορείς να κλείσεις για να μη φαίνεται το φως.
- **στρόφιγγες**: μικρά μεταλλικά κομμάτια που γυρίζουν για να ανοίγει κάτι.
- **γρύλου**: ο γρύλος είναι μικρό έντομο που κάνει δυνατό ήχο τη νύχτα.
- **μεδούλι**: το μαλακό μέρος μέσα στα κόκαλα.
- **βαμβάκι**: μαλακό λευκό υλικό από φυτό.
- **ψίθυρος**: πολύ σιγανή φωνή ή σιγανός ήχος.
- **υπόκωφος**: χαμηλός και πνιχτός, για ήχο.
- **τσιμουδιά**: ούτε μια λέξη, κανένας ήχος.
- **πελέκησα**: χτύπησα κάτι με τσεκούρι για να το κόψω σε κομμάτια.
- **σανίδες**: μακριά επίπεδα κομμάτια ξύλου.
- **πτώμα**: νεκρό σώμα.
- **βδελυρή**: πολύ άσχημη και αηδιαστική.

## Ζωντανός στον τάφο

Υπάρχουν μερικά πρόσωπα και πράγματα που τραβούν πολύ το ενδιαφέρον μας. Όμως είναι τόσο φρικτά, ώστε ούτε τα έργα της φαντασίας δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν με ευπρέπεια. Μερικοί μυθιστοριογράφοι αποφασίζουν να αποφεύγουν αυτά τα πρόσωπα, αν δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν ή να προκαλέσουν αηδία . . . Δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τέτοια πρόσωπα, παρά μόνο όταν τα στηρίζει το αυστηρό μεγαλείο της αλήθειας. Έτσι δοκιμάζουμε με τρόμο τη μεγαλύτερη «από τις θλιβερές ηδονές» όταν διαβάζουμε διηγήσεις. Είναι οι διηγήσεις για το ταξίδι του Δε λα Βερεβίνχ, για τους σεισμούς της Λισαβόνας, για την πανούκλα του Λονδίνου. Είναι ακόμη οι διηγήσεις για τις σφαγές του Αγίου Βαρθολομαίου. Και για τον θάνατο των ογδόντα τριών φυλακισμένων στη μαύρη φυλακή της Καλκούττας. Όταν όμως απλώς τα φαντάζεται κανείς, δεν νιώθει τίποτε άλλο από αγανάκτηση.

Ανέφερα εδώ μερικές από τις πιο τολμηρές και τρομερές καταστροφές της ιστορίας. Όμως σε όλα αυτά τα παραδείγματα, το μέγεθος της καταστροφής μάς εντυπωσιάζει βαθιά. Το ίδιο κάνει και ο χαρακτήρας της. Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε κάτι στον αναγνώστη. Στον μακρύ και μοιραίο κατάλογο των ανθρώπινων δυστυχιών, πρέπει να κρατήσουμε ξεχωριστή θέση για πολλά ατομικά περιστατικά. Αυτά περιέχουν περισσότερες θανάσιμες δυστυχίες από τις περισσότερες καταστροφές μαζί. Ο αληθινός πόνος, το κατακόρυφο της δυστυχίας, είναι βέβαια ζήτημα ατομικό, όχι γενικό.

Είθε οι μεγαλύτεροι τρόμοι της αγωνίας να κρατιούνται μόνο για το άτομο, ποτέ για ένα σύνολο ανθρώπων. Αυτό σίγουρα θα είναι μια ευεργεσία, που πρέπει να την αποδώσουμε στο έλεος του Θεού. Ο ζωντανός ενταφιασμός είναι χωρίς αμφιβολία η πιο τρομερή αγωνία που απειλεί τον άνθρωπο, επειδή είναι θνητός. Είτε είναι κάτι σπάνιο είτε συχνό, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αξίζει κάθε μελέτη.

Τα όρια που χωρίζουν τη ζωή από τον θάνατο είναι τις περισσότερες φορές σκοτεινά και ασαφή. Ποιος μπορεί να πει πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο; Ξέρουμε ότι υπάρχουν αρρώστιες όπου σταματά τελείως κάθε σημάδι ζωής. Σε αυτές η στάση δεν είναι παρά μια στιγμιαία διακοπή — έτσι πρέπει να την ονομάσουμε. Όμως είναι μια πλήρης παύση της λειτουργίας του ζωικού μηχανισμού. Περνά λίγη ώρα. Κάτι μυστηριώδες και αόρατο βάζει ξανά σε κίνηση τις μαγικές, θα έλεγες, φτερούγες και τους διάφορους τροχούς. Η ασημένια χορδή δεν είχε σπάσει, το χρυσό αγγείο δεν είχε σπάσει ανεπανόρθωτα. Όμως, εκείνη την ώρα, πού ήταν η ψυχή;

Ας αφήσουμε πάντα έξω από κάθε συζήτηση το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Ας δεχτούμε την αρχή που όλοι δέχονται από πριν: ίδιες αιτίες φέρνουν ίδια αποτελέσματα. Από τη στιγμή που συναντούμε τέτοια περιστατικά διακοπής της ζωής, πρέπει να τα μετράμε πάντα ανάμεσα στους πρόωρους ενταφιασμούς.

Αν, λέω, αφήσουμε έξω από κάθε συζήτηση αυτές τις παρατηρήσεις, μας μένει ακόμη η άμεση μαρτυρία των πειραμάτων. Αυτά είναι είτε ιατρικά είτε απλά από την εμπειρία. Από εκεί βγαίνει γιατί ακόμη και στην εποχή μας έγιναν πολλοί τέτοιοι ενταφιασμοί.

Ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα υπάρχει και ένα που είναι πραγματικά αξιοσημείωτο. Οι λεπτομέρειές του είναι σίγουρα ακόμη νωπές στη μνήμη μερικών αναγνωστών μας. Έγινε πριν από λίγο καιρό στη Βαλτιμόρη, όπου έκανε ζωηρή εντύπωση, και έγινε γνωστό σε πάρα πολύ κόσμο. Η γυναίκα ενός από τους πιο έντιμους πολίτες της Βαλτιμόρης αρρώστησε. Ο άντρας της ήταν περίφημος νομικός και μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου. Η αρρώστια ήταν ξαφνική και ανεξήγητη, και μπέρδεψε εντελώς τους γιατρούς. Μετά από πολλά βάσανα πέθανε τελικά, ή μάλλον τη νόμισαν νεκρή. Κανείς πραγματικά δεν υποψιάστηκε ούτε μπορούσε να υποψιαστεί ότι δεν ήταν ακόμη νεκρή. Είχε όλα τα συνηθισμένα σημάδια του θανάτου. Τα χαρακτηριστικά της, όπως γίνεται συνήθως, ήταν συσπασμένα και άκαμπτα. Όπως γίνεται συνήθως, τα χείλη είχαν τη χλωμάδα του μαρμάρου. Τα μάτια δεν είχαν καμία λάμψη. Κάθε ζέστη είχε χαθεί. Ο σφυγμός είχε σταματήσει. Πριν το θάψουν, κράτησαν το σώμα για τρεις ολόκληρες μέρες, και έγινε σκληρό σαν πέτρα. Τέλος βιάστηκαν να κάνουν την κηδεία, από φόβο μήπως αρχίσει η αποσύνθεση και προχωρήσει πολύ.

Η κυρία αναπαύθηκε στον οικογενειακό τάφο και έμεινε εκεί τρία συνεχόμενα χρόνια. Μετά χρειάστηκε να ανοίξουν ξανά τον τάφο, για να βάλουν μέσα ένα φέρετρο. Αλλά αλλοίμονο, τι θλιβερό και τρομακτικό θέαμα περίμενε τον σύζυγο, όταν πήγε μόνος να ανοίξει τον τάφο!

Τράβηξε την πόρτα προς το μέρος του. Εκείνη τη στιγμή κάτι τυλιγμένο σε λευκό ρούχο έπεσε στα χέρια του με ένα τρίξιμο. Ήταν ο σκελετός της γυναίκας του, με το σάβανο άθικτο. Συστηματικές έρευνες έδειξαν ότι εκείνη είχε ξαναζωντανέψει δύο μέρες μετά τον ενταφιασμό. Επειδή κινήθηκε μέσα στο φέρετρο, αυτό έπεσε από τη θέση του στο έδαφος και έσπασε. Έτσι η γυναίκα μπόρεσε να βγει από μέσα. Μια λάμπα, που την είχαν αφήσει κατά τύχη γεμάτη λάδι, βρέθηκε άδεια . . . Είναι αλήθεια ότι μπορούσε να αδειάσει και από εξάτμιση. Στο πιο ψηλό από τα σκαλιά που κατέβαιναν στον νεκρικό θάλαμο, βρισκόταν ένα πλατύ κομμάτι από το φέρετρο. Με αυτό, όπως φαίνεται, ήθελε να τραβήξει την προσοχή, χτυπώντας ξανά και ξανά τη σιδερένια πόρτα. Στη μέση των προσπαθειών της λιποθύμησε μάλλον, ή ίσως πέθανε μόνο από τον τρόμο της. Όταν έπεσε, το σάβανό της φαίνεται ότι πιάστηκε σε ένα καρφί, που έβγαινε από την πόρτα από μέσα.

Έμεινε λοιπόν έτσι και σάπισε όρθια! . . .

Το έτος 1810 έγινε στη Γαλλία η ταφή ενός ανθρώπου εντελώς ζωντανού. Το γεγονός είχε περιστάσεις που αποδεικνύουν καθαρά ότι αυτό το πράγμα συμβαίνει συχνά. Όμως η πραγματικότητα αυτών των περιστάσεων είναι σίγουρα πιο παράξενη από κάθε φαντασία.

Το θύμα του ενταφιασμού ήταν μια δεσποινίς Βικτωρία Φουρκάν, νέα κόρη από ένδοξη οικογένεια. Ήταν πάρα πολύ πλούσια και πάρα πολύ όμορφη.

Ανάμεσα στους πάρα πολλούς βιοπαλαιστές του τόπου ήταν και ο Ιούλιος Βουσουέτος, άνθρωπος των γραμμάτων και φτωχός δημοσιογράφος του Παρισιού.

Το ταλέντο του, μαζί με άλλα προσόντα, τράβηξε την προσοχή της κληρονόμου. Εκείνη, όπως φαίνεται, κατέληξε να τον συμπαθήσει πραγματικά. Ωστόσο η περηφάνια της οικογένειας την ανάγκασε να μετανιώσει και να παντρευτεί κάποιον κύριο Μπενέλ, τραπεζίτη και διπλωμάτη μικρής αξίας. Όμως μετά τον γάμο ο κύριος αυτός την παραμέλησε, και ίσως σκεφτόταν σοβαρά να τη χωρίσει. Μετά από μερικά θλιβερά χρόνια τέτοιου γάμου, η νέα γυναίκα πέθανε. Ή τουλάχιστον έπεσε σε μια κατάσταση που έμοιαζε τόσο με τον θάνατο, ώστε προκάλεσε την περιέργεια όσων την είδαν.

Τη θάψανε όχι σε υπόγειο, αλλά σε έναν συνηθισμένο τάφο, στο νεκροταφείο του τόπου όπου γεννήθηκε.

Ο νέος ερωμένος είναι κυριευμένος από την απελπισία. Η ανάμνηση της βαθιάς του συμπάθειας πάντα τον καίει. Εγκαταλείπει την πρωτεύουσα και πηγαίνει στη μακρινή επαρχία, όπου ήταν αυτό το χωριό. Έχει ένα ρομαντικό σχέδιο: να ξεθάψει τη νεκρή και να πάρει ο ίδιος τα πλούσια μαλλιά της. Πηγαίνει στον τάφο. Στα μεσάνυχτα ξεθάβει το φέρετρο, το ανοίγει και είναι έτοιμος να κόψει τα μαλλιά. Όμως σταματά απότομα: τα μάτια της αγαπημένης του άνοιξαν.

Η ζωντάνια δεν τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Τα χάδια του εραστή της ήταν αρκετά για να τη σηκώσουν από τον λήθαργο, που τον πέρασαν για θάνατο. Την πήγε έξαλλος από χαρά στο σπίτι της, στο χωριό. Χρησιμοποίησε μερικά δυναμωτικά, όσα ήξερε από τις λίγες ιατρικές του γνώσεις, και κατάφερε να την επαναφέρει στη ζωή. Εκείνη αναγνώρισε τότε τον σωτήρα της και έμεινε κοντά του. Έμεινε ώσπου, αργά και σιγά σιγά, βρήκε ξανά εντελώς την πρώτη της υγεία.

Η γυναικεία καρδιά της δεν είχε τη σκληρότητα του διαμαντιού. Αυτό το μεγάλο μάθημα έρωτα ήταν αρκετό για να τη μαλακώσει. Η νέα γυναίκα έδωσε την καρδιά της στον Βουσουέτο. Αντί να γυρίσει στον σύζυγό της, κράτησε μυστική την ανάστασή της και έφυγε για την Αμερική με τον δημοσιογράφο.

Είκοσι χρόνια μετά γύρισαν και οι δύο στη Γαλλία. Ήταν πεισμένοι ότι ο χρόνος είχε αλλάξει αρκετά το πρόσωπο της κυρίας. Πίστευαν ότι οι παλιοί της φίλοι δεν θα μπορούσαν να την αναγνωρίσουν. Όμως έκαναν λάθος, γιατί από την πρώτη συνάντηση ο κύριος Μπενέλ αναγνώρισε τη γυναίκα του και τη ζήτησε πίσω. Επέμεινε στην απαίτησή του, αλλά το δικαστήριο υποστήριξε την απόφαση της κυρίας. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι περιστάσεις ήταν εξαιρετικές και ότι είχαν περάσει πολλά χρόνια. Έτσι κάθε εξουσία του συζύγου είχε χαθεί, όχι μόνο λογικά αλλά και νόμιμα.

Ένα τελευταίο φύλλο της «Χειρουργικής Εφημερίδας» της Λειψίας αναφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός, του ίδιου είδους. Το κύρος και η αξία αυτού του περιοδικού είναι αναγνωρισμένα. Έπρεπε μάλιστα να το μεταφράσει και να το ξαναβγάλει κάποιος Αμερικανός εκδότης. Ένας αξιωματικός του πυροβολικού, με γιγάντιο σώμα και πολύ καλή υγεία, έπεσε από ένα αφηνιασμένο άλογο. Χτύπησε στο κεφάλι και έπεσε ξαφνικά σε αναισθησία. Το κρανίο του έσπασε ελαφρά, αλλά δεν φοβούνταν άμεσο κίνδυνο. Η εγχείρηση πέτυχε. Ο τραυματίας είχε αιμορραγία, και πήραν όλα τα μέτρα για να τον επαναφέρουν στη ζωή. Όμως σε λίγο έπεσε σε αναισθησία όλο και πιο απελπιστική, και τέλος έκριναν ότι είχε πεθάνει.

Επειδή ο καιρός ήταν ζεστός, τον έθαψαν πολύ γρήγορα σε ένα από τα δημόσια νεκροταφεία. Η κηδεία έγινε την Πέμπτη. Την επόμενη Κυριακή το νεκροταφείο είχε επισκέπτες, όπως πάντα. Στα περίχωρα της νότιας Γαλλίας έγινε μεγάλη ταραχή από αυτό που διέδωσε ένας χωρικός. Έλεγε ότι καθόταν στον τάφο ενός αξιωματικού και ένιωσε το έδαφος να τινάζεται απότομα. Του φάνηκε σαν κάποιος να χτυπούσε από κάτω. Στην αρχή έδωσαν λίγη προσοχή στα λόγια του ανθρώπου αυτού. Όμως ο φανερός τρόμος του και η επιμονή του έφεραν τελικά το φυσικό αποτέλεσμα στο πλήθος. Αμέσως έφεραν αξίνες, και ο τάφος, που ήταν πολύ ρηχός, άνοιξε σε λίγα λεπτά. Τότε φάνηκε αμέσως το κεφάλι του θαμμένου. Είχε την όψη νεκρού, αλλά ήταν σχεδόν όρθιος μέσα στην κάσα. Στον τρομερό αγώνα του είχε βγάλει και το καπάκι της. Τον πήγαν αμέσως στο πιο κοντινό νοσοκομείο, όπου δήλωσαν ότι ήταν ακόμη ζωντανός, αλλά σε κατάσταση ασφυξίας. Λίγες ώρες μετά γύρισε στη ζωή και αναγνώρισε τους δικούς του. Με διακοπές, διηγήθηκε την αγωνία του στο βάθος του τάφου.

Από τη διήγησή του φαίνεται ότι είχε συνείδηση του εαυτού του, προτού πέσει στην αναισθησία. Αυτό ήταν ακριβώς μία ώρα πριν από την ταφή του. Γέμισαν τον τάφο πρόχειρα και χωρίς μεγάλη προσοχή με χώμα αρκετά πορώδες, έτσι ώστε μπορούσε να μπαίνει λίγος αέρας. Άκουσε βήματα πάνω από το κεφάλι του και προσπάθησε να δείξει ότι υπήρχε. Όπως έλεγε, ο θόρυβος του πλήθους πάνω στο χώμα του νεκροταφείου τον ξύπνησε από τον βαθύ του ύπνο. Όμως μόλις κινήθηκε, κατάλαβε πλήρως την απελπιστική του θέση.

Η κατάστασή του βελτιώθηκε, λένε, και ο ασθενής φαινόταν στον δρόμο της πλήρους θεραπείας. Τότε όμως έπεσε θύμα ιατρικού πειράματος. Μια ηλεκτρική συστοιχία αδειάστηκε πάνω του, και τότε ξεψύχησε ξαφνικά. Αυτό έγινε στη διάρκεια των υπερβολικών διεγέρσεων, που είναι πάντα αποτέλεσμα του ηλεκτρισμού.

Όταν μιλάμε για ηλεκτρικές συστοιχίες, μου έρχεται πάντα στον νου μια πολύ γνωστή και πολύ σπάνια περίπτωση. Σε αυτήν η δράση τους φάνηκε αποτελεσματική, γιατί ζωντάνεψε έναν νέο εισαγγελέα του Λονδίνου. Είχε ταφεί πριν από δύο μέρες. Το γεγονός έγινε το 1831 και έκανε πολύ βαθιά εντύπωση. Ο ασθενής, ο κύριος Έδουαρδ Στάμπλεττον, πέθανε, όπως φάνηκε, από τυφοειδή πυρετό. Ο πυρετός είχε και κάποια παράξενα συμπτώματα, που τράβηξαν την προσοχή των γιατρών του. Όταν τον νόμισαν νεκρό, οι γιατροί παρακάλεσαν τους φίλους του να τους αφήσουν να τον εξετάσουν. Όμως οι φίλοι το απαγόρευσαν. Όπως γίνεται συνήθως με τέτοιες απαγορεύσεις, οι γιατροί ήταν πιο πρακτικοί. Αποφάσισαν να ξεθάψουν το σώμα και να κάνουν την αυτοψία μόνοι τους. Πήραν τα κατάλληλα μέτρα για την εκταφή — και οι εκταφές γίνονται συχνά στο Λονδίνο. Την τρίτη νύχτα μετά την κηδεία, έβγαλαν τον νεκρό από τον τάφο, που είχε βάθος οκτώ πόδια. Τον έφεραν στο εργαστήριο ενός από τα ιδιωτικά νοσοκομεία της πόλης. Ενώ έκαναν μια μικρή τομή στην κοιλιά, πρόσεξαν τη δροσερή όψη του νεκρού. Δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης. Αυτό τους έδωσε την ιδέα της ηλεκτροθεραπείας. Τα πειράματα έγιναν το ένα μετά το άλλο, με τα συνηθισμένα αποτελέσματα. Όμως δεν έδωσαν κανένα πραγματικό σημάδι ζωής. Εμφανίστηκαν μόνο οι συνηθισμένες αντανακλαστικές συσπάσεις.

Ήταν αργά. Η μέρα χάραζε. Έπρεπε όμως να φτάσουν στο κύριο μέρος της αυτοψίας. Αλλά ένας σπουδαστής ήθελε πολύ να δοκιμάσει στον νεκρό μια δική του θεωρία. Επέμενε να βάλουν την ηλεκτρική συστοιχία σε έναν από τους μυς του στήθους.

Έκαναν μια πλατιά τομή και έβαλαν γρήγορα ένα μεταλλικό σύρμα, για να γίνει η επαφή. Τότε ο νεκρός, με μια κίνηση που δεν είχε τίποτα αντανακλαστικό, σηκώθηκε από το τραπέζι. Έκανε μερικά βήματα στη μέση του δωματίου, κοίταξε μελαγχολικά γύρω του για μερικά δευτερόλεπτα, και τέλος μίλησε.

Ό,τι είπε ήταν ανόητο, αλλά πρόφερε λέξεις, και η άρθρωση ήταν ακριβής. Αφού μίλησε, έπεσε ξανά στο έδαφος.

Για μερικές στιγμές, όλοι οι παρόντες έμειναν παράλυτοι από τον τρόμο. Όμως η εξαιρετική περίσταση τράβηξε γρήγορα την προσοχή τους. Παρατήρησαν ότι ο κύριος Στάμπλεττον ήταν ακόμη ζωντανός, αν και λιπόθυμος. Του έδωσαν αιθέρα, και συνήλθε. Σε λίγο βρήκε την υγεία του, και τον παρέδωσαν στα χέρια των φίλων του. Στους φίλους του κράτησαν κρυφή την ανάστασή του, ώσπου χάθηκε εντελώς κάθε φόβος να ξαναπέσει στον θάνατο. Μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξή τους, την ευχάριστη κατάπληξή τους.

Το πιο συγκινητικό μέρος αυτού του γεγονότος το έγραψε ο ίδιος ο Στάμπλεττον. Δήλωσε ότι η αναισθησία του δεν ήταν ποτέ εντελώς τέλεια. Είχε αμυδρή και συγκεχυμένη συνείδηση όλων όσων γίνονταν. Αυτό κράτησε από τη στιγμή που οι γιατροί είπαν τη λέξη «είναι νεκρός». Τελείωσε όταν έπεσε λιπόθυμος στο πλακόστρωτο του νοσοκομείου. «Είμαι ζωντανός»: αυτές ήταν οι τελευταίες ακατανόητες λέξεις που κατάφερε να πει στη φοβερή του θέση. Τις είπε όταν κατάλαβε ότι βρισκόταν στην αίθουσα του ανατομείου.

Θα ήταν πολύ εύκολο να πολλαπλασιάσουμε κι άλλο τις ιστορίες σε αυτό το θέμα. Όμως το αποφεύγω, γιατί στ' αλήθεια δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι οι πρόωροι ενταφιασμοί είναι πολλοί. Ξέρουμε πόσο σπάνιο είναι να ανακαλυφθούν αυτοί οι δυστυχισμένοι, λόγω της φύσης των συμπτωμάτων. Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε ότι συχνά θα θάβονται ζωντανοί άνθρωποι, χωρίς να το μαθαίνουμε.

Σκεφτείτε όλα τα νεκροταφεία, όπου κι αν είναι και όσο μεγάλα κι αν είναι. Δεν υπάρχει ούτε ένα — ας χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση — όπου δεν βρήκαν σκελετούς που δίνουν τις μεγαλύτερες υποψίες. Τρομερές υποψίες, αλήθεια! Αλλά ακόμη πιο τρομερή είναι η κατάσταση που προκαλούν. Μπορεί κανείς να το βεβαιώσει χωρίς δισταγμό. Τίποτα δεν δείχνει τόσο τον ύψιστο σωματικό και ηθικό πόνο, όσο το να θαφτεί κανείς ζωντανός. Η φοβερή πίεση στα πνευμόνια. Η αποπνικτική μυρωδιά της υγρής γης. Η μεγάλη πίεση του στενού χώρου. Το σκοτάδι της απόλυτης νύχτας. Η σιωπή, σαν μια θάλασσα που βυθίζεται. Η ακίνητη αλλά αισθητή παρουσία του σκουληκιού που επιτίθεται. Όλα αυτά ενώνονται με την ανάμνηση του ελεύθερου αέρα και του χόρτου που φυτρώνει από πάνω μας. Ενώνονται και με την ανάμνηση των αγαπημένων φίλων, που θα έτρεχαν να μας βοηθήσουν αν ήξεραν την τύχη μας. Ενώνονται και με τη συνείδηση ότι δεν θα μπορέσουν να τη μάθουν. Η μόνη μας ελπίδα είναι ο θάνατος, ο πραγματικός θάνατος αυτή τη φορά. Αυτές οι σκέψεις, λέω, χύνουν στην καρδιά, που χτυπά χωρίς διακοπή, έναν τρόμο τόσο φρικτό και ανυπόφορο. Μπροστά του υποχωρεί και η πιο δυνατή φαντασία.

Δεν ξέρουμε τίποτα από αυτές τις υπόγειες αγωνίες. Όμως δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι πιο φρικτό, ούτε καν τον τελευταίο κύκλο του βασιλείου του Άδη. Γι' αυτό, με αυτή την έννοια, όλες οι διηγήσεις έχουν βαθύ ενδιαφέρον. Το θέμα καθαυτό προκαλεί ιερό φόβο. Γι' αυτό το ενδιαφέρον έρχεται από την εμπιστοσύνη που έχουμε στην αλήθεια της διήγησης. Να λοιπόν τώρα τι μου μένει να διηγηθώ. Είναι βγαλμένο από τις δικές μου αναμνήσεις — από τη θετική και προσωπική μου πείρα.

Για πολλά χρόνια έπαθα συχνές κρίσεις μιας εξαιρετικής αρρώστιας. Οι γιατροί την ονομάζουν συνήθως καταληψία, επειδή δεν υπάρχει άλλος καλύτερος όρος. Οι βαθιές αιτίες αυτής της διαταραχής, ακόμη και η αληθινή της διάγνωση, παραμένουν μυστηριώδεις. Όμως τα εξωτερικά της σημάδια είναι αρκετά γνωστά. Οι διαφορές που παρατηρούμε είναι μόνο διαφορές βαθμού.

Κάποτε ο ασθενής μένει μόνο μία μέρα, ή για μια μικρή περίοδο, σε ένα είδος βαθιού λήθαργου. Το εξωτερικό μέρος της ύπαρξής του είναι αναίσθητο και ακίνητο. Οι χτύποι της καρδιάς μόλις διακρίνονται, και μένουν λίγα ίχνη ζέστης. Ένα ελαφρύ χρώμα μόλις φαίνεται στα μάγουλα. Αν βάλουμε έναν καθρέφτη στα χείλη, αρκεί για να φανεί μια κοιμισμένη, άνιση, αόρατη ζωή των πνευμόνων.

Σε μένα, με τον χρόνο, η διάρκεια των κρίσεων μεγάλωνε σε πολλές εβδομάδες — ή και σε πολλούς μήνες. Σε τέτοιες περιόδους, ούτε η πιο επιστημονική εξέταση ούτε οι πιο προσεκτικές ιατρικές δοκιμές μπορούσαν να κάνουν πραγματική διάκριση. Δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν την αρρώστια από αυτό που ονομάζουμε οριστικό θάνατο. Πολύ συχνά σώζονται μερικοί από τον πρόωρο ενταφιασμό χάρη στις ενέργειες των φίλων τους. Αυτοί ξέρουν ότι οι άνθρωποί τους παθαίνουν καταληψία, και οι υποψίες τους μένουν πάντα. Κυρίως όμως σώζονται επειδή λείπουν τα σημάδια της αποσύνθεσης. Η αρρώστια προχωρά λοιπόν σιγά σιγά, και γι' αυτό πρέπει να θεωρούμαστε τυχεροί. Τα πρώτα συμπτώματα δεν δίνουν καμία πιθανότητα. Έπειτα οι κρίσεις γίνονται όλο και πιο καθαρές, και η κάθε μία κρατά περισσότερο από την προηγούμενη. Αυτό δίνει στον ασθενή την κύρια πιθανότητα να γλιτώσει την ταφή. Φανταστείτε όμως τον δυστυχισμένο που η πρώτη του κρίση έχει αμέσως την τελευταία μορφή. Αυτό συμβαίνει συνήθως. Αυτός θα ήταν σχεδόν σίγουρα καταδικασμένος να ταφεί ζωντανός.

Η πρώτη μου περίπτωση δεν θα διέφερε ουσιαστικά από όσες αναφέρουν τα ιατρικά βιβλία. Κάποτε, χωρίς την παραμικρή φανερή αιτία, έπεφτα λίγο λίγο σε μια κατάσταση μισή συγκοπή και μισή λιποθυμία. Και έμενα έτσι, χωρίς να υποφέρω, χωρίς δύναμη να δράσω, ακόμη — για να πω πιο σωστά — χωρίς δύναμη να σκεφτώ. Είχα όμως μια συγκεχυμένη και ληθαργική συνείδηση ότι ζούσα. Ένιωθα και την παρουσία εκείνων που ήταν γύρω από το κρεβάτι μου. Αυτό κρατούσε ώσπου τελείωνε η κρίση, και τότε έβρισκα αμέσως ξανά εντελώς τις αισθήσεις μου.

Άλλοτε η κρίση με χτυπούσε ξαφνικά, χωρίς να μπορώ να τη σταματήσω. Με έπιανε τότε παραλήρημα και ζάλη, και ζαλισμένος και κρύος έπεφτα ξαφνικά κάτω. Τότε, για ολόκληρες εβδομάδες, όλα ήταν μόνο κενό, σκοτάδι και σιωπή, και το Μηδέν γινόταν όλος ο κόσμος μου. Η πλήρης εξάντληση δεν θα μπορούσε να είναι πιο βαριά. Από τέτοιες κρίσεις σηκωνόμουν αργά και σιγά σιγά, και τόσο πιο γρήγορα όσο πιο ξαφνική ήταν η κρίση. Σκεφτείτε την αυγή που έρχεται για τον αλήτη χωρίς φίλο και στέγη. Αυτός περπατά στους απέραντους και ερημικούς δρόμους μιας νύχτας του χειμώνα. Όμοιο με εκείνη την αυγή ήταν για μένα το φως της ψυχής. Τόσο ασαφές, τόσο αργό, τόσο διστακτικό, και όμως τόσο χαρούμενο.

Τέλος, σε όλο τον χρόνο που έπασχα από καταληψία, η υγεία μου ήταν καλή. Όμως κατά τη γνώμη των γιατρών, καταστρεφόταν κι αυτή σιγά σιγά από τη μεγάλη επίδραση της αρρώστιας μου.

Θα έπρεπε όμως να αναφέρω και μια παράξενη κατάσταση, που μάλλον ήταν συνέπεια της αναισθησίας μου. Μερικές φορές, όταν ξυπνούσα από έναν απλό ύπνο, δεν μπορούσα να συνέλθω αμέσως και εντελώς. Έμενα πάντα για μερικές στιγμές ταραγμένος και αναίσθητος. Τότε οι πνευματικές μου δυνάμεις γενικά, και ιδιαίτερα η μνήμη μου, σταματούσαν απόλυτα.

Αυτό που ένιωθα δεν είχε καμία σωματική αιτία, αλλά ήταν μια απέραντη ηθική θλίψη. Η φαντασία μου πήγαινε πάντα στον θάνατο. Δεν μιλούσα για τίποτα άλλο παρά για σκουλήκια, για τάφους και επιτάφια. Χανόμουν σε όνειρα θανάτου, και η ιδέα ενός πρόωρου ενταφιασμού κυρίευε συνεχώς το μυαλό μου.

Ο φοβερός κίνδυνος, που δικαιολογημένα τον φοβόμουν, με βασάνιζε νύχτα και μέρα. Τη μέρα η σκέψη αυτή ήταν υπερβολικός τρόμος, αλλά τη νύχτα έφτανε σχεδόν στον παροξυσμό. Όταν το άσχημο σκοτάδι σκέπαζε τη γη, έτρεμα με κάθε μου σκέψη. Έτρεμα σαν τα πούπουλα που τρέμουν πάνω στα κοράκια. Όταν η φυσική εξέλιξη της ζωής μου έφερνε στον νου τον θάνατο, δεν μπορούσα να μη φρικιάσω. Ήμουν θύμα μόνο της ιδέας ότι μπορούσε να μου συμβεί ένας πρόωρος ενταφιασμός. Και όταν τέλος έπεφτα να κοιμηθώ, ένιωθα με περισσότερο τρόμο ότι βρισκόμουν σε έναν κόσμο φαντασμάτων. Πάνω του, σε έναν πλατύ, σκιερό και σκοτεινό τόπο, κυριαρχούσε η μόνη και θλιβερή επίσκεψη των ονείρων.

Από τις πολλές παράξενες εικόνες που μου έρχονταν στο όνειρο, θα διηγηθώ μόνο μία. Μου φάνηκε ότι είχα βυθιστεί σε μια κρίση καταληψίας πιο μεγάλη και πιο βαθιά από το συνηθισμένο. Ξαφνικά ένα παγωμένο χέρι απλώθηκε στο μέτωπό μου. Μια ζωηρή και τραυλή φωνή σφύριξε στα αυτιά μου τη λέξη «Σήκω».

Σηκώθηκα. Το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπο εκείνου που με σήκωσε. Δεν μπορούσα να θυμηθώ τη στιγμή που έπεσα στον λήθαργο, ούτε το μέρος όπου βρισκόμουν. Έμενα ακίνητος και προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Τότε το κρύο χέρι έπιασε πολύ τραχιά την παλάμη μου. Την τίναξε με ανυπομονησία.

Και η τραυλή φωνή επανέλαβε:

— Σήκω! Δεν σου είπα να σηκωθείς;

— Και ποιος είσαι; ρώτησα.

— Δεν έχω όνομα στα βασίλεια όπου μένω, απάντησε η φωνή θλιμμένα. Ήμουν θνητός άλλοτε, τώρα είμαι πνεύμα. Ήμουν ανελέητος, τώρα είμαι σπλαχνικός. Πρέπει να καταλάβεις ότι τρέμω. Τα δόντια μου τρέμουν όταν μιλώ. Όμως αυτό δεν γίνεται εξαιτίας αυτής της νύχτας που είναι κρύα, αυτής της νύχτας που δεν έχει τέλος. Αλλά δεν μπορώ να αντέξω για πολύ ακόμη αυτή τη φρίκη. Πώς μπορείς εσύ να κοιμάσαι ήσυχος; Η κραυγή των απέραντων αγωνιών με εμποδίζει να ησυχάσω. Είναι πάρα πολύ, δεν μπορώ να αντέξω αυτό το θέαμα. Σήκω! Έλα μαζί μου έξω στη νύχτα και άφησέ με να σου αποκαλύψω τους τάφους. Δεν είναι αυτό ένα δυσάρεστο θέαμα; Κοίτα!

Κοίταξα. Το αόρατο πρόσωπο, που έσφιγγε ακόμη τη χούφτα μου, άνοιγε τους τάφους της ανθρωπότητας. Από τον καθένα έβγαινε η αδύναμη και φωσφορική λάμψη της αποσύνθεσης. Έτσι μπορούσα να ψάξω το βάθος των πιο κρυφών καταφυγίων . . . Και να, είδα τα θαμμένα σώματα στον σκοτεινό και βασιλικό ύπνο τους, με συντροφιά το σκουλήκι. Όμως αλλοίμονο! Όσοι κοιμούνταν πραγματικά ήταν πολύ λίγοι, εκατομμύρια φορές λιγότεροι από εκείνους που κοιμούνταν για πάντα. Και από το βάθος των αμέτρητων τάφων, ανέβαινε από τα σάβανα μια μελαγχολική ψύχρα.

Ανάμεσα σε εκείνους που αναπαύονταν ήσυχα, έβλεπα ότι πολλοί είχαν μετακινηθεί. Είχαν αλλάξει την ακίνητη και ανελέητη θέση που τους έδωσαν στον τάφο. Και η φωνή μου είπε ξανά, σχεδόν ψιθυριστά:

— Δεν είναι! ω! δεν είναι ένα θλιβερό θέαμα!

Όμως προτού βρω λέξεις για να απαντήσω, το φάντασμα έπαψε να σφίγγει την παλάμη μου. Η φωσφορική λάμψη έσβησε, και οι τάφοι έκλεισαν ξανά με ξαφνική βία. Την ίδια ώρα σηκώθηκε ένας θόρυβος από απελπισμένες κραυγές, που επαναλάμβαναν: «Δεν είναι, ω! δεν είναι ένα θέαμα αληθινά θλιβερό!»

Εφιάλτες όπως αυτός έρχονταν τη νύχτα και μάκραιναν την τρομακτική τους επίδραση και τις ώρες της αγωνίας μου. Τα νεύρα μου είχαν ερεθιστεί υπερβολικά και είχαν γίνει σκλάβοι μιας διαρκούς φρίκης.

Δίσταζα να ανέβω στο άλογο, να περπατήσω ή να κάνω κάποια άσκηση που θα άλλαζε την κατάστασή μου. Στην πραγματικότητα δεν τολμούσα να πάω πουθενά, αν δεν ήταν μαζί μου εκείνοι που ήξεραν για την καταληψία μου. Φοβόμουν μήπως πέσω σε μια από τις συνηθισμένες κρίσεις και με θάψουν, προτού καταλάβουν την πραγματική μου κατάσταση. Αμφέβαλλα για τη φροντίδα και την πίστη των πιο αγαπημένων μου φίλων.

Φοβόμουν μήπως νομίσουν — σε μια κρίση πιο μεγάλη από το συνηθισμένο — ότι ήμουν πεθαμένος. Τους έδινα πολύ κόπο, και γι' αυτό κάποτε φοβόμουν κάτι ακόμη. Μήπως έβλεπαν μια μεγάλη κρίση μου ως ευκαιρία να με ξεφορτωθούν για πάντα. Μάταια προσπαθούσαν να με πείσουν με τις πιο κατηγορηματικές υποσχέσεις τους. Τους ζητούσα τους πιο ιερούς όρκους. Τους παρακαλούσα να μη με θάψουν με κανέναν τρόπο, προτού η αποσύνθεση προχωρήσει πολύ. Έτσι θα γινόταν αδύνατη η επιστροφή μου στη ζωή.

Σκέφτηκα μια ολόκληρη σειρά από πολύ προσεκτικές προφυλάξεις. Ανάμεσα στα άλλα, άλλαξα και τον τάφο της οικογένειάς μου, ώστε να μπορώ να βγω από μέσα. Η πιο μικρή πίεση σε έναν μοχλό που έφτανε μέχρι τον τάφο αρκούσε για να σπρώξει πίσω τις σιδερένιες πόρτες. Φρόντισα να μπαίνουν ελεύθερα αέρας και φως. Δοχεία με νερό και τροφές ήταν πολύ κοντά στο φέρετρο που θα με δεχόταν. Το φέρετρο αυτό ήταν στρωμένο ζεστά και μαλακά. Είχε ένα καπάκι φτιαγμένο με τον ίδιο τρόπο όπως η πόρτα. Είχε και εργαλεία τακτοποιημένα έτσι, ώστε η πιο μικρή κίνηση να φτάνει για να ελευθερωθεί το σώμα μου.

Τέλος κρέμασα στον θόλο του τάφου μου μια μεγάλη καμπάνα. Η αλυσίδα της, όπως μου υποσχέθηκαν, θα περνούσε από μια τρύπα του φέρετρου και θα βρισκόταν μέσα στα χέρια μου.

Αλλά αλλοίμονο! Τι μπορεί η προφύλαξη ενός ανθρώπου μπροστά στη μοίρα του; Όλες αυτές οι έξυπνες προφυλάξεις δεν θα έφταναν. Δεν θα προστάτευαν από τις μεγάλες αγωνίες της πρόωρης ταφής έναν δυστυχή, που ήταν από πριν καταδικασμένος σε αυτές. Ήρθε μια μέρα . . . Όπως το είχα παρατηρήσει ήδη πολλές φορές, μου φάνηκε ότι βρισκόμουν σε πλήρη ασυνειδησία. Είχα μόνο μια αδύναμη και αόριστη αίσθηση ότι υπήρχα. Σιγά σιγά, με βήματα χελώνας, πλησίαζε ελαφρά ελαφρά η αυγή της ημέρας της ψυχής. Μια κουραστική νάρκη. Μια πίεση όχι δυστυχίας, αλλά αόρατης κακοκεφιάς. Ούτε ανησυχία, ούτε ελπίδα, ούτε προσπάθεια. Έπειτα, μετά από λίγο, ένα βουητό στα αυτιά. Έπειτα, μετά από μια μικρή παύση, ένα τσίμπημα, ένα τίναγμα στα άκρα. Έπειτα μια περίοδος, που μου φάνηκε σαν μια αιωνιότητα ευτυχίας. Τότε τα αισθήματα ζωντανεύουν και γίνονται σκέψη. Έπειτα πάλι νέα επιστροφή στην ανυπαρξία, και μετά στιγμιαία επιστροφή στη ζωή. Τέλος ένα ελαφρύ τρεμούλιασμα των φρυδιών, και αμέσως μια ηλεκτρική ταραχή. Ένας θανάσιμος και αόριστος τρόμος, που στέλνει το αίμα σαν χείμαρρο από τους κροτάφους στην καρδιά. Και τότε η πρώτη πραγματική δοκιμή της σκέψης, η πρώτη προσπάθεια να θυμηθώ. Τότε ίσως και μια επιτυχία σύντομη και φευγαλέα. Ίσως πάλι, από τη μεγάλη δύναμη της μνήμης, καταλάβω κάπως την κατάστασή μου. Νιώθω ότι δεν σηκώνομαι από τον συνηθισμένο μου ύπνο. Θυμάμαι ότι παθαίνω καταληψία. Και τότε, στο τέλος, όπως τα κύματα του ωκεανού, η τρεμάμενη ψυχή μου βυθίζεται. Βυθίζεται από τη φρίκη του κινδύνου, από τη σκελετωμένη αλλά παντοδύναμη ιδέα μου.

Λίγα λεπτά ακόμη, αφού η έμμονη ιδέα νίκησε, έμεινα χωρίς να κινηθώ. Γιατί; Δεν ένιωθα ακόμη το θάρρος, δεν τολμούσα να κάνω την αναγκαία προσπάθεια. Μια απελπισία — μια απελπισία χωρίς προηγούμενο — με ανάγκασε να τελειώσω τη μεγάλη μου αναποφασιστικότητα. Με ανάγκασε να σηκώσω τα βαριά βλέφαρά μου. Τα σήκωσα. Ήταν σκοτάδι, θεοσκότεινα. Κατάλαβα τότε ότι η κρίση της αρρώστιας μου είχε περάσει από πολύ καιρό. Κατάλαβα ότι είχα βρει ξανά εντελώς την όρασή μου. Και όμως όλα ήταν μόνο σκοτάδι, σκοτάδι παντού — το μεγαλύτερο και υπέρτατο σκοτάδι της νύχτας που θα κρατήσει για πάντα.

Προσπάθησα να φωνάξω. Τα χείλη μου και η ξερή γλώσσα μου τραντάζονταν και συσπώνταν γι' αυτό. Αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε από τις σπηλιές των πνευμόνων μου. Σαν να πιέζονταν από το τρομερό βάρος ενός βουνού, λαχάνιαζαν και χτυπούσαν σαν την καρδιά μου. Έτσι γινόταν σε κάθε πονεμένη και δύσκολη ανάσα.

Όταν κουνούσα τα σαγόνια μου, προσπαθώντας να φωνάξω, κατάλαβα ότι ήταν δεμένα, όπως συνηθίζεται στους νεκρούς. Κατάλαβα επίσης ότι ήμουν ξαπλωμένος πάνω σε κάτι σκληρό και ότι κάτι παρόμοιο πίεζε στενά το στήθος μου. Μέχρι τότε δεν είχα τολμήσει να κουνήσω κανένα από τα μέλη μου.

Αλλά τότε τίναξα με βία τα μπράτσα μου, που ήταν απλωμένα κατά μήκος του σώματός μου. Χτύπησαν σε έναν σταθερό ξύλινο τοίχο, που απλωνόταν πάνω από το σώμα μου, έξι δάχτυλα από το πρόσωπό μου. Δεν μπορούσα πια να αμφιβάλλω ότι αναπαυόμουν για πάντα στο φέρετρό μου.

Και όμως τότε, ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμέτρητη δυστυχία μου, ένιωσα να πλησιάζει απαλά το χερουβείμ της ελπίδας. Θυμήθηκα όλα τα τόσο έξυπνα μέτρα μου. Γύρισα και έκανα σπασμωδικές προσπάθειες να ανοίξω το καπάκι. Δεν κατάφερα ούτε να το σπάσω. Έψαξα με τη χούφτα μου να βρω το σκοινί της καμπάνας, αλλά δεν το βρήκα πουθενά. Και τότε η ελπίδα πέταξε για πάντα, και μια όλο και πιο οξεία απελπισία βασίλεψε θριαμβευτικά. Γιατί ήμουν πολύ αγανακτισμένος, καθώς παρατήρησα ότι έλειπε το μαλακό στρώμα που είχα ετοιμάσει με τόση φροντίδα. Επιπλέον, έφτασε στα ρουθούνια μου η φρικτή και χαρακτηριστική μυρωδιά του υγρού εδάφους. Το συμπέρασμα ήταν αναπόφευκτο: δεν ήμουν στο υπόγειό μου. Ίσως ήμουν μακριά από τους δικούς μου όταν πέθανα, ανάμεσα σε ξένους. Πότε και πώς, δεν μπορούσα να το θυμηθώ. Αυτοί με έθαψαν σαν σκύλο, κλειδωμένο στο πρώτο τυχαίο φέρετρο. Με έχωσαν βαθιά βαθιά, με έχωσαν για πάντα σε κάποιον κοινό τάφο, σε κάποιον ανώνυμο τάφο. Όταν μια τέτοια πεποίθηση μπήκε στην πιο κρυφή πτυχή της ψυχής μου, έκανα μια νέα προσπάθεια να βγάλω κραυγή! Και αυτή η δεύτερη προσπάθεια απέτυχε. Κραυγή αγωνίας, ένα μακρύ άγριο ουρλιαχτό, συνεχές, αντήχησε μέσα στο βασίλειο της υπόγειας νύχτας.

— Ε εσύ! Ε εσύ, τι έγινε λοιπόν; απάντησε μια τραχιά φωνή.

— Τι διάβολο συμβαίνει; είπε μια δεύτερη.

— Βγαίνει από εδώ μέσα, είπε μια τρίτη.

— Τι συμβαίνει και τσιρίζετε έτσι, σαν ερωτευμένη γάτα; είπε μια τέταρτη φωνή.

Και να, με άρπαξαν και με τίναξαν χωρίς πολλή φασαρία, για πολλά λεπτά, μια ομάδα από πολύ χοντρούς ανθρώπους. Δεν με ξύπνησαν — γιατί ήμουν πραγματικά ξύπνιος όταν έβγαλα εκείνη την κραυγή — αλλά μου έφεραν πίσω τη μνήμη μου.

Η περιπέτεια έγινε στο Ρίτσμοντ της Βιργινίας.

Μαζί με έναν φίλο είχα πάει για κυνήγι και είχα περπατήσει πολλά μίλια στην όχθη του ποταμού Τζέιμς.

Η νύχτα πλησίαζε, και ξαφνικά μας έπιασε μια καταιγίδα. Η καμπίνα ενός μικρού σλεπιού μας έδωσε τη μόνη δυνατή στέγη. Το σλέπι ήταν αγκυροβολημένο στο ρεύμα του νερού και ήταν φορτωμένο με βοσκή.

Προσαρμοστήκαμε στις περιστάσεις και περάσαμε τη νύχτα πάνω στο σλέπι. Κοιμήθηκα στο ένα από τα δύο κρεβάτια του πλοίου. Είναι άχρηστο να περιγράψω τα κρεβάτια ενός σλεπιού 60 έως 70 τόνων. Εκείνο που είχα εγώ δεν είχε καθόλου στρώμα.

Ήταν πολύ στενό, με ακριβώς τις ίδιες διαστάσεις της γέφυρας του πλοίου που ήταν πάνω από το κεφάλι μου. Πάλεψα πολύ ώσπου να καταφέρω να μπω σε αυτό το κιβώτιο. Τέλος πάντων, κοιμήθηκα αμέσως. Και το υπόλοιπο του οράματός μου — γιατί δεν ήταν ούτε όνειρο ούτε εφιάλτης — βγήκε πολύ φυσικά από τη θέση μου. Βγήκε και από τις συνηθισμένες τάσεις του πνεύματός μου. Βγήκε ακόμη από τη δυσκολία που είχα, όπως είπα άλλωστε, να ξαναβρώ τις αισθήσεις μου. Κυρίως δυσκολευόμουν να συγκεντρώσω τη μνήμη μου. Το όραμα κράτησε πολύ και μετά το ξύπνημά μου.

Οι άνθρωποι που με τίναξαν ήταν άντρες του πληρώματος του σλεπιού και μερικοί εργάτες που ξεφόρτωναν το εμπόρευμα. Από το φορτίο του πλοίου ερχόταν και η μυρωδιά του χώματος. Όσο για τον επίδεσμο στα σαγόνια μου, ήταν ένα μεταξωτό πανί. Το είχα δέσει μόνος μου γύρω από το κεφάλι μου εκείνη την ιστορική νύχτα, επειδή δεν είχα σκούφο.

Παρ' όλα αυτά, τα βάσανά μου ήταν χωρίς αμφιβολία ίσα με εκείνα μιας πραγματικής ταφής. Μόνο η διάρκεια ήταν διαφορετική. Ήταν τρομερά — ήταν ακατανόητα άγρια. Όμως συνήθως ο Θεός ενεργεί μέσω του δαίμονα. Αυτό το τυχαίο γεγονός, εξαιτίας του εξαιρετικού χαρακτήρα του, έφερε αναγκαστικά μια αντίδραση στο πνεύμα μου.

Η ψυχή μου δυνάμωσε, συνήλθα, έκανα ταξίδια στο εξωτερικό. Έκανα πολλή άσκηση. Ανάπνευσα τον ελεύθερο αέρα των ουρανών. Δεν κλείστηκα πια στη σκέψη του θανάτου. Περνούσα τον καιρό μου κοροϊδεύοντας τα νεκροταφεία. Με λίγα λόγια, έγινα άλλος άνθρωπος.

Από εκείνη την ιστορική νύχτα απελευθερώθηκα από τους θλιβερούς φόβους μου. Και μαζί με αυτούς έσβησε η καταληψία μου, της οποίας οι φόβοι μου ήταν συνέπεια και όχι αιτία.

### Γλωσσάρι

- **ενταφιασμό**: ο ενταφιασμός είναι το θάψιμο ενός ανθρώπου. Όταν είναι πρόωρος, τον θάβουν πριν πεθάνει.
- **καταληψία**: αρρώστια όπου ο άνθρωπος μένει ακίνητος και μοιάζει με νεκρό.
- **λήθαργο**: ο λήθαργος είναι πολύ βαθύς ύπνος, σαν θάνατος.
- **αποσύνθεση**: το σώμα του νεκρού χαλάει και λιώνει.
- **φέρετρο**: το ξύλινο κουτί του νεκρού.
- **σάβανο**: το πανί που τυλίγει τον νεκρό.
- **εκταφή**: όταν βγάζουν έναν νεκρό από τον τάφο.
- **αυτοψία**: εξέταση του νεκρού από γιατρούς.
- **ηλεκτρική συστοιχία**: παλιά μπαταρία.
- **κατάσταση ασφυξίας**: όταν κάποιος δεν μπορεί να πάρει αέρα και πνίγεται.
- **αιθέρα**: ο αιθέρας είναι παλιό φάρμακο, υγρό με δυνατή μυρωδιά.
- **εφιάλτης**: πολύ κακό όνειρο.
- **χερουβείμ**: είδος αγγέλου.
- **σλεπιού**: το σλέπι είναι μικρό καράβι για φορτία.
- **βοσκή**: χόρτα που τρώνε τα ζώα.
