# Διηγήματα (επίπεδο B2)

*Andreas Karkavitsas*

## Σπαθόγιαννος

— Έλα, μάνα μου· τα άρματα και την ευχή σου.

— Γιουρούσι πάλι;

— Ναι· τώρα, πού τους χαμπαρίζουμε πια!… Τα δελφίνια μας, οι Σπετσονυδριώτες, στον έκαναν τον Τοπάλη, που στην Αλεξάνδρεια πήρε το φύσημά του! Τα προιάρια του Γιουσούφ τα έστειλαν στου ανέμου τη μάνα! Ο Κιουτάγιας έπεσε στα μαύρα πανιά… Μωρέ τι τραβάνε!…

— Αλήθεια!…

Και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της γριάς Μαλάμως, που θυμόταν τον πρόσφατο θρίαμβο των Ελλήνων ναυτών, ξαναζωντάνεψε. Τα μάτια της έλαμψαν υγρά. Εκείνη την ώρα καθόταν στο κατώφλι του χαμηλού σπιτιού της και στήριζε το ψηλό κορμί της στους αγκώνες. Τώρα το κορμί αυτό σηκώθηκε περήφανο και ίσιο μπροστά στον Ζάχο.

Ούτε η Μαλάμω όμως ούτε ο γιος της είχαν άδικο που χαίρονταν έτσι και περηφανεύονταν. Το Μεσολόγγι πολιορκούνταν ήδη για δεύτερη φορά από τον εχθρό. Πολυάριθμος τουρκικός στρατός το έκλεινε από στεριά και θάλασσα. Λίγο λίγο έσφιγγε τις τάξεις του, όπως οι ψαράδες τη γεροβολιά, και απειλούσε να ρίξει τον κυριότερο προμαχώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο Κιουταχής, με τον υψηλό τίτλο Ρούμελης Βαλεσσί, είχε στρατοπεδεύσει μπροστά στα τείχη του από τον Μάιο του 1825. Είχε αποφασίσει να μη γυρίσει πίσω άπρακτος. Ο Τοπάλ πασάς περνούσε με τα πλοία του και έδειχνε στους πολιορκημένους πόσο μεγάλα ήταν. Πολλά προιάρια του Γιουσούφ, πασά της Πάτρας, διέσχιζαν τη λιμνοθάλασσα και μετέφεραν στρατιώτες στα νησάκια.

Η πιο κρίσιμη στιγμή πλησίαζε για το Μεσολόγγι. Η υπόλοιπη Ελλάδα το κοίταζε με αγωνία. Οι φιλέλληνες περίμεναν με φρίκη να ακούσουν από ώρα σε ώρα την πτώση του. Οι πολιορκημένοι έδειχναν θράσος: απέρριπταν τις προτάσεις του Κιουταχή για παράδοση και έστελναν μπουκάλια ρούμι για τους σημαιοφόρους του. Όμως όλοι καταλάβαιναν ότι αυτά δεν ήταν παρά οι τελευταίοι σπασμοί ενός ετοιμοθάνατου. Κι όμως, μόνο η εμφάνιση του μικρού ελληνικού στόλου έφτασε για να αλλάξει εντελώς τα πράγματα. Ο Τοπάλ πασάς, με την πρώτη επίθεση, τράπηκε σε φυγή. Τα προιάρια του Γιουσούφ και κανονιοφόροι πιάστηκαν, τα νησάκια κυριεύτηκαν, και ο Κιουταχής βρέθηκε σε δύσκολη θέση, χωρίς τρόφιμα και πολεμοφόδια.

— Και λες θα κάνετε γιουρούσι; ρώτησε πάλι η Μαλάμω τον γιο της.

— Ναι· απόψε θα πλέξει το μοσχάρι στο αίμα· τι έχει να γίνει ένας Θεός το ξέρει… Οι καπεταναίοι συνεννοήθηκαν με τον Καραϊσκάκη και θα πέσει μαζί μας στο χορό… Έλα, πού έχεις τα άρματα;

Ο Ζάχος δρασκέλισε με ορμή το κατώφλι και μπήκε πρώτος στο σπιτάκι.

Τα παλικάρια σπάνια αποχωρίζονταν τα όπλα τους. Όμως ο Ζάχος πριν από την Επανάσταση ήταν κλέφτης. Και οι κλέφτες σε όλη τους τη ζωή φρόντιζαν με ζήλο δύο μόνο πράγματα: τον τσαμπά και τα τσαπράζια τους. Ενώ η βρόμα τους έτρωγε το κορμί, τα μακριά μαλλιά τους, γυαλιστερά από το μεδούλι βοδινών κοκάλων, χύνονταν πολεμικά στους ώμους. Τα τσαπράζια κρέμονταν αστραφτερά πάνω στα μαύρα ρούχα τους. Το έκαναν αυτό προπάντων όταν επρόκειτο να μετρηθούν με τον εχθρό. Στη μάχη η ζωή του ανθρώπου παίζεται χιλιάδες φορές. Σαν να μην ήθελαν, αν σκοτώνονταν, να εμφανιστούν λεροί και ακάθαρτοι μπροστά στον Χάρο, που είναι κι αυτός αδάμαστο παλικάρι και έχει λαμπρά άρματα. Έτσι ο Ζάχος, μόλις έμαθε ότι θα έπαιρνε μέρος στη νυχτερινή έξοδο, έμεινε πιστός στην κλέφτικη συνήθεια. Βιάστηκε αμέσως, αν όχι να λουστεί, γιατί το νερό δεν ήταν άφθονο στην πολιορκημένη πόλη, τουλάχιστον να καθαρίσει τα άρματά του. Και τα παρέδωσε στη μητέρα του μέχρι την ορισμένη ώρα.

Η Μαλάμω είδε αυτές τις ετοιμασίες του γιου της και μάντεψε αμέσως, με ένα τίναγμα της καρδιάς, ότι θα πήγαινε σε κάτι πολύ τολμηρό. Με ένα μόνο τίναγμα, εκείνο που έρχεται ξαφνικά στη μητρική καρδιά κάθε γυναίκας, ακόμα και Σουλιωτοπούλας, όταν κινδυνεύει το παιδί της. Άλλο όχι. Αμέσως η καρδιά ξαναβρήκε τον τακτικό της χτύπο, ήσυχο και αδιάφορο και στα πιο φρικτά γεγονότα, όπως έπρεπε σε μια Σουλιωτοπούλα και γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Γι' αυτό δεν θέλησε ούτε να ρωτήσει ούτε να μάθει τι και πώς. Με κρυφό θυμό, με το μυαλό της να πλανιέται σε ένα αγαπημένο της όνειρο, περίμενε. Τώρα μπήκε πίσω από τον Ζάχο, πήρε πρόθυμα το γιαταγάνι που άστραφτε στον σκοτεινό τοίχο και του το πέρασε στον ώμο. Έπειτα, ενώ με το δεξί χέρι του έδινε το καριοφίλι, με το αριστερό τον αγκάλιασε και τον έσφιξε σπασμωδικά στον κόρφο της.

— Κοίταξε, να μην ξεχνάς τον Ταχίρ Γιάτση! του είπε με φωνή που έτρεμε, αλλά ήταν αυστηρή.

Ο Ζάχος έσμιξε τα φρύδια του και δεν είπε τίποτα. Η Μαλάμω τον έσφιξε πάλι στην καρδιά της, κοιτάζοντας με βλέμμα παρακλητικό την Παναγία σε ένα μικρό εικόνισμα, κρεμασμένο σε μια γωνιά του σπιτιού. Και τον έσπρωξε προς την πόρτα.

— Μα για στάσου, στάσου! φώναξε ξαφνικά χαμογελώντας.

— Τι είναι; ρώτησε ο Ζάχος και στάθηκε.

— Δέσε καλά το πόσι σου, καημένε!

Η Μαλάμω πλησίασε και έβγαλε από το κεφάλι του Ζάχου το πόσι του, που ήταν δεμένο άτακτα πάνω από το φέσι. Το δίπλωσε προσεκτικά πάνω στο γόνατό της και το έδεσε πάλι δυο τρεις φορές γύρω, προσέχοντας να μην εξέχει καμιά πτυχή. Έριξε πίσω στους ώμους τις δύο χρυσοκέντητες άκρες του με τις φούντες. Τον κοίταξε πάλι και τακτοποίησε τις αλυσίδες από το κιουστέκι του, το ασημένιο χαϊμαλί του στήθους του και τις σαβατλίτικες παλάσκες της μέσης του. Τακτοποίησε τους τοκάδες και τις αλυσίδες του ασημοσογιά και έστρωσε τις πτυχές της λερής φουστανέλας του. Λίγο λίγο μάνα και γιος βυθίζονταν μέσα στο σπιτάκι στο μισόφωτο του δειλινού, χωρίς να το καταλαβαίνουν. Ο Ζάχος ήθελε να φύγει, κι όμως έλιωνε με εκείνα τα μητρικά χάδια, σαν μικρός χαϊδεμένος.

— Άσε με πια, δε θα πάω σε γάμο, είπε τέλος, χαμογελώντας της.

— Κι ο πόλεμος γάμος είναι· πήγαινε, λεβέντη μου.

Και τον έσπρωξε έξω, με ένα φωτεινό βλέμμα. Ήταν από εκείνα τα σπάνια βλέμματα που εκφράζουν μαζί ευχή και προσδοκία, μεγάλο φόβο και ακατάβλητο θάρρος, αντρική δύναμη και θεία θέληση.

*

Η Μαλάμω ήταν Σουλιωτοπούλα, γυναίκα παλικάρι. Όταν ήταν κόρη, είχε φάει με τη φούχτα το μπαρούτι, όπως οι Μποτσαραίοι και οι Τζαβελαίοι, ο Πούλιο Δράκος και ο Τζίμα Ζέρβας. Πολεμούσε πάντα στο πλευρό τους και υπερασπιζόταν τους βράχους της πατρίδας της. Έπειτα έγινε γυναίκα του Σπαθόγιαννου, του ξακουστού κλέφτη της Ρούμελης. Τα τολμηρά του κατορθώματα και οι τρομακτικοί του κίνδυνοι της σκλήρυναν την ψυχή. Το ίδιο έκαναν και οι δυνατές συγκινήσεις που της έδιναν κάθε μέρα τα πάντοτε έκτακτα και πάντοτε μεγάλα εγχειρήματά του. Δεν δεχόταν πια τίποτα πάνω της, μεγάλο ή μικρό, όπως ο αιθέρας ενός καλοτροχισμένου σπαθιού. Από τη ρόκα άρπαζε το καριοφίλι και από το αδράχτι το γιαταγάνι, τόσο εύκολα όσο ένας δόκιμος μουσικός αλλάζει τον ταμπουρά με τη φλογέρα. Το αίμα δεν τη φόβιζε καθόλου. Οι βόγγοι και ο σπαραγμός των τραυματιών δεν τη συγκινούσαν. Τα πτώματα, αν ήταν εχθρών, τα σεβόταν μόνο επειδή ήταν πια ακίνδυνα και έτοιμα για τη φθορά. Αν ήταν φίλων, άξιζαν θρήνους και τιμητική ταφή.

Η καταγωγή της από τη μία, η έγγαμη ζωή της και ο άντρας της από την άλλη, την έκαναν να διαμορφώσει αυστηρές και μεγάλες ιδέες. Ήταν ιδέες για την πατρίδα, την τιμή και τις οικογενειακές παραδόσεις. Οι συμπατριώτες της την είχαν δώσει στον άντρα της παρά τα έθιμα, ως έπαθλο για την ανδρεία του. Ήταν και ανταμοιβή για μια υπηρεσία που είχε προσφέρει άλλοτε, στους στενούς καιρούς της πατρίδας τους. Το όνομα πάνω απ' όλα και όλα για το όνομα. Τούρκο με Τούρκο δεν ήθελε να δει ποτέ μπροστά της. Τον πόλεμο τον θεωρούσε κάτι αναγκαίο, απαραίτητο. Έβλεπε τους άντρες να φεύγουν για τη μάχη χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, σαν να ήξερε ότι πηγαίνουν σε γάμο.

Κι όμως τώρα, που αποχαιρετούσε τον Ζάχο, μόνο η περηφάνια κρατούσε τους λυγμούς και τα δάκρυα. Δεν ήθελε να τα δουν ούτε οι άψυχοι τοίχοι του σπιτιού της. Στεκόταν όρθια στην πόρτα της, με τον αγκώνα στον παραστάτη και το κεφάλι πάνω του, ατημέλητα τυλιγμένο στην άσπρη μπόλια της. Παρακολουθούσε με το βλέμμα τον γιο της. Εκείνος, με βήμα σαν φτερωτό, πηδούσε πάνω από τα χαλάσματα και έτρεχε προς τους συντρόφους του. Γύρω απλώνονταν οι σκιές της νύχτας. Έδιναν μια όψη εντελώς φανταστική στα ερειπωμένα σπίτια και στους μισογκρεμισμένους τοίχους. Έδιναν την ίδια όψη και στους σωρούς από χώματα, ξύλα και κεραμίδια, που σε αυτούς είχαν μεταβάλει την πόλη οι βόμβες του εχθρού. Σιωπή και ερημιά βασίλευαν γύρω και πάνω, στον σκοτεινό ουρανό. Μόνο σε σπάνια διαστήματα ακούγονταν κάπου δειλοί ψίθυροι και φαίνονταν σκιές να γλιστρούν ανάμεσα στα χαλάσματα, προς τη φωτισμένη εκκλησούλα του Αγίου Σπυρίδωνα. Ήταν οι γυναίκες, οι αδελφές, οι κόρες και οι μητέρες των πολιορκημένων. Πήγαιναν με καυτά δάκρυα, χτυπώντας τα στήθη τους, να αναθέσουν στον πολιούχο άγιο τις πολύτιμες ζωές των ανδρών της εξόδου.

Η Μαλάμω δεν τις ακολούθησε στην εκκλησία. Έμενε εκεί, στην αγαλματένια στάση της μπροστά στην πόρτα, και κοίταζε μακριά, σαν να διέκρινε ακόμα μέσα στο σκοτάδι τον γιο της. Ξαφνικά όμως έσμιξε τα φρύδια της, μπήκε βιαστικά στο σπίτι και έκλεισε με θόρυβο την πόρτα πίσω της. Τα δύο δάκρυα που πετάχτηκαν από τα μάτια της δεν τα είδε κανείς, κανείς, ούτε το σκοτάδι, γιατί αμέσως τα έσβησαν τα μανίκια της. Με σταθερό χέρι άναψε ένα μικρό κερί, το έμπηξε στο χώμα μπροστά στο εικόνισμά της, γονάτισε και το κοίταξε με ευλάβεια. Σε αυτή τη Σουλιώτισσα Παναγία, που την έσωσε μισοκαμένη φεύγοντας από τη Ρενιάσα στην πανωλεθρία του 1803, εμπιστευόταν τον Ζάχο της. Δεν ζητούσε μόνο να τον φυλάξει στη μάχη. Ζητούσε προπάντων να του χαρίσει το ακατάβλητο των βράχων του Σουλίου και τη δύναμη των ανέμων που φυσούν στα φαράγγια του. Ζητούσε και την ορμή του Αχέροντα, που χύνεται στα πόδια του, για να νικήσει τον Ταχίρ Γιάτση. Αυτός ήταν ο πόθος της. Γιατί ο Ζάχος δεν πήγαινε μόνο να πολεμήσει. Είχε να εκπληρώσει συγχρόνως και μια άλλη ιερή και απαραίτητη εντολή.

Όταν η Μαλάμω του έλεγε να μην ξεχνά τον Ταχίρ Γιάτση, δεν μιλούσε ως μητέρα αλλά ως γυναίκα του Σπαθόγιαννου. Έμοιαζε με τον γέρο εκείνο βασιλιά του μύθου. Ο βασιλιάς είδε πολλούς γιους του, τον έναν μετά τον άλλον, να πηγαίνουν να συναντήσουν τον δράκο που ρήμαζε τη χώρα του, και δεν γύρισαν. Και τώρα ήταν αναγκασμένος να δει και τον τελευταίο, τον μικρότερο και ομορφότερο, να φεύγει για τον αναπόφευκτο όλεθρο. Και ήταν πραγματικά ο Ταχίρ Γιάτσης δράκος ακατάβλητος και εξολοθρευτής της οικογένειας της Μαλάμως. Πρώτα πρώτα σκότωσε τον άντρα της για να πάρει το περίφημο καριοφίλι του.

Το καριοφίλι αυτό ήταν παλιότατο και πολυτελές. Το κοντάκι του, σε σχήμα μισοφέγγαρου, το τύλιγε μια στενή ασημένια λωρίδα. Στη μία του πλευρά είχε ένα χρυσό καρυόφυλλο, πολύ λεπτής δουλειάς. Στην άλλη είχε μια ασημένια πλάκα, που έγραφε το ιερό σύμβολο και την αγέρωχη διαμαρτυρία του κλέφτη κατά του τυράννου του:

Πασά μου έχω το σπαθί,  
Βεζύρι το ντουφέκι·  
Κάλλιο να ζω με τα θεριά  
Παρά να ζω με Τούρκους.

Ο λύκος του, χρυσωμένος, είχε σχήμα κεφαλιού οχιάς, με δέρμα φολιδωτό και πύρινα μάτια από κόκκινα πετράδια. Όταν κρατούσε και τον πυρόλιθο, φαινόταν με τη γλώσσα έξω και το στόμα ορθάνοιχτο, έτοιμος να πνίξει τον εχθρό. Η κάννη του, ενάμισι μέτρο μακριά, πάχαινε σιγά σιγά προς τα εμπρός. Την έδεναν γερά με το κοντάκι επτά κατάχρυσα παφήλια. Πάνω τους ένας επιδέξιος τεχνίτης είχε σκαλίσει τους πολέμους του φοβερού Στρατιώτη Κορκόνδειλου Κλαδά κατά των Τούρκων. Είχε σκαλίσει και, στη σειρά, τις σαράντα νίκες του δράκου της Κρόιας, του Γεωργίου του Καστριώτη.

Δεν ήταν όμως ονομαστό τόσο για την πολυτέλειά του, όσο γιατί ήταν το όπλο του διάσημου αρματολού Σπαθόγιαννου. Αυτός άκμασε γύρω στα 1687 μαζί με τον Σουμίλα και τον Βαλαωρίτη. Στα χέρια του το καριοφίλι πήρε και το πρώτο βάφτισμα του πυρός. Φημιζόταν ακόμα και για τη βροντερή φωνή του. Με αυτήν, έλεγε η παράδοση, ο αρματολός έτρεψε σε φυγή σαράντα Γκέκιδες κοντά στην Κατούνα. Γι' αυτό ήταν ο φθόνος των εχθρών και το καύχημα ολόκληρης της οικογένειας.

Πάνω από εκατό χρόνια περνούσε από πατέρα σε γιο, ως ιερή οικογενειακή παράδοση. Συνέχιζε να τρέφεται με μπαρούτι και σφαίρες και να στέλνει ακατάπαυστα στους εχθρούς τον αμείλικτο Χάρο που φώλιαζε στα στήθη του. Έτσι έφτασε ως τον Γιώργο Σπαθόγιαννο, που το κράτησε με τιμή, ώσπου ο Τόσκης, με ενέδρα κοντά στο Μαργαρίτι, το άρπαξε αφού του άρπαξε και τη ζωή.

Όμως η τιμή της οικογένειας απαιτούσε να ξαναποκτηθεί με κάθε θυσία εκείνο το καριοφίλι. Αδιάκοπος και πεισματικός αγώνας άρχισε ανάμεσα στον Ταχίρ Γιάτση και στην οικογένεια της Μαλάμως. Τέσσερις γιοι της, ο ένας μετά τον άλλον, έτρεχαν με τους κλέφτες στα Άγραφα, αναζητώντας τον Τόσκη και συγκρουόμενοι μαζί του. Όμως ο ένας μετά τον άλλον όλοι βρήκαν τον θάνατο από αυτόν. Οι συμφορές αυτές χτύπησαν θανάσιμα τη μητρική καρδιά της Μαλάμως, αλλά δεν νίκησαν την περηφάνια της. Τώρα που έμαθε ότι εκείνος βρισκόταν μπροστά στα τείχη της πόλης, έστελνε τον τελευταίο γιο της να συγκρουστεί μαζί του. Και ενώ τώρα προσευχόταν γονατιστή κοντά στην εικόνα, βυθισμένη στο μισόφωτο, μόλις διέκρινε τη γαλήνια μορφή της Παρθένου. Σκεφτόταν με ανατριχίλα, αλλά και με σταθερή απόφαση, ότι αν σκοτωνόταν ο Ζάχος, σε άλλη έξοδο θα σήκωνε η ίδια την ποδιά της. Θα ζωνόταν τα όπλα και θα πήγαινε να συγκρουστεί μαζί του. Τι να κάνει; Αν δεν πάρει πίσω το καριοφίλι, ας πεθάνει τουλάχιστον κι αυτή. Και ας το φέρει ο Ταχίρ Γιάτσης επάξια πια, αφού κατάφερε να εξολοθρεύσει ολόκληρη την οικογένεια του Σπαθόγιαννου…

Εν τω μεταξύ ο Ζάχος προχωρούσε με το ελαφρύ και γρήγορο βήμα των κλεφτών, που ήταν αναγκασμένοι να περπατούν από λιθάρι σε λιθάρι στα βουνά. Πέρασε τα στενά δρομάκια, γεμάτα χαλάσματα, και έφτασε μπροστά στην πλατεία των Καλυβοσπίτων. Η νύχτα είχε πέσει από ώρα, σκοτεινή και χωρίς φεγγάρι. Η φρουρά, με αρχηγό τον Ραζικότσικα, αγρυπνούσε στους γεώτοιχους και στους προμαχώνες. Όλοι, ένοπλοι και λαός, ήταν γεμάτοι ανήσυχη ανυπομονησία. Ο ηλικιωμένος μαχητής Νότης Μπότσαρης πήγαινε ακούραστος από τους μεν στους δε. Με τα συμπαθητικά του λόγια άλλους ενθάρρυνε και άλλους καθησύχαζε. Έπειτα γύριζε κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, όπου συζητούσαν όρθιοι για την έξοδο ο Ίσκος, ο Μακρής, ο Στουρνάρης, ο Βέικος, ο Κοντογιάννης και ο Λιακατάς.

Από την ημέρα του θριάμβου των Ελλήνων ναυτών, η χαρά και το θάρρος των πολιορκημένων δεν είχαν όρια. Ο Τοπάλ πασάς είχε εγκαταλείψει τον Κιουταχή. Τα ονόματα του Μιαούλη, του Ανδρούτσου και του Αποστόλη ήταν με θαυμασμό και λατρεία στα στόματα των πολιτών και των παλικαριών. Όλα αυτά ξεσήκωναν πολύ το φιλότιμο των οπλαρχηγών, που ζητούσαν ευκαιρία να διακριθούν κι αυτοί. Ο Καραϊσκάκης είχε το στρατόπεδό του κοντά. Συνεννοήθηκαν μαζί του και αποφάσισαν εκείνη τη νύχτα να πέσουν συγχρόνως πάνω στο αλβανικό στρατόπεδο και να το διαλύσουν εντελώς.

Τώρα η συμφωνημένη ώρα πλησίαζε. Τα διακόσια διαλεγμένα παλικάρια, που προορίζονταν για την έξοδο, είχαν περάσει την τάφρο. Ήταν ξαπλωμένα μπρούμυτα, με το καριοφίλι στο χέρι και το γιαταγάνι στα δόντια. Σχημάτιζαν μια μακριά γραμμή κάτω από το ψηλό πρόχωμα των εχθρών, απέναντι από την τάπια του Μακρή. Από τα ποικίλα ρούχα τους και τα καλύμματα του κεφαλιού, από τη διάταξη των τσαπραζιών τους, φαινόταν ο χαρακτήρας, η καταγωγή και ο ταϊφάς του καθενός. Το βλέμμα τους, οξύ και αλύγιστο, το αντρικό τους ήθος, οι πληγές και οι ρυτίδες φανέρωναν ποιοι ήταν. Ήταν οι άλλοτε διαλεχτοί του Νικοτσάρα, με τους οποίους ανέβηκε και κατέβηκε τη Μακεδονία ανίκητος. Ήταν οι φοβεροί επιδρομείς του Γιάννη Σταθά, με τους οποίους καθάριζε τα πελάγη από κάθε τουρκικό σκάφος. Ήταν και οι ένθερμοι σύντροφοι του Μπλαχάβα στο πατριωτικό του κίνημα. Λείψανα άλλης εποχής και άλλων γεγονότων, είχαν ποτίσει τη δούλη γη με εχθρικό αίμα. Σε κάθε ράχη είχαν σηκώσει κιβούρι συντρόφου ή ξακουστού καπετάνιου. Τώρα έτρεχαν ανακατεμένοι με άπειρους επαναστάτες, για να δώσουν την ελευθερία στους δούλους αδελφούς τους. Μέσα στον ποικίλο στρατό της Επανάστασης, έμοιαζαν με θραύσματα αγγείου αρχαίας ελληνικής τέχνης, ανακατεμένα με χαλίκια της σύγχρονης αγγειοπλαστικής. Δεν είχαν χάσει όμως καθόλου τον ζήλο και την αντοχή τους. Ήταν πάντα οι ίδιοι, φοβεροί και ακαταμάχητοι.

— Φωτιά στον Άι Σημιό, καπετάνιοι, είπε κάποιος που πλησίασε ήσυχα.

— Ναι φωτιά… κι άλλη φωτιά! επανέλαβαν πολλοί σιγανά.

Πράγματι, ο Ζυγός απλωνόταν σκοτεινός από την ανατολή ως τη δύση και έκλεινε όλο τον βόρειο ορίζοντα, από το βάθος της πεδιάδας ως τα άστρα. Σε μια ράχη του άστραψαν ξαφνικά τρεις ψηλές φωτιές, και την ίδια στιγμή αντήχησαν τρεις πυροβολισμοί. Ήταν το σύνθημα που περίμεναν οι οπλαρχηγοί. Ο Καραϊσκάκης τους ειδοποιούσε ότι ήταν εκεί και έπεφτε ήδη πάνω στον εχθρό.

Ο Καραϊσκάκης δεν ήταν πια ο άξεστος κλέφτης που ζητούσε αρματολίκια μέσα στον βρασμό της Επανάστασης και έβριζε την κυβέρνηση της πατρίδας του.

Το πάθημά του στο Αιτωλικό, πριν από έναν χρόνο, τον είχε αλλάξει ολότελα. Από διάβολος, όπως έλεγε ο ίδιος, είχε γίνει άγγελος, εκδικητής της χώρας που υπέφερε, υπέρμαχος της ελευθερίας ενός ολόκληρου λαού. Ο Μάρκος Μπότσαρης κοιμόταν ήδη στον τάφο. Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσου είχε δολοφονηθεί. Του Κολοκοτρώνη το άστρο το είχαν θαμπώσει οι κακολογίες, και αδέξιοι κυβερνήτες διηύθυναν την Επανάσταση. Ενώ ο Μπραήμης ρήμαζε από άκρη σε άκρη τον Μωρηά και ο Κιουταχής τη Ρούμελη, ο Καραϊσκάκης μόνος διαμορφωνόταν πατριώτης και φιλόδοξος. Και όπως ο μαγνήτης τα ρινίσματα του σιδήρου, το όνομά του τραβούσε κοντά του θαυμαστές και ήρωες, έτοιμους να τον ακολουθήσουν και στον Άδη. Τώρα έφερνε μαζί του έναν εκλεκτό στρατό, για ανακούφιση της πόλης που υπέφερε. Μαζί του ήταν ο Βάσος με τους Μαυροβουνιώτες, ο Καρατάσος με τους Μακεδόνες και ο Χατζηπέτρος με τους Ασπροποταμίτες. Ήταν και το Αρχοντόπουλο με τους Μωραΐτες και ο Χατζηχρήστος με το ιππικό του. Και αμέσως, πριν δει ολόκληρη η φρουρά τις φωτιές, ακούστηκε από το εχθρικό στρατόπεδο αλαλαγμός και θόρυβος ασυνήθιστος. Πολλοί πυροβολισμοί μαζί αντήχησαν και τράνταξαν τη γη. Ακούστηκαν φωνές απελπισμένες, και όσοι ήταν μέσα στα προχώματα ένιωσαν κάτι σαν σάλο μακρινής θάλασσας να πλησιάζει προς αυτούς. Τα παλικάρια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, σαν να συνεννοούνταν. Ένα σαρκαστικό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη τους και φανέρωνε την περιφρόνηση που ένιωθαν για τους εχθρούς. Το βλέμμα τους, γεμάτο θρίαμβο, πρόδιδε τη χαρά και την αγάπη τους για τους αδελφούς που έρχονταν απ' έξω.

— Χτυπούν σαν μανιασμένοι λύκοι.

— Κι οι Τούρκοι φεύγουν σαν αρνιά.

— Φόβο που τον έχουν!

— Και θυμό οι δικοί μας!…

Τα παλικάρια άρχισαν τώρα να ανησυχούν. Έσφιγγαν σπασμωδικά τα όπλα τους, έστριβαν πολεμικά τα μουστάκια τους και ανυπόμονα γλιστρούσαν βήμα βήμα προς τα προχώματα του εχθρού. Ο θόρυβος της μάχης απ' έξω άρχισε να γαλβανίζει τις ψυχές τους. Στενοχωριούνταν που έμεναν άχρηστοι εκεί, ενώ ο Χάρος διέτρεχε το εχθρικό στρατόπεδο σαν ανεμοστρόβιλος. Έσερνε πίσω από το μαύρο του άλογο ένα σωρό πικραμένες ψυχές, και οι αδελφοποιτοί τους πηδούσαν φοβεροί μέσα σε τόσο φόνο. Παράπονο όμως κανένα δεν έλεγαν.

Είχαν μάθει, μαζί με την πολεμική τέχνη, και την πειθαρχία στους ταϊφάδες, τις μόνες τότε στρατιωτικές σχολές. Ήταν οι ταϊφάδες του γέρω Δίπλα, του Μπουκουβάλα, του Ζίδρου, του Μιλιόνη. Αυτοί, χωρίς να το ξέρουν, εκτελούσαν την Παραδρομή του Φωκά και ήταν άξιοι διάδοχοι του Διγενή Ακρίτα. Στον πόλεμο και στην ειρήνη τα παλικάρια είχαν την τακτική τους, ζηλεμένη τακτική. Σέβονταν τους καπετάνιους, που τους ανακήρυσσαν οι ίδιοι, εκτιμώντας την αξία και την υπεροχή τους.

— Έτοιμοι, παιδιά; ρώτησε ξαφνικά ο Μακρής, πλησιάζοντας σιγανά κοντά τους.

— Έτοιμοι, καπετάνιε.

— Εμπρός!…

Και μαζί με τη φωνή, σαν από ελατήριο, πήδηξαν όρθια τα παλικάρια. Τίναξαν με τα κεφάλια τους τους πυκνούς τσαμπάδες τους και έκαναν να κλαγγάξουν με το σώμα τα τσαπράζια τους, σαν φοβερή προειδοποίηση προς τους εχθρούς. Σταυροκοπήθηκαν και βρέθηκαν ξαφνικά όρθια, μαζί με τον γιγαντόσωμο αρχηγό τους, πάνω στο εχθρικό πρόχωμα, ανήμεροι άγγελοι του φόνου και του ολέθρου.

Όπως δύο μεγάλοι ποταμοί, που τείνουν να συναντηθούν, κατατρώνε και παρασέρνουν το χώμα μπροστά τους, έτσι και οι δύο στρατοί κατέστρεφαν κάθε εμπόδιο και προχωρούσαν. Ο ένας ερχόταν απ' έξω και ο άλλος από την πόλη. Οι ποταμοί, αφού συναντηθούν, ανακατεύουν μέσα σε αφρούς τα θολά νερά τους και ρίχνονται μπροστά με μεγαλύτερη ορμή. Έτσι και αυτοί συναντιόνταν, αντάλλασσαν το συμφωνημένο σύνθημα και προχωρούσαν αδελφωμένοι και περιχαρείς κατά του εχθρού.

— Δαδί, φώναζε ο ένας, κρατώντας ψηλά το γιαταγάνι.

— Τσικούρι, απαντούσε ο άλλος.

Και τα χείλη σταυρώνονταν σε αδελφικό φιλί, ενώ το χέρι έσφαζε τον αλλόφυλο δίπλα του.

Γινόταν εκεί ένα κράμα αγάπης και μίσους. Η έκφραση του πιο αγνού αισθήματος συνέπιπτε με την εκδήλωση αδιάλλακτης έχθρας. Η πιο τρυφερή πράξη συνοδευόταν από θανατηφόρο χτύπημα. Η Πατρίδα, μέσα στη δόξα και το μεγαλείο της, ένωνε το φιλί και το αίμα.

Οι εχθροί είχαν σηκωθεί έντρομοι από τον ύπνο και σκορπίστηκαν άτακτα εδώ κι εκεί, σαν άχυρα στο φύσημα του ανέμου. Πολλοί άρπαξαν τα όπλα για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο. Όμως το σκοτάδι της νύχτας και η σύγχυση του ύπνου τους έκαναν να μη βλέπουν ότι έσφαζαν τους δικούς τους. Στις λάμψεις των πιστολιών, που απλώνονταν σαν μισοφέγγαρα για μια στιγμή, φαίνονταν λαρύγγια κομμένα και κορμιά κομμένα στα δύο. Κεφάλια κυλούσαν οικτρά στο χώμα και μόρφαζαν. Φαίνονταν χέρια και πόδια χωρίς ζωή, και παλάμες που έσφιγγαν με κρύα δάχτυλα τη λαβή ματωμένου μαχαιριού ή πιστολιού που κάπνιζε ακόμα. Σώματα χωρίς κεφάλι περπατούσαν από τον αυτόματο σπασμό των νεύρων και γκρεμίζονταν ξαφνικά. Φαίνονταν μάτια ανοιχτά, έκπληκτα, ακίνητα, και χίλια πρόσωπα κατακίτρινα και ματωμένα. Μέσα σε αυτά τα οικτρά χαλάσματα του λαμπρού στρατοπέδου ξεχώριζαν τα παλικάρια. Είχαν ποικίλα ρούχα, κορμιά, όψεις και άρματα, αλλά τα ένωνε ένα αίσθημα, το μίσος, και ένας πόθος, η ελευθερία. Πηδούσαν σε ομάδες ή μόνα τους παντού στα προχώματα, έμπαιναν στις σκηνές, κυνηγούσαν αυτούς που έφευγαν, ανακάλυπταν αυτούς που κρύβονταν. Πιάνονταν με αυτούς που αντιστέκονταν. Πολλές φορές κυλιούνταν μαζί με τους εχθρούς τους στο χώμα, και γρονθοκοπιούνταν, τραβούσαν ο ένας τα μαλλιά του άλλου και κλωτσιούνταν ώσπου να ξεψυχήσουν. Ανάμεσά τους ήταν οι οπλαρχηγοί: εδώ ο ψηλόκορμος Μακρής και ο Λιακατάς ο κάλεσος, εκεί ο Βάσος ο χαλκοπρόσωπος. Παρακεί ο Χατζηπέτρος με την ασύγκριτη λεβεντιά του, πιο πέρα το λαμπρό Αρχοντόπουλο, με τα ζηλεμένα νιάτα και την ολοφάνερη αρχοντιά του, και αλλού ο Καρατάσος ο υπερήφανος. Όλοι χρυσοφορεμένοι και αρματοστόλιστοι, φαίνονταν να τρέχουν παντού και έδιναν το παράδειγμα της αφοβίας και της καταστροφής. Και μπροστά απ' όλους ο Αρχηγός, με την ξερή του όψη, τον κόκκινο ντουλαμά του και τα μακριά, άγρια μουστάκια του. Ήταν γεμάτος θυμό και έχθρα, που πεταγόταν σαν πλημμύρα φωτός από τα μαύρα μάτια του. Αναστάτωνε και τρόμαζε τα εχθρικά πλήθη. Αντί για ξίφος ή πιστόλι κρατούσε στο δεξί μόνο ένα βαρύ απελατίκι, το φοβερό όπλο των παλιών Απελατών. Το έσφιγγε στο νευρώδες δεξί του χέρι και το κατέβαζε εδώ κι εκεί με ταχύτητα αστραπής και αποτέλεσμα βροντερού κεραυνού. Κάθε χτύπημα άνοιγε κι έναν τάφο. Αν ήταν εκεί ο Διγενής, θα ομολογούσε ότι βρέθηκε ο ίσος του.

Από τους πρόποδες του Ζυγού ως τα τείχη και τη λιμνοθάλασσα πιο πέρα, ολόκληρη η πεδιάδα είχε γίνει Κόλαση. Βοή και θόρυβος παντού. Φωνές απειλητικές, φωνές χαρούμενες και φωνές που παρακαλούσαν. Γλώσσες που μουρμούριζαν οικτρά κάτω από το χτύπημα, στεναγμοί, βόγγοι και θρήνοι, και «ράι! ράι, καπετάνε!» αντηχούσαν από χίλια στόματα. Ο αδιάκοπος και ξερός κρότος από τους λύκους των όπλων ακουγόταν σαν να καίγονταν κοντά ξερά καλάμια. Μέσα στο σκοτάδι οι σπίθες από τους πυρόλιθους πλανιόνταν και συναγωνίζονταν σε πλήθος και φέγγος τα χαρούμενα άστρα του ουρανού. Ο λεπτός μεταλλικός ήχος από τα γιαταγάνια που έπεφταν πάνω στα κόκαλα ανακατευόταν με τον βαρύ βρόντο των κανονιών σε μια συμφωνία άγριας μουσικής.

Ο Ζάχος ξεχώριζε ανάμεσα στους πρώτους στη μάχη. Άδειασε το καριοφίλι του και το κρέμασε στον ώμο. Με το γιαταγάνι στο δεξί χέρι και την ασημοπιστόλα τεντωμένη στο αριστερό, προχωρούσε μέσα στον εχθρό, χτυπώντας παντού και σφάζοντας. Ανάμεσα στους παλιότερους κλέφτες αναφέρονται πολλοί που ήταν πάντα κακόκεφοι και μελαγχολικοί. Αυτοί ξανάβρισκαν αμέσως την ευθυμία και τη χάρη τους, μόλις μύριζαν μπαρούτι και άκουγαν σφαίρα να σφυρίζει κοντά τους. Ο Οδυσσεύς μπόρεσε, δεμένος στο κατάρτι του πλοίου του, να ακούσει ατάραχος το τραγούδι των Σειρήνων. Ο κλέφτης όμως, στον ποδοβολητό της μάχης και στη μυρωδιά του μπαρουτιού, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Αν ήταν σε φυλακή, τρυπούσε τους τοίχους, έσπαζε τα σίδερα, αν τα φορούσε, και έτρεχε εκεί. Μόλις έφτανε, μεθούσε, έχανε τον εαυτό του, χτυπούσε εδώ κι εκεί σαν τυφλός. Φώναζε στους εχθρούς για να τους δείξει ότι ήταν εκεί, σφύριζε, και δεν αποσυρόταν παρά με τη βία, από τους συντρόφους του. Τέτοιος ήταν στον χαρακτήρα και ο Ζάχος. Οι γεροντότεροι έλεγαν γι' αυτόν ότι, και αν δεν ήταν γνωστός ως απόγονος του αρματολού Σπαθόγιαννου, αυτή μόνο η συνήθειά του έφτανε για να το φανερώσει. Ο καπνός της μάχης τον μεθούσε. Η θέα του εχθρού ξυπνούσε στην ψυχή του άγρια ένστικτα, που δεν χόρταιναν παρά με πολύ αίμα. Η μάχη είχε γι' αυτόν ασύγκριτη γοητεία και τον παρέσυρε, όπως η θάλασσα τον κολυμβητή. Έτσι και τώρα, παρασυρμένος από το πάθος του, είχε ξεχάσει όλους, και τον εαυτό του και τα λόγια της μητέρας του. Χτυπούσε τον εχθρό και ξεστόμιζε πότε φοβερές βλαστήμιες και χοντρές βρισιές, χειρότερες από τις γιαταγανιές του. Πότε σφύριζε δυνατά, σαν σε κοπάδι δειλά πρόβατα, και πότε τραγουδούσε ερωτικά δίστιχα:

Τι έχουνε τα ματάκια σου που όταν με βλέπουν κλαίνε  
Κι αν έχουνε παράπονο γιατί δε μου το λένε…

Ξαφνικά στάθηκε και άκουσε. Μέσα σε τόσο χτύπο και θόρυβο, ανάμεσα σε χιλιάδες πυροβολισμούς, η εξασκημένη ακοή του κλέφτη ξεχώρισε μακριά, προς τα αριστερά, έναν πυροβολισμό πολύ διαφορετικό από τους άλλους. Αμέσως ανατρίχιασε ολόκληρος. Τα πυκνά, σγουρά φρύδια του έσμιξαν και το μέτωπό του σκοτείνιασε. Ο κατάμαυρος και μακρύς τσαμπάς του στράφηκε πάνω στους ώμους του, σαν χαίτη λιονταριού που χτυπήθηκε θανάσιμα. Ήξερε πολύ καλά τον ήχο εκείνου του όπλου. Τον είχε ακούσει άλλοτε, όταν μαζί με τον τελευταίο αδελφό του, στον ταϊφά του Τσόγκα, συγκρούστηκε με τους τουρκαλβανούς.

— Ακούς; εκείνο είναι το καριοφίλι του παππού· μην το ξεχνάς! του είχε πει εκείνος, πριν σκοτωθεί από τον Ταχίρ Γιάτση.

Το άκουγε πάλι τώρα, ύστερα από δέκα χρόνια, και αναγνώριζε τον ήχο, αν και το όπλο το ήξερε μόνο από την παράδοση. Και αμέσως, σαν σε όνειρο, παρουσιάστηκαν μπροστά του ο πατέρας του με την ανοιχτή πληγή στο πλευρό, οι τέσσερις αδελφοί του ματωμένοι, η μητέρα του. Του έδειχναν, στο βάθος της μάχης, ένα καταμαυρισμένο από τον καπνό καριοφίλι. Ήταν ανάμεσα σε πτώματα, καπνό και συντρίμμια, ανάμεσα σε ποτάμι αίματος, κοφτερές λεπίδες και απειλητικά κανόνια. Όλα αυτά το φύλαγαν, όπως το χρυσό μήλο του παραμυθιού. Και λίγο αργότερα διέκρινε, μέσα από μια ασημένια ομίχλη, τον ίδιο τον Σπαθόγιαννο, τον πρώτο γενάρχη του, να στέκεται μπροστά του σαν θεμελιωμένος πύργος. Είχε τον βαρύ οπλισμό της εποχής του, τον μακρύ κατάλευκο τσαμπά του, τα μεγάλα μουστάκια, τη γαμψή μύτη και τα λαμπερά μάτια. Είχε μακριές καμπύλες βλεφαρίδες, πυκνά φρύδια σμιγμένα, δυνατούς ώμους και πλατύ, δασύτριχο στήθος. Δεν τον είχε δει ποτέ, αλλά υπέθετε ότι τέτοιος, μεγάλος σε όλα, θα ήταν ο διάσημος αρματολός. Από το πύρινο βλέμμα του, από την αυστηρή στάση και το θλιμμένο του ύφος, μάντευε ο Ζάχος ότι κι αυτός στεκόταν εκεί ζητώντας του το όπλο του. Και ενώ έμενε ακίνητος κάτω από την εντύπωση εκείνης της όψης, έφτασε στ' αυτιά του και δεύτερος πυροβολισμός, όμοιος με τον πρώτο.

— Το καριοφίλι του Σπαθόγιαννου! είπε, γυρίζοντας προς τους συντρόφους του.

Και σαν να του έβαλαν φτερά στα πόδια, ο νεαρός αρματολός έτρεξε ακράτητος προς το μέρος απ' όπου ερχόταν ο πυροβολισμός.

Πράγματι, εκεί γινόταν ένας πεισματικός αγώνας ανάμεσα στους Τόσκους και σε λίγους κλέφτες. Ο στρατός του Κιουταχή αποτελούνταν από διάφορα αλβανικά φύλα, κάτω από τον Ταχίρ Αμπά, τον Ισμαήλ Πλιάσα, τον Σούλτζα Κόρτζα, τον Άγο Βασάρη και τον Ταχίρ Γιάτση. Ο Ταχίρ Γιάτσης ήταν αρχηγός και ομόφυλος των Τόσκων. Οι Τόσκοι χωρίζονταν από τους υπόλοιπους Αλβανούς με αδιάλλακτο μίσος, εξαιτίας πατροπαράδοτης διαφοράς και θρησκευτικών δοξασιών. Στα στρατόπεδα, όπου βρίσκονταν μαζί, συγκρούονταν πάντα, και στις μάχες ανταγωνίζονταν με λύσσα και τυφλά. Τώρα οι Τόσκοι, βλέποντας ότι οι άλλοι δεν μπόρεσαν να αντέξουν την ξαφνική επίθεση των Ελλήνων, θέλησαν να φανούν ανώτεροι, έστω και με θυσία. Προσπάθησαν με έφοδο να κυριεύσουν τους προμαχώνες του Φραγκλίνου και του Μπότσαρη, που τους νόμιζαν αφύλακτους. Όμως η φρουρά της πόλης και οι πολίτες έτρεξαν με αξίνες και τσεκούρια και τους ανάγκασαν να αποσυρθούν. Έμειναν έτσι μέσα στα οχυρώματά τους και από εκεί άρχισαν ζωηρό πυρ κατά των γεωτοίχων.

Όταν ο Ζάχος έφτασε κοντά στους Τόσκους, η νύχτα άρχισε να λιγοστεύει. Το γλυκοχάραμα φαινόταν με τα γοητευτικά του χρώματα πάνω από τη Βαράσοβα, που η ανώμαλη κορυφή της κιτρίνιζε σαν σκεπασμένη με κεχριμπάρι. Οι οπλαρχηγοί από το φρούριο καλούσαν ήδη τους στρατιώτες τους με βραχνές σάλπιγγες να σταματήσουν τη σφαγή. Εκείνοι αποσύρονταν κατά ομάδες μέσα στα τείχη, μεταφέροντας πλούσια λάφυρα. Ο Καραϊσκάκης γύριζε στα απρόσιτα βουνά του. Μόνο το ιππικό του Χατζηχρήστου έμενε στους πρόποδες του Ζυγού, περήφανο πάνω στα δυνατά του άλογα και συνοφρυωμένο κάτω από τα βαριά ταραμπουλούκια του κεφαλιού. Τα ρούχα και τα όπλα του ήταν ένας ποικίλος στολισμός. Άπλωνε μπροστά τα μακριά κοντάρια με τα χρωματιστά φλάμπουρά τους, όπως η μακεδονική φάλαγγα τις λαμπρές της σάρισες, έτοιμο να εμποδίσει μια πιθανή καταδίωξη των Αλβανών. Οι φυγάδες στρατιώτες του Κιουταχή, ξεροί από τον φόβο, γύριζαν στις τάξεις τους. Μόνο οι Τόσκοι με τους κλέφτες εξακολουθούσαν ακόμα να αγωνίζονται με λύσσα.

— Όρε, Ταχίρ Γιάτση! εκεί είσαι, ορέ;… φώναξε ξαφνικά ο Ζάχος καθώς έφτασε.

— Εδώ — για! απάντησε μια βροντερή φωνή από το εχθρικό πρόχωμα.

— Έβγα, ορέ, να πολεμήσουμε οι δυο· τα παλικάρια δεν κρύβονται στο μετερίζι.

— Και ποιος είσαι εσύ, μωρέ;

— Είμαι ο Σπαθόγιαννος!…

Ακούστηκε ένας βόγγος, βόγγος βαρύς σαν λιονταριού που το ενοχλούν στην ανάπαυσή του, από το εχθρικό πρόχωμα. Και την ίδια στιγμή φάνηκε πάνω του ένας μεγαλόσωμος άντρας, αρματοστόλιστος, που κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα μακρύ καριοφίλι. Έμοιαζε με άγαλμα μυθικού ήρωα, που επιβλέπει τη χώρα που του αφιερώθηκε και είναι έτοιμος να πέσει πάνω στους επιδρομείς. Κάτω από το αβέβαιο φως της χαραυγής ξεχώριζε ο γέρος Τόσκης. Ήταν αδύνατος και τραχύς, με πρόσωπο μακρύ, γαμψή μύτη, μάτια που σπίθιζαν, μακριά γενειάδα και πλατύ μέτωπο. Τα μαλλιά του ήταν ξυρισμένα μπροστά και έπεφταν σε ψαρό τσαμπά στους ώμους, και είχε απαράλλαχτο τον τύπο της φυλής του. Τα χρόνια είχαν χαράξει βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του και οι αδιάκοποι πόλεμοι μαύρες πληγές σε όλο του το σώμα. Δεν υπέκυπτε όμως ούτε στα χρόνια ούτε στους πολέμους. Έμενε ακατάβλητος, σαν βράχος που κοιτάζει περιφρονητικά τις καταιγίδες να έρχονται από πάνω του. Η ψυχή του ήταν ακόμα γεμάτη νεανικό σθένος, τα μπράτσα του γεμάτα δύναμη, και τα νεύρα του έβραζαν αδιάκοπα για τον πόλεμο και την ταραχή. Την απαράμιλλη ανδρεία του Ταχίρ Γιάτση την υμνούν ακόμα τα αλβανικά τραγούδια. Τον παρομοιάζουν με τον Ισραφείλ, τον άγγελο των ψυχών στον κόσμο των νεκρών των μουσουλμάνων.

Οι κλέφτες, που τιμούσαν πάντα την ανδρεία, είτε τη βρίσκαν ανάμεσα στους ομόφυλούς τους είτε ανάμεσα στους εχθρούς, σταμάτησαν αμέσως τους πυροβολισμούς. Και οι Τόσκοι, άξιοι αντίπαλοί τους, τους μιμήθηκαν πρόθυμα.

Γιατί απέναντι από τον Ταχίρ Γιάτση, πάνω σε άλλο πρόχωμα, στεκόταν ο Ζάχος στις μύτες των ποδιών, πνέοντας οργή και εκδίκηση. Ήταν σαν πετρίτης που ανυπομονεί να πετάξει στα ύψη και από εκεί να πέσει ορμητικός πάνω στη λεία του. Όταν πήδηξε εκεί, τα ασημένια του άρματα βρόντηξαν δυνατά, σαν να κουνήθηκε ολόκληρο χαλκείο από σεισμό. Οι εχθροί δεν χόρταιναν να καμαρώνουν την περήφανη στάση του, το οξύ και αλύγιστο βλέμμα του, το μεγάλο και κανονικό σώμα του. Οι ακτίνες της αυγής έπαιζαν στα τσαπράζια του και τον έκαναν να βγάζει πολύχρωμη λάμψη, σαν παγώνι δροσολουσμένο πάνω σε φράχτη.

Οι δύο αντίπαλοι μέτρησαν ο ένας τον άλλον από το κεφάλι ως τα πόδια. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, γεμάτα μίσος. Με μία κίνηση σήκωσαν τα καριοφίλια και πυροβόλησαν. Όμως μόνο από το όπλο του Ταχίρ Γιάτση βγήκε σφυρίζοντας η σφαίρα. Έγλειψε ελαφρά τον αριστερό ώμο του αρματολού και μάτωσε το πουκάμισό του. Το καριοφίλι του Ζάχου έδωσε μόνο έναν ξερό κρότο και δεν πυροβόλησε. Μέσα σε τόση λύσσα, στη θέα του άσπονδου φονιά, το παλικάρι δεν θυμήθηκε ότι από την αρχή της μάχης δεν είχε ξαναγεμίσει το όπλο του.

— Ρίξε πάλι, μπρε!… του φώναξε ο Ταχίρ, ακίνητος στη θέση του, προτείνοντας τα στήθη σαν σημάδι στον αντίπαλό του.

— Όχι, απάντησε μανιασμένος ο Ζάχος.

Και πέταξε το καριοφίλι μακριά, προς τους συντρόφους του. Τράβηξαν τότε τα γιαταγάνια και βάδισαν ο ένας εναντίον του άλλου με αργό βήμα, με μάτι σταθερό, παίζοντας μπροστά τις λαμπρές λεπίδες, πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Ταχίρ έσκυβε, ο Ζάχος ορθωνόταν. Έσκυβε ο Ζάχος, ορθωνόταν ο Ταχίρ. Έγερνε ο ένας αριστερά, ερχόταν ο άλλος από δεξιά τρομερός, ακράτητος. Οι λεπίδες άγγιζαν τη γη και ξαφνικά πετούσαν ψηλά, σαν σαϊτόφιδα, αστράφτοντας και σφυρίζοντας μανιασμένα. Ανυπομονούσαν κι αυτές να κόψουν κρέας, να λιανίσουν κόκαλα.

Οι δύο μονομάχοι βογκούσαν, λαχάνιαζαν, βρίζονταν, γελούσαν άγρια, σαν δύο λυσσασμένα σκυλιά που δεν έχουν άλλους να τα ερεθίσουν και ερεθίζονται μεταξύ τους με γρυλίσματα.

— Πού στο Σαϊτάνι φύτρωσες, μπρε! έλεγε ο Ταχίρ κοροϊδευτικά.

— Εκεί που δεν έσπειρες, απαντούσε ο Ζάχος, βράζοντας από θυμό.

— Το έχει, μπρε, η μάνα σου;

— Το έχει μα δε σου το δίνει.

— Έμεινε κι άλλος από σας να με σκοτώσει;

— Θα σε σκοτώσω εγώ ο ίδιος!

— Εσύ δεν αξίζεις…

Και με τον λόγο ο Ταχίρ έφερε το γιαταγάνι από τα δεξιά προς τα αριστερά, με μια χαμηλή κίνηση, σχεδόν στο έδαφος. Τεντώθηκε και το κατέβασε σαν αστραπή στο κεφάλι του Ζάχου. Όμως, όσο επιδέξια, ύπουλα και γρήγορα κι αν ενήργησε ο Αλβανός, το παλικάρι μάντεψε αμέσως από την αρχή τον σκοπό του. Οι δύο λεπίδες συναντήθηκαν ψηλά, άγριες, φοβερές, λυσσασμένες. Ωχροκίτρινες σπίθες πετάχτηκαν με φλόγα στον σκιερό αέρα, ένα θλιβερό κλάγκασμα αντήχησε, και οι μονομάχοι κατέβασαν τα σπαθιά τους ελεεινά, κατεστραμμένα, ανίκανα πια για τη μάχη.

— Έχεις τύχη, τσογλάνι!… φώναξε κοροϊδευτικά ο Αλβανός και πέταξε μακριά το γιαταγάνι του.

— Κι αν δεν έχω, την κερδίζω! απάντησε με αυτοπεποίθηση ο αρματολός.

— Φαίνεσαι νηστικός, δόλιε…

— Θα φάω εσένα, κερατά!…

Και ορμώντας λυσσασμένος ο Ζάχος έσφιξε στα μπράτσα του τον Ταχίρ. Τότε άρχισε ανάμεσά τους ο πιο πεισματικός αγώνας. Ο Χάρος και ο Τσοπάνης δεν πάλεψαν τόσο δυνατά στο μαρμαρένιο αλώνι, ούτε οι σαράντα δράκοι με τόσο θόρυβο στο τρίστρατο, για τα γλυκά μάτια της Πεντάμορφης. Μάζευαν τα μπράτσα τους και σφίγγονταν σαν με σιδερένιες ζώνες, ώσπου να πνιγούν. Τα μακριά καμπύλα κοντάκια από τις ασημοπιστόλες, οι κοκάλινες λαβές από τα μαχαίρια και οι στρογγυλές από τα χαρμπιά στέκονταν όρθιες στα σελάχια. Κατέτρωγαν τα στήθη τους και απειλούσαν να τα τρυπήσουν. Στο ποδοπάτημά τους η γη αναταρασσόταν με υπόκωφους γδούπους. Το κομμένο λαχάνιασμα, τις κραυγές και τους βόγγους τους τα επαναλάμβαναν τα γειτονικά βουνά σε ήχους κανονιού. Οι θήκες των γιαταγανιών τους, γεμάτες μεταλλικά στολίδια, αναπηδούσαν, χτυπούσαν εδώ κι εκεί στα τσαπράζια και στα άρματά τους και κλάγγαζαν δυνατά.

Οι κλέφτες και οι Τόσκοι, στηριγμένοι στα όπλα τους, παρακολουθούσαν σκεφτικοί την πάλη. Σαν να είχαν συμφωνήσει επίσημα ανακωχή, μιλούσαν ήδη φιλικά μεταξύ τους. Αντάλλασσαν τα τσιμπούκια τους και τις κρίσεις τους για τις κινήσεις των δύο μονομάχων.

— Είναι ασλάνι ο Ταχίρ, έλεγαν οι Τόσκοι.

— Κι ο δικός μας είναι δράκος, πρόσθεταν οι κλέφτες.

— Και οι δύο ασλάνια φοβερά!…

Η πάλη είχε μαθευτεί σε όλο το αλβανικό στρατόπεδο. Τσάμιδες, Λιάπιδες, Γκέκιδες, Σέρβοι, Βούλγαροι, άλλοι από θαυμασμό για την ανδρεία και άλλοι από περιέργεια, έτρεχαν εκεί, πάνω στα λοφάκια και στα προχώματα, και κοίταζαν άπληστα. Το φως της ημέρας δυνάμωνε αδιάκοπα και φώτιζε τώρα καθαρά τα δασωμένα βουνά του Ζυγού. Φώτιζε το πολύχρωμο αλβανικό στρατόπεδο, με τις σκηνές, τις σημαίες και τα λάβαρά του, που τα ανάδευε απειλητικά ο πρωινός άνεμος. Φώτιζε τα σκοτεινά τείχη και τους προμαχώνες της πόλης, γεμάτα θεατές, και την κατάλευκη λιμνοθάλασσα, διάστικτη εδώ κι εκεί με νησάκια. Και μέσα σε αυτό το ήμερο πλαίσιο, οι δύο μονομάχοι πάλευαν ανήμερα. Δύο φορές ο Ταχίρ Γιάτσης έσυρε τον αντίπαλο ως το οχύρωμά του. Άλλες τόσες ο αρματολός τον έσυρε κοντά στο δικό του. Ούτε ο ένας όμως ούτε ο άλλος επέτρεψε στους συντρόφους του να επέμβουν ή να βοηθήσουν. Και οι δύο είχαν καταλάβει από την αρχή ότι ήταν παλικάρια άξια ο ένας του άλλου. Με την ακριβή εκτίμηση που δίνουν πάντα στους ίσους τους οι αληθινοί μαχητές, σέβονταν την ανδρεία τους. Ήθελαν να νικήσει ο ένας τον άλλον μόνος, με τις δικές του δυνάμεις. Κουνιούνταν, αντιστέκονταν με τα πόδια και λύγιζαν. Πήγαιναν μπροστά, πισωπατούσαν, σηκώνονταν στα νύχια, γονάτιζαν. Τη μια ο ένας έριχνε όλο τον όγκο του σώματός του πάνω στον άλλον, για να τον λυγίσει. Την άλλη τον σήκωνε ξαφνικά για να τον ελαφρώσει και να τον βρει έτσι απροετοίμαστο, αλλά μάταια. Όσο ίσοι ήταν στην ανδρεία και στη δύναμη, τόσο ίσοι ήταν και στα πολεμικά τερτίπια. Το πολύπειρο και δόλιο πνεύμα του Αλβανού το εξουδετέρωναν αμέσως το μίσος και η φυσική σοφία του Έλληνα. Έτσι δεν έκαναν τίποτε άλλο, παρά να συμπληρώνει ο ένας τις ελλείψεις και τα μαθήματα του άλλου. Πολλές φορές προσπάθησαν να ελευθερώσουν τα χέρια τους και να αρπάξουν πάλι τα άρματα. Όμως η δυσπιστία είχε ξυπνήσει από μόνη της και στους δύο, και τα μπράτσα του καθενός χρησίμευαν σαν σιδερένιες λαβίδες για τα μπράτσα του άλλου.

Ξαφνικά στάθηκαν στη μέση, με τα πόδια μισάνοιχτα. Τα πόδια τους, ακίνητα, έμοιαζαν ριζωμένα στη γη. Μόνο οι σφιχταγκαλιασμένοι κορμοί τους, ενωμένοι σε μία και μόνη μάζα, κινούνταν λίγο, σαν δύο μεγάλα κυπαρίσσια, σφιχτοδεμένα, που μόλις καταφέρνει να κουνήσει τα φύλλα τους το ορμητικό φύσημα.

Έτσι πάλεψαν πολλή ακόμα ώρα. Τα κεφάλια τους κινούνταν δεξιά και αριστερά. Τα σαγόνια τους, με τα απειλητικά δόντια, κολλούσαν στους ώμους, στον λαιμό, στο πρόσωπο και στα μπράτσα, και άνοιγαν φοβερά λακκώματα αίματος. Το ταραμπουλούκι του Αλβανού και το πόσι του κλέφτη είχαν πέσει στο χώμα και ποδοπατιούνταν. Οι πλούσιοι τσαμπάδες τυλίγονταν και πύκνωναν πάνω στα κεφάλια και στους ώμους, και πετούσαν πάνω από τα κιουστέκια. Οι ασημένιες τρίχες του Τόσκη ανακατεύονταν με τις μαύρες του Ζάχου, σε μια φοβερή και εχθρική αδελφοποίηση. Τα ρούχα τους έπεφταν σε κουρέλια. Το αίμα, ανακατεμένο με τον ιδρώτα, έτρεχε σε αυλάκι. Τα πρόσωπα είχαν αλλοιωθεί εντελώς από τον κόπο και τον πόνο. Τα κόκαλά τους έτριζαν, σαν κορμοί οξιάς που τους ξεριζώνει η θύελλα.

— Άφησέ με.

— Άφησέ με και συ.

— Να…

Οι δύο αντίπαλοι ξαφνικά έκαναν λίγα βήματα πίσω και χωρίστηκαν. Πριν όμως οι θεατές γύρω προλάβουν να απορήσουν, τους είδαν πάλι με τα μακριά χαρμπιά στα χέρια να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Έπεφταν με τόση ορμή, που πίστεψαν ότι θα σκορπίζονταν σε σκόνη από τη σύγκρουση. Ο μεγαλόσωμος Ταχίρ, κρατώντας ψηλά το φοβερό χαρμπί του, βιαζόταν να το κατεβάσει από τον ώμο ως την κοιλιά. Και ήδη έπεφτε πάνω στον αρματολό σαν κατάμαυρο σύννεφο που φέρνει την καταιγίδα πάνω στο απαλό χορτάρι ενός λιβαδιού. Ο Ζάχος για πρώτη φορά στη ζωή του ρίγησε. Από την όψη και την ορμή του αντιπάλου του κατάλαβε ότι έφτασε ο έσχατος κίνδυνος. Μαζεύτηκε τολμηρός και άγρυπνος, κρατώντας το δεξί χέρι κάτω και πάνω του όρθιο το χαρμπί. Μόλις ένιωσε κοντά τον αντίπαλο, τινάχτηκε με όλο του το σώμα και σούβλισε το στήθος και την καρδιά του Αλβανού πέρα πέρα. Ένας κρουνός αίματος πετάχτηκε από το στόμα του Ταχίρ Γιάτση. Το γιγάντιο σώμα του απλώθηκε στη γη με βρόντο, σαν φορτηγό κάρο που πέφτει σε γκρεμό.

— Σκύλε! μου έφαγες όλη τη γενιά! είπε ο Ζάχος, πηδώντας πάνω του θριαμβευτικά.

Η Μαλάμω παρακολουθούσε από τον γεώτοιχο την πάλη με αγωνία. Τα μάτια της έμεναν όλη την ώρα καρφωμένα εκεί, ακίνητα. Έμοιαζαν με τα μάτια εκείνου που κοιτάζει τον Αέρα, την εκκλησιαστική σινδόνη, για να του συγχωρεθούν οι αμαρτίες του. Αυτήν κουνούν οι ιερείς πάνω από την Αγία Τράπεζα την ώρα του Πιστεύω. Σε κάθε κίνηση του Ταχίρ Γιάτση, σε κάθε χτύπημα που ετοιμαζόταν να δώσει στον Ζάχο, η Μαλάμω ριγούσε από την κορφή ως τα νύχια. Νόμιζε ότι πονούσε η ίδια από το σφίξιμο που υπέφερε ο γιος της στα δυνατά μπράτσα του Ταχίρ. Τα λαμπερά σπαθιά και τα χαρμπιά των παλαιστών τρυπούσαν την καρδιά της. Όταν τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτση ξαπλωμένο και τον Ζάχο όρθιο να τον κλωτσά, έβγαλε μια διαπεραστική φωνή θριάμβου.

— Γεια σου, μωρέ γιε!…

Και πήδηξε από τον γεώτοιχο και έτρεξε προς την Πύλη.

Όμως δεν φώναξε μόνο αυτή. Χιλιάδες φωνές τρελές και ισάριθμοι πυροβολισμοί ξέσπασαν από το τείχος και χαιρέτησαν τον θρίαμβο του αρματολού.

Ο Ζάχος γύριζε ήδη με τους συντρόφους του στην πόλη, φέρνοντας το καριοφίλι του αρματολού, το παλλάδιο αυτό της οικογένειάς του. Έφερνε και ως λάφυρο τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, μέσα από τις τάξεις των οποίων περνούσε, ούτε σκέφτηκαν καν να τον εμποδίσουν. Θαύμαζαν τόσο την ανδρεία και τη δύναμη, ώστε αν δεν τους λυπούσε η απώλεια ενός διακεκριμένου αρχηγού, θα χαιρετούσαν κι αυτοί τον νικητή με αλαλαγμούς και πυροβολισμούς.

Μπροστά στην Πύλη του γεώτοιχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά και όλος ο λαός, κατενθουσιασμένοι, περίμεναν τους λίγους κλέφτες. Οι γυναίκες έδειχναν στα παιδιά τους τον Ζάχο ως πρότυπο ανδρείας και οικογενειακής τιμής. Τα παλικάρια τον ζήλευαν, οι λυγερές ένιωθαν την καρδιά τους να σπαρταρά κάπως γι' αυτόν, οι Σουλιώτες τον φθονούσαν. Η Μαλάμω, ανάμεσά τους, λαχανιασμένη από ανυπομονησία, μόλις συγκρατούσε τη χαρά της. Μόλις διέκρινε από μακριά τον Ζάχο, έτρεξε προς αυτόν και άρπαξε το καριοφίλι από τα χέρια του. Οι άλλοι μαζεύονταν γύρω του, ρωτούσαν, τον άγγιζαν και τον θαύμαζαν. Οι συμπολεμιστές του τον φιλούσαν, και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγαν φιλικά το χέρι και τον φιλούσαν στο μέτωπο. Όμως η Μαλάμω δεν πρόσεχε τίποτε άλλο εκτός από το καριοφίλι. Γι' αυτό είχε χάσει τον άντρα της και τέσσερις γιους, τέσσερις λεβέντες, πανέμορφα κυπαρίσσια του σπιτιού της. Γι' αυτό είχε μείνει άγρυπνη νύχτες ολόκληρες, χύνοντας κρουνούς δακρύων, και γι' αυτό η οικογένεια είχε χάσει τη λαμπρότητά της. Και τώρα που το έβλεπε στα χέρια της, που το αποκτούσε πάλι, νόμιζε ότι ξανάβρισκε μονομιάς όλα. Το καταφιλούσε παντού, στο κοντάκι, στην κάννη, στον λύκο, στα παφήλια. Το έσφιγγε σπασμωδικά στην καρδιά της. Το ψηλαφούσε απαλά απαλά, φοβούμενη μήπως πονέσει, και κάποτε του μιλούσε σαν να ήταν ζωντανό.

— Δε φιλάς και το γιο σου, κυρά; της είπε ο Μακρής.

Η Μαλάμω στάθηκε στη φωνή, σαν να ξύπνησε τότε. Έστρεψε το βλέμμα γύρω και κοίταξε τον γιο της, που της φάνηκε σαν να παραπονιόταν για εκείνη την προτίμηση.

— Τώρα έχω δυο γιους, είπε περήφανα.

Και με το αριστερό της χέρι αγκάλιασε τον Ζάχο, τον έσφιξε μαζί με το καριοφίλι στον κόρφο της και φιλούσε και τα δύο με την ίδια ορμή.

1887.

### Γλωσσάρι

- **γιουρούσι**: ξαφνική και ορμητική επίθεση.
- **προιάρια**: μικρά γρήγορα πλοία.
- **γεροβολιά**: (;) είδος ψαράδικου διχτυού.
- **τσαμπάδες**: τα μακριά μαλλιά των πολεμιστών.
- **τσαπράζια**: ασημένια στολίδια που φορούσαν στο στήθος οι πολεμιστές.
- **καριοφίλι**: παλιό μακρύ όπλο με πυρόλιθο.
- **γιαταγάνι**: μακρύ κυρτό σπαθί.
- **πόσι**: μαντίλι δεμένο γύρω από το κεφάλι.
- **κιουστέκι**: ασημένια αλυσίδα που πέφτει στο στήθος.
- **ασημοσογιά**: (;) ασημένιο στολίδι της μέσης.
- **λύκος**: το μέρος του παλιού όπλου που χτυπά τον πυρόλιθο.
- **καρυόφυλλο**: χρυσό στολίδι πάνω στο όπλο.
- **παφήλια**: μεταλλικές ζώνες που δένουν την κάννη με το κοντάκι.
- **ταϊφάς**: ομάδα πολεμιστών με τον αρχηγό τους.
- **προχώματα**: ψηλοί σωροί από χώμα για προστασία στον πόλεμο (ενικός: πρόχωμα).
- **λύκο**: το μέρος του παλιού όπλου που χτυπά τον πυρόλιθο.
- **ράι**: (;) κραυγή όσων ζητούν έλεος.
- **αρματολού**: γενική του «αρματολός»: Έλληνας αρχηγός ένοπλων που φύλαγε μια περιοχή στην Τουρκοκρατία.
- **τσαμπάς**: τα μακριά μαλλιά του πολεμιστή.
- **μετερίζι**: θέση πίσω από τοίχο ή πέτρες για να πολεμούν.
- **χαρμπιά**: μακριά και μυτερά μαχαίρια (ενικός: χαρμπί).
- **σελάχια**: πλατιές δερμάτινες ζώνες για όπλα.
- **ταραμπουλούκια**: πλούσια μαντίλια που δένουν στο κεφάλι ή στη μέση.
- **σάρισες**: τα πολύ μακριά δόρατα των αρχαίων Μακεδόνων.
- **πετρίτης**: γεράκι.
- **σαϊτόφιδα**: γρήγορα φίδια.
- **Σαϊτάνι**: ο διάβολος.
- **ασλάνι**: λιοντάρι.
- **Πιστεύω**: η προσευχή που αρχίζει με αυτή τη λέξη.
- **παλλάδιο**: ιερό πράγμα που προστατεύει μια οικογένεια ή μια πόλη.

## Νέοι Θεοί

— Μπρε, τι διάολο έπιασε κι έκανε!…

Ούτε η σύλληψη του Κάγκαλου, που τον έφερνε αλυσοδεμένο ένα ισχυρό απόσπασμα χωροφυλάκων, ούτε το πανηγύρι που γιόρταζαν σήμερα, Δευτέρα της Λαμπρής, συγκινούσαν τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα κατορθώματα πέντε χρόνων του διάσημου ληστή της Δωρίδας δεν γαλβάνιζαν όπως άλλοτε τους φιλοπόλεμους χωρικούς. Ούτε το άγριο και επιβλητικό ύφος του, εντελώς αντίθετο με το νάνικο ανάστημά του. Ούτε η τυχερή αντίστασή του κοντά στη Γερομαστή πριν από λίγο καιρό, μόνος εναντίον ενός ολόκληρου λόχου στρατιωτών και πολιτών. Όλη η ορμή της φαντασίας τους σταματούσε τώρα μπροστά στον ενωμοτάρχη, που οδηγούσε το απόσπασμα, και μπροστά στο όπλο που κρατούσαν οι άντρες του και εκείνος. Στο αλώνι του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίτες γύφτοι προσπαθούσαν να ξεσηκώσουν τις ψυχές, με τους βαριούς ήχους του τύμπανου και τις γαργαλιστικές φωνές ενός ζευγαριού αυλών. Οι λυγερές, πιασμένες από τα χέρια, καλούσαν με ελκυστικό χαμόγελο τους νέους να ανοίξουν τον χορό. Όμως οι νέοι, λίγο πιο πέρα, στριμώχνονταν γύρω από τον ενωμοτάρχη και κοίταζαν με περιέργεια το όπλο, που εκείνος το επιδείκνυε με καμάρι. Και από καιρό σε καιρό ακουγόταν το επιφώνημα:

— Μπρε, τι διάολο έπιασε κι έκανε!…

Εδώ και πάνω από έναν χρόνο κυκλοφορούσαν και στη Βουνιχώρα αόριστες φήμες για το νέο όπλο. Μερικοί, που κατέβηκαν για δουλειές τους ως το Γαλαξείδι ή ως τα Σάλωνα, είπαν στους συμπατριώτες τους για το σχήμα, τις κινήσεις και τα αποτελέσματά του. Τα έλεγαν όπως τα άκουγαν, πάντα φουσκωμένα, όπως άκουγαν παραμορφωμένο και το όνομα του Γάλλου εφευρέτη. Έμαθαν ότι ο στρατός όλος είχε αφήσει πια τις βαριές καραμπίνες του Μινιέ και είχε εφοδιαστεί με αυτό, και έγινε έτσι πιο αξιόμαχος. Από τους ίδιους τους ληστές, όποτε τους φιλοξενούσαν στο χωριό ή στις στάνες τους, άκουγαν οι χωρικοί τη θραύση που έκανε το όπλο στις τάξεις τους. Άκουγαν πώς σκεπάζονταν ξαφνικά από χαλάζι σφαιρών, πριν καν προλάβουν να γεμίσουν τα δικά τους. Έβλεπαν τις ανοιχτές πληγές που τους άνοιγαν τα βλήματά του. Καταλάβαιναν τη μεγάλη αξία του όπλου από την αγανάκτηση και τις βρισιές που εξαπέλυαν κατά του φτωχού εφευρέτη. Και πολλές φορές, μέσα στην έξαψη της λατρείας τους για τη λεβεντιά, τραγουδούσαν με μεγάλο πόνο το τραγούδι του Κουρκούμπα. Το τραγούδι φέρνει αυτόν και τον σύντροφό του στο λημέρι προς το βράδυ. Δεν σκέφτονται πια αγώνες και θριάμβους, μα κλαίνε τα ντέρτια και τα παράπονά τους:

τι είν' το κακό που πάθανε τώρα στα εβδομήντα  
που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα…

Όμως οι χωρικοί το ομολογούσαν τώρα, και το έδειχναν με τα έκπληκτα βλέμματά τους. Ποτέ δεν το περίμεναν τόσο τέλειο, όπως το έβλεπαν, όπως το άκουγαν από τον ίδιο τον ενωμοτάρχη:

— Να, έβαλες το φυσίγγιο κι ετέλειωσε το παστόψαρο… ένας χρόνος σε δύο κινήσεις… ένα πατατράκ κι εχάθηκε το λεφούσι!

Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος ήταν ψηλός και ευλύγιστος λεβέντης. Η εξαιρετική ανδρεία του, η ακούραστη ενεργητικότητά του και τα διαβολικά τεχνάσματα που έβρισκε για να κυνηγά τους ληστές, τον είχαν κάνει γνωστό σε όλη τη Ρούμελη. Έδιναν μάλιστα μια ποιητική λάμψη στο πολύ πεζό όνομά του. Έδειχνε πρόθυμα τον χειρισμό του όπλου και έδινε την επιστημονική ονομασία σε κάθε εξάρτημά του. Μιλούσε για κοχλία και υποφυλακτήρα, για στόχαστρο και σκοπευτική γραμμή, για τροχιές και βλήματα. Οι χωρικοί, λίγοι στην αρχή, άκουγαν τις στομφώδεις φωνές του και έρχονταν τώρα πιο πυκνοί από τον τόπο του χορού. Έρχονταν οι γέροι, που ήταν ξαπλωμένοι εδώ κι εκεί στα υψώματα, με το σώμα χαλαρό και άτονο από τον ζεστό ήλιο. Αυτοί παρακολουθούσαν με βλέμμα ονειροπόλο τη νεότητα που έβραζε και φλυαρούσε μπροστά τους. Έρχονταν οι μεσόκοποι, όσοι κάθονταν σταυροπόδι σε κύκλο και αντάλλασσαν κρίσεις για τον χορό και ελπίδες για τα ισχνά σπαρτά τους. Έρχονταν και τα παλικάρια που στέκονταν όρθια γύρω. Αυτά έβλεπαν με ηδονική μέθη την πολύχρωμη εκείνη αλυσίδα των νέων γυναικών που χόρευαν. Οι γυναίκες είχαν απλά φορέματα, απλά μαλλιά, ανδρώδη αναστήματα και ζωηρά μελαχρινά πρόσωπα. Όλοι βιάζονταν και τον περικύκλωναν σιωπηλά. Και ο ενωμοτάρχης ανάμεσά τους κινούσε σπασμωδικά το χέρι πάνω στο όπλο, από την άκρη του κοντακιού ως την άκρη της κάννης. Το περνούσε από το κινητό ουραίο στον ξυστό, στο κλισιοσκόπιο, στα ψέλλια. Ξερνούσε τις φράσεις του ελεύθερα και ακράτητα, με μια τόλμη κάπως χαιρέκακη. Είχε έκφραση θριάμβου στο ηλιοκαμένο πρόσωπό του και νευρικό τρέμουλο σε όλο του το σώμα. Έμοιαζε με κήρυκα που αγωνίζεται να εγκαταστήσει νέους θεούς στη συνείδηση των άξεστων ακροατών του. Αυτών, σιγά σιγά, βάρυνε το κεφάλι από τις νέες λέξεις που άκουγαν, από τις νέες ονομασίες που μάθαιναν για πρώτη φορά. Ένιωθαν μια κούραση στη συνείδηση από τα νέα διδάγματα. Ένιωθαν ένα πιεστικό κενό στην καρδιά για τις παλιές ιδέες και πεποιθήσεις, από τις οποίες τους ξερίζωναν τώρα απότομα. Έτσι παρακολουθούσαν τα λόγια και τις κινήσεις του σχεδόν ασυνείδητα, με το στόμα μισάνοιχτο, σαν κωφάλαλοι. Οι νεότεροι έδιναν αγκωνιές και διεκδικούσαν τη θέση κοντά στον ενωμοτάρχη, με εκείνη την κλίση που νιώθει από τη φύση της η νεότητα για κάθε νέο πράγμα. Έγερναν το κεφάλι άλλος εδώ, άλλος εκεί. Άλλος έσκυβε και άλλος σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών, για να δουν το όπλο από όλες τις πλευρές. Τολμούσαν κάποτε να απλώσουν το χέρι και να το αγγίξουν, απαλά απαλά, με δειλή προφύλαξη, σαν να ήταν αφρός και φοβούνταν μη διαλυθεί με το άγγιγμα. Αν η αναπνοή τους άφηνε αχνό στην κάννη ή ο άνεμος έφερνε πάνω της λίγο άχυρο, όλοι έτρεχαν να το σβήσουν. Το έσβηναν άλλος με την άκρη της φουστανέλας και άλλος με το μανίκι του πουκαμίσου, κολακεύοντας τον ενωμοτάρχη. Τον κοίταζαν με έκφραση που άλλαζε σε κάθε νέα του εξήγηση. Ακολουθούσαν τις κινήσεις του χεριού του θαμπωμένοι, σαν να τους κατηχούσαν στα μυστήρια της Σολομωνικής. Όποτε εκείνος γύριζε προς αυτούς, για να κάνει πιο εύκολα τα λόγια του, τον τύλιγαν με βλέμμα γεμάτο θρησκευτικό σεβασμό. Ήταν σαν να ήταν ο ίδιος ο εφευρέτης. Θαύμαζαν τη γονιμότητα του μυαλού του, με μια ζηλότυπη έγνοια, γιατί ήταν κύριος ενός τέτοιου πράγματος!… Και λίγο λίγο τα πρόσωπα όλων των χωρικών έγιναν καθρέφτες για τις ψυχικές εντυπώσεις του καθενός. Τα μάγουλα των γέρων κρέμονταν πλαδαρά και άχρωμα, σαν σε τέλεια αποθάρρυνση. Οι μεσόκοποι, με το κεφάλι μισοσκυμμένο και τα μάτια καρφωμένα άτονα σε ένα σημείο, έμοιαζαν να υπομένουν το παρόν. Οι νέοι είχαν εκείνες τις κάθετες γραμμές στο στόμα και ένα βλέμμα κοντά στο κλάμα. Έμοιαζαν να μην τολμούν να ελπίσουν ότι θα αποκτούσαν ποτέ κι αυτοί τέτοιο όπλο, αν και ο νους τους δούλευε αποφασιστικά για να βρει τα μέσα… Εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης έβλεπε την εντύπωση που έκανε στους ακροατές του. Έτσι σώρευε με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση εξευτελιστικές βρισιές κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα για το όπλο του:

— Παλικάρια λέει; από δω κι εδώ θα δουν τη μοίρα τους!… Μωρέ με τέτοιο όπλο δε φοβάμαι ούτε το Θεό!…

— Από πού είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; διέκοψε ξαφνικά τον ενωμοτάρχη μια φωνή που έτρεμε.

Την ίδια στιγμή οι χωρικοί άνοιξαν δρόμο και πλησίασε ένας ψηλόσωμος γέρος, πάνω από εκατό χρονών, με το αντρικό του πρόσωπο κάπως αναστατωμένο. Μέτρησε τον ενωμοτάρχη από το κεφάλι ως τα πόδια. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος ζαλίστηκε από την ερώτηση του γέρου. Στο απότομο ύφος και στον τόνο της έβρισκε κάποια αμφιβολία για την καταγωγή του, για τα λόγια του, για την πατρίδα του, για όλα.

— Απ' τον κάμπο της Γαστούνης, ψιθύρισε τέλος.

— Ντόπιος ή ερχάμενος;

— Ντόπιος…

— Μπρε!…

Και ο γέρος εξέφραζε με αυτό το επιφώνημα όλες τις απορίες που γεννήθηκαν στην ψυχή του από την ώρα που άκουσε τον ενωμοτάρχη να μιλά.

Ο γέρο-Χειμάρρας ήταν από τους άντρες εκείνους που πέρασαν τα χρόνια της νιότης τους σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα έφτανε ως το ανέφικτο ιδανικό. Τότε ζούσε κανείς για έναν έπαινο και πέθαινε για ένα τραγούδι… Ήταν μόλις δεκάξι χρονών, όταν ακολούθησε ως ψυχογιός τον Αλέξη Καλόγηρο, τον αρματολό του Χρισσού. Ο Αλέξης Καλόγηρος, ο Ηλίας Βιδαβιώτης και ο Βερελή Θανάσης δολοφονήθηκαν στο σεράι των Σαλώνων από τον Μουσταφά αγά. Μετά τη δολοφονία τους ο Χειμάρρας μπήκε στον ταϊφά του ντόπιου αρματολού Πανουργιά. Εκεί ασκήθηκε στα όπλα ως την Επανάσταση. Στην Επανάσταση διακρίθηκε σε πολλές μάχες, στη Ρούμελη και στον Μωρηά, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.

Όταν σταμάτησε ο πόλεμος, ο Χειμάρρας αποσύρθηκε στο ορεινό χωριό του, αυτή την κοιτίδα των αρματολών. Εκεί ο Βρυκόλακας, Έξαρχος Παρνασσίδος, έκανε άλλοτε τις συνόδους του και ο Ανδρίτσος ξεχειμώνιαζε αμέριμνος μαζί με τον Βλαχοθανάση. Εκεί έμεινε κλεισμένος με συνομηλίκους, που γιάτρευαν ακόμα τις πληγές του Αγώνα και ήταν πρόθυμοι να αρχίσουν νέους αγώνες. Ζούσε και με νεαρά παλικάρια, που μεγάλωσαν μέσα στον κρότο των ιλαχών και τραγουδούσαν τους ηρωικούς άθλους τους. Περνούσε τις μέρες του με το παρελθόν πάντα μπροστά στα μάτια του.

Οι ιδέες της νεότερης ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νάνικοι πόθοι, που τρέφουν και κυβερνούν ήδη τις νεότερες κοινωνίες, δεν έφταναν ως το ορεινό χωριό. Εκεί οι αρματολικές παραδόσεις και τα πολεμικά πρόσωπα των γέρων σήκωναν ένα απροσπέλαστο τείχος. Γι' αυτό ο γέρο-Χειμάρρας, ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, ζήλευε τον ενωμοτάρχη, που η ζωηρή φαντασία των χωρικών τον έδειχνε σαν μυθικό ήρωα. Και μόλις έμαθε ότι αυτός, πηγαίνοντας τον Κάγκαλο στα Σάλωνα, σταμάτησε να διανυκτερεύσει στη Βουνιχώρα, έτρεξε από τους πρώτους να τον δει και να τον θαυμάσει.

Αλλά μόλις πλησίασε, όλος εκείνος ο θαυμασμός του έπεσε. Α! οι άντρες της εποχής του ποτέ δεν περιφρονούσαν τους εχθρούς τους. Οι πολεμικοί άντρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους τους, αλλά αντίθετα τους υψώνουν, για να υψωθούν οι ίδιοι ακόμα περισσότερο, αν τους νικήσουν. Αυτό ήξερε ο γέρος ότι έκανε άλλοτε ο Κατσαντώνης για τον Βελή Γκέκα, και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός ο ψηλός παλικαράς, εδώ και μία ώρα, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να κατακρίνει, να χλευάζει μάλλον, τους ληστές. Ο Χειμάρρας τους ήξερε πολύ καλά και τους έβρισκε σε πολλά άξιους διαδόχους των κλεφτών πριν από την Επανάσταση. Αυτούς τους υμνεί ακόμα ο λαός και τους απαθανατίζει η παράδοση. Είναι αλήθεια ότι ήταν κάποιοι ανάμεσά τους κακοί, σκληρόψυχοι, όπως έλεγε ο ενωμοτάρχης. Όμως οι περισσότεροι ήταν παλικάρια και από αυτή την ακράτητη κλίση προς την παλικαριά έγιναν τέτοιοι… Ας τους κυνηγούσε, ας τους σκότωνε, ας τους εξόντωνε ο ενωμοτάρχης· όχι όμως και να τους βρίζει!…

Έπειτα, αυτή η έπαρση με την οποία μιλούσε για το όπλο του έκανε τον γέρο να χάνει κάθε ιδέα για την ανδρεία του Παπαθεοδωρακόπουλου. Βέβαια· για να έχει τόσο εγωισμό για τα πλεονεκτήματα του όπλου, θα πει ότι σε αυτό έτρεφε όλες τις ελπίδες του. Σε αυτό στήριζε όλη την ανδρεία και τη φήμη του… Και ενώ τον άκουγε να μιλά έτσι, ο γέρος άρχισε να νιώθει αηδία. Τον παρομοίαζε με κανέναν τενεκέ της νεότερης κοινωνίας — πάντα της νεότερης, γιατί στη δική του δεν υπήρχαν τενεκέδες. Έναν από αυτούς που παίρνουν γυναίκα, για να παρουσιάζονται στον κόσμο με το όνομα και την περιουσία της!… Και έλεγε ο ενωμοτάρχης ότι με τέτοιο όπλο δεν φοβόταν ούτε τον Θεό. Βέβαια, πάντα με το όπλο!…

Και μέσα στην ακράτητη ορμή του θυμού του, ο Χειμάρρας έκανε εκείνη την απότομη ερώτηση στον ενωμοτάρχη για την πατρίδα του… Τώρα όμως δεν έφερνε αντίρρηση. Κάνει και η κουρούνα θαύματα — γίνονται και οι καμπίσιοι παλικάρια!… Και έσκυψε το κεφάλι ο γέρος μπροστά στον νεοφερμένο και βυθίστηκε σε σκέψεις. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε συναντήσει καμπίσιο και τέτοιο λεβέντη! Στην Επανάσταση κανένας από εκείνα τα μέρη δεν διέπρεψε σε ανδρεία και πολεμική ορμή. Για κουτοπονηριές και αλληλομαχίες ήταν πρώτοι, από τον άρχοντά τους ως τον τελευταίο χωρικό… Έναν μόνο γνώρισε στο Μεσολόγγι, τον Βέρρα, ριψοκίνδυνο άντρα, γεμάτο πατριωτική φλόγα, παράτολμο ως την τρέλα. Ήταν τόσο σκληρός στο κρέας, που μέσα στη μάχη έφραζε τις τρύπες από τις σφαίρες στο σώμα του με χοντρούς βλαστούς από σχοίνο. Άκουσε ότι σκοτώθηκε στα χρόνια του Ιμπραΐμ έξω από το χωριό του, το Βαρθολομιό, μέσα σε σωρό εχθρικά πτώματα. Αλλά κι εκείνος ήταν ταπεινός, ήσυχος ανθρωπάκος, χωρίς λεβεντιά στις κινήσεις του, χωρίς αέρα… Κανέναν όμως άλλον… Και ο γέρος ξανάφερνε στον νου του το ρητό που λέει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά λεβέντες», και το έβρισκε και εδώ ακόμα πολύ αληθινό. Έπειτα και τι όνομα!… Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, τόσο άμουσο και πεζό, που δεν απορούσε και πολύ γιατί ήταν τόσο αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Άρχιζε να παραδέχεται μια παρεκτροπή πια της φύσης… Ήταν άδικο όμως να φυτρώσει εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα στο κορμί!…

Όμως, ενώ ο γέρος πλανιόταν σε αυτές τις σκέψεις, ο ενωμοτάρχης συνήλθε από την ταραχή του και άρχισε πάλι τον πανηγυρικό για το όπλο του. Τώρα διηγιόταν μια παλιότερη σύγκρουσή του με τη συμμορία του Χειμώνα, στο δάσος της Λεπενούς, όπου έπιασε τρεις και σκότωσε τον αρχηγό:

— Σαν τον είδα χάμω, πήγα κοντά και τον πάτησα στο σβέρκο· ήθελα να τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τώρα οι παλιοκλειδωνιές.

Και έβαλε ένα διαπεραστικό γέλιο, σαν να εκδικούνταν το όνομα που είχαν δώσει ειρωνικά οι ληστές στα όπλα του Σασεπώ, για τον τραχύ και κομμένο κρότο τους.

— Ρε, τι τα θέλω εγώ αυτά; είπε ο Χειμάρρας, που συνήλθε απότομα από το γέλιο του ενωμοτάρχη. Μπορεί να το φέρνει έτσι για το βόλι απάνω σου;

— Όχι, πλάγια κάνει, σαν τα καριοφίλια τα δικά σας, απάντησε εκείνος, μιμούμενος τη ρουμελιώτικη προφορά, για να κάνει δήθεν πιο δυνατή την ειρωνεία των λόγων του.

— Μπρε, τα δικά μας, μπρε, έδιωξαν τους Τούρκους! φώναξε αγανακτισμένος ο γέρος.

— Τι να σου κάνω!… απάντησε ο ενωμοτάρχης κουνώντας το κεφάλι. Ήθελα πενήντα Τούρκοι να είχαν από τούτα δω και να 'βλεπες την παλιοκαπότα!…

Και χτύπησε με την παλάμη τον υποκόπανο του όπλου, με μια σιγουριά που δεν είχε βέβαια ούτε ο Καραϊσκάκης. Ούτε εκείνος, όταν πάνω στη γαλλική φρεγάτα απέρριπτε τις προτάσεις του Κιουταχή, φωνάζοντας το ιστορικό εκείνο: «πασάς — η πάλα μου!». Ο Χειμάρρας έγινε πια έξω φρενών. Ο νεόπλουτος είχε γίνει ανυπόφορος! Δεν χλεύαζε πια μόνο τους σημερινούς ληστές, αλλά και τους άντρες του Αγώνα. Έπειτα από το λεφούσι ερχόταν η παλιοκαπότα!… Και έλεγε παλιοκαπότα ο ενωμοτάρχης τη χρυσοφορεμένη και αρματοστόλιστη εκείνη γενιά, που κατέπληξε όλο τον κόσμο, που τη ζήλεψαν τόσοι βασιλιάδες!… Για μια στιγμή ο νους του γέρου ζαλίστηκε και δεν ήξερε καλά καλά πού βρισκόταν. Είναι αλήθεια ότι και η νεολαία του χωριού του, παρά τον άμετρο σεβασμό της, πολλές φορές του έλεγε κάτι τέτοιο για να τον πειράξει. Τα συνηθίζουν αυτά οι νέοι: να φαίνονται ότι περιφρονούν την εποχή των γέρων και ότι αυτοί ζουν δήθεν σε καλύτερη. Αλλά τέτοια βρισιά από κανένα στόμα δεν την είχε ακούσει… Πενήντα Τούρκοι θα τους κατέστρεφαν λοιπόν όλους αυτούς, αν είχαν τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνο το όπλο είναι το παν; Η ανδρεία δεν λογαριάζεται! Η δίψα για τη δόξα, για την ελευθερία, τίποτα!…

— Μπρε!…

Και ξανάλεγε ο γέρος το συνηθισμένο επιφώνημά του, βήχοντας ξερά, πνιγμένος από τη συγκίνηση.

Αλλά ξαφνικά, χωρίς καμία αφορμή, χωρίς κανέναν ειρμό, χωρίς να καταλάβει κι ο ίδιος γιατί, ο γέρος φώναξε με παιδική αυταρέσκεια. Ήταν εκείνη η ακούσια κραυγή που βγάζει μόνη της η καρδιά, όταν πονέσει ξαφνικά:

— Μπρε, το θαρρείς καλύτερο αυτό απ' τον Άι-Γιώργη μου;

— Ποιον Άι-Γιώργη; ψιθύρισε ο ενωμοτάρχης απορημένος.

— Το καριοφίλι του, απάντησαν πολλοί χωρικοί.

— Ναι, το καριοφίλι μου, είπε εγωιστικά ο γέρος.

Ο ενωμοτάρχης γέλασε θορυβωδώς με το νέο αυτό άκουσμα και οι χωρικοί τον μιμήθηκαν ασυνείδητα. Οι χωρικοί παρακολουθούσαν από την αρχή αυτή τη φιλονικία του γέρου και του ενωμοτάρχη. Όσο κι αν ήταν προκατειλημμένοι από τη φήμη του Παπαθεοδωρακόπουλου, όσο κι αν τους θάμπωνε το όπλο, λίγο λίγο άρχισαν να καταλαβαίνουν κι αυτοί την ασημαντότητά του. Τον είδαν να φέρεται τόσο τραχιά στον γέρο, στα γηρατειά, που αυτοί στην ορεινή πατρίδα τους τα σέβονται σχεδόν ως θεότητα. Τα γηρατειά πρωτοστατούν και υπερέχουν στη μικρή κοινωνία τους. Τον άκουσαν να βρίζει τους ληστές, το σώμα εκείνο για το οποίο είχαν πολύ υψηλές ιδέες. Πολλές φορές έπαιρναν μέρος σε αυτό, βοηθώντας το κρυφά κατά των στρατιωτικών αποσπασμάτων. Γι' αυτό σκανδαλίζονταν. Η ζηλότυπη αφοσίωσή τους στα πατροπαράδοτα και η φυσική τάση να τα κρατήσουν άθικτα, τους έκαναν τώρα να βλέπουν τον ενωμοτάρχη σαν κακό πνεύμα. Ήταν σαν να ήρθε εκεί για να τους αφαιρέσει τα άγια αισθήματα και να τους αφήσει τη χολή του. Γι' αυτό άρχισαν να τον κοιτάζουν κάπως δύσπιστα και να κινούνται για να διαμαρτυρηθούν.

Αλλά ο νεωτερισμός για την ανθρωπότητα είναι φως που θαμπώνει και τραβά. Είναι ο λύχνος που έσερνε πίσω του σαράντα χρόνια τους Ισραηλίτες στην έρημο. Είναι το φωτεινό άστρο που παρέσυρε τους Μάγους ως τη φάτνη του Σωτήρα. Και οι Βουνιχωρίτες χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι, δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στον πειρασμό. Στο τέλος γέλασαν ασυνείδητα κι αυτοί μπροστά στη σύγκριση που ήθελε να κάνει ο γέρος. Αυτό όμως τον εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο. Ναι, ήθελε τώρα να αποδείξει σε αυτόν τον ξιπασμένο και στους αδύναμους χωρικούς, που τόσο εύκολα κλονίστηκε η πίστη τους, ότι είχε δίκιο σε αυτό που έλεγε.

— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; φώναξε με πάθος.

— Άι κοιμήσου, γέρο μου, να ζήσεις, απάντησε με τόνο οίκτου ο ενωμοτάρχης. Σαν και λες να βάλεις να τρέξει το ξεφτέρι με τον μπούφο — ολούρμε;

— Στάσου και να δεις!…

Και χωρίς να ακούσει άλλο λόγο ο γέρος ξεκίνησε, με μια εμπαθή ορμή που φαινόταν σε όλες τις σπασμωδικές κινήσεις του. Ανέβηκε τη μικρή ανηφοριά και χάθηκε πίσω από έναν φράχτη του χωριού.

Ο Χειμάρρας έτρεχε γρήγορα στο σπιτάκι του. Η ψυχή του είχε ξεσηκωθεί όλη από τα λόγια του ενωμοτάρχη. Δεν θα ησύχαζε, αν δεν τον διέψευδε, αν δεν του απόδειχνε τι ήταν τα όπλα που εκείνος κορόιδευε με ασέβεια. Και εκείνος ήθελε να βάλει πάνω από αυτά ένα όπλο εντελώς άδοξο. Δεν είχε ακόμα καπνιστεί με τον καπνό της μάχης, δεν είχε βαφτεί σε εχθρικό αίμα, δεν είχε ξεράσει βόλι εναντίον του άρπαγα της Πατρίδας. Γιατί αυτά και μόνο θεωρούσε ο γέρος άξια συστατικά ενός όπλου.

Όπως είχε μεγάλες ιδέες για τους άντρες της εποχής του, τις ίδιες είχε ο Χειμάρρας και για ό,τι τους χρησίμεψε στον αγώνα, στον πολύ μόχθο. Η φαντασία του, φλογερή και άδολη, το τύλιγε με μια ιδανική λάμψη, με ένα χρώμα περήφανης απλότητας. Έτσι το είχαν αποκρυσταλλώσει οι άγνωστοι ποιητές της εποχής του στα δημοτικά τραγούδια. Γι' αυτό, αν άκουγε ποτέ για κάποια τελειοποίηση εκείνων των όπλων, που διευκόλυνε τη δράση και τη δύναμή τους, την κορόιδευε και την απέρριπτε με πείσμα. Οι πλατιές και κυρτές πάλες, τα μακριά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά, που είχαν σκοτώσει τον εχθρό, αυτά ήταν τα άξια όπλα, οι σίγουρες εγγυήσεις της νίκης. Πίστευε ο Χειμάρρας ότι το αίμα που τα έβαψε τους είχε δώσει κάποια άλλη δύναμη, θαυματουργή και ιερή. Το ίδιο και ο καπνός που τα τύλιξε στις μάχες, μέσα από τον οποίο έλαμπαν ξαφνικά σαν απειλητικές αστραπές σε κατάμαυρο σύννεφο. Το ίδιο και ο αλαλαγμός εκείνος και ο θόρυβος, τα κλάματα, οι γόοι, οι απειλητικές φωνές και οι αγριεμένες βρισιές, μέσα στα οποία έδρασαν. Έτσι και τα εικονίσματα: η διαμονή σαράντα ημερών στην εκκλησία, τα θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας τα κάνουν δυνατούς προστάτες του σπιτιού. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα που έφεραν οι Βαυαροί και οι κατοπινές καραμπίνες του Μινιέ, τόσο φτωχά, βαριά και άκομψα, δεν ήταν παρά ξύλο και σίδερο. Δεν του προκαλούσαν καμία συγκίνηση στην ψυχή. Οι ξιφολόγχες τους και τα πολύ πλατιά εκείνα ξίφη δεν χρησίμευαν παρά για αρνόσουβλες σε κανένα πανηγύρι!… Την ίδια ιδέα εξέφρασε ο γέρος και για το όπλο του Σασεπώ, όταν άκουσε για πρώτη φορά γι' αυτό. Και τώρα, που το έβλεπε μπροστά του, που καταλάβαινε τη γρήγορη δύναμή του, δεν την αρνιόταν. Ήταν όμως βέβαιος ότι ο Άι-Γιώργης του ήταν ανώτερος και από αυτό. Ο γέρος πήδηξε τώρα μέσα στο σπιτάκι του και άρπαξε το καριοφίλι από τον τοίχο με βία, σαν να επρόκειτο να αμυνθεί κατά κάποιου εχθρού. Το μέτρησε από κάτω ως πάνω, και με χέρια που έτρεμαν τράβηξε τη βέργα και την έριξε με πάθος μέσα στην κάννη. Από τον γδούπο που έκανε βεβαιώθηκε ότι ήταν γεμάτο. Στον λεπτό μεταλλικό ήχο της κάννης άκουσε μια γνώριμη φωνή, αντήχηση από τσαπράζια και βρασμό μάχης. Ο γέρος έβγαλε ένα βροντερό ρουθούνισμα, σαν χλιμίντρισμα πολεμικού αλόγου.

— Τσογλάνι!… είπε με θυμό. Τσογλάνι!…

Και πέταξε τη βέργα στο έδαφος, άρπαξε το όπλο και κατέβαινε βιαστικά το μονοπάτι προς τους χωρικούς.

Ο γέρο-Χειμάρρας φαινόταν ξαναγεννημένος. Δεν λύγιζε πια τη ράχη ούτε έσκυβε το κεφάλι όπως πριν, μέσα στη γεροντική νάρκη. Ορθωνόταν περήφανος και ίσιος, με ένα μεγαλόπρεπο και επιβλητικό βάδισμα, με μια έπαρση θριάμβου στο συνοφρυωμένο πρόσωπό του. Έμοιαζε με λιοντάρι που έρχεται οργισμένο να εκδικηθεί τους σφαγμένους συντρόφους του. Είχε την ιδέα ο γέρος ότι, μόλις εμφανιζόταν το όπλο του, θα σώπαιναν όλοι οι χωρικοί και οι χωροφύλακες. Θα ήταν εκείνη η άφωνη σιωπή που επιβάλλουν πάντα στους ανθρώπους τα μεγαλόπρεπα και έκτακτα αντικείμενα. Θα κέρδιζε και τον θαυμασμό του ενωμοτάρχη. Ήταν ακλόνητα βέβαιος ότι αυτός θα αποκάλυπτε αμέσως το κεφάλι του μπροστά στον ιερό εκείνο μάρτυρα μιας ανέσπερης δόξας, μπροστά στο άγιο εκείνο λείψανο τόσων θριάμβων.

— Εδώ σας θέλω! φώναξε, κοιτάζοντάς τους όλους με μάτια που έλαμπαν από χαρά και περηφάνια.

Και ήθελε να τους πει να κλείσουν τα μάτια, μήπως τυφλωθούν από τη λάμψη της δόξας του, να λυγίσουν το γόνατο, για να μην αμαρτήσουν.

Αλλά μάταια περίμενε μια φωνή έκπληξης. Ο ενωμοτάρχης τον κοίταζε ατάραχος και απαθής, με ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη, σαν να συγκρατούσε το γέλιο του. Χαριζόταν στη γεροντική του αδυναμία και λυπόταν την παιδιάστικη πεποίθησή του. Οι χωροφύλακες έχασκαν βλακωδώς. Πέντε έξι από τους χωρικούς, οι γεροντότεροι, κοίταζαν το καριοφίλι με λυπημένο βλέμμα. Ήταν σαν τους τελευταίους μαχητές που ζουν ακόμα στο πεδίο της μάχης. Κοιτάζουν τη σημαία τους και ξέρουν ότι μετά τον θάνατό τους θα πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι υπόλοιποι το απαρνιούνταν πια εντελώς, το μελαψό, ξεχαρβαλωμένο και γερασμένο, και ούτε ήθελαν καν να το κοιτάξουν… Ο γέρος στάθηκε για μια στιγμή άφωνος μπροστά σε τέτοια ψυχρότητα. Συγκεχυμένες ιδέες πλημμύρισαν το μυαλό του και μια βαριά σουβλιά διαπέρασε την καρδιά του. Ένιωσε ξαφνικά τον εαυτό του να παρασύρεται στο ορμητικό ρεύμα της θέλησης των πολλών.

— Μπρε!… φώναξε.

Αλλά η εντύπωση αυτή ήταν στιγμιαία.

Σε εκείνη την ψυχή, που τη ζέσταιναν μεγάλες παραδόσεις, η αποθάρρυνση δεν μπορούσε να μείνει για πολύ, όπως σε πυρωμένο σίδερο δεν μπορεί να καθίσει σταγόνα νερού. Αμέσως ο γέρος ξαναβρήκε όλη του την ενεργητικότητα και όλη την ακλόνητη πίστη του στον Άι-Γιώργη του, τόση όση είχε και στον ομώνυμο Στρατηλάτη. Βιαζόταν, έτρεχε να γίνει η δοκιμή, να διαλαληθεί παντού ο θρίαμβος του όπλου του, που θα ήταν και θρίαμβος της γενιάς του.

— Έλα, μπρε, φώναξε ανυπόμονα στον ενωμοτάρχη, κόκεψε και ρίξε!…

— Μα, παππού, μη χαλάς άδικα τη ριξιά σου, τον συμβούλεψε εκείνος.

Ο γέρος έγινε όλος φωτιά. Τα ρουθούνια της χοντρής μύτης του κινήθηκαν δυνατά, τα πυκνά φρύδια του έσμιξαν και οι άγριες τρίχες των λευκών μαλλιών του σηκώθηκαν απειλητικές. Η ξεσηκωμένη περηφάνια του δεν έβρισκε παρά εμπαιγμό και χλευασμό σε εκείνα τα λόγια του ενωμοτάρχη. Στο πρόσωπό του δεν διάβαζε παρά άμετρο οίκτο γι' αυτόν. Αυτόν, που δεν δεχόταν κανείς να τον οικτίρει, κανείς να τον λυπηθεί!… Και αμέσως ξύπνησαν όλες οι βίαιες συνήθειες και ορμές των καπεταναίων της εποχής του, που τις πήρε ζώντας χρόνια μαζί τους. Όλο εκείνο το αίμα, που κόχλασε σε τόσες μάχες και ζεστάθηκε σε τόσους θυμούς, ξανάβρασε ακράτητο στις φλέβες του. Δεν αρκεί που ανεχόταν τον ενωμοτάρχη εδώ και αρκετή ώρα να γκρεμίζει τα είδωλα που εκείνος δόξαζε, να ποδοπατά ό,τι εκείνος θεοποιούσε. Δεν αρκεί που τον άφησε να βρίσει τους άντρες εκείνους, που δεν ήταν άξιος ούτε να τους φέρνει στο στόμα του. Δεν αρκεί που τον άφησε ελεύθερο να αφαιρέσει τις ιερές πεποιθήσεις από αυτούς τους χαζούς συμπατριώτες του. Τον άφησε και να σπείρει ζιζάνια στην αθώα και άπλαστη ψυχή τους. Τώρα ο ενωμοτάρχης ήθελε να εμπαίξει και τον ίδιο!… Αλλά ο γέρος δεν το επέτρεψε αυτό σε άλλους άντρες — και τι άντρες! — και θα το επιτρέψει τώρα σε έναν περίγελο!…

— Μπρε, θα ρίξεις ή να σου την ανάψω! φώναξε έξαλλος.

Και την ίδια στιγμή έστρεψε το όπλο στο στήθος του ενωμοτάρχη. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος έμεινε έκπληκτος. Μόλις τώρα καταλάβαινε τι κλονισμό έφεραν τα λόγια του στην ψυχή του γέρου και ως πού μπορούσε να φτάσει αυτό το πάθος του. Αναγνώρισε μόνος του ότι η συζήτηση δεν σήκωνε πια αστεία και σκέφτηκε να αποφύγει τη σύγκριση με μαλακό τρόπο.

— Μα, γέρο μου… θέλησε να πει.

— Τι γέρο μου, μπρε!… θα ρίξεις, σου λέω!…

Ο Χειμάρρας ήθελε να λάβει ικανοποίηση η πληγωμένη υπόληψη του όπλου του. Ήθελε να γίνει η σύγκριση, να μάθει ο λοχίας να μην περιφρονεί τα όπλα με τα οποία ελευθερώθηκε η πατρίδα του. Ή — αν ήταν γραμμένο κι αυτό — να διαψευστούν πια όλες του οι ελπίδες!… Και ο ενωμοτάρχης, θέλοντας και μη, υπέκυψε. Έβαλε το φυσίγγιο στο όπλο του, είπε στον γέρο ότι ήταν έτοιμος για τον αγώνα και τον άφηνε να ρίξει πρώτος.

— Όχι, εσύ θα ρίξεις, πρόσταξε ο γέρος.

— Καλά· σε πόσα μέτρα;

— Όσα θες… Στον καιρό του Παπα-Κώστα, από δω ως την Τούρλα έκοψα ταγκ!… το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.

Και με παιδική μεγαλαυχία ο Χειμάρρας έδειξε μπροστά του έναν ψηλό κωνικό λόφο, πετρώδη και γκρίζο, με δύο τρεις ελάτους στην κορυφή. Θυμήθηκε την επανάσταση του 1842, του Παπα-Κώστα Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματολού ιερέα του Αγώνα. Είχε πάρει μέρος και ο γέρο-Χειμάρρας σε εκείνη την εξέγερση. Όχι γιατί είχε κάποια δυσαρέσκεια κατά της βασιλείας του Όθωνα, ούτε για συμφέρον. Απλώς τον παρέσυρε η φιλοπόλεμη ορμή του, γιατί δεν του άρεσε η άπραγη ζωή του χωριού, ύστερα από τις τόσες περιπέτειες και συγκινήσεις του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριο σώμα, με τον Βελέντζα, κατευθυνόταν προς τη Λαμία, αυτοί, περίπου διακόσιοι, ξεκίνησαν από τα Σάλωνα και βάδιζαν κατά του Γαλαξειδίου. Σταμάτησαν για λίγο κάτω από τη Βουνιχώρα, και τότε ο Χειμάρρας έκανε με το καριοφίλι του εκείνη την αξιομνημόνευτη πράξη. Αυτή κατέπληξε τότε όλους τους επαναστάτες και τον ίδιο τον Παπα-Κώστα… Όμως η Τούρλα απείχε από εκεί που στέκονταν το πολύ πεντακόσια μέτρα. Δεν είχε καμία σημασία για τον ενωμοτάρχη, που το όπλο του ήταν αποτελεσματικό ως τα χίλια διακόσια.

— Τόσο κοντά! φώναξε εκείνος γελώντας.

Τώρα τον έπιασε κι αυτόν μια τάση για ανταγωνισμό. Έβρασαν και μέσα του τα ένστικτα που κοιμούνται στην ψυχή κάθε οπλοφόρου άντρα, το ένστικτο της υπεροχής σε όλα και της παράτολμης φιλοτιμίας. Όσο κι αν ήθελε να μην απελπίσει τον γέρο, δεν μπορούσε πια. Κάθε παραχώρηση ήταν άκαιρη. Αφού αναγκάστηκε να μπει στον αγώνα, όφειλε και να νικήσει. Δεν του επιτρεπόταν καθόλου να αφήσει ένα παλιό καριοφίλι γέρου πολίτη να φανεί ανώτερο από το δικό του, ενός στρατιώτη του βασιλιά. Θα έπεφτε αμέσως τότε το γόητρο του όπλου, που ήταν και γόητρο όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα τον περιγελούσαν για τις πρωτύτερες υποσχέσεις του. Και με ευχαρίστηση θα σήκωναν το κεφάλι, που τους το είχε ρίξει ήδη η γοητεία του καινούριου.

— Να, είπε, εγώ εκεί θα ρίξω, στον κάτω έλατο!…

Και έδειξε με το χέρι, πολύ μακριά, έναν μικρό έλατο, στους πρόποδες του άλλου βουνού της Βουνιχώρας, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον κοίταξαν έκπληκτοι, με κάποια δυσπιστία για την τεράστια απόσταση του σκοπού. Μέσα τους ευλογούσαν τον γέρο-Χειμάρρα, γιατί χάρη σε αυτόν θα έβλεπαν στην πράξη τη δύναμη του νέου όπλου. Ενώ ο γέρος, με δύσπιστο χαμόγελο στα χείλη και μάτια μισόκλειστα, κοίταζε τον ενωμοτάρχη σαν δάσκαλος που παρακολουθεί σιωπηλά τα δύσκολα ψελλίσματα του μαθητή του.

Ο ενωμοτάρχης όμως χειριζόταν με μεγάλη ευκολία το όπλο και έδειχνε πόσο γνώριμος ήταν μαζί του. Για μια στιγμή γονάτισε, όπως απαιτούσε ο κανονισμός, ύψωσε κατάλληλα το κλισιοσκόπιο και στήριξε τον αγκώνα στο γόνατο της ίδιας πλευράς. Σκόπευσε και πυροβόλησε χωρίς καθυστέρηση.

— Α! ακούστηκε από το στόμα όλων των χωρικών.

Ένα α! βραχνό, βαρύ και υπόκωφο, που εξέφραζε απαλλαγή από ένα βάρος στην καρδιά. Εξέφραζε μαζί θαυμασμό, έκπληξη, αποθάρρυνση και χαρά, σαν δύσκολη προσδοκία που πραγματοποιείται. Ο ενωμοτάρχης δεν φλυαρούσε μόνο, αλλά και έκανε. Δεν είχε μόνο καλό όπλο, αλλά και χέρι άφοβο και μάτι αλάνθαστο. Οι χωρικοί τον περικύκλωναν ήδη και εξέφραζαν με διάφορους τρόπους τον θαυμασμό τους. Χαίρονταν σαν να είχαν μερίδιο στη νίκη του και αγκάλιαζαν ολόψυχα τους νεωτερισμούς του. Όμως οι πέντε έξι γέροι, οι πιστοί οπαδοί του παρελθόντος, έστρεφαν αγωνιώδες βλέμμα προς τον Χειμάρρα. Ήταν σαν να του έλεγαν ότι κάθε απόπειρα ήταν πια μάταιη, ότι έπρεπε να προσπαθήσει, υποχωρώντας με αξιοπρέπεια, να σώσει τουλάχιστον το παλιό γόητρο του καριοφιλιού.

— Η σειρά μου τώρα…

Ο γέρος δεν είχε στον νου του να υποχωρήσει. Είναι αλήθεια ότι θαύμασε και την ευστοχία του όπλου και την οξυδέρκεια του ενωμοτάρχη. Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος δεν είχε δοκιμάσει ποτέ το καριοφίλι του από τέτοια απόσταση. Όμως η ιδέα ότι το όπλο ήταν δικό του, όπλο της εποχής του, κυριαρχούσε αμετακίνητη στο μυαλό του. Όπως κυριαρχούσε αμετακίνητη και η ιδέα ότι και τώρα ακόμα ξεπερνούσε τα παλικάρια του χωριού στο τρέξιμο, στο πήδημα και στο λιθάρι. Είναι ο Χειμάρρας αυτός και είναι δικό του το όπλο!… Ο γέρος πήρε τη θέση που είχε πριν ο ενωμοτάρχης. Ανόρθωσε περήφανα το ψαρό του μουστάκι, όπως όταν ήθελε να διηγηθεί μια ένδοξη σελίδα της ιστορίας του. Έφερε προς τον ώμο τα πλατιά μανίκια του πουκαμίσου του. Έκανε τον σταυρό του, όπως συνήθιζαν οι περισσότεροι άντρες της εποχής του πριν από ένα μεγάλο γεγονός, αφήνοντας στα χέρια του Θεού την έκβασή του. Θέλησε να γονατίσει, αλλά αμέσως μετάνιωσε. Όχι· στην εποχή του δεν γονάτιζαν τις περισσότερες φορές, μέσα στην πιο φοβερή ώρα της μάχης, ενώ οι σφαίρες σφύριζαν απειλητικές γύρω τους. Όρθιοι, ακλόνητοι, αντιμετώπιζαν τον θάνατο οι πολεμιστές εκείνοι. Έτσι και τώρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο. Τον ηθικό θάνατο, που απειλούσε να δώσει με το όπλο του ο ενωμοτάρχης σε αυτόν και στη μεγάλη εποχή του. Στους νέους τα γονατίσματα, στους νέους πρέπουν!… Πρόβαλε το αριστερό πόδι, έγειρε λίγο για να στηριχτεί ολόκληρος στο δεξί και στάθηκε ακίνητος, άκαμπτος σαν άγαλμα. Ύψωσε το όπλο, έγειρε το κεφάλι προς την ακτηρίδα, σκόπευσε και πυροβόλησε.

Όμως όσοι χωρικοί είχαν ακούσει άλλοτε το καριοφίλι του Χειμάρρα, και ο ίδιος ο γέρος, κατάλαβαν αμέσως από τον πυροβολισμό ότι το όπλο απέτυχε. Ο ήχος του δεν ήταν πια εκείνος ο βαρύς και ηχηρός. Αυτόν τον ξεχώριζαν οι Τουρκαλβανοί ανάμεσα στους άλλους πυροβολισμούς και ανατρίχιαζαν μόνο με αυτόν, σαν να άκουγαν βρυχηθμό λιονταριού μέσα στο ακίνδυνο ούρλιασμα των τσακαλιών. Ούτε ήταν εκείνος ο ήχος με τον οποίο όλοι όσοι παντρεύονταν στη Βουνιχώρα ανήγγελλαν στα συμπεθέρια την ώρα της συγκέντρωσης. Ήταν κλαψιάρικος, συρτός και άτονος, σαν η κάννη να μην έβγαζε βολή, αλλά έκφραση δισταγμού για τον αγώνα στον οποίο καλούνταν. Σαν να ένιωθε πια ότι οι δυνάμεις της δεν έφταναν.

Και πράγματι, οι χωρικοί που έτρεξαν να κοιτάξουν έλεγαν ότι ούτε ο έλατος αγγίχτηκε πουθενά ούτε κανένα άλλο μέρος κοντά του. Ένα χαμόγελο άρχισε να φαίνεται στα χείλη όλων. Λόγια προκλητικά ακούγονταν σιγά σιγά, όλο και πιο έντονα. Όλα τα βλέμματα, με τη διαβολική εκείνη έκφραση της χαιρεκακίας, καρφώθηκαν πονηρά πάνω στον φτωχό γέρο. Στον γέρο που έμενε εκεί ακόμα όρθιος με το καριοφίλι στα χέρια, με το κεφάλι σκυφτό, ταπεινωμένος, συντριμμένος και άφωνος.

— Να, εδώ είναι! φώναξε ξαφνικά κάποιος, τρέχοντας σε μια τούφα χαμορίγανης που κάπνιζε.

Και πράγματι εκεί ήταν η σφαίρα του καριοφιλιού, ζεστή ακόμα, πλατυσμένη, και παρακεί το χάρτινο πώμα έβγαζε λίγο γαλαζόγκριζο καπνό. Μόλις στο μέσο της τροχιάς της έφτασε η σφαίρα και έπεσε· δεν μπόρεσε να συνεχίσει τον δρόμο της!…

— Βλέπεις, παππού! είπε κοροϊδευτικά ο ενωμοτάρχης.

Και χωρίς να στραφεί προς τον γέρο, μεθυσμένος από την επιτυχία και θέλοντας να καταπλήξει τους χωρικούς με την ευστοχία του, άρχισε να πυροβολεί τους ελάτους γύρω. Οι σφαίρες πετούσαν σφυρίζοντας προς τον σκοπό και τα κλαδιά έπεφταν με θόρυβο, χοροπηδώντας στο βουνό, άτυχα θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχη. Στο μεταξύ εκείνος γελούσε δυνατά και φώναζε με καυχησιάρικη αδιαφορία:

— Μέτρα, παππού… μέτρα!…

Όμως ο Χειμάρρας δεν άκουγε ούτε έβλεπε πια. Οι χωρικοί, αφηρημένοι, βιάζονταν με θόρυβο να κολακέψουν τη ματαιοδοξία του ενωμοτάρχη, και αυτό έδωσε στον γέρο καιρό να φύγει απαρατήρητος για το σπιτάκι του. Μόλις έφτασε εκεί, έριξε αδιάφορα το όπλο του σε μια γωνιά και αφέθηκε χλωμός και εξαντλημένος πάνω σε ένα καλάθι που βρέθηκε εκεί.

Όλα τα έχασε μονομιάς ο γέρος: την έπαρση του προσώπου, την επιβλητικότητα του παραστήματος, τη λάμψη του βλέμματος, τη λεβεντιά του σώματος και την περηφάνια της ψυχής. Όλα τα έχασε. Δεν ήταν πια παρά ένα ταπεινό και αποκαρωμένο γεροντάκι, σκυμμένο κάτω από το βάρος των χρόνων. Μια μάζα από κρέας και κόκαλα, παράλυτη από τη δυστυχία της ζωής. Ο αγώνας αυτός των όπλων ήταν για τον Χειμάρρα αγώνας του παρελθόντος και του παρόντος. Ήταν αγώνας της παλιάς γενιάς, της μεγάλης και θαυμαστής, και της νέας γενιάς, της εντελώς άσημης, ταπεινής και παιδαριώδους. Μόνο στη σκιά της παλιάς μπορούσε αυτή να αντρωθεί και να προκόψει. Κι όμως αυτή νίκησε εκείνη. Το φτηνό όπλο ενός άσημου ενωμοτάρχη νίκησε το ξακουστό όπλο του γέρο-Χειμάρρα, όπως στο παραμύθι ο λεπρός βουκόλος νικά τον ανδρειωμένο της Γκιόνας.

— Άι-χούχα!…

Δεν φώναζε πια το μπρε! ο γέρος, το μεγαλόπρεπο εκείνο και γεμάτο ψυχική δύναμη. Αυτό, που έβγαινε συχνά από το στόμα του, επέβαλλε σιωπή σε όλους τους Βουνιχωρίτες και παρέλυε τις ασυγκράτητες ορμές των νέων. Φώναζε το άι-χούχα, το κοινό και τριμμένο, με το οποίο όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισία της ψυχής και τη νάρκη του σώματος.

— Άι-χούχα!… έβγαζε συχνά από το στήθος του.

Και έριχνε βλέμμα έσχατης απογοήτευσης στο καριοφίλι του. Στο καριοφίλι του, που δεν είχε πια πίστη σε αυτό, δεν είχε πεποίθηση. Έτσι και η χήρα εκείνη του ανεκδότου, που νόμιζε ότι είχε κομμάτι από το Τίμιο Ξύλο. Ξαφνικά όμως την πληροφορεί ο ίδιος ο καπετάνιος του πλοίου ότι αυτό ήταν κομμάτι από το κατάρτι του. Πού ήταν πια εκείνο το περίβλεπτο καριοφίλι, που το ζήλευαν εχθροί και φίλοι, που το θαύμαζαν και το επαινούσαν ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι, όπως επαινούσαν και την ανδρεία του; Το καριοφίλι για το οποίο το Αρχοντόπουλο του πρόσφερε χιλιάδες ντούπιες στην πολιορκία της Αθήνας.

Όμως όχι χιλιάδες, αλλά μυριάδες να του έδιναν, ο γέρος δεν το πουλούσε. Στο χρυσάφι μέσα να τον έντυναν, δεν έδινε ούτε ένα παφήλι του. Το λάτρευε· ήταν η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής. Ως το τέλος ακόμα το περιποιόταν με λεπτή τρυφερότητα. Ως το τέλος ακόμα ξόδευε σε αυτό όλες τις φτωχικές οικονομίες του χρόνου. Πολλές φορές δεν αγόραζε ταμπάκο, την ανακούφιση των γέρων, για χάρη του. Καλούσε τους καλύτερους ασημουργούς και στόλιζαν τη μακριά κάννη του με διάφορες παραστάσεις από μάχες, με εικόνες θαλάσσιων τεράτων. Έβαζαν συμπλέγματα από νεράιδες και βουκόλους, φανταστικά ζώα και φυτά, μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα δίστιχα. Χρύσωνε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, ασήμωνε το σφυρί και τη βέργα. Πάνω στο κοντάκι ταίριαζε τις αντίκες που έβρισκε κάποτε στα βουνά. Πριν από δύο ακόμα χρόνια έλιωσε τους τελευταίους τοκάδες του, για να κολλήσει πάνω του έναν δικέφαλο αετό, με στέμμα στο κεφάλι και κεραυνούς στα νύχια. Όλα τα έδινε· ακόμα και τα στολίδια του θυσίαζε για να το στολίσει. Έτσι υπέθετε ο Χειμάρρας ότι αντάμειβε κάπως την αξία του. Κάπως μόνο, γιατί η αξία του δικού του καριοφιλιού ήταν πολύ μεγάλη!…

Τώρα όμως έβλεπε ότι γελιόταν. Δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα σκουροντούφεκο κι αυτό, όπως τόσα άλλα. Ένα αφιλότιμο όπλο, που αφού δεν νικήθηκε από τα γκέκικα καριοφίλια, άφησε να νικηθεί τώρα από ένα φτηνό όπλο ενός σταυρωτή!… Και ξαφνικά η υπερθερμασμένη φαντασία του γέρου άρχισε να το βλέπει σαν ζωντανό. Έβρισκε πάνω του κακόβουλη υπουλότητα, ψεύτικη αγιοσύνη, με την οποία τον εξαπατούσε τόσα χρόνια, άνανδρα! Του μίλησε απότομα, το έβρισε τραχιά, και ξαφνικά όρμησε, άρπαξε από το τραπέζι μια σκουριασμένη προβατοψαλίδα και του επιτέθηκε. Ναι, ήθελε να αφαιρέσει από το καριοφίλι τα στολίδια, γιατί δεν του έπρεπαν πια. Ήθελε να ξεκολλήσει εκείνο το διάφανο δίχτυ από χρυσάφι, ασήμι και πετράδια, με το οποίο το είχε τυλίξει, όπως ένας θρησκόληπτος μια θαυματουργή εικόνα. Ήθελε να το αφήσει γυμνό, ντροπιασμένο, με το φτηνό ξύλο και το σίδερο μόνο, όπως οι καπεταναίοι της εποχής του ξεγύμνωναν από τα όπλα τους δειλούς στρατιώτες. Το έριξε κάτω ο Χειμάρρας, γονάτισε από πάνω του και, με χείλη που σπαρταρούσαν, όψη άγρια, χέρια που έτρεμαν, έκοβε ένα ένα τα στολίδια με μίσος. Ήταν σαν να είχε άσπονδο εχθρό κάτω από τα πόδια του και να τον μακέλευε!

— Να!… να!… να!… έλεγε έξαλλος.

Αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Ο θρηνητικός εκείνος ήχος που έβγαζε το μέταλλο, καθώς το έκοβε η ψαλίδα, τον έφερε στον εαυτό του. Άφησε κάτω την ψαλίδα, σηκώθηκε και κάθισε κοντά στο τραπέζι, με το κεφάλι στα δύο του χέρια. Έβλεπε το όπλο, το όπλο που τόσο αγάπησε, πεσμένο τώρα κάτω, με τα παφήλια να χάσκουν μακριά και τα στολίδια σκορπισμένα γύρω. Έβλεπε το καρυόφυλλο ανελέητα πατικωμένο και τον δικέφαλο αετό σε μια γωνιά, ακίνητο σαν κεραυνόπληκτο. Και ενώ τα έβλεπε, δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια του και κύλησαν καυτά στα κρύα μάγουλά του. Όλα εκείνα τα συντρίμματα του φαίνονταν σαν να παραπονιούνται. Το όπλο, κλαίγοντας, τον ρωτούσε τι ζητούσε πια από αυτό. Μήπως στον καιρό του δεν τον υπάκουσε πάντα, δεν τον υπηρέτησε πιστά; Τόσες φορές στην Αράχωβα, στο Μεσολόγγι, στην Αθήνα, σε όλες τις πιο φοβερές μάχες, μήπως δεν τον υπεράσπισε ζηλότυπα; Δεν τον υπεράσπισε με την επιμονή και την αντοχή της μητέρας που προστατεύει το παιδί της;

Α, ναι, ήταν πολύ αχάριστος ο Χειμάρρας! Τόσα χρόνια το καριοφίλι και αυτός ήταν πάντα μαζί στον Μωρηά και στη Ρούμελη, μέρα και νύχτα, με τα κρύα του χειμώνα και τους καύσωνες του καλοκαιριού. Πλευρό με πλευρό αδελφώθηκαν. Ο γέρος έβρισκε σε αυτό το άψυχο χρόνια ολόκληρα της περασμένης ζωής του, κινδύνους και αγώνες που τους μοιράστηκαν. Έβρισκε έναν φίλο πιστό και αφοσιωμένο, στο όνομα του οποίου έκανε τον μεγαλύτερο όρκο του. Αυτό υπηρέτησε την ανδρεία του τόσο ακούραστα, με αυτοθυσία, μπορεί να πει κανείς. Πολλές φορές φλογιζόταν και κοκκίνιζαν τα στέρνα του, ώσπου παρά λίγο να σπάσουν. Με το μπαρούτι σάλπισε τη δόξα του πιο δυνατά από χιλιάδες σάλπιγγες μαζί, και την επικύρωνε με θανατηφόρο μολύβι. Με την αξία του τύλιξε το όνομά του με πιο ποιητική λάμψη. Τι άλλο ήθελε ακόμα; Τώρα η εποχή του πέρασε· ήταν άχρηστο πια!…

— Μπρε, πώς άλλαξε η πλάση! ψιθύρισε ο γέρος.

Το βλαχόπουλο του μύθου κοιμήθηκε σε έρημο τόπο και ξύπνησε ύστερα από διακόσια χρόνια μπροστά σε μια μεγαλόπρεπη και πολυάνθρωπη πόλη. Εκείνο δεν ξαφνιάστηκε τόσο, όσο ο Χειμάρρας τώρα μπροστά στη λογική των σκέψεών του. Η φαντασία του τον πήγε μακριά, σε περασμένους καιρούς, σε όπλα που το καθένα είχε και μια ιστορία. Αυτά τα υμνεί η παράδοση και άφησαν φρικτή ανάμνηση στους εχθρούς. Και αυτά λοιπόν γέρασαν; Πέρασε η εποχή τους, ήταν άχρηστα πια; Λοιπόν έτσι και το νταλιάνι του Μπουκουβάλα, που λυσσούσε σαν ζωντανό στο Κεράσοβο; Το αρμούτι του Βρυκόλακα, η λαζαρίνα του Δίπλα, η Κατερίνα του Κουδούνα, ο Λεβέντης του Μητρομάρα, το Μάντσαρι του Αντρούτσου, ο Σισανές του Μελαχρογιάννη; Ο Άι-Λιας του Βλαχαρμάτα, το βαρύ και δύσχρηστο απελατίκι του Καραϊσκάκη και τόσα άλλα όπλα, ανθρωποφάγα όπλα; Σε αυτά οι ανδρειωμένοι εκείνοι αρματολοί μετέδωσαν το μένος της ψυχής τους και τα θεοποίησαν. Έπρεπε όλα, όλα να αποσυρθούν ντροπιασμένα, ανίκανα να συγκριθούν με το νέο όπλο του Παπαθεοδωρακόπουλου!… Έτσι έλεγε ο ενωμοτάρχης! Το έλεγε και το απόδειχνε, δυστυχώς!…

Και μια λύπη έπιασε τώρα τον γέρο· λύπη από εκείνες που αφαιρούν από τον άνθρωπο τα αισθήματα, ώσπου να ξεχνά και τον ίδιο τον εαυτό του. Τα δάκρυά του σταμάτησαν ξαφνικά. Σηκώθηκε, πήρε το καριοφίλι και το κρέμασε έτσι ξεχαρβαλωμένο στον τοίχο. Μάζεψε τα σκορπισμένα στολίδια με την ακρίβεια ενός ανθρώπου που έχει χάσει τα λογικά του, τα έβαλε στο τραπέζι και γύρισε στη θέση του. Από εκεί κοίταζε και ξανακοίταζε το όπλο, χαμένος σε χίλιες σκέψεις.

Μόλις τώρα, στην παρακμή εκείνου του καριοφιλιού, σκεφτόταν για πρώτη φορά ο Χειμάρρας και τα δικά του γηρατειά. Στη σφαίρα εκείνη του όπλου, που μόλις σύρθηκε λίγα μέτρα και κύλησε στο χώμα αδρανής, σαν άψυχο κουφάρι, έβλεπε με θλίψη τη δική του αδυναμία. Ήταν πιστή εικόνα των σωματικών του δυνάμεων. Η ψυχή του, ναι, ήταν ακόμα βράχος ακλόνητος. Ένιωθε ακόμα τη δύναμη και τον πόθο να τρέξει πάλι στον βρασμό της μάχης, να μπει στη θύελλά της. Ήθελε να χορτάσει το μάτι του εχθρικό φόνο, να βραχεί το σώμα με αίματα και με δάκρυα!… Αλλά το σώμα ήταν βαρύ σαν το χώμα και δεν υπάκουε πια. Πέταξαν τα χρόνια που ένιωθε φτερά στα πόδια και οι σύντροφοί του τον παρομοίαζαν με τον αετό. Τώρα:

Οι βρύσες εκινήσανε,  
οι μύλοι εσταματήσανε,  
και τα βουνά χιονίσανε,  
τα δυο γενήκαν τρία

όπως λέει ο λόγος!… Και λίγο λίγο ένιωθε πιο πολύ πάνω στο σώμα του το ναρκωτικό βάρος των γηρατειών. Σκεφτόταν ότι δεν είχε καθόλου άδικο το καριοφίλι του. Πέρασε η εποχή τους· καλό ήταν να περάσουν κι αυτοί…

— Παππού, ε, παππού, ακούστηκε ξαφνικά η φωνή ενός παιδιού, που όρμησε με θόρυβο στο σπιτάκι και ρίχτηκε στα γόνατά του. Δεν το θέλω πια το καριοφίλι σου· να μου πάρεις ένα σαν του στρατιώτη…

Ο Χειμάρρας γύρισε και το κοίταξε, πνίγοντας τους λυγμούς του. Όχι μόνο οι συμπατριώτες του απαρνιούνταν τις παλιές δοξασίες και αφήνονταν χωρίς μάχη να παρασυρθούν στο ρεύμα του νεωτερισμού. Το ίδιο έκανε και ο μικρός του εγγονός, το έργο των ίδιων του των χεριών. Από μικρό, πολύ μικρό, ο γέρος το είχε συνηθίσει σε μεγαλόπρεπες και πατριωτικές διηγήσεις. Του έλεγε τις περιπέτειες και τα μεγαλουργήματα του Γένους. Του μιλούσε με προφητική βεβαιότητα για τον τελευταίο βασιλιά, που κοιμάται στο σπήλαιό του με το σπαθί ακόμα στο χέρι. Αυτός θα ξυπνήσει με το πλήρωμα του χρόνου, για να καθίσει πάλι στον πολυδοξασμένο θρόνο του. Του μετρούσε τις καταστροφές των Τούρκων, του περιέγραφε τους αγώνες και τους θριάμβους των Ελλήνων στην Επανάσταση και κατέληγε εξυμνώντας την αξία του καριοφιλιού του. Όταν έβλεπε τον μικρό να ζωηρεύει και να φλυαρεί με πολεμικό πάθος, ο γέρος καμάρωνε για ένα γλυκό όνειρο που πραγματοποιούνταν. Του υποσχόταν να του δώσει το καριοφίλι του, όταν όλο το έθνος ξεσηκωθεί για να πάρει πίσω την Πόλη. Με αυτό θα πολεμούσε για την Πίστη και την Πατρίδα!… Τώρα όμως ούτε ο μικρός το ήθελε. Αχ, τι του έκανε ο αναθεματισμένος σταυρωτής!…

— Ε, θα μου πάρεις, παππού; συνέχιζε ο μικρός.

— Όχι! φώναξε ξαφνικά ο Χειμάρρας και σηκώθηκε με απειλητική στάση, σαν να του έλεγαν να απαρνηθεί τη θρησκεία του.

Αλλά αμέσως ξανάπεσε χωρίς κουράγιο στη θέση του. Τα κλαψουρίσματα του παιδιού για εκείνη την άρνησή του του φαίνονταν σαν κλαψουρίσματα μιας ολόκληρης γενιάς. Ήταν μια γενιά που της αρνιούνταν την πρόοδο και τους άγνωστους κόσμους στους οποίους βαδίζει μοιραία, θέλοντας να τη γυρίσουν πίσω στο παρελθόν. Και καταλάβαινε τώρα ότι αυτό ήταν άδικο, εντελώς άδικο και μάταιο! Μόνο αυτός έπρεπε να γυρίσει πίσω, στην εποχή του, από την οποία απομακρύνθηκε τόσο. Τι είχε να κάνει σε αυτόν τον νέο κόσμο, ξένο στα μάτια του και σε όλες τις αισθήσεις του; Πώς να ζήσει με τον Παπαθεοδωρακόπουλο αυτός, που έζησε πριν με τον Δράκο;…

— Ε, θα μου πάρεις, παππού; επέμενε με παρακλητικό και θρηνητικό τόνο το παιδί.

— Ναι… θα σου πάρω!… ψιθύρισε αφηρημένος.

Και ενώ έσφιγγε τον μικρό στην αγκαλιά του, μακάριζε τους πεθαμένους συντρόφους του και ευχόταν να τους ξαναβρεί γρήγορα. Το έβλεπε θλιμμένος ο Χειμάρρας ότι δεν υπήρχε πια θέση γι' αυτόν εδώ. Νέα εποχή άρχισε, νέα ονόματα, νέα όπλα… Νέοι θεοί κατέβηκαν στη γη της Ελλάδας!…

1889

### Γλωσσάρι

- **ενωμοτάρχης**: κατώτερος αξιωματικός της χωροφυλακής.
- **καριοφίλι**: παλιό μακρύ όπλο με πυρόλιθο.
- **μπρε**: λαϊκό επιφώνημα απορίας ή θυμού.
- **Σασεπώ**: το νέο γαλλικό όπλο, από το όνομα του εφευρέτη του.
- **βελονωτά**: τα νέα όπλα με βελόνα που χτυπά το φυσίγγιο.
- **λεφούσι**: πλήθος άτακτων πολεμιστών.
- **κοχλία**: βίδα.
- **ξυστό**: (;) μέρος του όπλου.
- **κλισιοσκόπιο**: μέρος του όπλου που βοηθά στο σημάδι.
- **υποκόπανο**: μέρος του νέου όπλου.
- **Σολομωνικής**: παλιό βιβλίο μαγείας.
- **ψυχογιός**: νέος που ζούσε και υπηρετούσε κοντά σε καπετάνιο.
- **τενεκέ**: άνθρωπος χωρίς αξία που κάνει τον σπουδαίο.
- **μακρυλαρίκι αχουριού**: (;) κάτι πολύ μακρύ και άσχημο.
- **ολούρμε**: (;) γίνεται; (τούρκικη λέξη)
- **κόκεψε**: ετοίμασε το όπλο σου για να ρίξεις.
- **ριξιά**: ρίξιμο με το όπλο.
- **Στρατηλάτη**: ο Άγιος Γεώργιος, ως αρχηγός στρατού.
- **λάγιας**: (;) μαύρη προβατίνα.
- **ακτηρίδα**: (;) μέρος του όπλου.
- **χαμορίγανης**: χαμηλό αγριόχορτο του βουνού.
- **Άι-χούχα**: επιφώνημα απελπισίας και κούρασης.
- **Τίμιο Ξύλο**: ο σταυρός του Χριστού.
- **ντούπιες**: παλιά χρυσά νομίσματα.
- **ταμπάκο**: σκόνη καπνού που μυρίζουν.
- **αντίκες**: εδώ, παλιά νομίσματα.
- **σκουροντούφεκο**: (;) ένα παλιό συνηθισμένο όπλο.
- **σταυρωτή**: (;) περιφρονητική λέξη για τον στρατιώτη.
- **Οι βρύσες εκινήσανε**: παλιό λαϊκό αίνιγμα για τα γηρατειά.
- **Γένους**: οι Έλληνες ως ένας λαός.
